Legislator Case Law & Legislation
1191/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of specific grounds and substantive review limits.

Case Number 1191/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request for cassation against both the first-instance and second-instance judgments regarding inheritance rights. The appellant argued that the lower courts erred by accepting inheritance without considering long-term possession or citing insufficient legal reasoning. The court ruled the appeal inadmissible because the grounds were vague and failed to specify which substantive law was violated or how the reasoning was contradictory.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1) and 524(3) of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if grounds are vague and do not specify the violated substantive law or the nature of the reasoning contradiction, as appeals cannot review the substance of the case.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible grounds vague reasoning substantive review limits inheritance rights legal reasoning defect Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1) of the Code of Civil Procedure
Article 524(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 16/1990
OLAP 25/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1191 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1191/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Γ. ή Γ. του Ν., κατοίκου ..., ως κληρονόμου του Ν. Γ. του Μιχαήλ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γουσέτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. χήρας Κ. Γ., 2. Ε. συζ. Κ. Λ., κατοίκων ... και 3. Κ. συζ. Π. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κοϊμτζίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 780/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-6-2008 αίτησή του και με τους από 29-3-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κ. Τσόλας ανέγνωσε τις από 20-11-2009 και 25-2-2011 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων ως απαράδεκτων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των άρθρων 553 παρ. 1 και 524 § 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απόρριψη της εφέσεως λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και επομένως στην περίπτωση αυτή προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας απόφαση του Εφετείου στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτώς (ΟλΑΠ 16/1990).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται, α) κατά της 99/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 19-12-2002 αγωγή αναγνωρίσεως του κληρονομικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων και β) κατά της 780/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης, που απέρριψε κατ' ουσίαν, λόγω ερημοδικίας του αναιρεσείοντος την έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως.

Με βάση τα προεκτεθέντα η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της (99/2004) αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η απόφαση αυτή, μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη της εφέσεως, ενσωματώθηκε στην εφετειακή απόφαση. Η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θράκης, που, όπως προαναφέρθηκε, εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος, παραδεκτώς προσβάλλεται με την αναίρεση (άρθρο 553 ΚΠολΔ), παρά το ότι δεν προκύπτει ότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας.

Τούτο διότι από την απευθείας άσκηση αναιρέσεως προκύπτει (σιωπηρή) παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας, η παραίτηση δε αυτή, για την οποία δεν παρασχέθηκε η απαιτούμενη κατ' άρθρο 98 περ. β' ΚΠολΔ., ειδική πληρεξουσιότητα, εγκρίθηκε από τον αναιρεσείοντα και έτσι θεραπεύθηκε η έλλειψη, όπως αυτό προκύπτει από τη μεταγενέστερη, δια του .../2009 προσκομιζομένου εγγράφου της συμβολαιογράφου Καβάλας Ελένης Τσαλίκη, παρασχεθείσα, εκ μέρους του εν λόγω διαδίκου, πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο Ιωάννη Γουσέτη να παραστεί και να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά την παρούσα δικάσιμο.

Η έγκριση, ενεργώντας αναδρομικώς, ισχυροποίησε, όπως προκύπτει από την διασταλτική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 544 αριθ. 4 ΚΠολΔ, την παραίτηση από το χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως (ΟλΑΠ 626/1980, ΑΠ 936/2009).

2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου εάν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό της με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλέπεται ο προσδιορισμός δικασίμου σε χρόνο που να παρέχει επαρκή προθεσμία για την επίδοση και την προπαρασκευή της υποθέσεως και τη σύνταξη της εκθέσεως από τον εισηγητή που ορίστηκε, προκύπτει ότι ως ημέρα συζητήσεως για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και κοινοποιήσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, νοείται εκείνη, η οποία, κατά το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε και η μεταγενέστερη, που ορίζεται μετά από αναβολή ή ματαίωση (ΟλΑΠ 654/1984, 143/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση για αναίρεση της 780/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης και της 99/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας κατατέθηκε στις 18-6-2008 στη γραμματεία του Εφετείου Θράκης και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και προσδιορίστηκε για να δικαστεί από το Γ' Τμήμα του Αρείου Πάγου στις 2-12-2009. Η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε με αίτηση του αναιρεσείοντος για τη δικάσιμο της 9-3-2011. Ο αναιρεσείων στις 29-3-2010 κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 18-3-2010 δικόγραφο των υπό κρίση πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι μαζί με το κύριο δικόγραφο της αναιρέσεως συζητήθηκαν στην ανωτέρω δικάσιμο της 9-3-2011. Όμως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως, ενόψει των όσων έχουν προεκτεθεί, είναι εκπρόθεσμοι και γι' αυτό απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

3.- Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005).

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναιρέσεως θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες, επί λέξει, αιτιάσεις: "δέχθηκε την άτυπη δωρεά από τ' αδέλφια Λ.

και Α. προς τον δικαιοπάροχό του και τον φερόμενο δικαιοπάροχο των αντιδίκων, χωρίς να αποδειχθεί, ενώ απέρριψε τον αποδεδειγμένο ισχυρισμό ότι... άτυπα του δώρισαν όλοι τα κληρονομικά τους μερίδια και στα δύο επίδικα ακίνητα και με διάνοια κυρίου επελήφθη της νομής τους ..., επίσης δεν δέχθηκε στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου του την έλλειψη της παθητικής του νομιμοποιήσεως, αφού αποδείχθηκε ότι καμία σχέση δεν είχε από 2οετίας και πλέον με τα επίδικα ακίνητα, όπως δεν δέχθηκε και την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης στο πρόσωπο των αντιδίκων, εφόσον ο φερόμενος δικαιοπάροχός των από μακρού (πλέον της 20ετίας) είχε αποξενωθεί από τα επίδικα ακίνητα και είχε απεκδυθεί κάθε δικαιώματός του σ' αυτά ..., ακόμη δεν έγινε δεκτή η αυταπόδεικτη καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων των αντιδίκων, αλλά και η καλόπιστη εκ μέρους μου χρησικτησία στα επίδικα".

Όλες, όμως, οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.1εδ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι παραβιάστηκαν "οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών και τα διδάγματα της κοινής πείρας", χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, είναι αόριστος.

4.- Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίοι θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, δεν προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001 και 12/2000), καθώς και αν ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με τις προτάσεις από τον αρχικώς εναγόμενο Ν. Γ., στη δικονομική θέση του οποίου αυτός υπεισήλθε μετά το θάνατό του, ισχυρισμό, ότι αυτός (αναιρεσείων) νέμεται τα επίδικα ακίνητα από το 1980, που οι συγκύριοι- συγκληρονόμοι Ν.

Γ. (δικαιοπάροχός του), Κ. Γ., Λ. Γ. και Α. Γ. του τα παραχώρησαν λόγω άτυπης δωρεάς και έτσι έγινε κύριος με έκτακτη χρησικτησία. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των με αριθμό 99/2004 πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Καβάλας) ο αρχικός εναγόμενος δεν πρότεινε παραδεκτά, κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως, με δήλωση καταχωρημένη στα πρακτικά (και όχι μόνο με τις προτάσεις), σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ.1 ΚΠολΔ, τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους του αναιρεσείοντος με έκτακτη χρησικτησία.

Πέραν τούτου όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση με αυτήν έγινε δεκτό, εκτός των άλλων που δεν ενδιαφέρουν, ότι οι εκ των ως άνω συγκληρονόμων Λ. και Α. Γ., μετά το θάνατο της μητέρας τους Ε. χήρας Μ. Γ. (1965) δώρησαν ατύπως το εξ αδιαιρέτου κληρονομικό τους μερίδιο στα πιο πάνω ακίνητα στους λοιπούς- αδελφούς τους Κ.

και Ν. Γ.. Επίσης δέχθηκε ότι οι τελευταίοι κατά το 1971 προέβησαν σε άτυπη διανομή του δευτέρου επίδικου ακινήτου, εμβαδού 211,80 τ.μ, και ο καθένας έλαβε διαιρετό τμήμα εμβαδού 105,90 τ.μ. Σε ένα από τα τμήματα αυτά, όπως ακολούθως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος άρχισε να κατασκευάζει οικία, η οποία περατώθηκε κατά το 1973.

Ενόψει των παραδοχών αυτών προκύπτει, ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός περί άτυπης δωρεάς κατά το 1980 των επίδικων ακινήτων εκ μέρους των συγκληρονόμων Ν. Γ., Κ. Γ., Λ. Γ. και Α. Γ. στον αναιρεσείοντα και της εκ μέρους του έκτοτε νομής αυτών ελήφθη υπόψη και απερρίφθη εκ του πράγματος.

Συνεπώς ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.

5.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο αυτό λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι' αυτά. Εξάλλου, με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 15 του Ν. 2943/2001), απαλείφθηκε η άλλη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που όριζε ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν διέταξε απόδειξη για τα πράγματα που δέχθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος τους, από τον αριθ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με την ύπαρξη άτυπης διανομής των επίδικων ακινήτων μεταξύ του δικαιοπαρόχου του Ν.

Γ. και Κ. Γ., δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, και το στηριζόμενο σ' αυτήν κληρονομικό τους δικαίωμα χωρίς απόδειξη. Επίσης, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά τρίτο μέρος του, επικαλούμενος την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι δεν διέταξε αποδείξεις για τον ισχυρισμό του περί νομής των επίδικων ακινήτων εκ μέρους του επί τον απαιτούμενο χρόνο της χρησικτησίας.

Οι πρώτοι λόγοι είναι αβάσιμοι, διότι το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την ως άνω άτυπη διανομή και το κληρονομικό δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων επί των επίδικων ακινήτων, όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα).

Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι, στην προκειμένη περίπτωση, η διαφορά, για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, εκδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό από το Μονομελές Πρωτοδικείο και η ενώπιον αυτού συζήτηση έγινε στις 16-3-2004, δηλαδή μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 2915/2001 και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος λόγος αναιρέσεως.

6.- Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κακώς επιδικάσθηκαν σε βάρος του αρχικώς εναγομένου, στην δικονομική θέση του οποίου αυτός υπεισήλθε μετά το θάνατό του, δικαστικά έξοδα εξ 700 ευρώ, αφού δεν υπήρχε σχετικό αίτημα εκ μέρους των εναγόντων. Όπως όμως προκύπτει από τις από 16-3-2004 προτάσεις των εναγόντων, που υπέβαλαν εμπρόθεσμα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, οι τελευταίοι είχαν υποβάλει παραδεκτά αίτημα καταδίκης του εναγομένου στα δικαστικά τους έξοδα. Συνεπώς ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

7.- Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 , 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει ν' αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, εάν και ποιον λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης εξαιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 559 αριθ. 19), εάν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, να εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως και ν' αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε τα περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 25/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, αφενός λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, διότι δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες απέκτησαν τα αναφερόμενα κληρονομικά μερίδια στα επίδικα ακίνητα με "μόνη την μη αποποίηση της κληρονομίας του δικαιοπαρόχου τους, δυνάμει των μεταγεγραμμένων 147/2002 και 148/2002 πιστοποιητικών μη αποποίησης της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Καβάλας" και αφετέρου λόγω αντιφατικών αιτιολογιών.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος, διότι πέραν του ότι δεν καθορίζεται η φερόμενη ως παραβιασθείσα εκ πλαγίου διάταξη του ουσιαστικού δίκαιου, δεν εκτίθενται και δη με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την απόκτηση του κληρονομικού δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα κληρονομιαία ακίνητα, ενώ δεν αναφέρεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε τα περιλαμβάνει η απόφαση και σε τι συγκεκριμένα συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών της.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως (κατά το πρώτο μέρος του), προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "αναγνώρισε το κληρονομικό δικαίωμα των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα, χωρίς να λάβει υπόψη την διαμορφωθείσα αναφορικά με αυτά (επίδικα) μακροχρόνια πραγματική κατάσταση, δηλαδή την εκ μέρους του κατοχή τους με διάνοια κυρίου από το 1980 και έκτοτε ...

ότι έγινε δεκτή η έκταση των επίδικων ακινήτων με βάση πρόσφατο τοπογραφικό, ενώ αυτή εμφανίζεται διαφορετική στους τίτλους και τα επισυναπτόμενα σχεδιαγράμματα, η αναφορά των οποίων παρελείφθη από την προσβαλλόμενη ... και ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που αναγνώρισε τις αναιρεσίβλητες κληρονόμους μερίδων σε διαιρετό τμήμα του β' ακινήτου χωρίς να αποδειχθεί η επικαλούμενη άτυπη διανομή του μεταξύ των συγκυρίων είναι ανεπαρκεστάτη αν όχι αντιφατική".

Οι εν λόγω αιτιάσεις, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-6-2008 αίτηση του Μ. Γ. ή Γ. για αναίρεση α) της 780/2007 απόφασης του Εφετείου Θράκης και β) της 99/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας καθώς και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης που ασκήθηκαν με το από 18-3-2010 δικόγραφο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ