Legislator Case Law & Legislation
1191/2016 AI generated

1191/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1191/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1191/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): με κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο". Σημειωτέον, ότι οι ίδιες ποινές προβλέπονται για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις και με τη διάταξη του άρθρου 30 του νεότερου νόμου 4251/2014.

Keywords

AI generated
dangerous overtaking excessive speed traffic offence driving without authorization road safety concerns dangerous interference with traffic
AI generated
673/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης 8841/1998, 25789/1998, 25965/1998 αγωγές, 27023/1998 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και 173/1999 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1729/2000 μη οριστική και 16877/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2708/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 4/11/2004 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 465/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 1/2/2010 κλήση του.
1396/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 35.384/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25.800/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 297/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του.
1179/2015
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
649/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
1210/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: 10-6-2006 αγωγή του 2ου ήδη αναιρεσείοντος, την από 8-6-2006 αγωγή των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου, και 6ου ήδη αναιρεσίβλητων, την από 8-8-2006 αγωγή της 9ης ήδη αναιρεσίβλητης, την από 19-3-2007 αγωγή των 7ου και 8ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 57/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-9-2009 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1191 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1191/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ρ. Ε. του Χ., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Ιπποκράτη - Αλέξανδρο Μυλωνά, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αρ. 20/2014 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 347/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης.

Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2014, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 19 Δεκεμβρίου 2014, αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 51/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 88 παρ. 1 περ. α, β και γ του Ν. 3386/2005, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 48 Ν. 3772/2009 (ΦΕΚ Α 112/10-7-2009), "1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της Χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε.

ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α. με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) έως τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β. με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού, γ.

με κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο". Σημειωτέον, ότι οι ίδιες ποινές προβλέπονται για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις και με τη διάταξη του άρθρου 30 του νεότερου νόμου 4251/2014.

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει, ότι καθιερώνεται ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο πραγματώνεται, κατά την αντικειμενική του υπόσταση, με οποιονδήποτε από τους ανωτέρω τρόπους, από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή σε άλλη χώρα ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους, ως λαθρομεταναστών, ενώ για την κατάφαση της υποκειμενικής του υποστάσεως απαιτείται δόλος είτε άμεσος (κοινός) είτε ενδεχόμενος, συνιστά δε επιβαρυντική περίσταση (εκτός της περιπτώσεως δ’ της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου, για την οποία δεν πρόκειται εν προκειμένω), όταν ο δράστης ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος (περ.

β’ ) ή από τον τρόπο και τις συνθήκες μεταφοράς μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο (περ. γ’ ). Η συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της περ. γ’ της παρ. 1 του άνω άρθρου, ως στοιχείου της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, καθιστά την εν λόγω αξιόποινη πράξη έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως.

Ως κίνδυνος, με τον οποίο πρέπει να συνέχεται η πράξη αυτή για τη θεμελίωση της επιβαρυντικής περιστάσεως της περ. γ’ , νοείται η επικείμενη επέλευση (προστάδιο) βλάβης χωρίς να είναι αναγκαία η επέλευσή της, αρκεί να κρίνεται ότι η πράξη στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρείται πρόσφορη και ικανή, ως εκ της εντάσεως, ποιότητας και μορφής της, να προκαλέσει κίνδυνο ανθρώπου.

Η δημιουργία της επικίνδυνης καταστάσεως θα πρέπει να εμπεριέχεται στη συνολική δράση του υπαιτίου, έτσι ώστε από την πράξη του να δημιουργείται κίνδυνος για άνθρωπο, ενώ η δυνατότητα δημιουργίας τέτοιου κινδύνου συνάγεται κατά κρίση αντικειμενική, ήτοι κατά την κοινή ανθρώπινη πείρα, λαμβάνονται δε υπόψη προς τούτο τα δεδομένα του χρόνου τελέσεως και όχι άλλα, που ανέκυψαν εκ των υστέρων.

Εξάλλου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Ποιν.Δ., και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (από το άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ, Ε’ Κ.Ποιν.Δ.), συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 347/2014, αποφάσεώς του, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στις 21-11-2009 και περί ώρα 14:00’ , κατελήφθη από αστυνομικούς του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης ..., στη συμβολή της Εθνικής Οδού Αλεξανδρούπολης-Ορεστιάδας Συνόρων με την οδό που οδηγεί στο χωριό ...

Ν. Έβρου, στο ύψος του … χιλιομέτρου, να οδηγεί το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... (ελληνικών αρχών) ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής PEUGEOT, ιδιοκτησίας της Ά. Α. του Γ., κατοίκου ..., στο οποίο επέβαιναν οι αναφερόμενοι στο διατακτικό έξι (6) αλλοδαποί υπήκοοι, Ιράν ο πρώτος και Πακιστάν οι λοιποί, οι οποίοι στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων, περιστατικό το οποίο αυτός γνώριζε, αφού ομολόγησε την εν λόγω πράξη του, (αρνηθείς, μόνο, τη συνδρομή της περίστασης του κινδύνου ζωής των εν λόγω λαθραία μεταφερομένων αλλοδαπών).

Οι αλλοδαποί είχαν εισέλθει λάθρα στην Ελλάδα, στις 21-11-2009, κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, με την βοήθεια δύο διακινητών, τουρκικής υπηκοότητας, αλσ, από άγνωστο σημείο της παρέβριας περιοχής, με βάρκα, μέσω του ποταμού Έβρου. Στη συνέχεια οδηγήθηκαν από τους παραπάνω διακινητές μέχρι το προκαθορισμένο μέρος, πλησίον του … χιλιομέτρου της Εθνικής Οδού Αλεξανδρούπολης - Ορεστιάδας, όπου περί ώρα 13:50’ ο κατηγορούμενος τους επιβίβασε στο παραπάνω όχημα, που οδηγούσε, με σκοπό να τους μεταφέρει στην Αθήνα, έναντι αμοιβής χιλίων διακοσίων (1.200) δολαρίων ΗΠΑ, που θα του κατέβαλε έκαστος κατά την άφιξη τους στον ανωτέρω προορισμό τους.

Ενώ κατευθυνόταν προς Αλεξανδρούπολη, στο … χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Αλεξανδρούπολης - Ορεστιάδας, περί ώρα 13:50’ , ένστολοι αστυνομικοί του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης ... από περιπολικό όχημα με εμφανή τα διακριτικά της αστυνομίας, του έκαναν σήμα στάσης για έλεγχο, πλην όμως, ο κατηγορούμενος, ενώ αντιλήφθηκε την παραπάνω εντολή, δε συμμορφώθηκε στα φωτεινά και ηχητικά σήματα στάσης, αλλά αντίθετα, ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα, με σκοπό να διαφύγει τον επικείμενο αστυνομικό έλεγχο, στην προσπάθειά του δε αυτή παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη, που υπάρχει στη διασταύρωση της παραπάνω οδού με την οδό που οδηγεί προς ...

και πραγματοποιούσε επικίνδυνους ελιγμούς, για να διαφύγει, προσπαθώντας δε να στρίψει σε επαρχιακό δρόμο, που οδηγεί στο χωριό ..., απώλεσε, λόγω της ταχύτητας που είχε αναπτύξει, τον έλεγχο του παραπάνω οχήματος, το οποίο εξετράπη της πορείας του, εξήλθε από την οδό και ακινητοποιήθηκε σε παρακείμενο αγρό θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την ζωή των επιβαινόντων αλλοδαπών, εκ των οποίων οι τέσσερις πρώτοι βρίσκονταν στην καμπίνα του οχήματος και οι υπόλοιποι δύο ήσαν κλεισμένοι στον χώρο των αποσκευών του, όπως επίσης, των οδηγών και επιβατών των άλλων διερχόμενων οχημάτων καθώς και των λοιπών χρηστών της οδού.

Τα ανωτέρω αποδείχθηκαν από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, η αξιοπιστία της οποίας δεν αναιρείται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, την από 5-2-2010 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν, καθώς και από την ομολογία του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, λαμβανομένων υπόψη ότι, όπως αποδείχθηκε: (α) οι προαναφερθέντες έξι αλλοδαποί ήσαν κυριολεκτικά στοιβαγμένοι στο ανωτέρω ΙΧΕ αυτοκίνητο, αφού σ’ αυτό ενώ ήταν πενταθέσιο επέβαιναν 7, συνολικά, μαζί με τον κατηγορούμενο, άτομα, με αποτέλεσμα να είναι μειωμένη ευστάθειά του και επισφαλής η οδική συμπεριφορά του, β) μετά το σήμα στάσης που έκαναν σ’ αυτόν (κατηγορούμενο) τα αρμόδια αστυνομικά όργανα αυτός δεν συμμορφώθηκε αλλά ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα (άνω των 100 χιλιομέτρων/ώρα, σύμφωνα με την αξιόπιστη κατάθεση του ως άνω αυτόπτη μάρτυρα αστυνομικού), για τις συνθήκες τις ανωτέρω περιοχής και το υπερβάλον φορτίο του οχήματος γ) παραβίασε, βαίνοντας με μεγάλη ταχύτητα, τον ερυθρό σηματοδότη σε δρόμο μεγάλης κυκλοφορίας, με τον εντεύθεν κίνδυνο σφοδρής συγκρούσεως του με άλλα κανονικώς κινούμενα οχήματα και, δ) στη συνέχεια και, ενώ το ανωτέρω όχημα που οδηγούσε "είχε καθίσει", (βλ.

μαρτυρική κατάθεση του ίδιου ως άνω αστυνομικού), επιχείρησε να βγει από τον δρόμο κινούμενος πάντα με μεγάλη ταχύτητα και, τελικά, ακινητοποιήθηκε σε παρακείμενο αγρό, απoφεύγovτας, λόγω της ομαλής διαμόρφωσης του εδάφους του την ανατροπή του (αυτοκινήτου), το δικαστήριο τούτο δέχεται ότι προέκυψε κίνδυνος για τους μεταφερόμενους, που επέβαιναν σε υπερφορτωμένο αυτοκίνητο (7 άτομα, αντί των προβλεπομένων 5), οι δύο, από τους οποίους βρισκόταν κλεισμένοι στο χώρο των αποσκευών του επίμαχου αυτοκινήτου και κινδύνευαν από ασφυξία και εν γένει αναπνευστικά προβλήματα, όπως επίσης και λόγω της σφοδρής συγκρούσεώς του, που με μεγάλη πιθανότητα θα μπορούσε να συμβεί, με άλλα κανονικώς κινούμενα οχήματα, κατά την ως άνω παραβίαση, από τον κατηγορούμενο, του ερυθρού σηματοδότη με ιλιγγιώδη ταχύτητα και τέλος την έξοδό του από το οδόστρωμα, επίσης με την ίδια ταχύτητα (άνω των 100 χλμ/ώρα) και την εκτροπή του σε παρακείμενο αγρό, κινδύνευσαν να τραυματισθούν σοβαρά ή και θανάσιμα όλοι οι ανωτέρω μεταφερόμενοι από τον κατηγορούμενο λαθρομετανάστες και, όχι μόνον αυτοί, αλλά και οι οδηγοί και επιβάτες των άλλων διερχόμενων οχημάτων, όπως και οι υπόλοιποι πεζοί, χρήστες της οδού.

Κατ’ ακολουθίαν, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί μη συνδρομής στην προκειμένη περίπτωση των προϋποθέσεων της περιπτώσεως γ’ του άρθρου 88 παρ. 1 του ν. 3386/2005, ήτοι ότι έθεσε σε κίνδυνο τους μεταφερομένους αλλοδαπούς, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος προέβαλε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, ως αυτοί ανωτέρω αναφέρονται, περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α’ β’ και δ’ του ΠΚ.

Συγκεκριμένα δε, ισχυρίσθηκε: α) ότι μέχρι την πράξη διήγαγε έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και καθόλου κοινωνικό βίο, διότι μέχρι τον χρόνο τέλεσης της πράξης είχε επιδείξει την προσήκουσα συμπεριφορά σε όλα τα πεδία δράσης, συμμορφούμενος προς τις κοινωνικές συνθήκες και προσαρμοζόμενος εκουσίως στον αναγκαίο συγχρωτισμό, επίσης ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την πράξη του διήγαγε έντιμο ατομικό, οικογενειακό και επαγγελματικό βίο, διότι προσαρμόζετο στις κοινωνικές συνθήκες και ακολουθούσε τους κανόνες της οικογενειακής ζωής, ενώ το ποινικό μητρώο του είναι λευκό, β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια αλλά από μεγάλη ένδεια κι ούτε από λόγους αντίθετους προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξεως συνείδηση, αφού προέβη στην τέλεση της πράξης μόνο για το ποσό των 200 ευρώ, λόγω της οικονομικής του αδυναμίας.

Και γ) έδειξε ότι μετανοεί για την πράξη της και ότι δεν προτίθεται να την επαναλάβει, από την αρχή δε, ήτοι από την πρώτη στιγμή της σύλληψής του, είπε την αλήθεια και κατονόμασε αυτόν που του είπε να κάνει την συγκεκριμένη πράξη μεταφοράς, την οποία έκανε για πρώτη φορά στη ζωή του. Οι αυτοτελείς αυτοί ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, όμως, ανεξαρτήτως της αοριστίας του υπό στοιχείο α’ αυτών, πρέπει να απορριφθούν, στο σύνολο τους, ως ουσιαστικά αβάσιμοι, αφού: 1) δεν αποδείχθηκε, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος μέχρι τον χρόνο τέλεσης των πράξεών του, έζησε έντιμο βίο, δεδομένου ότι ναι μεν το ποινικό του μητρώο είναι λευκό γιατί δεν έχει καταδικαστεί στο παρελθόν, τούτο όμως και μόνο δεν επαρκεί για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του πρότερου έντιμου βίου, ενώ, περαιτέρω, δεν αποδείχθηκαν, ούτε ο κατηγορούμενος, άλλωστε επικαλέστηκε, πέραν των ανωτέρω γενικοτήτων, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που να συγκροτούν, θετικούς, τον μέχρι την τέλεση της υπόψη αξιόποινης πράξης, έντιμο βίο του. 2) Αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη του από ταπεινά αίτια, αφού δεν θα εισέπραττε, λόγω της μεγάλης ένδειάς του, η οποία σημειωτέον δεν αποδείχθηκε, 200 ευρώ, συνολικά, όπως, αβάσιμα, ισχυρίσθηκε, αλλά, αντίθετα, θα εισέπραττε το ποσό των 1.200 ευρώ από κάθε, λαθρομετανάστη, εκμεταλλευόμενος την οικονομική τους εξαθλίωση και την.

ανάγκη τους "για καλύτερη ζωή" ήτοι θα εισέπραττε, συνολικά, (1.200 Χ 6 =) 7.200 ευρώ για την ανωτέρω μεταφορά τους. Και, 3) Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε η κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 δ’ ειλικρινής μετάνοια του κατηγορουμένου, καθώς και ότι αυτός επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της παραπάνω πράξεώς του, διότι η ρηματική διατύπωση της συγγνώμης του και μόνο δεν αρκεί προς τούτο, την δε πράξη του ομολόγησε, αφού συνελήφθη επ’ αυτοφώρω, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι με την βοήθειά του εντοπίσθηκαν ή συνελήφθησαν και διώχθηκαν οι συνεργοί του (αλλοδαποί και ημεδαποί) για την προαναφερθείσα πράξη του.

Επομένως, ο κατηγορούμενος τέλεσε την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής και ν’ απορριφθούν όλοι οι παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμοί του, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως περί της αιτιολογίας της απορρίψεως των άνω αυτοτελών ισχυρισμών (ελαφρυντικών περιστάσεων) θα γίνει λόγος κατωτέρω.

Στη συνέχεια, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξεως της παράνομης μεταφοράς - προωθήσεως λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της Χώρας, κατά συρροή, από κερδοσκοπία και από την οποία μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για ανθρώπους (ήτοι για παράβαση του άρθρου 88 παρ. 1 περ.

β’ , γ’ Ν. 3386/2005), για την οποία του επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης τριάντα (30) ετών (με εκτιτέα 25 έτη) και συνολική χρηματική ποινή τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι στον πιο κάτω παρατιθέμενο τόπο και προσδιοριζόμενο χρόνο, παράνομα, με πρόθεση, κατά συρροή και, ενεργώντας από κερδοσκοπία, παρέλαβε από σημείο εισόδου, προώθησε στο εσωτερικό της Ελληνικής Επικράτειας και διευκόλυνε εν γένει την μεταφορά, υπηκόων τρίτης χωράς που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος και δεν υποβλήθηκαν στον προβλεπόμενο από το νόμο έλεγχο, ενώ από την πράξη του αυτή προέκυψε κίνδυνος της ζωής των μεταφερόμενων.

Συγκεκριμένα, στις 21.1 1.2009 και περί ώρα 14.00, στη συμβολή της Εθνικής Οδού Αλεξανδρούπολης - Ορεστιάδας Συνόρων (στο ύψος του ... χιλιόμετρου) με την οδό που οδηγεί στο χωριό ... Ν. Έβρου, κατελήφθη από αστυνομικούς υπαλλήλους του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης ..., να μεταφέρει, στο με αριθμό κυκλοφορίας ... (ελληνικών αρχών) ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής PEUGEOT, μοντέλου 307, χρώματος λαχανί, με.

αριθμό πλαισίου ..., ιδιοκτησίας, της Ά. Α. του Γ., κατοίκου ... (οδός ...), που οδηγούσε, τους παρακάτω αναφερόμενους υπηκόους τρίτων χωρών, ιρανικής ο πρώτος. πακιστανικής οι λοιποί, κατά δήλωση τους, υπηκοότητας, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος: ΕΠΩΝΥΜΟ ΟΝΟΜΑ ΟΝ.ΠΑΤ ΟΝ.ΜΗΤΡ M. H.U. N. T. I. Z. Μ. A. A.

A. V. S. U. Μ. A. S. F. A. M. S. M. A. F. S. Β. δύο από τους οποίους είχε στο χώρο αποσκευών και τους λοιπούς 4 στην καμπίνα επιβατών του εν λόγω αυτοκινήτου, οι ανωτέρω δε αλλοδαποί με τη βοήθεια δύο (2) διακινητών, τουρκικής υπηκοότητας και αγνώστων έως τώρα λοιπών στοιχείων, στις 21.1 1.2009 κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, είχαν εισέλθει λάθρα στην Ελλάδα από τα σύνορα με το τουρκικό κράτος, από άγνωστο μέρος της παρέβριας περιοχής με βάρκα, μέσω του ποταμού Έβρου και εν συνεχεία οδηγήθηκαν από τους παραπάνω διακινητές μέχρι το προκαθορισμένο μέρος, πλησίον του 47ου χιλιόμετρου της Εθνικής Οδού Αλεξανδρούπολης - Ορεστιάδας, όπου την ίδια ημέρα και περί ώρα 13.50 τους επιβίβασε στο παραπάνω όχημα που οδηγούσε, με σκοπό να τους μεταφέρει στην Αθήνα, έναντι αμοιβής χιλίων διακοσίων (1.200) δολαρίων ΗΠΑ, που θα του κατέβαλε έκαστος κατά την άφιξη τους.

Περαιτέρω, την ίδια ημέρα και περί ώρα 13:50 όταν- αντιλήφθηκε την ύπαρξη αστυνομικών που του έκαναν σήμα στάσης στο … χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Αλεξανδρούπολης - Ορεστιάδας, στην προσπάθεια του να διαφύγει ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα παραβιάζοντας ερυθρό σηματοδότη υφιστάμενο στην διασταύρωση της παραπάνω οδού με δρόμο προς ...

και πραγματοποιώντας επικίνδυνους ελιγμούς, στην προσπάθεια του να στρίψει σε επαρχιακό δρόμο που οδηγεί στο χωριό ..., απώλεσε τον έλεγχο του παραπάνω οχήματος που εξετράπη της πορείας του, λόγω της ταχύτητας που είχε αναπτύξει και εξήλθε της οδού, ακινητοποιούμενο σε παρακείμενο αγρό, θέτοντας, έτσι, σε κίνδυνο την ζωή των επιβαινόντων σ’ αυτό (δύο στον χώρο αποσκευών και τεσσάρων στην καμπίνα επιβατών) αλλοδαπών, αλλά και των οδηγών, των επιβατών των άλλων διερχόμενων οχημάτων, καθώς και των πεζών, χρηστών της εν λόγω οδού.

Απορρίπτει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, στο σύνολο τους.

Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, εκτίθενται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως έκρινε το Δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με βάση τα οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε εν προκειμένω την προπαρατεθείσα διάταξη ουσιαστικού ποινικού δικαίου και ειδικότερα την περ.

γ’ αυτής, από την οποία προβλέπεται η επιβαρυντική περίσταση της δυνατότητας δημιουργίας κινδύνου για άνθρωπο, αφού περιγράφεται λεπτομερώς ο τρόπος δράσεως του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά την πραγματοποίηση μεταφοράς λαθρομεταναστών με όχημα που οδηγούσε ο ίδιος, από τον οποίο δημιουργήθηκε κίνδυνος για ανθρώπους, καθώς και οι υφιστάμενες κατά τον κρίσιμο χρόνο τελέσεως της πράξεως αυτής συνθήκες, από τις οποίες συνήγαγε τη δυνατότητα δημιουργίας τέτοιου κινδύνου (υπερφόρτωση πενταθέσιου αυτοκινήτου με επτά άτομα με αποτέλεσμα τη μειωμένη ευστάθεια και επισφαλή οδική συμπεριφορά του, τοποθέτηση δύο εκ των έξι επιβαινόντων αλλοδαπών στον κλειστό χώρο των αποσκευών με κίνδυνο ασφυξίας και εν γένει αναπνευστικών προβλημάτων, ανάπτυξη ιλιγγιώδους ταχύτητας μετά το σήμα στάσης για έλεγχο από αστυνομικά όργανα και παραβίαση ερυθρού σηματοδότη σε δρόμο μεγάλης κυκλοφορίας με κίνδυνο προκλήσεως σφοδρής συγκρούσεως, επικίνδυνοι ελιγμοί προκειμένου να διαφύγει, απώλεια ελέγχου του οχήματος λόγω της ταχύτητας που είχε αναπτύξει και εκτροπή από την πορεία του εκτός του οδοστρώματος).

Τα περιστατικά αυτά της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο ότι συνέτρεξαν κατά τη διάρκεια της ανωτέρω πράξεως αυτού, αντικειμενικώς κρινόμενα σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δημιουργούν επικίνδυνη κατάσταση, η οποία εμπεριέχει την απαιτούμενη για την εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, οπότε ορθά κρίθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι κινδύνευσαν να τραυματισθούν σοβαρά ή και θανάσιμα όλοι οι μεταφερόμενοι από τον ήδη αναιρεσείοντα λαθρομετανάστες, καθώς και οι οδηγοί και επιβάτες άλλων διερχόμενων οχημάτων αλλά και οι πεζοί χρήστες της οδού.

Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας δεν παρερμήνευσε, αλλά απέδωσε στο νόμο την πραγματική του έννοια και υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 περ. γ’ του Ν. 3386/2005 (όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 48 Ν. 3772/2009) χωρίς ουδόλως να παραβιάσει αυτήν ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει την απόφαση από νόμιμη βάση, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμα. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αναγκαίο να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, τη θεμελίωση, δηλαδή, της εκφερόμενης δικαιοδοτικής κρίσεως σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, ήτοι εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ.Α.Π. 2/2005). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και εκείνος, που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, σύμφωνα με την παρ. 1 του αυτού άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.

Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 του Π.Κ.

Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το ανωτέρω άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες σ’ αυτό υπό στοιχεία α’ και δ’ , ήτοι το ότι ο υπαίτιος α) έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και δ) έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του.

Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ’ απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά.

Για τη δεύτερη από τις περιστάσεις αυτές (υπό στοιχείο δ’ ) πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν, ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης.- Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων υπέβαλε εγγράφως ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου της ουσίας, δια της συνηγόρου του, η οποία ανέπτυξε και προφορικά, μεταξύ άλλων, τους ακόλουθους ισχυρισμούς του, οι οποίοι ενδιαφέρουν για την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων και έχουν, κατά λέξη, ως εξής: "Ο κατηγορούμενος, διήγαγε ατομικά, οικογενειακά, επαγγελματικά και εν γένει κοινωνικά έντιμη ζωή χωρίς να παρουσιάσει ποτέ αντικοινωνικές πράξεις. (ΑΠ 1119/86, Ποιν.Χρον. 1987,32) Το ποινικό του μητρώο είναι λευκό.

Δεν προκύπτει από την προηγούμενη ζωή του κατηγορουμένου, να έχει απασχολήσει τις αρχές ή να έχει δημιουργήσει επεισόδια στον κοινωνικό του περίγυρο. (ΑΠ 1515/1996, Υπέρ. 1997, 825). Ειδική και εμπεριστατωμένη είναι η αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την πράξη διήγαγε έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και καθόλου κοινωνικό βίο, διότι μέχρι τον χρόνο τέλεσης της πράξης είχε επιδείξει την προσήκουσα συμπεριφορά σε όλα τα πεδία δράσης, συμμορφούμενος προς τις κοινωνικές συνθήκες και προσαρμοζόμενος εκουσίως στον αναγκαίο συγχρωτισμό (βλ.

Πεντ Εφ Αθ 708/91, αδημ. ως προς το συγκεκριμένο μέρος, σελ. 25). Επίσης ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την πράξη του διήγαγε έντιμο ατομικό, οικογενειακό και επαγγελματικό βίο, διότι προσαρμόζετο στις κοινωνικές συνθήκες και ακολουθούσε τους κανόνες της οικογενειακής ζωής. ... Ο κατηγορούμενος μετά την τέλεση της πράξης για την οποία κατηγορείται, έδειξε ότι μετανοεί για την πράξη της και ότι δεν προτίθεται να την επαναλάβει.

Ο ισχυρισμός για ειλικρινή μετάνοια πρέπει να είναι ορισμένος, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται για την θεμελίωση του πλήρη, σαφή και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά (βλ. ΑΠ 566/90, ΝοΒ 38, σελ. 1480).

Συνεπώς, εάν δεν υποβλήθηκε ρητή και ορισμένη αίτηση για μείωση της ποινής λόγω συνδρομής ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ Π.Κ. αλλά απλώς και μόνον ο συνήγορος του κατηγορουμένου επικαλέσθηκε μεταμέλεια του, χωρίς και να προβάλει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνεπάγεται αυτή η μεταμέλεια του κατηγορουμένου, δεν θεμελιώνεται ο αυτοτελής ισχυρισμός και επομένως, αφού αυτός είναι αόριστος, δεν απαιτείται να αιτιολογηθεί ειδικά και εμπεριστατωμένα η απόρριψη του (βλ. ΑΠ 566/90, ΝοΒ 38, σελ. 1481). Για να συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση της "ειλικρινούς μετάνοιας" πρέπει η μετάνοια του κατηγορουμένου να είναι "ειλικρινής". "Ειλικρινής" είναι η μετάνοια όταν αυτή εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή είναι πραγματική και όχι προσποιητή. Η μετάνοια στην περίπτωση αυτή πρέπει να είναι πολύ εντονότερη και πέρα από τα συνήθη όρια.

Συνεπώς πρέπει να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά που δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος ζήτησε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και δεν αρκεί η απλή συγνώμη, δηλαδή η ενδιάθετη και δυσδιάγνωστη στάση και τάση της μετάνοιας και μεταμέλειας πρέπει να υλοποιείται σε ειδικές και συγκεκριμένες πράξεις που υποδηλώνουν την αυθόρμητη μεταβολή και μετάλλαξη στον ψυχισμό του κατηγορουμένου. (Για μια τέτοια οπτική της νομικής έννοιας της "ειλικρινούς μετάνοιας" βλ.

αντί άλλων ΑΠ 188/1994, ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ 1994, σελ. 607, ΑΠ 566/90, ΝοΒ 38, σελ. 1480). Από την αρχή, ήτοι από την πρώτη στιγμή της σύλληψης μου, είπα την αλήθεια και κατονόμασα αυτόν που μου είπε να κάνω την συγκεκριμένη πράξη μεταφοράς, την οποία έκανα για πρώτη φορά στη ζωή μου. ... Ενόψει του προπαρατεθέντος περιεχομένου του, ο προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του ήδη αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου (από το άρθρ. 84 παρ. 2 περ.

α’ Π.Κ.), με τον οποίο αυτός επικαλείται απλώς την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου, συνοδευομένου από καλή και συνήθη συμπεριφορά, και δη ομαλή οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή χωρίς παραβατικότητα και μόνον, δεν πληροί τις απαιτούμενες, κατά τα άνω, προϋποθέσεις για τη συγκρότηση και θεμελίωση της, επικαλούμενης και με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, πιο πάνω ελαφρυντικής περιστάσεως και δεν μπορεί να θεμελιώσει τον αντίστοιχο αυτοτελή ισχυρισμό, αφού δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων, που να καταδεικνύουν τη συνδρομή στο πρόσωπό του θετικής και επωφελούς για την κοινωνία δράσεως και συμπεριφοράς, οπότε το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του ως άνω αορίστως υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού, τον οποίο, εν τούτοις, όπως προκύπτει από το παρατεθέν στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αιτιολογημένα απέρριψε, ως αόριστο, σε κάθε δε περίπτωση, ως αναπόδεικτο.

Όσον αφορά δε τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του ιδίου (αναιρεσείοντος) της ελαφρυντικής περιστάσεως της ειλικρινούς μεταμελείας (από το άρθρ. 84 παρ. 2 περ. δ’ Π.Κ.), στον οποίο αναφέρεται ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την απόρριψή του, που διαλαμβάνεται στο προπαρατεθέν σκεπτικό της, είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο της ουσίας με επάρκεια έκρινε ανελέγκτως, ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, προϋποθέσεις προς χορήγηση του προαναφερθέντος ελαφρυντικού, δεχθέν ειδικότερα, ότι δεν αποδείχθηκε ειλικρινής μετάνοια του αναιρεσείοντος, ούτε ότι αυτός επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του και ότι η ρηματική διατύπωση της συγγνώμης του δεν αρκεί προς τούτο, πλήρως δε αιτιολογείται γιατί η ομολογία του, στην οποία αυτός θεμελιώνει την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, δεν ήταν ειλικρινής, αφού οφείλεται στο ότι συνελήφθη επ’ αυτοφώρω.

Συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., σε σχέση με την απόρριψη των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα αυτοτελών ισχυρισμών περί χορηγήσεως σ’ αυτόν των ελαφρυντικών του προτέρου εντίμου βίου και της ειλικρινούς μεταμελείας, είναι αβάσιμοι. Πρέπει να σημειωθεί ότι λόγος αναιρέσεως, σε σχέση με αναιτιολόγητη απόρριψη της συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 § 2β ΠΚ δεν υπάρχει.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-12-2014 αίτηση (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19-12-2014) του Ρ. Ε. του Χ., κρατουμένου στις Φυλακές Λάρισας, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 347/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ