Supreme Court dismisses appeal against administrative compensation for disputed property based on rental value.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court ruling on compensation for disputed property. The State argued the compensation calculation lacked legal basis, but the Court found the lower court's reasoning sufficient. The Court ruled that the First Instance Court correctly determined compensation based on rental value using available market data, rejecting the State's claim that an objective valuation system was required.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 § 1 of the Decree of 24/31-10-1940; Art. 7 § 3 of the same Decree: The Supreme Court holds that administrative compensation for disputed property must be based on rental value when no prior lease exists, and the lower court's reliance on comparable rental rates constitutes sufficient legal reasoning without needing to cite an objective valuation system.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1191 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1191/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά της Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος απεβίωσε, όπως αναφέρεται στη με ημερομηνία κατάθεσης 4-3-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και στο δικαστήριο παρίστανται οι: 1) Π. χήρα Δ. Τ., το γένος Α. Τ. και 2) Κ. Τ. του Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πολυξένη Δρίτσα, με την ίδια ως άνω δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2007 ανακοπή του αρχικού διαδίκου Δ. Τ. του Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15820/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 419/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-2-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τo άρθρο 1 § 1 του β.δ. από 24/31-10-1940 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των περί διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων" (Φ.Ε.Κ. 349 Α'/1940) ορίσθηκε ότι στην αρμοδιότητα της ειδικής επιτροπής (υπηρεσίας) διαχειρίσεως ανταλλάξιμων μουσουλμανικών κτημάτων (Υ.Δ.Α.Μ.Κ.), που συστάθηκε με τον αναγκαστικό νόμο 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του Κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγέντων μουσουλμάνων", υπάγεται η διοίκηση, διαχείριση και εκκαθάριση όλων των ευρισκόμενων στην Ελλάδι περιουσιακών στοιχείων των ανταλλαγέντων μουσουλμάνων και των βακουφίων, που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της από 30 Ιανουαρίου 1923 συμβάσεως ανταλλαγής ελληνοτουρκικών πληθυσμών, της από 21 Ιουνίου 1924 αποφάσεως της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών και των ελληνοτουρκικών από 10 Ιουνίου 1930 συμφωνιών, που κυρώθηκαν με το νόμο 4793 (προηγουμένως η σχετική αρμοδιότητα είχε ανατεθεί με την από 5-5-1925 σύμβαση στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, την οποία από 11-9-1939 διαδέχθηκε το Ελληνικό Δημόσιο κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 § 1 του ν. 1909/1939).
Περαιτέρω με τις διατάξεις του άρθρου 7 § 3 εδ. α' και β' του ίδιου ως άνω β.δ. ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι σε βάρος κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, που χρησιμοποιεί ή οπωσδήποτε χρησιμοποίησε ανταλλάξιμο (κατά την παραπάνω έννοια) ακίνητο χωρίς μισθωτική σχέση, καθορίζεται αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση του ακινήτου, το ποσό της οποίας πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο με το προηγούμενο για το ίδιο ακίνητο μίσθωμα, εάν δε δεν υπάρχει προηγουμένη μίσθωση, το ποσό της αποζημίωσης καθορίζεται με βάση τη μισθωτική αξία του ακινήτου, με απόφαση σε κάθε περίπτωση της κατά τόπον αρμόδιας ήδη επιτροπής δημοσίων κτημάτων της οικείας νομαρχιακής αυτοδιοίκησης (άρθρο 9 § 1 εδ.
ε' του π.δ. 551/1988), κατά της οποίας επιτρέπεται σε κάθε ενδιαφερόμενο ανακοπή μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από την ανακοίνωση σε αυτόν της απόφασης. Με το άρθρο 4 § 1 του ν. 1650/1951 αντικαταστάθηκε το εδάφιο στ' του άρθρου 7 § 3 του ως άνω β.δ. και ορίσθηκε ότι ο πρόεδρος πρωτοδικών της περιφέρειας του ακινήτου (αποκλειστικά αρμόδιος μετά το άρθρο 11 του ν. 930/1943 να δικάσει την ανακοπή) κρίνει εκ των ενόντων την ανακοπή και είτε επικυρώνει την απόφαση του κεντρικού συμβουλίου της Υ.Δ.Α.Μ.Κ. (αρχικά αρμόδιου για την έκδοση των σχετικών αποφάσεων), είτε περιορίζει το ποσό της αποζημίωσης που καθόρισε η απόφαση, χωρίς να δικαιούται κατά τα λοιπά να την ακυρώσει εξ ολοκλήρου, ούτε να εξετάσει κατά τη σχετική διαδικασία ζητήματα κυριότητας, νομής ή άλλης έννομης σχέσης, η δε απόφασή του δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα και είναι αυτοδικαίως άκυρη, αν εκδόθηκε καθ' υπέρβαση της εν λόγω αρμοδιότητάς του.
Η διάταξη του εδαφίου στ' της παραγράφου 3 του άρθρου 7 του ανωτέρω β.δ., ως έχει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 4 § 1 του ν. 1650/1951, κατά την οποία στη δίκη της ανακοπής κατά της απόφασης, που καθόρισε αποζημίωση για αυθαίρετη χρήση ανταλλάξιμου μουσουλμανικού ακινήτου, δεν εξετάζονται ζητήματα κυριότητας ή νομής, ούτε το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα ολικής ακύρωσης της ανακοπτόμενης απόφασης, αλλά μπορεί μόνο να την επικυρώσει ή να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης, δημιουργεί σε βάρος του ανακόπτοντος συνθήκες έντονης δικονομικής ανισότητας, περιάγοντας αυτόν σε θέση σαφώς μειονεκτικότερη από τον αντίδικό του, δηλαδή το Ελληνικό Δημόσιο, έναντι του οποίου δεν μπορεί, εξαιτίας των περιορισμών αυτών, να αμυνθεί αποτελεσματικά, αφού δεν μπορεί να υποστηρίξει τη θέση του με όλους τους δυνατούς ισχυρισμούς και με στόχο τελικό την ολική ακύρωση της απόφασης, ώστε να αποτραπούν οι δυσμενείς γι' αυτόν συνέπειες από την εκτέλεσή της.
Συνακόλουθα πρόκειται για διάταξη που αντιβαίνει στα άρθρα 20 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 εδ. α' της Ε.Σ.Δ.Α. και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη και ανεφάρμοστη (Ολ.Α.Π. 6/2012). Περαιτέρω, μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ αρμόδιο να κρίνει την ανακοπή κατά της απόφασης καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση ανταλλάξιμου ακινήτου είναι κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1 εδ.
ε' και στ', 3 § 2 και 4 του ΕισΝΚΠολΔ το μονομελές πρωτοδικείο του τόπου του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), η δε απόφασή του υπόκειται στα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης, χωρίς εμπόδιο από τη διάταξη του άρθρου 699 του ίδιου Κώδικα, αφού ναι μεν κατά τη διάταξη αυτή δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα οι αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, όμως η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται και επιτρέπονται ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων σε υποθέσεις που δεν αφορούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, αλλά την παροχή οριστικής δικαστικής προστασίας, οι οποίες για λόγους ταχύτερης και μόνον απονομής της δικαιοσύνης παραπέμφθηκαν προς οριστική επίλυση στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, όπως είναι και οι σχετικές με τις ως άνω ανακοπές υποθέσεις, κατά τις οποίες τέμνεται οριστικά η διαφορά ως προς την ύπαρξη και το μέγεθος της υποχρέωσης του ανακόπτοντος για καταβολή αποζημίωσης εξαιτίας αυθαίρετης από αυτόν χρήσης ανταλλάξιμου ακινήτου (Ολ.Α.Π. 6/2012, πρβλ.
Ολ.Α.Π. 21 και 22/2002). Εξάλλου, κατά το άρθρο 62 εδ. α' του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που, ως διαδικαστική προϋπόθεση, εξετάζεται κατ' άρθρο 73 του ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του κατ' άρθρο 35 Α.Κ.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του δικογράφου της, για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, που αφορά το ίδιο το υποκείμενο της σχετικής διαδικαστικής πράξης, ενώ δεν υφίσταται στάδιο συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος (Α.Π. 1478/2022, Α.Π. 1298/2022, Α.Π. 492/2019).
Αντιθέτως, η αίτηση αναίρεσης που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατο του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο από τον αντίδικο τους ή αυτοβούλως εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.Α.Π. 27/1987, Α.Π. 1003/2023, Α.Π. 654/2023, Α.Π. 1298/2022, Α.Π. 306/2020).
Επίσης, κατά το άρθρο 287 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ, η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης, ενώ κατά το άρθρο 290 του ίδιου Κώδικα, η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η εκούσια επανάληψη της δίκης μπορεί να γίνει με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του δικαιούμενου προς τούτο διαδίκου, η οποία μπορεί να γίνει και με τις προτάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 1-2-2021 αίτηση αναιρέσεως του καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά του ανακόπτοντος-αναιρεσίβλητου Δ.
Τ., με την οποία προσβάλλεται η 419/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 15820/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η από 6-3-2007 ανακοπή του αναιρεσίβλητου κατά της 4851/2005 απόφασης της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης που καθόρισε κατ' άρθρο 7 § 3 του β.δ.
από 24/31-10-1940 την οφειλόμενη αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση ανταλλάξιμου ακινήτου εκ μέρους του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραστάθηκαν στη θέση του αναιρεσίβλητου, με δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, οι κληρονόμοι του Π. και Κ. Τ. και κατέθεσαν προτάσεις, στις οποίες αναφέρουν ότι ο δικαιοπάροχός τους απεβίωσε πριν από την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως και ζητούν την απόρριψή της αίτησης αναιρέσεως ως απαράδεκτης, άλλως αβάσιμης.
Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από αυτούς ...2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξίαρχου της Δ.Ε. Ελευθερίου-Κορδελιού του Δήμου Κορδελιού-Ευόσμου, προκύπτει ότι ο Δ. Τ. απεβίωσε την ...2021, δηλαδή πριν από την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 10-2-2021, όπως προκύπτει από τη σχετική πράξη κατάθεσης κάτω από το δικόγραφό της, ενώ από το γεγονός ότι οι ανωτέρω καταθέτουν προτάσεις επί της ουσίας της διαφοράς συνάγεται σιωπηρή δήλωσή τους περί εκούσιας επανάληψης της δίκης.
Επίσης, από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο ...2021 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι οι Π. και Κ. Τ. είναι χήρα και τέκνο, αντίστοιχα, του θανόντος. Εφόσον οι παριστάμενοι στη θέση του αναιρεσίβλητου δεν ισχυρίζονται, ούτε προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ότι το αναιρεσείον κατά την άσκηση της αίτησης γνώριζε το θάνατο του αναιρεσίβλητου, η αίτηση αναιρέσεως εγκύρως ασκήθηκε εις βάρος του αποβιώσαντος, και είναι αβάσιμοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί των παριστάμενων αναιρεσίβλητων.
Επίσης, η αίτηση παραδεκτώς ασκήθηκε κατά δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε σε δίκη επί ανακοπής κατά της απόφασης καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση ανταλλάξιμου ακινήτου, εφόσον η δικαστική αυτή απόφαση υπόκειται στα ένδικα μέσα της εφέσεως και της αναιρέσεως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ανακόπτων-εφεσίβλητος [αρχικός αναιρεσίβλητος] κατέχει αυθαίρετα το ΑΚ ... ανταλλάξιμο ακίνητο, εμβαδού 1.069,01 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή "..." Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οδών ..., ...
και παρόδου ..., το οποίο εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης. Όπως προκύπτει από την από 19-11-2004 έκθεση αυτοψίας, που συνέταξαν οι υπάλληλοι της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης ... o ανακόπτων κατέλαβε αυθαίρετα και κατείχε το ως άνω ανταλλάξιμο κτήμα, το οποίο καλλιεργούσε ως λαχανόκηπο, ως διάδοχος του αποβιώσαντος πατέρα του Κ.
Τ. πριν από το έτος 1976. Με βάση τα δεδομένα αυτά, εκδόθηκε από την Επιτροπή Δημοσίων Κτημάτων της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης σε βάρος του ανακόπτοντος η υπ' αριθ. 4851/14-7-2005 απόφαση καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση του ως άνω ανταλλαξίμου κτήματος, με την οποία ... καθορίσθηκε καταβλητέα αποζημίωση για το ΑΚ ...
ανταλλάξιμο κτήμα, εμβαδού 1.069.01 τ.μ., για το χρονικό διάστημα από 1-1-1984 έως 31-12-2002, συνολικού ποσού 28.478,42 ευρώ, αφού λήφθηκε υπόψη η υπ' αριθ. ...2003 απόφαση της ΕΔΚ Θεσσαλονίκης, με την οποία καθορίσθηκε ως Αποζημίωση Αυθαίρετης Χρήσης σε βάρος του Αλληλοασφαλιστικού Συνεταιρισμού Επαγγελματιών Ιδιοκτητών Αυτοκινήτων Δημόσιας Χρήσης Βορείου Ελλάδος και Θεσσαλίας ΣΥΝ.ΠΕ για αυθαίρετη κατοχή του ΑΚ ...
ανταλλάξιμου ακινήτου, που βρίσκεται μεν στην ίδια περιοχή με το επίδικο ανταλλάξιμο κτήμα, ωστόσο είναι εκτός σχεδίου πόλεως, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2002 καθορίστηκε η αποζημίωση στο ποσό των 0,55 ευρώ ανά τ.μ μηνιαίως, καθώς η γειτνίασή του με τα Κ.Τ.Ε.Λ. "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" του προσδίδει μεγαλύτερη μισθωτική αξία.
H Επιτροπή Δημοσίων Κτημάτων λαμβάνοντας υπ' όψη την ανωτέρω απόφασή της, μόρφωσε ομόφωνα την γνώμη με βάση την οποία ελήφθη η υπ' αριθ. ...2005 ανακοπτόμενη απόφαση καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση του ΑΚ ... ανταλλάξιμου κτήματος, ότι η μισθωτική αξία του ανωτέρω ακινήτου ανέρχεται για το χρονικό διάστημα από 1-1-1984 έως 31-12-1986 στο ποσό των 0,04 ευρώ/τ.μ.
μηνιαίως, από 1-1-1987 έως 31-12-1989 στο ποσό των 0,05/τ.μ. μηνιαίως, από 1-1-1990 έως 31-12-1992 στο ποσό των 0,08 ευρώ/τ.μ. μηνιαίως, από 1-1-1993 έως 31-12-1995 στο ποσό των 0,12 ευρώ/τ.μ μηνιαίως,από 1-1-1996 έως 31-12-1998 στο ποσό των 0,17 ευρώ/τ.μ μηνιαίως, από 1-1-1999 έως 31-12-2002 στο ποσό 0,21 ευρώ/τ.μ. μηνιαίως. Υπολογίζοντας, ωστόσο, με τον τρόπο αυτόν την καταβλητέα αποζημίωση, το καθού η ανακοπή δεν καθόρισε τη ζημία του (και την αντίστοιχη αποζημίωσή του) σύμφωνα με τη μισθωτική αξία του αυθαιρέτως καταληφθέντος ανταλλαξίμου κτήματος, δεδομένου ότι το ακίνητο αυτό, αφενός μέχρι το έτος 1997 ήταν αγροτεμάχιο, αφετέρου και μετά την ένταξή του στο σχέδιο πόλεως, δεν απέκτησε ιδιαίτερη αξία, καθώς βρίσκεται σε μια υποβαθμισμένη οικιστικά και εμπορικά περιοχή της Θεσσαλονίκης, πλησίον του παλαιού Σιδηροδρομικού Σταθμού Θεσσαλονίκης.
Η περιοχή στην οποία βρίσκεται το αυθαιρέτως καταληφθέν από τον ανακόπτοντα ανταλλάξιμο κτήμα, δεν παρουσιάζει έντονη οικοδομική δραστηριότητα και τα κτήματα που βρίσκονται στην εν λόγω περιοχή, χρησιμοποιούνται ως ..., γεγονός στο οποίο οφείλεται και η ονομασία της περιοχής "...". Άλλωστε, o ανακόπτων εγκατέλειψε τον επίδικο λαχανόκηπο και παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμα επ' αυτού ...
Επομένως, το μίσθωμα που θα καταβαλλόταν στο καθού η ανακοπή από την εκμίσθωση του επίδικου ακινήτου, ανέρχεται για το χρονικό διάστημα από 1-1-1984 έως 31-12-1986 στο ποσό των 0,0293 ευρώ/τ.μ. ετησίως, από 1-1-1987 έως 31-12-1989 στο ποσό των 0,0352 ευρώ/τ.μ. ετησίως, από 1-1-1990 έως 31-12-1992 στο ποσό των 0,042 ευρώ/τ.μ. ετησίως, από 1-1-1993 έως 31-12-1995 στο ποσό των 0,050 ευρώ/τ.μ.
ετησίως, από 1-1-1996 έως 31-12-1997 ποσό των 0,060 ευρώ/τ.μ. ετησίως, αφού μέχρι το έτος 1997 το επίδικο ακίνητο ήταν αγροτεμάχιο και από 1-1-1998 που εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως και έγινε οικόπεδο έως 31-12-2002 στο ποσό των 0,01 ευρώ/τ.μ. μηνιαίως, ποσό το οποίο κρίνεται εύλογο, σε σχέση με την αξία, την έκταση, την θέση και τον τρόπο εκμετάλλευσης του ακινήτου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να καθοριστεί ως αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης: για το χρονικό διάστημα από 1-1-1984 έως 31-12-1986 στο ποσό των 0,0293 ευρώ/τ.μ. ετησίως, από 1-1-1987 έως 31-12-1989 στο ποσό των 0,0352 ευρώ/τ.μ. ετησίως, από 1-1-1990 έως 31-12-1992 στο ποσό των 0,042 ευρώ/τ.μ. ετησίως, από 1-1-1993 έως 31-12-1995 στο ποσό των 0,050 ευρώ/τ.μ.
ετησίως, από 1-1-1996 έως 31-12-1997 στο ποσό των 0,060 ευρώ/τ.μ. ετησίως, και από 1-1-1998 έως 31-12-2002 στο ποσό των 0,01 ευρώ/τ.μ. μηνιαίως, και ειδικότερα: α) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1984 έως 31-12-1986 στο συνολικό ποσό των 93.965 ευρώ, ήτοι 31,321 ευρώ το έτος (1069,01 Χ 0,0293 ευρώ), από 1-1-1987 έως 31-12-1989 στο συνολικό ποσό των 112,887 ευρώ, ήτοι 37,629 ευρώ το έτος (1069,01 Χ 0,0352), από 1-1-1990 έως 31-12-1992 στο συνολικό ποσό των 134,695 ευρώ, ήτοι 44,898 ευρώ ανά έτος (1069,01 X 0,042), από 1-1-1993 έως 31-12-1995 στο συνολικό ποσό των 160,35 ευρώ, ήτοι 53,45 ευρώ ανά έτος (1069,01 Χ 0,050), από 1-1-1996 έως 31-12-1997 στο συνολικό ποσό των 128,281 ευρώ, ήτοι 64,140 ευρώ ανά έτος (1069,01 X 0,060) και από 1-1-1998 έως 31-12-2002 στο συνολικό ποσό των 641,406 ευρώ, ήτοι 10,6901 ευρώ το μήνα X 60 μήνες και συνολικά για την αυθαίρετη χρήση του άνω ανταλλάξιμου κτήματος η συνολική αποζημίωση για τα ως άνω χρονικά διαστήματα καθορίζεται στο ποσό των 1.271,584 ευρώ." Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 15820/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 6-3-2007 ανακοπή του αρχικού αναιρεσιβλήτου κατά της 4851/2005 απόφασης της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης και είχε προσδιοριστεί η αποζημίωση στο ίδιο ως άνω ποσό.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η μισθωτική αξία του ανταλλάξιμου ακινήτου, που κατείχε αυθαίρετα και χρησιμοποιούσε ο αρχικός αναιρεσίβλητος κατά τα έτη 1984 έως 2002, και κατά συνέπεια η συνολική οφειλόμενη αποζημίωση για τα έτη αυτά, ανέρχεται στο ποσό των 1.271,58 ευρώ, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 7 § 3 εδ.
α' και β' του β.δ. από 24/31-10-1940, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το Εφετείο, δεχόμενο ανέλεγκτα ότι, εφόσον δεν υπήρχε προηγούμενη μίσθωση, η αποζημίωση για το ακίνητο πρέπει να καθορισθεί με βάση τη μισθωτική του αξία, η οποία, ενόψει του ότι α) με την 4440/2003 απόφαση της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων καθορίσθηκε σε 0,55 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο η αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση ακινήτου το έτος 2002 στην ίδια περιοχή, εκτός σχεδίου πόλεως αλλά πλησίον των εγκαταστάσεων Κ.Τ.Ε.Λ., β) το ακίνητο μέχρι το έτος 1997 ήταν αγροτεμάχιο, έκτοτε δε εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως, αλλά δεν απέκτησε ιδιαίτερη αξία, επειδή βρίσκεται σε υποβαθμισμένη οικιστικά και εμπορικά περιοχή της Θεσσαλονίκης, και γ) η περιοχή του ακινήτου δεν παρουσιάζει έντονη οικοδομική δραστηριότητα και τα εντός αυτής ακίνητα χρησιμοποιούνται για γεωργική εκμετάλλευση, ανέρχεται για τα έτη 1984 έως 2002 στο ποσό των 1.271,58 ευρώ, και συνακόλουθα καθορίζοντας την οφειλόμενη αποζημίωση στο ανωτέρω ποσό, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, λαμβάνοντας υπόψη την 4440/2003 απόφαση της Επιτροπής ως συγκριτικό στοιχείο, τη χρήση και θέση του ακινήτου και τον βαθμό ανάπτυξης της περιοχής, χωρίς να είναι απαραίτητη επιπλέον η μνεία της ύπαρξης ή μη στην περιοχή αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, αφού τα υπόλοιπα στοιχεία, που έλαβε υπόψη το Εφετείο, επαρκούν για την εύρεση της πραγματικής μισθωτικής αξίας του ακινήτου.
Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 § 1 ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 της 134423/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. 11 Β'/1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Το αναιρεσείον Δημόσιο νομίμως δεν κατέθεσε παράβολο, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30 του ν.δ. 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και 19 § 1 του κ.δ. από 26-6/10-7-1944 "περί κώδικος νόμων περί δικών του Δημοσίου", και συνεπώς η απόφαση δεν διαλαμβάνει διάταξη περί αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-2-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αρ. 419/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην καταβολή μειωμένων των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις17 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ