Legislator Case Law & Legislation
1191/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against tax seizure, remanding case for retrial due to procedural irregularities.

Case Number 1191/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal filed by the State against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding a pension seizure. The appellant argued the lower court erred in declaring the seizure invalid for a specific period due to insufficient reasoning and failure to verify if the debtor submitted a necessary request to lift the seizure. The court found these arguments valid, noting the lower court's decision was legally flawed and lacked sufficient justification for its findings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § 1-3 and 576 § 1-3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal and remand a case for retrial when the lower court's decision is based on insufficient reasoning regarding substantive law or fails to verify critical procedural facts necessary for the validity of the contested measure.

Keywords

AI generated
appeal admissibility tax seizure validity insufficient reasoning procedural verification remand for retrial pension enforcement Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § 1-3 and 576 § 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 18, paragraph 4 of Law 3522/2006
Article 31, final paragraph of Law 356/1974
Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 176, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 22 of Law 3693/1957, 183, 192 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1191 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1191/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης, κάτοικο Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Γ., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27111/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1040/2017 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-4-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § 1-3 και 576 § 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από άλλον επισπεύδοντα τη συζήτηση διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 271Δ/23-09-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Η.

Χ., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμ. 1040/2017 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την στη συνέχεια αυτής από 16-6-2020 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α2` Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, την από 16-06-2020 πράξη του Προέδρου του Α2` Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της 31-01-2022 προς συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης, μαζί με κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω αρχική δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.

Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την ορισθείσα με τον παραπάνω τρόπο νέα δικάσιμο της υπόθεσης κατά την οποία αυτή συζητήθηκε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσίβλητος ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και, επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρών ο αναιρεσίβλητος.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν.δ/τος 356/1974 "περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (ΚΕΔΕ): "1. Η είσπραξις των εκ πάσης αιτίας δημοσίων εσόδων ενεργείται κατά τας διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος. 2. Ως δημόσια έσοδα θεωρούνται και αι απαιτήσεις ων κατέστη δικαιούχον το Δημόσιον εκ καθολικής ή ειδικής διαδοχής", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του ίδιου Κώδικα "Τα αναγκαστικά μέτρα που εφαρμόζονται για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων είναι τα εξής: "1.

Κατασχέσις κινητών, είτε εις χείρας του οφειλέτου είτε κινητών και απαιτήσεων εν γένει αυτού εις χείρας τρίτου. 2...". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 30 του ανωτέρω κώδικα: "1. Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιημένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντας δε :

α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπωνύμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και ε) χρονολογίαν και υπογραφήν του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου. 2. Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα μεν υπ' αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα, καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το Δημόσιον Ταμείον....3.

Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα ουδέ δύναται να συμψηφίση προς ανταπαιτήσεις του μεταγενεστέρας της κατασχέσεως, της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχωρήσεως ...".

Επομένως, η αναγκαστική εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης, κατά το άρθρο 30 παρ. 3 του ΚΕΔΕ, λαμβάνει χώρα από το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης, που ταυτίζεται με την κοινοποίηση του κατασχετήριου στον τρίτο υπό την αίρεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου ή της δικαστικής αποδοχής της ανακοπής κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου (ΑΠ 762/2021, ΑΠ 972/2019, ΑΠ 1383/2012), και η αναγκαστική εκτέλεση διέπεται από το νομικό πλαίσιο που ισχύει κατά το χρόνο της ανωτέρω κοινοποίησης του κατασχετηρίου (πρβλ ΟλΣτΕ 1980/2005).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 31 του ΚΕΔΕ "εξαιρούνται της κατασχέσεως εις χείρας τρίτων: α) ..·, β) ..., γ) ..., δ) ..., ε) τα 3/4 των απαιτήσεων εκ μισθών, συντάξεων και πάσης φύσεως ασφαλιστικών βοηθημάτων, καταβαλλομένων περιοδικώς, επιτρεπομένης της κατασχέσεως επί του 1/4 αυτών διά τα προς το Δημόσιον χρέη των δικαιούχων των απαιτήσεων τούτων, στ)...

και ζ)... Δεν επιτρέπεται η κατάσχεση μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων που καταβάλλονται περιοδικώς, εφόσον το ποσό αυτών μηνιαίως είναι μικρότερο των εξακοσίων (600) ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσό αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση επί του ενός τετάρτου (1/4) αυτών, το εναπομένον όμως ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο των εξακοσίων (600) ευρώ".

Το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 3522/2006, με την οποία ορίζεται ότι "Κατασχέσεις, που έχουν επιβληθεί μέχρι την προηγούμενη ημέρα ισχύος των διατάξεων αυτών σε βάρος οφειλετών που υπάγονται στην ανωτέρω περίπτωση, αίρονται μετά από αίτηση του οφειλέτη", ενώ με το άρθρο 39 του ιδίου νόμου ορίστηκε ότι "Η ισχύς των διατάξεων αυτού του νόμου αρχίζει :

α) ..., η) των άρθρων 17,18 και 19 από την 1η Ιανουαρίου 2007". Στη συνέχεια, το προαναφερόμενο εδάφιο (που είχε προστεθεί με την παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 3522/2006) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3714/2008, ως εξής: "Δεν επιτρέπεται η κατάσχεση μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων που καταβάλλονται περιοδικά, εφόσον το ποσό αυτών μηνιαίως είναι μικρότερο των χιλίων (1.000) ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσό αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση επί του ενός τετάρτου (1/4) αυτών, το εναπομένον όμως ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο των χιλίων (1.000) ευρώ", ενώ σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 3714/2008, που ισχύει από τη δημοσίευση στην ΕτΚ (7-11-2008), η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 4 εφαρμόζεται "από την έναρξη της ισχύος του και στις εκκρεμείς εκτελέσεις ως προς το ατέλεστο μέρος της διαδικασίας αυτών και ως προς τις πράξεις εκτελέσεως που θα γίνουν μετά την έναρξη της ισχύος του.

Το κύρος και οι έννομες συνέπειες των πράξεων της διαδικασίας εκτελέσεως που έχουν γίνει πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου δεν θίγονται". Ακολούθως, στο τέλος του άρθρου 4 του ν. 3714/2008 προστέθηκε με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 3756/31-3-2009, που ισχύει από τη δημοσίευσή του στην ΕτΚ (31-3-2009) εδάφιο με το οποίο ορίζεται ότι "Κατασχέσεις, που έχουν επιβληθεί μέχρι την προηγούμενη ημέρα ισχύος των διατάξεων αυτών σε βάρος οφειλετών που υπάγονται στην ανωτέρω περίπτωση, αίρονται ή περιορίζονται μετά από αίτηση του οφειλέτη".

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 31 του ως άνω διατάγματος, σαφώς συνάγεται ότι επιτρέπεται η κατάσχεση επί του 1/4 της σύνταξης, υπό τους προβλεπόμενους ως προς το εναπομένον για το συνταξιούχο υπόλοιπο όρους, για κάθε απαίτηση του Δημοσίου που θεωρείται δημόσιο έσοδο, και μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις εκείνες, δικαιούχο των οποίων κατέστη το Δημόσιο με ειδική διαδοχή, όπως συμβαίνει με τις απαιτήσεις των Τραπεζών στην περίπτωση εγγυήσεως βιοτεχνικών δανείων εκ μέρους του Δημοσίου, και οι οποίες του εκχωρούνται εκ του νόμου.

Η επιβολή κατάσχεσης του 1/4 των συντάξεων και των πάσης φύσης ασφαλιστικών βοηθημάτων για τα προς το Δημόσιο χρέη των δικαιούχων των απαιτήσεων τούτων συνιστά νόμιμη ενέργεια προς είσπραξη δημοσίων εσόδων, για την οποία έχει την ευχέρεια, με τον περιορισμό ότι το εναπομένον ποσό στα χέρια του οφειλέτη δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 600 ευρώ και μεταγενέστερα των 1.000 ευρώ (ΑΠ 548/2014).

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, επίσης, ότι οι επιβληθείσες από το Δημόσιο και ολοκληρωθείσες έως την 31-12-2006 κατασχέσεις επί του 1/4 των μισθών και συντάξεων των οφειλετών αυτού είναι έγκυρες, ανεξαρτήτως του ύψους αυτών και του υπολοίπου ποσού αυτών που απομένει μετά την κατάσχεση, ενώ από 1-1-2007 οι κατασχέσεις αυτές, συνεπεία των οποίων το εναπομένον ποσό μισθού ή σύνταξης είναι κατώτερο των 600 ευρώ, δεν είναι αυτοδικαίως άκυρες, αλλά μπορούν να αρθούν (ή περιοριστούν), μόνο μετά από αίτηση του οφειλέτη, ώστε το εναπομένον ποσό να μην είναι κατώτερο των 600 ευρώ.

Ωστόσο, οι προαναφερθείσες διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 3522/2006 και της παρ. 2 του άρθρου 17 ν. 3756/2009, που προβλέπουν τη δυνατότητα υποβολής αίτησης από τον οφειλέτη για άρση ή περιορισμό της κατάσχεσης, που εμπίπτουν στο οριζόμενο ακατάσχετο ποσό (600 ευρώ και ακολούθως 1000 ευρώ), δεν έχουν αναδρομική ισχύ, αλλά ισχύουν από την υποβολή της σχετικής αίτησης από τον οφειλέτη, και ειδικότερα, όσον αφορά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 17 ν. 3756/2009, ως ημερομηνία έναρξης ισχύος αυτής ορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 47, η δημοσίευση του ανωτέρω νόμου στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (31 Μαρτίου 2009) και ως εκ τούτου η κατάσχεση των παρακρατηθέντων μέχρι την υποβολή της αίτησης ποσών είναι έγκυρη.

Εξάλλου, από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 3714/2008, σύμφωνα με την οποία δεν θίγονται το κύρος και οι έννομες συνέπειες των κατασχέσεων εις χείρας τρίτων, που είχαν επιβληθεί, μέχρι της ημερομηνίας ισχύος του ν. 3714/2008 (7-11-2008), επί ακατασχέτων σύμφωνα με το άρθρο 4 του νόμου αυτού απαιτήσεων, προκύπτει ότι η αναγκαστική εκχώρηση της κατασχεθείσας απαίτησης παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματά της και μετά την ως άνω ημερομηνία, δεδομένου ότι η κατάσχεση εις χείρας τρίτου, ως πράξη εκτέλεσης, ολοκληρώνεται, κατά τα ανωτέρω, από και με την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου προς τον τρίτο, και ταυτοχρόνως επιτυγχάνεται και η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης στο Δημόσιο (του Δημοσίου) αφού δεν συντρέχει περίπτωση πλειόνων πράξεων και διαδικασίας εκτέλεσης.

Επομένως, εάν προ της ισχύος του ν. 3714/2008 είχε συνταχθεί και κοινοποιηθεί προς τον τρίτο, κατασχετήριο εκ μέρους του Δημοσίου, κατ' άρθρο 30 του ΚΕΔΕ, έστω και κατά παράβαση του ορίου που ετέθη με το άρθρο 4 του Ν. 3714/2008, δεν υφίσταται ατέλεστο μέρος της διαδικασίας, αφού συνετελέσθη η αναγκαστική εκχώρηση προ της ισχύος του νόμου αυτού.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τη με αριθμ. 60/26.9.2006 απόφαση αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, κατασχέθηκε το 1/4 της μηνιαίας αναπηρικής σύνταξης του ανακόπτοντος (αναιρεσίβλητου) στα χέρια του συνταξιοδοτικού φορέα του, ΤΕΒΕ, ως τρίτου, προκειμένου να ικανοποιηθεί απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή (αναιρεσείοντος), συνολικού ποσού 767.964,04 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 2006 και εφ' όρου ζωής.

Η πιο πάνω κατάσχεση επιβλήθηκε προκειμένου να ικανοποιηθεί απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, που προερχόταν από την κατάπτωση εγγυήσεως σε βιοτεχνικό δάνειο ποσού 60.000.000 δραχμών, που χορηγήθηκε από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Εργασίας" στην ανώνυμη εταιρεία "Λυδία έτοιμα ενδύματα ΑΕ", η οποία εν συνεχεία κηρύχθηκε με την υπ' αριθμ. 12938/20-12-1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε πτώχευση, το δε Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο είχε εγγυηθεί το πιο πάνω βιοτεχνικό δάνειο μέχρι του ποσού των 36.000.000 δραχμών, υποκαταστάθηκε εκ του νόμου στα δικαιώματα της ως άνω Τράπεζας κατά των οφειλετών της, από την πιο πάνω σύμβαση δανείου.

Το έτος 2006, αφού είχαν ήδη ληφθεί όλα τα αναγκαστικά μέτρα κατά της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας, η Δ.Ο.Υ ΦΑΕ προχώρησε στη λήψη μέτρων κατά των φυσικών προσώπων τόσο αυτών που διετέλεσαν Διευθύνοντες Σύμβουλοι της εταιρίας, όσο και κατά των εγγυητών της πιο πάνω σύμβασης, μεταξύ των οποίων (εγγυητών) περιλαμβανόταν και ο ανακόπτων, ο οποίος είχε εγγυηθεί με την υπ' αριθμ ...

σύμβαση παροχής εγγύησης το σύνολο του δανείου. Το ποσό των 36.000.000 δραχμών, με τις νόμιμες προσαυξήσεις και τόκους βεβαιώθηκε ταμειακά με την υπ' αριθμ 1044/19-10-1992 πράξη του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, η οποία επιδόθηκε την 23-10-2006 στον ΟΑΕΕ-ΤΕΒΕ, ο οποίος υπέβαλε στον Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης την υπ' αριθμ. 739/31-10-2006 θετική δήλωση και με το υπ' αριθμ. 29464/31-10-2006 έγγραφό του γνωστοποίησε στη Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης ότι οι μηνιαίες κρατήσεις ύψους 104,99 ευρώ θα αρχίσουν από το μήνα Δεκέμβριο 2006, η μηνιαία δε σύνταξή του ανήρχετο στο ποσό των 597,59 ευρώ για το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 2006 μέχρι το Μάρτιο 2007 και στο ποσό των 650 ευρώ για το χρονικό διάστημα από Απρίλιο 2007 μέχρι Ιανουάριο 2009.

Το παρακρατούμενο δε ποσό που ανήλθε στο ποσό των 104,71 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 2006 μέχρι Οκτώβριο 2008 εν συνεχεία για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 2008 και επέκεινα ανήλθε στο ποσό των 114,71 ευρώ. Επομένως, μετά την κατάσχεση του ποσού του 1/4 της σύνταξης του ανακόπτοντος με το πιο πάνω κατασχετήριο εις χείρας του ΤΕΒΕ, ύψους 104,71 ευρώ για το χρονικό διάστημα Δεκέμβριος 2006 έως Οκτώβριο 2008, το ποσό των (597,59-104,71=) 492,88 που απέμεινε ως σύνταξη του ανακόπτοντος, καθώς και το ποσό των (650,09-114,71=) 535,38 ευρώ, για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο 2008 έως τον Ιανουάριο 2009, υπολείπεται του ορίου των 600 ευρώ.

Επομένως η αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται από το Ελληνικό Δημόσιο για το χρονικό διάστημα (Δεκέμβριος 2006 - Ιανουάριος 2009) σε βάρος του ανακόπτοντος, για την είσπραξη μηνιαίως α) του ποσού των 104,71 ευρώ για τους μήνες Δεκέμβριο 2006 - 0κτώβριο 2008 και β) του ποσού των 114,71 ευρώ για τους μήνες Νοέμβριο 2009 - Ιανουάριο 2009 είναι άκυρη.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. ... κατασχετήριο πρέπει να ακυρωθεί και ως εκ τούτου ο μοναδικός λόγος της ανακοπής είναι κατ' ουσία βάσιμος. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί, ότι ήδη η Δ.Ο.Υ ΦΑΕ ζήτησε από το ΤΕΒΕ με το υπ' αριθμ. πρωτ. 3210/28-1-2009 έγγραφό της, την προσαρμογή της επιβληθείσας κατάσχεσης εις χείρας του ως τρίτου, ούτως ώστε το εναπομένον στον ανακόπτοντα ποσό να μην υπολείπεται των 600 ευρώ μηνιαίως.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα, όμοια και δεχόμενο το σχετικό λόγο της ένδικης ανακοπής, δέχθηκε αυτήν και ακύρωσε το υπ' αριθ. 60/26-9-2006 κατασχετήριο εις χείρας του ΤΕΒΕ δεν έσφαλε και δεδομένου ότι η ένδικη ανακοπή ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 73 παρ 2 ΚΕΔΕ, το Δικαστήριο δεν είχε τη δυνατότητα να ακυρώσει μερικώς το υπ' αριθμ. ...

κατασχετήριο, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν και συνεπώς ο μοναδικός, ως άνω αντίθετος λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι η επισπευδόμενη από το αναιρεσείον σε βάρος του αναιρεσιβλήτου αναγκαστική εκτέλεση, για το χρονικό διάστημα Δεκεμβρίου 2006 - Ιανουαρίου 2009, είναι άκυρη, και αφού συμπλήρωσε την αιτιολογία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που κρίνοντας ομοίως είχε δεχθεί την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου και είχε ακυρώσει το υπ' αριθ. 60/26-9-2006 κατασχετήριο εις χείρας του ΤΕΒΕ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι είναι άκυρη η επισπευσθείσα αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του αναιρεσιβλήτου για το μήνα Δεκέμβριο 2006, επειδή το ποσό της σύνταξης αυτού ήταν κατώτερο των 600 ευρώ, παραβίασε ευθέως αφενός μεν τη διάταξη του άρθρου 31 του ν.δ/τος 356/1974, όπως το τελευταίο εδάφιο αυτής προστέθηκε παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 3522/2006 και ίσχυε από 1-1-2007, την οποία εφήρμοσε, μολονότι δεν ήταν εφαρμοστέα, αφετέρου δε τη διάταξη του άρθρου 31 παρ. 1ε'του ν.δ/τος 356/1974, όπως αυτή ίσχυε πριν την προσθήκη του τελευταίου εδαφίου με την παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 3522/2006, με το να μη την εφαρμόσει, αν και ήταν εφαρμοστέα, αφού, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον Ο.Α.Ε.Ε.- ΤΕΒΕ ως τρίτου έλαβε χώρα στις 23-10-2006 και το τελευταίο υπέβαλε στον Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης την υπ' αριθμ. 739/31-10-2006 θετική δήλωση, ήτοι πριν την, από 1-1-2007 ισχύουσα, προσθήκη του τελευταίου εδαφίου στο άρθρο 31 του ν.δ/τος 356/1974, και, ως εκ τούτου, η επιβληθείσα, δυνάμει του ανωτέρω κατασχετηρίου, κατάσχεση της σύνταξης του αναιρεσίβλητου τυγχάνει νόμιμη και έγκυρη ανεξαρτήτως του ύψους της.

Παράλληλα, το Εφετείο, καθό μέρος έκρινε άκυρο το κατασχετήριο έγγραφο για το διάστημα Ιανουαρίου 2007 - Ιανουαρίου 2009, επειδή το ποσό της σύνταξης υπελείπετο του ορίου των 600 ευρώ, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, καθόσον, καίτοι δέχθηκε, κατά τα ανωτέρω, ότι η ένδικη πράξη εκτέλεσης ολοκληρώθηκε πριν την 1-1-2007 και, συνεπώς, άρση - περιορισμός της κατάσχεσης από 1-1-2007 μπορούσε να λάβει χώρα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 3522/2006, μόνον με αίτηση του αναιρεσίβλητου, δεν διαλαμβάνει σχετική παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το κρίσιμο αυτό γεγονός, αν δηλαδή ο αναιρεσίβλητος οφειλέτης υπέβαλε ή όχι την αίτηση που προβλέπεται από το άρθρο 31 εδ.

τελευταίο του ΚΕΔΕ, και σε καταφατική περίπτωση, ποίος ήταν ο ακριβής χρόνος υποβολής της αίτησης, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, εφόσον η κατάσχεση έλαβε χώρα εντός του 2006, προϋπόθεση για την άρση ή περιορισμό αυτής (από 1-1-2007) κατά την παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 3522/2006 είναι η υποβολή σχετικής αίτησης από τον οφειλέτη.

Επομένως, οι πρώτος από τον αρ. 1 και δεύτερος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης, είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή των ανωτέρω γενομένων δεκτών ως βασίμων λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του τρίτου αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ` άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 183, 176, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατ' άρθρ. 22 του Ν. 3693/1957, 183, 192 παρ. 2 ΚΠολΔ, που ενεργεί υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 339/2020, ΑΠ 251/2017), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1040/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος στον αναιρεσίβλητο, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ