Supreme Court dismisses appeal on civil damages claim due to lack of substantive legal error by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision rejecting her civil lawsuit for moral damages. The appellant argued the lower court erred in applying legal principles regarding defamation and property title issues, but the court found no violation of substantive law. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the opposing parties' court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577, 579 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive legal rule was violated, and if no such violation is found, the appeal must be dismissed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1191 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1191/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Φ., κατοίκου …. Παραστάθηκε για τον εαυτό της με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., με την ιδιότητα του δικηγόρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. - Χ. Π. του Κ., συζύγου Ε. Τ., κατοίκου … και 2) Ά. Λ., κατοίκου ….. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Λαζαράκη, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η δεύτερη αναιορεσίβλητη παραστάθηκε για τον εαυτό της με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., με την ιδιότητα του δικηγόρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-3-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11182/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 995/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-6-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 25-6-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 995/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 14-7-2014 έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της επίσης εκδοθείσας, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 11182/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η με αριθ. εκθ. κατ. 24856/2011 αγωγή της τελευταίας, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς της, εξαιτίας δυσφήμισης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, Ολ ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 1/1999).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 20/2005).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 ΚΠολΔ, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 2095/2009).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, δεν αποκλείεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού, που έχει προσβληθεί, η ικανοποίηση δε, συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας, που προστατεύεται και με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά το άρθρο 920 ΑΚ, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις, που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αυτό δε ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αληθείας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων που άλλος έχει υποστηρίξει.
Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου. Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις".
Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο. Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναληθείας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων. Πρέπει δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών. Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει. γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν τα αγαθά αυτά σε κίνδυνο.
Και δ) Ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά. Επιπλέον ο παθών, εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία των άρθρων 914 και 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις (ΑΠ 2209/2013, ΑΠ 408/2007).
Για να γεννηθεί η αξίωση προστασίας από την προσβολή της προσωπικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή (ΑΠ 1612/2014, ΑΠ 2209/2013, ΑΠ 132/2013).
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά, εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμισης.
Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.
Αντίθετα, διάδοση γεγονότος, συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης, που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται, γνώση του δράστη ότι, το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.
Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και, συνεπώς, όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή, που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου, και, κατ' αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.
Έτσι, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 367 ΠΚ ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης, κατ' αρχήν, αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.
Κατ' εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 367 ΠΚ, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν, από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.
Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν, κατ' αντικειμενική κρίση, αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου (ΑΠ 2209/2013, ΑΠ 1897/2006).
Από την ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 367 του ΠΚ προκύπτει ότι ο νόμος εισάγει εξαιρέσεις, όσον αφορά την εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης, έστω και δυσμενούς. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται λόγος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης. Νόμιμο καθήκον είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων.
Ειδικότερα, ο νομίμως διορισμένος δικηγόρος έχει υποχρέωση να υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής (άρθρο 39 ν.δ. 3026/54 περί Κώδικα Δικηγόρων). Κατά την άσκηση του λειτουργήματός του οφείλει να εκτελεί την ανατιθέμενη εντολή ευσυνείδητα και επιμελώς (άρθρο 46 παρ. 1).
Ο δικηγόρος υποχρεούται να τηρεί την προσήκουσα ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεων κατά τις προφορικές και έγγραφες ενέργειες (άρθρο 48 ιδίου ν.δ). Επίσης, ο δικηγόρος υποχρεούται να μην υπογράφει δικόγραφα που δεν συνετάγησαν από αυτόν ή για τα οποία δεν διασκέφθηκε προηγουμένως με το συντάκτη τους (άρθρο 51 του ιδίου ν.δ.).
Εντεύθεν έπεται ότι, ο δικηγόρος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, υποχρεούται να ενεργεί εντός λογικών ορίων και οι πράξεις ή οι φράσεις του να επιβάλλονται στη συγκεκριμένη περίπτωση, ιδιαίτερα όσες φορές επιδιώκεται να καταδειχθεί η μη προσήκουσα συμπεριφορά του αντιδίκου δικηγόρου. Η χρήση φράσεων ή λέξεων, δηλωτικών μομφής ή χαρακτηρισμού μιας ενέργειας, είναι δυνατό να ελεγχθεί, αν υπερβαίνει το αναγκαίο και επιβαλλόμενο μέτρο υπεράσπισης του εντολέα.
Το δικαστήριο ή το συμβούλιο υποχρεούται να ελέγχει κατά προτεραιότητα τον χαρακτηρισμό των φράσεων ως συκοφαντικών, απλώς δυσφημιστικών ή ότι ενέχουν σκοπό εξύβρισης. Εάν αποφανθεί αρνητικά, αναφορικά με τη συκοφαντική δυσφήμιση, η οποία υπάγεται στην παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, αφού, η συκοφαντική δυσφήμιση, ως προσβάλλουσα την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, δεν εξοβελίζεται έναντι της κριτικής ή της άσκησης νομίμων καθηκόντων, θα προχωρήσει περαιτέρω και θα σταθμίσει τα προβαλλόμενα ως απλή δυσφήμιση ή εξύβριση, αιτιολογώντας την κρίση του (ΑΠ 2209/2013,ΑΠ 488/2010, ΑΠ 2172/2002, ΑΠ 543/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) τυγχάνει δικηγόρος Θεσσαλονίκης από το έτος 1991 έως σήμερα. Στο πλαίσιο της επαγγελματικής της δραστηριότητάς, χειρίσθηκε την υπόθεση αγοράς εκ μέρους του πελάτη της, Α.Ι., του κείμενου στο Χορτιάτη Θεσσαλονίκης, στη θέση ...
οικοπέδου, εμβαδού 1.034,40 τ.µ.. Ειδικότερα, ο ανωτέρω πελάτης της ενάγουσας, επιθυμώντας να αγοράσει οικόπεδο σε περιοχή του Δήμου Χορτιάτη Θεσσαλονίκης και πληροφορούμενος την ύπαρξη του ως άνω ακινήτου και την πρόθεση των ιδιοκτητών του να το πωλήσουν, ήλθε σε επαφή, µέσω μεσίτη, µε τη µη διάδικο στην παρούσα δίκη αρχιτέκτονα - μηχανικό Μ.
συζ. Γ. Μ., η οποία του δήλωσε ότι τυγχάνει µία εκ των συγκυρίων αυτού και ότι ενεργεί κατ' εντολή και για λογαριασμό των λοιπών ιδιοκτητών του, δηλαδή της πρώτης εναγομένης, Α.- Χ. Π. (πρώτης αναιρεσίβλητης) και των µη διαδίκων στην παρούσα δίκη Ν. Π. και Φ. Π.. Συνοδευόμενος από την προαναφερόμενη αρχιτέκτονα - μηχανικό, ο Α.Ι.
επισκέφθηκε το ακίνητο και επειδή αυτό ανταποκρινόταν στις προσδοκίες του, αποφάσισε να το αγοράσει. Κατά το στάδιο των διαπραγµατεύσεων, οι ανωτέρω φερόμενοι συγκύριοι του ακινήτου, γνωστοποίησαν στον ενδιαφερόμενο αγοραστή ότι το εμπράγματο δικαίωμά τους, σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, απέκτησαν, µε τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ειδικότερα, ο Φ.
Π. και η πρώτη εναγομένη εξαδέρφη του, Α.-Χ. Π., κατόπιν αδιαλείπτου νομής από το έτος 1980 και εντεύθεν, ενώ η αρχιτέκτονας μηχανικός Μ.Μ.-Π. και ο Ν. Π., από το έτος 1940 και εντεύθεν, όταν τους το μεταβίβασε άτυπα, κατά τα παραπάνω ποσοστά, η Α. Π. (γιαγιά της πρώτης εναγομένης και του Φ.), η οποία είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτού, κατόπιν παραχωρήσεως από το ελληνικό Δημόσιο στις 11-10-1940.
Προς απόδειξη του σχετικού περί χρησικτησίας ισχυρισμού τους παρέδωσαν στον υποψήφιο αγοραστή την υπ' αριθ. 697/11-12-2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην του εκεί εναγομένου και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης στον τόμο ...
και αριθμό ... . Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την απόφαση αυτή η Α. Π. απέκτησε την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο την 11-10-1940. Πριν την κατάρτιση του σχετικού αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και με βάση τον εν λόγω τίτλο του πωλούμενου ακινήτου, η ενάγουσα δικηγόρος. κατόπιν εντολής του πελάτη της και υποψήφιου αγοραστή, πραγματοποίησε σχετική έρευνα στο Υποθηκοφυλακείο Νεαπόλεως και στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης για τη νομική κατάσταση του ακινήτου, οπότε και διαπίστωσε αφενός ότι, η παραπάνω απόφαση μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Νεαπόλεως αφετέρου ότι υπήρχε μεταγεγραμμένο στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης στην μερίδα της Α.Π. (γιαγιά της πρώτης εναγομένης Α.-Χ.Π.), το υπ' αριθ.
…/…-6-1940 συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Κ., σύμφωνα με το οποίο η Α.Π. αγόρασε το ακίνητο, από το Β.Χ., την 26-6-1940 και δεν της παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο την 11-10-1940, όπως αναφερόταν στην προαναφερόμενη απόφαση του ειρηνοδικείου, στο δε σχετικό συμβόλαιο, το ακίνητο περιγραφόταν με τα ίδια ακριβώς στοιχεία, όπως στην αναγνωριστική της κυριότητας των παραπάνω προσώπων, απόφαση.
Η ύπαρξη του συμβολαίου αυτού και οι διαβεβαιώσεις του πληρεξούσιου δικηγόρου των πωλητών Χ.Π., υιού του πωλητή Ν.Π., αναφορικά με τη συγγένεια των πωλητών Α.-Χ.Π. και Φ.Π. με τη δικαιοπάροχό τους Α.Π., καθώς επίσης και την άτυπη αγορά εκ μέρους εκάστου των πωλητών Ν.Π. και Μ.Μ.-Π., ποσοστού 1/4 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, ενίσχυσε την πεποίθηση του Α.Ι.
και της ενάγουσας, τότε πληρεξούσιας δικηγόρου του, ότι οι παραπάνω πωλητές είχαν αποκτήσει τη νομή και κατοχή αυτού από τη δικαιοπαροχό τους-αρχική κυρία. Η ενάγουσα, αποβλέποντας στη μεγαλύτερη δυνατή κατοχύρωση του πελάτη της, αξίωσε την προσκόμιση εκ μέρους των δύο πρώτων από τους πωλητές, ληξιαρχικής πράξης θανάτου της δικαιοπαρόχου τους, καθώς επίσης και πιστοποιητικού πλησιεστέρων συγγενών και μη δημοσίευσης διαθήκης αυτής.
Τα έγγραφα αυτά παραδόθηκαν στην ενάγουσα και από αυτά αποδεικνύονταν ότι: Η Α.-Χ.Π. είναι τέκνο του υιού της Κ. Π. και ο Φ. Π. είναι τέκνο της θυγατέρας της Ε.Π., δηλαδή και οι δύο ήταν εγγονοί της. Επίσης, η ενάγουσα και τότε πληρεξούσια δικηγόρος του αγοραστή Α.Ι. αξίωσε, την εκ μέρους των τελευταίων, δήλωση αναγνώρισης του κύρους της υπ' αριθ. 697/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, το δε σχετικό αίτημά της έγινε δεκτό και εντέλει συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Μ.
Γ., η υπ' αριθ. …/…-11-2003 δήλωσή τους με το παραπάνω περιεχόμενο. Ακολούθως, ενόψει και του ότι η ενάγουσα δικηγόρος πείσθηκε απόλυτα για τη συγκυριότητα των πωλητών επί του προπεριγραφόμενου κείμενου στο Χορτιάτη ακινήτου, συντάχθηκε το υπ' αριθ. …/….-12-2003 συμβόλαιο της παραπάνω συμβολαιογράφου, δυνάμει του οποίου ο Α.Ι.
αγόρασε το προπεριγραφόμενο ακίνητο έναντι τιμήματος 90.000 ευρώ, το οποίο και κατέβαλε. Στο εν λόγω συμβόλαιο, ως πληρεξούσια δικηγόρος του συμβληθέντος αγοραστή παραστάθηκε η ενάγουσα, η οποία όπως προαναφέρθηκε, είχε πραγματοποιήσει και την έρευνα για τη νομική κατάσταση του ακινήτου. Ωστόσο, το καλοκαίρι του έτους 2005, ενώ ο ανωτέρω αγοραστής, έχοντας την εδραία πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου, προέβη στην περίφραξή του, πληροφορήθηκε από τον μη διάδικο στην παρούσα δίκη Ν.Σ.
ότι το τελευταίο, αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, συγκύριοι του οποίου, δυνάμει αγοράς από το Δήμο Χορτιάτη, είναι ο ίδιος και έτερα πρόσωπα. Εντέλει, η ενάγουσα, πληρεξούσια δικηγόρος του αγοραστή Α.Ι., πραγµατοποιώντας νεότερη έρευνα στο ήδη κατά τον παραπάνω χρόνο υφιστάμενο αρμόδιο Κτηµατολογικό Γραφείο Νεαπόλεως, στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης και στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Χορτιάτη διαπίστωσε ότι:
Το πωληθέν ακίνητο αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 12.040 τ.µ., την οποία είχε αγοράσει ο δικαιοπάροχος της Α.Π., Β.Χ. από την τότε Κοινότητα Χορτιάτη, δυνάμει του υπ' αριθ. …/1938 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ.Κ. .Ο ίδιος (Β.Χ.) είχε προβεί σε κατάτμηση της έκτασης αυτής σε μικρότερα τμήματα, ένα εκ των οποίων αποτέλεσε και το πωληθέν στην Α.Π., µε την υποχρέωση της τελευταίας "να συμμορφωθεί σε όλους τους όρους του προαναφερόμενου υπ' αριθ.
…/1938 συμβολαίου, υποκαθιστάμενη στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του πωλητή, ως προς το πωλούμενο οικόπεδο". Ειδικότερα, στα πλαίσια δημιουργίας θερέτρου στο όρος Χορτιάτη, το οποίο θα εξυπηρετούσε την πόλη της Θεσσαλονίκης και τα πλησίον αυτής, άλλα αστικά κέντρα, εγκρίθηκε µε το από 12-11-1937 Β.Δ/γµα, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, η εκποίηση µε πλειοδοτική δημοπρασία, µείζονος του επιδίκου, οικοπέδου, έκτασης, ιδιοκτησίας της Κοινότητας Χορτιάτη.
Ένας εκ των πλειοδοτών αναδείχθηκε και ο Β. Χ., ο οποίος δυνάμει του υπ' αρ. …/…-3-1938 συμβολαίου του συµ/φου Θεσσαλονίκης Χ. Κ., αγόρασε από την Κοινότητα Χορτιάτη, έκταση 12.040 τ.µ., στην οποία περιλαμβάνεται και το ακίνητο που αγόρασε ο πελάτης της ενάγουσας. Όπως όμως ρητά αναφέρεται στο εν λόγω συμβόλαιο, ο αγοραστής ανέλαβε την υποχρέωση ανοικοδόµησης εξοχικών κατοικιών στην έκταση που αγόρασε, δεσμεύτηκε δε να προβεί στην έναρξη των σχετικών εργασιών εντός χρονικού διαστήματος 3 έως 5 ετών, σε περίπτωση δε παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας αυτής, τέθηκε ως ποινική ρήτρα, το ακίνητο να επιστρέψει στην πλήρη κυριότητα της Κοινότητας Χορτιάτη, χωρίς αποζημίωση των αγοραστών.
Μάλιστα, συμφωνήθηκε πως αν ο αγοραστής Β.Χ. μεταβίβαζε περαιτέρω το ακίνητο, την αυτή συμβατική υποχρέωση θα έπρεπε να επιβάλλει και στον δικαιοπάροχό του. Έτσι, δυνάμει των όσων ορίστηκαν στο προαναφερόμενο συμβόλαιο, στην …/…-6-1940 συμβολαιογραφική πράξη µε την οποία η Α.Π., γιαγιά της πρώτης εναγομένης, αγόρασε το τμήμα του εν λόγω ακινήτου, από τον Β.Χ., συμφωνήθηκε ρητά ότι: "...η αγοράστρια υποχρεούται να συμμορφωθεί προς πάντας εν γένει τους όρους του ρηθέντος ….
συμβολαίου µου, του περιεχομένου του οποίου δηλοί αυτή ότι έλαβε και έχει πλήρη γνώσιν, υποκαθισταµένη εις τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του πωλητού ως προς το πωλούμενον οικόπεδον καθόσον προ της σχετικής δημοπρασίας εκποιήσεως των γηπέδων της του Χορτιάτη Κοινότητος είχον συµφωνήση όπως ο πωλητής αγοράσει δια λογαριασμόν της αγοραστρίας εν οικόπεδον όπερ είναι το πωλούμενον ως άνω".
Επειδή όμως, η ανέγερση των εξοχικών κατοικιών δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, τουλάχιστον όσον αφορά το συγκεκριμένο ακίνητο, µε την υπ' αρ. πρωτ. Τα …/….-12-1958 απόφαση της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νοµαρχίας Θεσσαλονίκης, όπως αυτή συµπληρώθηκε µε την υπ' αριθ. πρωτ. Τα …./1959 απόφαση της ίδιας υπηρεσίας, ο Β.
Χ. κηρύχθηκε έκπτωτος επί παντός δικαιώµατος νομής και κατοχής της οικοπεδικής έκτασης που του είχε πωληθεί, χωρίς να του καταβληθεί οποιαδήποτε αποζημίωση, οπότε και έπαυσε να ισχύει η κατά τον ανωτέρω τρόπο κατάτμηση του ενιαίου ακινήτου. Η εν λόγω απόφαση μεταγράφηκε στις μερίδες της κοινότητας Χορτιάτη στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης και σε αυτή του έκπτωτου αρχικού αγοραστή (στον τόµο ...
και µε αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών). Μετά τις ανωτέρω διαπιστώσεις, κατέστη σαφές στην ενάγουσα δικηγόρο και στον εντολέα της ότι οι συµβληθέντες ως πωλητές στο υπ' αριθ. …/…-12-2003 συμβόλαιο δεν είχαν ασκήσει ποτέ πράξεις νομής και κατοχής στο πωληθέν, το οποίο μάλιστα δεν ήταν αυτοτελές, αλλά ούτε άρτιο και οικοδοµήσιµο, καθόσον αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, που ανήκε στην κυριότητα τρίτων προσώπων.
Μάλιστα, όπως επιπλέον αποδείχθηκε, οι εκ των πωλητών Ν.Π. και Μ. Μ.-Π., ουδέποτε είχαν αγοράσει ατύπως από την Α.Π. ποσοστά του παραπάνω ακινήτου, αλλά η αναφορά και αυτών στη εκδοθείσα απόφαση περί χρησικτησίας, στόχευε στην εξασφάλιση της αμοιβής, που συμφωνήθηκε να καταβληθεί εκ μέρους της πρώτης εναγομένης και του εξαδέλφου της Φ.Π., στην ως άνω αρχιτέκτονα-μηχανικό και στον υιό του έτερου οµοδίκου της στη δίκη της χρησικτησίας, δηλαδή στο Χ.Π., για τις υπηρεσίες που αυτοί προσέφεραν, προκειμένου να "τακτοποιηθεί" το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου.
Στην συνέχεια, η ενάγουσα δικηγόρος, κατ' εντολή του πελάτη της Α. Ι., συνέταξε αγωγή κατά των πωλητών, την οποία απηύθυνε στο Πολυµελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, µε αριθμό κατάθεσης 51592/2005 µε την οποία, επικαλούμενος ενδοσυµβατική και εξωσυµβατική (αδικοπρακτική) ευθύνη των πωλητών του περιγραφόμενου οικοπέδου, αξίωσε από αυτούς το συνολικό ποσό των 281.220,19 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 12996/2007 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας κρίθηκε ότι οι πωλητές του ακινήτου ευθύνονται συμβατικά (και όχι λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους) και δη συµµέτρως, για καταβολή αποζημίωσης στον ανωτέρω αγοραστή, συνολικού ύψους 163.183,45 ευρώ.
Κατόπιν άσκησης αντίθετων εφέσεων από τους τότε διαδίκους, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2393/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, µε την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις των τότε εναγομένων και έγινε εν µέρει δεκτή η έφεση του τότε ενάγοντος και κρίθηκε ότι οι ανωτέρω πωλητές ευθύνονται και εξωσυμβατικά (λόγω αδικοπραξίας) έναντι του αντιδίκου τους.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι τότε εναγόμενοι - πωλητές, ενεργώντας από κοινού και µε συναπόφαση, παρέστησαν ψευδώς στον αντισυµβαλλόµενό τους αγοραστή, µέσω της τέταρτης από αυτούς Μ. Μ.-Π. και του τότε πληρεξούσιου δικηγόρου τους Χ.Π., τόσο κατά τη σύνταξη του πωλητηρίου συμβολαίου, όσο και προηγουμένως , κατά το στάδιο των διαπραγµατεύσεων, ότι τυγχάνουν συγκύριοι του ως άνω πωληθέντος ακινήτου.
Ότι ειδικότερα, οι τότε εναγόμενοι, πέτυχαν να εφοδιαστούν µε "νόμιμο τίτλο" κυριότητας επί του ακινήτου, ασκώντας κατ' εντολή τους ο Χ.Π., ως πληρεξούσιος δικηγόρος και υιός του τρίτου αυτών, αγωγή αναγνωριστική κυριότητας µε έκτακτη χρησικτησία, εναντίον αγνώστου τρίτου, επικαλούμενοι ψευδή περιστατικά αναφορικά µε το επικαλούμενο δικαίωμα κυριότητας επί του ακινήτου.
Ο άγνωστος τρίτος εναγόμενος δεν εμφανίστηκε κατά την συζήτηση της αγωγής και έτσι δικάστηκε ερήµην, και εκδόθηκε η απόφαση µε την οποία αναγνωρίστηκαν συγκύριοι µε τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ότι στην συνέχεια κάνοντας χρήση της απόφασης αυτής και του ανακριβούς ως προς τις συμφωνημένες ιδιότητες του ακινήτου τοπογραφικού διαγράμματος, πέτυχαν να παραπλανήσουν τον τότε αντίδικό τους αγοραστή και να του πωλήσουν οικόπεδο, του οποίου δεν ήταν ούτε νομείς, ούτε κύριοι.
Ότι οι τότε εναγόμενοι γνώριζαν πολύ καλά ότι δεν ήταν κύριοι και νομείς του ανωτέρω ακινήτου και ότι ο τίτλος που εμφάνισαν στον Α.Ι., προκειμένου να τον πείσουν να το αγοράσει, δεν μπορούσε να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας εκ μέρους του τελευταίου και ότι όλη η προπεριγραφείσα συμπεριφορά τους συνιστούσε απάτη, εξαιτίας της οποίας υφίστατο ευθύνη τους προς αποζημίωση του αντιδίκου τους.
Το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ωστόσο, αν και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση καθ' ο μέρος έκρινε ότι δεν υφίστατο αδικοπρακτική ευθύνη των πωλητών, επιδίκασε στον Α.Ι. μικρότερου ύψους αποζημίωση και συγκεκριμένα το ποσό των 74.160 ευρώ, επειδή έκρινε ότι η αγωγή ετύγχανε µη νόμιμη, καθ' ο μέρος επιδιωκόταν µε αυτή η επιδίκαση ποσού 108.609,59 ευρώ, ως δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο αγοραστής Α.Ι.
για την απόκτηση του ακινήτου (τίμημα κ.λ.π.). Ακολούθησε η άσκηση αιτήσεων αναιρέσεως κατά της απόφασης αυτής, εκ μέρους των Α.-Χ.Π. και Φ.Π. και η έκδοση των υπ' αριθ. 348 και 349/2010 αποφάσεων του Αρείου Πάγου επ' αυτών, δυνάμει των οποίων οι σχετικές αιτήσεις αναίρεσης απορρίφθηκαν. Αίτηση αναίρεσης ωστόσο, άσκησε και ο νικήσας διάδικος Α.Ι., κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το μέρος που απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το ανωτέρω αξιωθέν κονδύλιο.
Επί της εν λόγω αίτησης αναίρεσης εκδόθηκε εντέλει η υπ' αριθ. 355/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, δυνάμει της οποίας κρίθηκε ότι έσφαλε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο καθ' ο μέρος απέρριψε ως μη νόμιμο το αξιούμενο εκ μέρους του τότε ενάγοντος Α.Ι. κονδύλιο, που αφορούσε τη δαπάνη στην οποία αυτός υποβλήθηκε για την απόκτηση του ακινήτου (συμπεριλαμβανομένου και του ποσού των 96.000 ευρώ, που κατέβαλε ως συμφωνηθέν τίμημα) και αφού αναίρεσε την υπ' αριθ. 2393/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το ως άνω τμήμα της, παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εντέλει, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 704/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο, έχοντας ως δεδομένο το ήδη αμετακλήτως κριθέν ζήτημα της αδικοπρακτικής ευθύνης των πωλητών του ακινήτου έναντι του αγοραστή Α.Ι., συνεπεία διάπραξης σε βάρος του απάτης, απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των τότε εναγομένων, έκανε δεκτή την έφεση του τότε ενάγοντος, εξαφάνισε την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 12996/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και κάνοντας δεκτή την υπ' αριθ. 51592/2005 αγωγή, υποχρέωσε τους πρώτους (τότε εναγομένους) να καταβάλουν συμμέτρως στον τελευταίο (τότε ενάγοντα) το συνολικό ποσό των 178.183,45 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Αποδείχθηκε επίσης ότι, πριν λάβουν χώρα οι ανωτέρω δίκες, ο Α.Ι., διά της ενάγουσας -πληρεξουσίας του δικηγόρου (αναιρεσείουσας), άσκησε την υπ' αρ. κατάθεσης 12295/2006 αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων των αντιδίκων του, μέχρι του ποσού των 320.000 ευρώ, επικαλούμενος επικείμενο κίνδυνο και προς εξασφάλιση της απαίτησής του εναντίον τους.
Κατά την ημέρα της δικασίμου της αίτησής του αυτής, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, την 3-5-06, η πρώτη εναγομένη, τότε καθής η αίτηση, εκπροσωπούμενη από την πληρεξούσια δικηγόρο της και ήδη δεύτερη εναγομένη, προς αντίκρουση της αίτησης σε βάρος της, προέβαλε "ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του αγοραστή", την οποία ανέπτυξε στο από 4-5-2006 σημείωμα, που συνέταξε και κατέθεσε κατ' εντολή της η παραπάνω πληρεξούσια δικηγόρος της, εκθέτοντας τα ακόλουθα: " ...
Όσον αφορά την επαχθείσα στον αντίδικο ζημία, προβάλλω την ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος αυτού κατά ποσοστό 90%... Και αυτό γιατί όπως στο ίδιο το δικόγραφό του αναφέρει, κατά την έρευνα που προηγήθηκε της αγοράς του οικοπέδου από την πληρεξούσια δικηγόρο του, η τελευταία εντόπισε µεταγεγραµµένο στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης, το µε αριθμό …/1940 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ.
Κ., την ύπαρξη του οποίου εγώ προσωπικά αγνοούσα. Πλην όμως, όπως προκύπτει από µία απλή ανάγνωση αυτού του εγγράφου, το οποίο περιήλθε ανά χείρας µου πρόσφατα, η τότε αγοράστρια Α.Π. είχε αναλάβει την υποχρέωση να συμμορφωθεί προς πάντας του όρους του µε αριθμό …/1938 συμβολαίου του αυτού συμβολαιογράφου, του περιεχομένου μάλιστα του οποίου δήλωσε ότι έλαβε γνώση και ως εκ τούτου υποκαθίστατο στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του πωλητή της.
Αν λοιπόν ανέτρεχε ο αγοραστής στους όρους του τελευταίου αυτού συμβολαίου, θα μπορούσε πλέον εύκολα να διαπιστώσει ότι η πώληση του ακινήτου στην γιαγιά µου τελούσε τρόπον τινά υπό αίρεση και από το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό µε το πραγματικό γεγονός ότι το σύνολο των οικοπέδων της περιοχής δεν είχε τελικά αξιοποιηθεί, να αχθεί στο συμπέρασμα της ανατροπής της συγκεκριμένης σύμβασης και των αποτελεσμάτων της.
Παράλληλα μπορούσε να διαπιστώσει αυτό ολοκληρώνοντας την έρευνα στο Υποθηκοφυλακείο, στην μερίδα του δικαιοπαρόχου της γιαγιάς µου, Β.Χ., όπου ξεκάθαρα εμφανιζόταν όλα. Όλα τα ανωτέρα προσωπικά πληροφορήθηκα μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής εναντίον µου, αφού διενήργησα διά της υπογράφουσας το παρόν πληρεξουσίας δικηγόρου µου σχετικό έλεγχο στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης.
Σαφώς θεωρώ ότι ο αντίδικος, αφού πριν από εμένα τελούσε σε γνώση του συγκεκριμένου συμβολαίου, θα μπορούσε να προστατέψει εαυτόν, διενεργώντας ολοκληρωμένη έρευνα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, έχοντας πρόσβαση σε πληροφορίες που εγώ αγνοούσα και αφορούσαν το επίδικο ακίνητο. Γιατί λοιπόν δεν ενήργησε έτσι;
Γιατί δεν φρόντισε να πληροφορηθεί από την αρχή όλα όσα έµαθε εκ των υστέρων από την έρευνα που πραγματοποίησε στο υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης; Πως δηλαδή την πρώτη φορά που διενήργησε έλεγχο το Δεκέµβριο του έτους 2003, δεν μπόρεσε να διαπιστώσει όλα, όσα διαπίστωσε στον έλεγχο που έκανε τον Σεπτέµβριο του έτους 2005;
Αφού οι εγγραφές και οι καταχωρήσεις ήταν εκεί. Δεν είναι λοιπό προφανές ότι βαρύνει αυτόν συντρέχον πταίσμα και μάλιστα ποσοστού 90%, όταν αυτός (ακριβώς λόγω του ελέγχου που διενήργησε) ήταν σε θέση να γνωρίζει πρώτος από όλους, όλα όσα αφορούσαν το επίδικο οικόπεδο; Γιατί δεν φρόντισε να προστατέψει εαυτόν και εμένα που δυστυχώς τα αγνοούσα; ... ".
Ο ίδιος ισχυρισμός διατυπώθηκε από την πρώτη εναγομένη , δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της - δεύτερης εναγομένης - και κατά τη συζήτηση της προαναφερόμενης υπ' αριθµ. καταθέσεως 51592/2005 αγωγής, µε τις από 14-11-2006 προτάσεις, που συνέταξε η τελευταία για λογαριασμό της εντολέως της. Επίσης, κατά την συζήτηση της αγωγής αυτής ενώπιον του Πολυμελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στις 13-12-2006, η δεύτερη εναγομένη , κατά την εξέταση του μάρτυρα που κατέθεσε στην ως άνω δίκη µε επιμέλεια του τότε ενάγοντος Α.Ι., υπέβαλε σε αυτόν την ακόλουθη ερώτηση: - (ερώτηση δικηγόρου- δεύτερης εναγομένης) "Ξέρετε αν το ακίνητο προηγούμενα ανήκε στην γιαγιά της πρώτης εναγόμενης;" (απάντηση μάρτυρος) "Ναι από ότι είχαν ψάξει είχαν βρει εκ των υστέρων μαθαίνω, ότι ανήκει στην γιαγιά" (ερώτηση δικηγόρου) "Δηλαδή στο χρονικό σημείο που γίνεται το συμβόλαιο ο κύριος Ι.
δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του δεν έχει κάνει έρευνα στο Υποθηκοφυλακείο για να διαπιστώσει αυτά;" (απάντηση μάρτυρος) " Σαφώς και έχει κάνει έλεγχο δεν μπορεί να µην έχει κάνει." (ερώτηση δικηγόρου) "Τότε εξηγήστε µας λιγάκι, πως είναι δυνατόν αυτά τα πράγματα; Γιατί όλα αυτά προκύπτουν από την έρευνα στο Υποθηκοφυλακείο.
Πώς όλα αυτά λέει ότι τα μαθαίνει εκ των υστέρων και δεν γνωρίζει ευθύς εξ αρχής από την πρώτη έρευνα που γίνεται πριν υπογραφεί το συμβόλαιο;" Τον ίδιο ισχυρισμό περί συντρέχοντος πταίσματος του αγοραστή για την επέλευση της σε βάρος του ζημίας, η πρώτη εναγομένη διά της πληρεξουσίας της δικηγόρου-δεύτερης εναγομένης, πρόβαλλε και στο δικόγραφο της έφεσης που άσκησε, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και κατά την συζήτηση του ενδίκου μέσου στις 18-4-08, όπου ανέπτυξε την ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος µε ανάλογο τρόπο, στις από 17-4-08 έγγραφες προτάσεις της.
Στις προτάσεις της αυτές, αναφερόμενη στην ευχέρεια που είχε ο αντίδικός της-πελάτης της ενάγουσας, να πληροφορηθεί το αληθές ιστορικό του ακινήτου που επρόκειτο να αγοράσει, παραλλήλισε την θέση αυτού µε τον γνωστό μύθο της Αριάδνης, επισημαίνοντας ότι αν και κρατούσε στα χέρια του τον "μίτο αυτής δεν τον ξετύλιξε".
Ο ίδιος ισχυρισμός συντρέχοντος πταίσματος, προβλήθηκε και στο δικόγραφο της από 22-12-2008 αίτησης αναίρεσης που συνέταξε η δεύτερη εναγομένη κατ' εντολή της πρώτης, προσβάλλοντας την εκδοθείσα υπ' αριθµ. 2393/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και στις από 2-11-09 έγγραφες προτάσεις της, προς αντίκρουση της αίτησης αναίρεσης που άσκησε ο αγοραστής- πελάτης της ενάγουσας, ο ισχυρισμός δε αυτός, αποτέλεσε και βασικό επιχείρημα της πρώτης εναγομένης στο από 14-5-08 έγγραφο σημείωμα που κατέθεσε ενώπιον του β' Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια της ποινικής προδικασίας, που έλαβε χώρα, µε αφορμή την έγκληση που υποβλήθηκε σε βάρος της ίδιας και των λοιπών πωλητών και στο απολογητικό υπόμνημα που υπέβαλε ενώπιον της Ανακρίτριας Θεσσαλονίκης.
Επίσης, η δεύτερη εναγομένη εκπροσώπησε στην αναιρετική δίκη και τον Φ.Π. και υπέγραψε τις από 2-11-09 προτάσεις, τις οποίες συνέταξε κατ' εντολή και για λογαριασμό του τελευταίου, ο δικηγόρος Θ.Κ., για την υποστήριξη της αίτησης αναίρεσης αυτού. Στις προτάσεις αναφέρονταν μεταξύ των άλλων και τα εξής: " .. Αντίθετα, από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και δη από τις καταθέσεις των μαρτύρων , προκύπτει πως η θέση µου πάντοτε - στην έμμεση εμπλοκή µου στην υπόθεση (αφού αποδείχθηκε ότι εγώ δεν κινούσα κανένα νήµα της), ήταν ότι όλα έπρεπε να γίνουν νόμιμα , µε τον τρόπο και τις νόμιμες διαδικασίες και πάντοτε µε καθησύχαζε το γεγονός της εμπλοκής δικηγόρων σε κάθε διαδικαστική φάση - τόσο από τη μεριά των πωλητών, όσο και από τη μεριά του αγοραστή.
Σε αυτό το σημείο κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω ότι η ύπαρξη δικηγόρων και η διαβεβαίωσή τους ότι ο συγκεκριμένος είναι ο ενδεδειγµένος τρόπος ενέργειας σε περιπτώσεις όπως η δική µου, παρείχε σε εμένα απόλυτη σιγουριά, πράγμα που είναι απολύτως φυσικό και αναμενόμενο στο µέσο πολίτη και ειδικά σε εμένα ως επιστήμονα µη έχοντα καμία σχέση µε το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο (αφού ασχολούμαι µε τη φιλοσοφία)...".
Η ενάγουσα διατείνεται ότι τα όσα κατά τα ανωτέρω υποστηρίχθηκαν στο πλαίσιο των πολιτικών δικών, που διεξήχθη καν µε αφορμή την πώληση του προπεριγραφόμενου οικοπέδου, είχαν περιεχόμενο συκοφαντικό, δυσφημιστικό και εξυβριστικό για την ίδια, επειδή την παρουσίασαν και μάλιστα ενώπιον των δικαστών, που συγκρότησαν τα πολιτικά δικαστήρια, που επιλήφθηκαν των σχετικών δικογράφων, των εισαγγελέων, του πταισματοδίκη, της ανακρίτριας, αλλά και των γραμματέων, καθώς επίσης και των συναδέλφων της δικηγόρων και απλών πολιτών που ήταν παρόντες κατά τη συζήτηση της αγωγής του Α.Ι.
ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπου υπήρξε προφορική διαδικασία, µε παρόντα τον πελάτη της, ως µία δικηγόρο είτε μειωμένης αντίληψης, κατάρτισης και νομικής παιδείας, που δεν αντιλήφθηκε, όταν διαπίστωσε στη μερίδα της Α.Π., το υπ' αριθ. …/1940 συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ.Κ., τα όσα αποκάλυπτε η ύπαρξή του, είτε σε κάθε περίπτωση ως µία δικηγόρο φυγόπονη, που αν και κατάλαβε τη σημασία του ως άνω δημοσίου εγγράφου, δεν προέβη σε ολοκληρωμένη έρευνα για την προάσπιση των συμφερόντων του πελάτη της.
Πλην όμως, ο ως άνω αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας από την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος, ανεξάρτητα από την απάτη, που αμετάκλητα κρίθηκε, ότι διέπραξαν σε βάρος του πελάτη της Α.Ι., εξαιτίας της οποίας παρασύρθηκε να προβεί στην αγορά ακινήτου από µη κυρίους και εξαιτίας της άδικης αυτής πράξης σε βάρος του, να ζημιωθεί, όπως κρίθηκε.
Τούτο διότι, τα όσα διατυπώθηκαν στα δικόγραφα της πρώτης εναγομένης, που συνέταξε κατ' εντολή της η δεύτερη εναγόμενη, ως πληρεξούσια δικηγόρος της, δεν είναι συκοφαντικά για την ίδια. Συγκεκριμένα, Σύμφωνα µε όσα προαναφέρθηκαν, πριν την κατάρτιση του συμβολαίου αγοραπωλησίας, οι πωλητές παρέδωσαν στον πελάτη της ενάγουσας και στην ίδια, την απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης µε την οποία αναγνωρίστηκε η κυριότητά τους στο πωλούμενο ακίνητο µε έκτακτη χρησικτησία, προκειμένου να την χρησιμοποιήσουν ως τίτλο κτήσης.
Στην απόφαση αυτή, όπως άλλωστε και η ίδια η ενάγουσα υποστηρίζει µε την αγωγή της (4η σελ. στίχοι 22-24), αναφερόταν ότι η Α. Π. απέκτησε το ακίνητο την 11-10-1940 µε παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο. Η ενάγουσα, µη αρκούμενη στον έλεγχο μεταγραφής της συγκεκριμένης απόφασης στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου, ανέτρεξε και στην μερίδα της Α.Π., στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης.
Από την έρευνα που διενήργησε διαπίστωσε ότι υπήρχε μεταγεγραμμένο το υπ' αρ. …/…-6-1940 συμβόλαιο στην μερίδα της Α. Π., με το οποίο αγόρασε το εν λόγω ακίνητο από τον Β.Χ., την 22-6-1940. Επομένως, ήταν εμφανές ότι το ακίνητο δεν παραχωρήθηκε στην Α.Π. από το Ελληνικό Δημόσιο την 11-10-1940 όπως αναφερόταν στην απόφαση περί κτήσης κυριότητας με χρησικτησία, όπως επίσης, από την ανάγνωση του εν λόγω συμβολαίου μπορούσε να διαπιστωθεί ότι σ' αυτό γινόταν ευθεία και ρητή παραπομπή στους όρους και τις συμφωνίες του τίτλου κτήσης του δικαιοπαρόχου της Α.Π., Β.Χ..
Ως εκ τούτου, αν η ενάγουσα διενεργούσε περαιτέρω έρευνα, και στο υπ' αρ. …./1938 συμβόλαιο που ρητά αναφερόταν στον ως άνω τίτλο κτήσης και το οποίο ήταν μεταγεγραμμένο στην μερίδα του Β.Χ., ευχερώς θα διαπίστωνε την υποχρέωση της Α.Π. να συμμορφωθεί στους αναγραφόμενους σ' αυτό όρους και στην συνέχεια, θα διαπίστωνε την έλλειψη κυριότητας των πωλητών επί του ακινήτου, καθόσον τελικά, οι όροι οικοδόμησης των πωλούμενων οικοπέδων δεν τηρήθηκαν και η Κοινότητα Χορτιάτη, κάνοντας χρήση της σχετικής ποινικής ρήτρας, με την από 3-12-1958 απόφασή της, που μεταγράφηκε νόμιμα την 22-3-1960 στον τόμο ...
και αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, κήρυξε έκπτωτους από κάθε δικαίωμα κυριότητας νομής και κατοχής, όλους τους αγοραστές οικοπέδων από τον "...οικισμό", όπου βρίσκεται και το επίδικο.
Συνεπώς, τα όσα αναφέρθηκαν από τις εναγόμενες στην προβληθείσα ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του αντιδίκου τους, περί μη διενέργειας περαιτέρω ελέγχου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου, από την οποία θα διαπιστωνόταν η έλλειψη κυριότητας επί του πωλουμένου, ήταν αληθή. Εξάλλου, ούτε στην διατυπωθείσα ένσταση, ούτε και στην ερώτηση που απηύθυνε δημοσίως η δεύτερη εναγόμενη, µε την ιδιότητα της πληρεξούσιας δικηγόρου της πρώτης εναγομένης, στον εξεταζόμενο μάρτυρα του πελάτη της ενάγουσας, στην δίκη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, γίνεται αναφορά στο ονοματεπώνυμο της τελευταίας.
Σηµειώνεται επίσης, ότι η αλήθεια του ως άνω προβαλλόμενου ισχυρισμού, εκ μέρους των εναγομένων , προς αντίκρουση της αγωγής του πελάτη της ενάγουσας, σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί την ιδιαίτερη, κατά τα λοιπά, επιμέλεια, που επέδειξε η ενάγουσα για την πληρέστερη κατοχύρωση των συμφερόντων του πελάτη της, η οποία θα μπορούσε να αρκεστεί και στην απόφαση περί κτήσης του ακινήτου µε χρησικτησία, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι οι πωλητές του ακινήτου ήταν άτομα πέραν κάθε υποψίας, μεταξύ των οποίων, ο πατέρας του πληρεξουσίου δικηγόρου που πέτυχε την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης του Ειρηνοδικείου και η αρχιτέκτονας μηχανικός, που στο παρελθόν εργαζόταν ως υπάλληλος του Δήμου Χορτιάτη και στην συνέχεια ήταν υπάλληλος του Δήμου Θεσσαλονίκης.
Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονταν στον προταθέντα, από τις εναγόμενες, ισχυρισμό, για την ανάλογη, µε το προταθέν ποσοστό συνυπαιτιότητας, μείωση της ευθύνης τους προς αποζημίωση του πελάτη της ενάγουσας, δεν ήταν ψευδή και επομένως δεν τελέστηκε συκοφαντική δυσφήμιση σε βάρος της ενάγουσας.
Σε καμία δε περίπτωση από την ανάγνωση των προαναφερόμενων ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα που συνέταξε και υπέγραψε η δεύτερη εναγομένη, αλλά και από την ερώτηση που διατύπωσε στον μάρτυρα απόδειξης, δεν παρουσιάζεται η ενάγουσα ως µία δικηγόρος µε ανεπαρκή νομική κατάρτιση και φυγόπονη. Οι κρίσεις περί νομικής ανεπάρκειας και φυγοπονίας αποτελούν µόνο δικά της συμπεράσματα, δεν διατυπώθηκαν ποτέ από τις αντιδίκους της, ούτε άλλωστε αναφέρθηκαν στην ίδια προσωπικά, παρά µόνο ισχυρίστηκαν, όπως άλλωστε είχαν δικαίωμα στα πλαίσια διεξαγωγής των μεταξύ τους δικών, ότι ο αντίδικός τους, αγοραστής του ακινήτου, είχε τη δυνατότητα µέσω της πληρεξουσίας δικηγόρου του, η οποία άλλωστε για τον λόγο αυτό παρίσταται στην κατάρτιση συμβολαίων, να πληροφορηθεί τη νομική κατάσταση του πωληθέντος µε περισσότερο ενδελεχή έρευνα στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου.
Και ναι µεν η παράλειψη έρευνας στο Υποθηκοφυλακείο δεν εξομοιώνεται µε θετική γνώση ύπαρξης του νομικού ελαττώματος, ώστε να απαλλάσσεται από την σχετική ευθύνη, ο πωλητής, κατ' άρθρο 515 ΑΚ, αλλά στην προκειμένη περίπτωση, που η αγωγή του πελάτη της ενάγουσας κατά των εναγομένων είχε ως βάση και την αδικοπραξία, δικαιολογημένα οι εναγόμενες πρότειναν την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, ισχυρισμός, ο οποίος ακόμη και αν εκ του περισσού περιελήφθη στα σχετικά µε την αίτηση αναίρεσης δικόγραφα, δεν σημαίνει πως προτάθηκε µε σκοπό δυσφήμισης του κύρους και της επαγγελματικής επάρκειας της ενάγουσας.
Ειδικά δε, αναφορικά µε το περιεχόμενο των από 2-11-09 έγγραφων προτάσεων που υποβλήθηκαν στον Άρειο Πάγο και υπέγραψε η δεύτερη εναγομένη, σε καμία περίπτωση δεν συνάγεται υπαινιγμός τους, περί ανάμειξης της ενάγουσας στην απόφαση των πωλητών να "κατασκευάσουν" νόμιμο τίτλο κτήσης κυριότητας και συγκεκριμένα να μεθοδεύσουν την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης του Ειρηνοδικείου.
Αντίθετα, είναι προφανές ότι η περικοπή αυτή τέθηκε στο δικόγραφο, µε σκοπό να υποστηρίξει ο εκεί αναιρεσείων Φ.Π., την υποτιθέμενη βεβαιότητά του για την κυριότητα του επί του πωληθέντος, δεδομένου ότι ακόμη και οι έχοντες εξειδικευμένες γνώσεις, δικηγόροι, που συνέπραξαν στην σύνταξη του συμβολαίου, δεν διαπίστωσαν κάτι διαφορετικό.
Εξάλλου, η απάτη που διέπραξε η πρώτη εναγομένη σε βάρος τους πελάτη της ενάγουσας, εξαιτίας της οποίας ταλαιπωρήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα µε συνεχείς δικαστικούς αγώνες, δεν αναιρεί το νόμιμο δικαίωμά της, να αμυνθεί κατά της σε βάρος της ασκηθείσας αγωγής, προβάλλοντας ισχυρισμούς, οι οποίοι μάλιστα στην προκειμένη περίπτωση στηρίζονται σε αληθή περιστατικά και από τον τρόπο που προβλήθηκαν και διατυπώθηκαν σε καμία περίπτωση δεν στόχευαν στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης της πληρεξουσίας δικηγόρου του αντιδίκου της και συγκεκριμένα της ενάγουσας.
Επιπλέον, η δεύτερη εναγομένη, ως πληρεξούσια δικηγόρος της πρώτης εναγομένης και συντάκτης κατ' εντολή της, των σχετικών δικογράφων, ενήργησε εντός των ορίων της εντολής της και στο πλαίσιο προάσπισης των συμφερόντων της πελάτη της, όπως όφειλε σύμφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 39 και 46 παρ. 1 του νδ/τος 3026/1954.
Δεν χρησιμοποίησε λέξεις ή φράσεις δηλωτικές μομφής σε βάρος της συγκεκριμένης δικηγόρου-ενάγουσας, οι οποίες να υπερβαίνουν το αναγκαίο και επιβαλλόμενο μέτρο υπεράσπισης της πελάτη της και ενήργησε εντός των λογικών ορίων που επιβάλλονταν στην συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς πρόθεση προσβολής της τιμής και του επαγγελματικού κύρους της ενάγουσας, αλλά και χωρίς να υποστηρίξει ή να διαδώσει γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να εκθέσουν σε κίνδυνο το μέλλον , το επάγγελμα και την πίστη της ενάγουσας.
Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι δεν τελέστηκε σε βάρος της ούτε δυσφήμιση. Επίσης, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, δεν προέκυψε ότι συνέτρεχε στο πρόσωπο των εναγομένων ειδικός σκοπός εξύβρισης της ενάγουσας, µε αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας της και µε περιφρόνησή της, πολύ περισσότερο, που σε κανένα σημείο από τις προαναφερόμενες αναφορές στο οικείο πταίσμα, δεν γίνεται καμία αναφορά στο ονοματεπώνυμο της συγκεκριμένης δικηγόρου, ούτε, ακόμη και αν αυτό υπονοείται, εκφράζονται λέξεις ή φράσεις εναντίον της, δηλωτικές μομφής στο πρόσωπό της.
Δεν αποδείχθηκε συνεπώς, σκοπός εξύβρισης της ενάγουσας, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται στην προσβολή της τιμής της µε αμφισβήτηση της ηθικής, επαγγελματικής, ή κοινωνικής της αξίας, αφού τα αναφερόμενα περιστατικά για την θεμελίωση ένστασης συντρέχοντος πταίσματος, από την εναγόμενη διάδικο και την δεύτερη εναγόμενη πληρεξούσια δικηγόρο της, ήταν αντικειμενικά αναγκαία για να αποδοθεί το περιεχόμενο της σκέψης της, επιπλέον, δεν υπερέβη το αναγκαίο μέτρο της έκφρασης, ενώ ο τρόπος εκδήλωσης της συμπεριφοράς τους µε την κατάθεση των περιστατικών αυτών στην συγκεκριμένη δίκη, ήταν αντικειμενικά αναγκαίος ως έκφραση της δυνατότητας προσφυγής των πολιτών στη δικαιοσύνη (ΑΠ 1231/2014).
Σύμφωνα επομένως µε όλα όσα αποδείχθηκαν, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι: η µεν πρώτη ενήργησε στο πλαίσιο του δικαιώματός της να αντικρούσει την εναντίον της αδίκως ασκηθείσα αγωγή του εντολέα της ενάγουσας, η δε δεύτερη ενήργησε στο πλαίσιο της εντολής που της δόθηκε εκ μέρους της συνεναγόμενης -ομοδίκου της και προς το σκοπό υπεράσπισης αυτής, κατά την αντιδικία της µε τον ως άνω αναφερόμενο, ο οποίος αποτελεί ένσταση του άρθρου 367 παρ. 1 γ' ΠΚ, είναι µεν νόμιμος, παρέλκει όμως η εξέταση της βασιμότητάς του από ουσιαστική άποψη δεδομένου ότι κατά τα ως άνω αποδειχθέντα, τα πραγματικά περιστατικά που υποστηρίχθηκαν από τις εναγόμενες προς αντίκρουση των ισχυρισμών της ενάγουσας, αφενός ήταν αληθή, αφετέρου δεν ήταν ούτε δυσφημιστικά.
Στην συνέχεια, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι: Οι εναγόμενες όχι µόνο τελούσαν εν γνώσει της αναληθείας του περιεχομένου των όσων ψευδών πραγματικών περιστατικών ισχυρίσθηκαν σε βάρος της, αλλά και από τον τρόπο και τις περιστάσεις που έλαβε χώρα η εξυβριστική και δυσφημιστική εκδήλωση εκ μέρους τους, προκύπτει ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, όπως αυτός διαλαμβάνεται στο άρθρο 367 παρ. 2 εδ.
α' και β' ΠΚ, ο οποίος αποτελεί αντένσταση. Στα ίδια καταλήγοντας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν έσφαλε και γι αυτό πρέπει η έφεση, µε την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε ομοίως απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η λόγω προσβολής της προσωπικότητας αγωγή της αναιρεσείουσας.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 914, 920, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 362, και 363 ΠΚ, αλλά ούτε και εκείνες του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974. Τούτο δε διότι, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής εννοίας της προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας, αφού δεν στοιχειοθετούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά και δη συκοφαντική δυσφήμηση, ούτε και απλή δυσφήμηση, ή εξύβριση, όπως η τελευταία αβασίμως διατείνεται.
Επομένως, οι ένατος (κατά το πρώτο, τρίτο και τέταρτο σκέλη του), δέκατος (κατά το πρώτο σκέλος του), ενδέκατος (κατά το πρώτο σκέλος του), δέκατος τρίτος, δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος, δέκατος έβδομος και εικοστός πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι, είναι αβάσιμοι. Εξ άλλου από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και ειδικότερα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 5 παρ.1 του Συντάγματος, 57, 59, 330, 914, 920,926 και 932 ΑΚ, 361, 362 και 363 ΠΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, αφού εκτίθενται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή τα όσα ισχυρίστηκαν οι εναγόμενες 1) και οι δύο στο από 4-5-2006 σημείωμα, που συνέταξε και κατέθεσε, κατ' εντολή της πρώτης αναιρεσίβλητης η δεύτερη αναιρεσίβλητη ως πληρεξουσία δικηγόρος της, προς απόκρουση της υπ' αριθ.
κατ. 12295/2006 αίτησης συντηρητικής κατάσχεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, του Α. Ι. απευθυνόμενη σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης καθώς και άλλων μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, δια της προβολής ένστασης συντρέχοντος πταίσματος του ως άνω αιτούντος, υπό την επίκληση, προς θεμελίωση αυτής, της μη διενέργειας περαιτέρω ελέγχου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου, από την οποία θα διαπιστωνόταν η έλλειψη κυριότητας επί του πωλουμένου ακινήτου, 2) και οι δύο στις από 14-11-2006 έγγραφες προτάσεις, που συνέταξε και κατέθεσε, κατ' εντολή της πρώτης αναιρεσίβλητης η δεύτερη υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά της, προς απόκρουση της υπ' αριθ.
εκθ. κατ. 51592/2005 αγωγής αποζημίωσης του Α. Ι. απευθυνόμενη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εναντίον της πρώτης αναιρεσίβλητης (και τρίτων μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), κατά τη συζήτηση αυτής, στις 13-12-2006, με τη διατύπωση του προαναφερομένου ισχυρισμού (ένστασης συντρέχοντος πταίσματος), 3) η δεύτερη με τη διατυπωθείσα ένσταση και δια της υποβολής ερώτησης υπό την άνω ιδιότητα της πληρεξούσιας δικηγόρου της πρώτης εναγόμενης στον εξεταζόμενο μάρτυρα απόδειξης, κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη δικάσιμο της 13-12-2006, 4) και οι δύο στο από 14-4-2007 (αριθ.
εκθ. κατ. 1732/30-4-2007) δικόγραφο έφεσης κατά της υπ' αριθ. 12996/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και από 14-11-2006 έγγραφες προτάσεις, που συνέταξε και κατέθεσε, κατ' εντολή της πρώτης αναιρεσίβλητης η δεύτερη υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά της, με την προβολή του ως άνω ισχυρισμού (ένστασης συντρέχοντος πταίσματος), 5) και οι δύο στο από 22-12-2008 δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, που συνέταξε και κατέθεσε, κατ' εντολή της πρώτης αναιρεσίβλητης η δεύτερη, κατά της υπ' αριθµ. 2393/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και στις από 2-11-09 έγγραφες προτάσεις της, που επίσης συνέταξε και κατέθεσε, κατ' εντολή της πρώτης αναιρεσίβλητης η δεύτερη, προς αντίκρουση της αντίθετης αίτησης αναίρεσης που άσκησε ο αγοραστής- πελάτης της ενάγουσας, Α.
Ι. (δια της προβολής του ως άνω ισχυρισμού), 6) η πρώτη στο από 14-5-08 έγγραφο σημείωμα που κατέθεσε ενώπιον του β' Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια της ποινικής προδικασίας, που έλαβε χώρα, µε αφορμή την έγκληση που υποβλήθηκε σε βάρος της ίδιας και των λοιπών πωλητών και στο απολογητικό υπόμνημα που υπέβαλε ενώπιον της Ανακρίτριας Θεσσαλονίκης και 7) η δεύτερη με την υπογραφή των από 2-11-09 προτάσεων, που συνέταξε κατ' εντολή και για λογαριασμό του Φ.
Π. ο δικηγόρος Θ. Καζαντζίδης και κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αυτού (δια της προβολής του ιδίου ισχυρισμού), ήταν αληθή και, συνεπώς, δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, β) οι ανωτέρω ισχυρισμοί, οι οποίοι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, ήταν αληθείς, διατυπώθηκαν στα ως άνω δικόγραφα, με σκοπό, όχι να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας, αλλά, στα πλαίσια δικαστικής διένεξης με τον εντολέα αυτής (ενάγουσας) Αλέξανδρο Ιωάννου και, ειδικότερα, προς θεμελίωση της υπό της πρώτης αναιρεσίβλητης προς απόκρουση της κατ'αυτής αγωγής του εντολέως της ενάγουσας, περί επιδίκασης στον τελευταίο αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, συνεπεία αδικοπραξίας, προβληθείσης ένστασης συντρέχοντος πταίσματος, ώστε το δικαστήριο να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής, προς απόκρουση της κατ'αυτής (πρώτης αναιρεσίβλητης) υποβληθείσης έγκλησης του εντολέως της ενάγουσας για την αξιόποινη πράξη της απάτης, οι ισχυρισμοί δε αυτοί, περιελήφθησαν στα σχετικά δικόγραφα, που κατ' εντολή της πρώτης αναιρεσίβλητης συνέταξε ως πληρεξούσια δικηγόρος αυτής η δεύτερη αναιρεσίβλητη, επιπλέον δε, υπεβλήθη εκ μέρους της τελευταίας, κατά τη συζήτηση της αγωγής του εντολέως της ενάγουσας, σχετική ερώτηση στον εξεταζόμενο μάρτυρα απόδειξης, με σκοπό, όχι να πλήξει την τιμή, την επαγγελματική υπόσταση και να θέσει σε κίνδυνο το μέλλον της ενάγουσας, αλλά εντός των ορίων της εντολής της και προς προάσπιση των συμφερόντων της εντολέως της πρώτης αναιρεσίβλητης ενώπιον των δικαστικών αρχών, ως όφειλε, στα πλαίσια άσκησης του λειτουργήματός της ως δικηγόρου, με αποτέλεσμα, ενόψει όλων αυτών, να μη στοιχειοθετείται, σε κάθε περίπτωση, ούτε το αδίκημα της απλής δυσφήμησης σε βάρος της ενάγουσας και γ) ότι το ύφος και ο τρόπος διατύπωσης των ανωτέρω ισχυρισμών δεν υπερέβη επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο για την περίπτωση μέτρο, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει ούτε σκοπός εξύβρισης της ενάγουσας, ενώ, ειδικότερα, πλήρως αιτιολογείται και η ανάγκη προβολής του ισχυρισμού, εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, περί υποχρέωσης της ενάγουσας (δικηγόρου) διενέργειας περαιτέρω ελέγχου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, αφού αυτή ως πληρεξούσια δικηγόρος κατ' εντολή του υποψηφίου αγοραστή Α.
Ι. ήταν επιφορτισμένη για την πραγματοποίηση σχετικής έρευνας περί της νομικής κατάστασης του πωλουμένου ακινήτου και η αγοραπωλησία δυνάμει του …/….-12-2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μελπομένης Γναρδέλη, έλαβε χώρα κατόπιν διαβεβαίωσης αυτής (ενάγουσας), περί της κυριότητας των πωλητών, παρέστη δε, κατά την υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου, ως πληρεξούσια δικηγόρος του συμβληθέντος αγοραστή.
Επομένως οι πρώτος, δεύτερος, πέμπτος, έβδομος, ένατος (κατά το δεύτερο σκέλος του), δέκατος (κατά το δεύτερο σκέλος του), ενδέκατος (κατά το δεύτερο σκέλος του), δωδέκατος (κατά το δεύτερο, τρίτο και πέμπτο σκέλη του), δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος, δέκατος έβδομος και δέκατος όγδοος λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Σε κάθε περίπτωση οι αυτοί ως άνω αναιρετικοί λόγοι, κατά τις αιτιάσεις τους ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως ήχθη στην απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της ένδικης αγωγής, μολονότι απεδείχθη ότι οι ισχυρισμοί στα επίμαχα δικόγραφα ήσαν συκοφαντικοί και εξυβριστικοί και ως εκ τούτου προσέβαλαν την προσωπικότητα της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτοι, διότι αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Οι ένατος (κατά το τρίτο σκέλος του), ενδέκατος (κατά το δεύτερο σκέλος του), δωδέκατος (κατά το τέταρτο σκέλος του), δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος, δέκατος έβδομος και δέκατος όγδοος λόγοι, με τους οποίους, κατά το αντίστοιχο σκέλος εκάστου, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσον αφορά τις διατάξεις των άρθρων 367 παρ.1γ' και 367 παρ.2 α και β ΠΚ, είναι απαράδεκτοι, διότι το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα για την απόρριψη της ένδικης αγωγής στην εφαρμογή της πρώτης, μόνη δε η κρίση ότι η προβληθείσα ένσταση εκ του άρθρου 367 παρ.1γ' ΠΚ, είναι νόμιμη, πλην όμως, παρέλκει η εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητάς της για τους αναφερόμενους λόγους, δεν ιδρύει κάποιο αναιρετικό λόγο.
όπως αβασίμως διατείνεται η αναιρεσείουσα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Βέβαια καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και τη διάκριση από ποια απ' αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που λήφθηκαν υπόψη.
Ωστόσο δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 306/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τρίτο, έκτο και όγδοο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, τα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα και ειδικότερα α) το …/….-12-2003 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μελπομένης Γναρδέλη με το συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα, β) το Κτηματολογικό Φύλλο και Κτηματολογικό Διάγραμμα του πωληθέντος στον εντολέα της ενάγουσας ακινήτου και γ) τις υπ' αριθ. 348/2010, 349/2010 αποφάσεις του Αρείου Πάγου και 2393/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Όπως προκύπτει από τη βεβαίωση του Εφετείου την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και τις νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις, αλλά και από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με νόμιμη επίκληση αποδεικτικά στοιχεία, ανεξαρτήτως του αν γίνεται ειδική μνεία ορισμένων εξ αυτών.
Ειδικώς μάλιστα γίνεται ρητή αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του υπ' αριθ. …/….-12-2003 συμβολαίου, στο 5ο φύλλο αυτής, των υπ' αριθ. 348/2010, 349/2010 αποφάσεων στο 7ο φύλλο, (οπίσθιο μέρος) και της υπ' αριθ. 2393/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης στο 6ο φύλλο (οπίσθιο μέρος). Επομένως, οι τρίτος, έκτος και όγδοος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι, είναι αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι, καθ' όσον αφορά στην προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτοι, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας αποδεικτικών στοιχείων, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, τέτοιο όμως δεν συνιστούν οι δικαστικές αποφάσεις (ΑΠ 1665/2011, ΑΠ 33/1998).
Περαιτέρω, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ ΑΠ 2/2008).
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 100/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση με τους τρίτο, τέταρτο και όγδοο (κατά το δεύτερο μέρος του), λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) του υπ' αριθ. …/…-12-2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μελπομένης Γναρδέλη, κρίνοντας ότι η αναιρεσείουσα συνέπραξε στην κατάρτιση αυτού, β) της υπ' αριθ.
…/…-11-2003 δήλωσης ενώπιον της ιδίας συμβολαιογράφου, την οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι οι πωλητές του ακινήτου προς τον εντολέα της απέκτησαν την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία και γ) των υπ' αριθ. 348/2010, 349/2010 αποφάσεων του Αρείου Πάγου και της υπ' αριθ. 2393/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Οι τρίτος και τέταρτος λόγοι, ανεξαρτήτως του ότι τα ζητήματα αυτά δεν έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της προκείμενης δίκης, αφού κρίσιμο είναι το ζήτημα της προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας, σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι το Εφετείο σωστά ανέγνωσε τα ως άνω έγγραφα, αφού ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, η αναιρεσείουσα παραστάθηκε ως πληρεξούσια δικηγόρος του συμβληθέντος αγοραστή και ότι συντάχθηκε η υπ' αριθμ.
…/….-11-2003 δήλωση αναγνώρισης του κύρους της υπ' αριθμ. 697/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, πλην όμως, συνεκτιμώντας αυτά με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί η αναιρεσείουσα ορθό. Ο όγδοος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος, είναι απαράδεκτος, διότι οι αναφερόμενες αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων δεν συνιστούν αποδεικτικά, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, έγγραφα, τα οποία και μόνον αποτελούν αντικείμενο της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, ούτε άλλωστε προσάπτεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το οντολογικό περιεχόμενο των αποφάσεων αυτών, που έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002).
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 559/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση με τους δωδέκατο (κατά το πρώτο σκέλος του), δέκατο ένατο και εικοστό λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο α) παρέλειψε να εξετάσει τα "γεγονότα", τα οποία αναφέρονταν στις από 2-11-2009 προτάσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου, β) δεν ερεύνησε το λόγο έφεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα είχε παραπονεθεί για την καταδίκη της στα δικαστικά έξοδα με την πρωτόδικη απόφαση, ενώ υπήρχε ευχέρεια εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 179 παρ.
γ' ΚΠολΔ, περί συμψηφισμού των εξόδων και γ) δεν δίκασε την αγωγή και την έφεσή της. Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι: α) όσον αφορά τον δωδέκατο (κατά το πρώτο μέρος του) λόγο, διότι δεν προβάλλει συγκεκριμένους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά αιτιολογημένες αρνήσεις και ισχυρισμούς που συνιστούν επιχειρήματα και συμπεράσματα της ιδίας ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, β) όσον αφορά τον δέκατο ένατο λόγο, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 179 παρ.
γ' ΚΠολΔ, περί συμψηφισμού των εξόδων, αφού δεν υπήρχε δυσχέρεια στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου της ένδικης υπόθεσης και γ) όσον αφορά τον εικοστό λόγο, διότι όλως αορίστως διατυπώνονται αιτιάσεις χωρίς αναφορά τι άφησε αδίκαστο το Εφετείο (κεφάλαιο αγωγής, λόγους έφεσης). Ανεξαρτήτως των ανωτέρω ο ως άνω δωδέκατος (κατά το πρώτο σκέλος του), λόγος είναι και αβάσιμος.
Τούτο διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς της ήδη αναιρεσείουσας ενάγουσας και τους απέρριψε αφού αυτό δέχθηκε ότι δεν συνάγεται υπαινιγμός περί ανάμειξης αυτής στην απόφαση των πωλητών να "κατασκευάσουν" νόμιμο τίτλο κτήσης κυριότητας και συγκεκριμένα να μεθοδεύσουν την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης του Ειρηνοδικείου, και, συνακολούθως της παραδοχής του αυτής, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένδικη αγωγή, κατά το επιμέρους τμήμα της.
Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αναίρεσης (ΑΠ 525/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις από 22-10-2020 προτάσεις της, που κατατέθηκαν, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της αρμοδίας γραμματέως σ' αυτές, στις 29-10-2020, ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να της αποδώσουν τα επιδικασθέντα ποσά δικαστικών εξόδων που κατέβαλε, σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και της ενσωματωθείσας σ'αυτήν πρωτόδικης απόφασης μετά την απόρριψη της έφεσης.
Η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων είναι αβάσιμη, αφού, κατά τα ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η τελευταία στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους, που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους, ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-06-2018 αίτηση της Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 995/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ