Legislator Case Law & Legislation
1191/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the appellate court did not distort evidence content.

Case Number 1191/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding commercial fees and damages. The appellant argued that the lower court distorted the content of submitted documents, but the court found no such distortion occurred. The court ruled that the appeal was based on the lower court's evaluation of evidence rather than a factual error in interpreting the documents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 339, 432 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the distortion of evidence content is inadmissible if the appellate court correctly read the documents and reached a different conclusion based on a proper evaluation of the evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility distortion of evidence appellate review commercial fees evaluation of evidence

Cited Legislation

AI generated
Article 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 1, 566 paragraph 1 and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 20 of the Code of Civil Procedure
Article 339 and 432 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1191 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1191/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Γ. του Η., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καλογριδάκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/6/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 499/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1176/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/6/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 24.06.2019 και με αριθμ. κατάθεσης 5950/575/26.06.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 1176/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, και έκανε δεκτή την ασκηθείσα από τον ενάγοντα αναιρεσίβλητο έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατά της 499/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απορρίφθηκε στο σύνολό της η από 18.06.2010 (με αριθμό κατάθεσης 117928/6776/22.06.2010) αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας περί καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής του από τη μεταξύ τους εμπορική συνεργασία, ως και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, από την προξενηθείσα σε βάρος του αδικοπραξία της τελευταίας, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552,553,556,558,564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε το δικαστήριο, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 312/2020, ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 666/2019, ΑΠ 402/2019 κ.ά.).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον (μοναδικό) προβαλλόμενο λόγο αναίρεσής της διατείνεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναλυτικών καταστάσεων, τις οποίες προσκόμισε η ίδια ενώπιον του πρωτοβαθμίου, αλλά και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου υπολογιζόταν με ποσοστό ύψους 8% επί της αξίας των παραγγελλόμενων προϊόντων ένδυσης και όχι με ποσοστό ύψους 5%, όπως προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, από τις ανωτέρω καταστάσεις.

Από την επισκόπηση, όμως, τόσο των σχετικών εγγράφων, όσο και του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης, προκύπτει ότι στο σώμα των καταστάσεων αυτών, που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, ουδεμία αναφορά γίνεται στο ποσοστό που λάμβανε ο αναιρεσίβλητος ως αμοιβή. Πλέον συγκεκριμένα η αναιρεσιβαλλόμενη στη σελίδα 14 αυτής αναφέρει χαρακτηριστικά ότι "Από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η αμοιβή του ενάγοντα υπολογιζόταν επί της αξίας των τιμολογηθέντων και παραδοθέντων ειδών, καθόσον μια παραγγελία τροποποιείται, ακυρώνεται ή είναι πιθανόν να μην εκτελεστεί, ως είχε αρχικά, διότι υπάρχουν επιστροφές, ακυρώσεις ή ελλείψεις ειδών με αποτέλεσμα συνήθως η ποσότητα των ειδών που παραδίδεται στους πελάτες να είναι συνήθως μειωμένη σε σχέση με την ποσότητα που είχε αρχικώς παραγγελθεί.

Η κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στις αναλυτικές καταστάσεις της εναγομένης στις οποίες αναφέρονται τα τιμολόγια που εκδόθηκαν για την υλοποίηση των παραγγελιών, η ποσότητα των εμπορευμάτων που παραδόθηκαν καθώς και η αξία τους". Δηλαδή με την παραπάνω παραδοχή της προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη έλαβε υπόψη της τις ανωτέρω καταστάσεις, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αμοιβή του αναιρεσίβλητου υπολογιζόταν επί της αξίας των τιμολογηθέντων και παραδοθέντων υλικών και όχι επί των παραγγελιών που είχαν συντελεσθεί, χωρίς ουδεμία αναφορά να γίνεται στο ποσοστό της προμήθειας που ελάμβανε ο τελευταίος από τις παραγγελίες που πραγματοποιούσε.

Αντιθέτως, για την εκτίμηση του ύψους του ποσοστού που ελάμβανε ο αναιρεσίβλητος ως αμοιβή για τις παρεχόμενες υπηρεσίες του, η αναιρεσιβαλλόμενη έλαβε υπόψη της την υπ'αριθμ.2860/2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Γ. Τ., ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Μ. Μ., αναφέροντας (σελ. 14-15) τα εξής: "Περαιτέρω, ως λεπτομερώς κατέθεσε και ο μάρτυρας απόδειξης η προμήθεια του ενάγοντα, υπολογίζεται επί του εκδοθέντος τιμολογίου ενώ στη με αριθμ. 2860/2018 ένορκη βεβαίωσή του ο Γ.

Τ. αναφέρει ότι ... ακολούθως μετά την ολοκλήρωση της παραγγελίας από την κυρία Γ., γινόταν η εξόφλησή της και ο ίδιος-ενάγων-ελάμβανε προφανώς την αμοιβή του.... από όσο είχα πληροφορηθεί το ποσοστό της αμοιβής του ανερχόταν στο 8% επί των παραγγελιών που εκτελούνταν.....". Στην εν λόγω δε ένορκη βεβαίωση η αναιρεσιβαλλόμενη προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη και την εξήρε σε σχέση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα καθώς, όπως αναφέρει στη σελίδα 12 αυτής "...στις ένορκες αυτές βεβαιώσεις (μεταξύ των οποίων και η προαναφερθείσα) δίδει ιδιαίτερη βαρύτητα το δικαστήριο καθόσον αμφότεροι οι καταστηματάρχες, διατηρούσαν πολυετή συνεργασία με τους διαδίκους, είχαν άμεση και ίδια γνώση της εργασίας του ενάγοντα για λογαριασμό της εναγομένης, ενώ παράλληλα δεν εξαρτούν έννομο συμφέρον από την έκβαση της παρούσας δίκης...".

Επίσης στη σελίδα 15 η αναιρεσιβαλλόμενη απορρίπτει αιτιολογημένα τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας αναφορικά με το ύψος του ποσοστού της αμοιβής του αναιρεσίβλητου αναφέροντας χαρακτηριστικά τα εξής: "Περαιτέρω απορριπτέος τυγχάνει ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το κόστος μεταφοράς των εμπορευμάτων συνιστά έξοδο το οποίο αφαιρούνταν πριν τον υπολογισμό των προμηθειών καθόσον η ουσιαστική βασιμότητα του δεν προέκυψε από τα προσαγόμενα αποδεικτικά μέσα.

Περαιτέρω η εναγομένη με τις προτάσεις ισχυρίζεται αφενός, ότι η προμήθεια του Κ. Μ. (πατέρα του ενάγοντα) ανερχόταν στο 5% λόγω κρίσης και αφετέρου ότι επειδή μέρος των παραδοθέντων εμπορευμάτων δεν εξοφλήθηκαν από συγκεκριμένους εμπόρους, ο Κ. Μ. δεν δικαιούται να λάβει προμήθεια για τις συγκεκριμένες πωλήσεις.

Ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος βάλλει κατά τρίτου, μη διαδίκου εν προκειμένω, αλυσιτελώς προβάλλεται και δεν ασκεί έννομη επιρροή στις ένδικες αξιώσεις του ενάγοντα.". Με βάση, επομένως, τα προεκτεθέντα, ο ως άνω προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφενός μεν διότι το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των επικαλούμενων από την αναιρεσείουσα εγγράφων, ήτοι δεν υπέπεσε σε λάθος ως προς την ανάγνωσή τους, αφού δεν δέχτηκε ότι έχουν αντίθετο με το πραγματικό τους περιεχόμενο, και, στη συνέχεια, αφού ανέγνωσε σωστά το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, αφετέρου με τον λόγο αυτό, κατ' ορθήν εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα δεν βάλλει, στην ουσία, κατά της αλλοίωσης του περιεχομένου των καταστάσεων που προσκόμισε, αλλά κατά της εκτίμησης των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δη της βαρύτητας που απέδωσε η αναιρεσιβαλλόμενη στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικώς, κατ' εφαρμογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, με βάση την τελευταία ως άνω παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης προκύπτει σαφώς ότι ο σχετικός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για καθορισμό του ποσοστού προμήθειας που εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος σε 5%, απορρίφθηκε αιτιολογημένα, όχι κατόπιν στρέβλωσης του περιεχομένου των εγγράφων που αυτή προσκόμισε, αλλά επειδή ο εν λόγω ισχυρισμός της στρεφόταν κατά τρίτου προσώπου και συγκεκριμένα κατά του πατέρα του αναιρεσιβλήτου Κ.

Μ. και συνεπώς προβλήθηκε αλυσιτελώς. Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24.06.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1176/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ