Supreme Court dismisses appeal on property ownership where lower court freely evaluated public deed contents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court misinterpreted a public deed and failed to properly weigh its evidentiary value. The court ruled that the appellate court correctly exercised its discretion to freely evaluate the deed's contents alongside other evidence, making the decision unreviewable on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 249 of the Code of Civil Procedure and Article 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the lower court's free evaluation of a public deed's contents when the decision is based on a holistic assessment of evidence rather than a distortion of the document.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1191 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1191/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ρουμελιώτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1 συζ. Θ, θυγ. Ρ, κατοίκου ...., 2. Ψ2 χας Κ, 3.Ψ3 συζ. Ρ, 4.Ψ4 θυγ. Ρ και 5. Ρ, κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Στάμου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2003 τριτανακοπή της Χ και με την από 21-2-2004 αγωγή της Ψ1 συζ. Θ (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 443/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 9151/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25-7-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 2-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ αναστολή της δίκης ωσότου περατωθεί άλλη πολιτική ή διοικητική δίκη, απόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη με αναίρεση εξουσία του δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 991 Α.Κ., ο εναγόμενος για διατάραξη ή αποβολή από τη νομή δεν μπορεί να επικαλεσθεί δικαίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα, παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ' αυτόν και τον ενάγοντα.
Η διάταξη αυτή, που αποκλείει την προβολή από τον εναγόμενο ενστάσεων, στηριζόμενων σε δικαίωμα του επί του πράγματος, το οποίο δεν έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ' αυτόν και τον ενάγοντα, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωσή της, έχει εφαρμογή μόνο όταν πρόκειται για αγωγή περί διαταράξεως ή αποβολής από τη νομή, όχι όμως και σε άλλες αγωγές, όπως είναι η διεκδικητική ή η αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο έκρινε βάσιμη την ένδικη από 21-2-2004 διεκδικητική ακινήτου αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, η οποία είχε ως μοναδική βάση την κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, και αβάσιμες τις συνεκδικασθείσες με εκείνη από 24-10-2003 τριτανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 4269/2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή περί αναγνωρίσεως κυριότητας της επί του επιδίκου ακινήτου, ακολούθως δε, επικυρώνοντας την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, απέρριψε την έφεση κατ' αυτής της τριτανακόπτουσας-εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας.
Ενόψει τούτων, η μη αναβολή από το Εφετείο της συζήτησης της έφεσης της αναιρεσείουσας μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της από 21-4-2004 άλλης αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης περί αποβολής από τη νομή του επιδίκου, την οποία είχε ασκήσει η τελευταία κατά της αναιρεσείουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 991 ΑΚ, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.β' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, που δέχθηκε ότι κατά το έτος 1979, κατά το οποίο η πρώτη αναιρεσίβλητη ενάγουσα ήταν ηλικίας μόλις 11 ετών, περιήλθε σ' αυτήν, μέσω των γονέων της, τρίτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, ως νομίμων εκπροσώπων αυτής, λόγω της ανηλικότητάς της κατά το χρόνο της κτήσης, η φυσική εξουσίαση του επιδίκου ακινήτου, με μεταβίβαση της νομής του προς αυτήν από τον προηγούμενο νομέα του, που ήταν ο πατέρας της, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία "αποκλείεται η παράδοση της νομής ακινήτου από πατέρα σε ενδεκάχρονο παιδί του, που στερείται δικαιοπρακτικής ικανότητας, και η εν συνεχεία άσκηση επ' αυτού από τον πατέρα, για λογαριασμό του τέκνου, πράξεων νομής".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση του διδάγματος της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 974, 976, 979, 980 και 1045 ΑΚ που επικαλείται η αναιρεσείουσα ή την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 979 ΑΚ η νομή αποκτάται με αντιπρόσωπο όταν αυτός αποκτήσει τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα με σκοπό να καταστήσει νομέα τον αντιπροσωπευόμενο, ενώ κατά το άρθρο 980 του ίδιου Κώδικα η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η νομή μπορεί να αποκτηθεί και να ασκηθεί και με αντιπρόσωπο.
Έτσι και ο ανήλικος που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο έτος και σύμφωνα με το άρθρο 128 ΑΚ είναι ανίκανος για δικαιοπραξία μπορεί να αποκτήσει και να ασκήσει τη νομή μόνο μέσω του νομίμου αντιπροσώπου γονέα του, ενώ ο περιορισμένως ικανός για δικαιοπραξία ανήλικος, που κατά το άρθρο 134 ΑΚ είναι όποιος συμπλήρωσε το δέκατο έτος, μπορεί να αποκτήσει τη νομή και αυτοπροσώπως, αφού με τη μεταβίβαση προς αυτόν της νομής αποκτά απλώς και μόνο έννομο όφελος.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, αναφορικά με την κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την πρώτη αναιρεσίβλητη ενάγουσα, με έκτακτη χρησικτησία, τα εξής ουσιώδη : "Το επίδικο εδαφικό τμήμα εμβαδού 218 τ.μ., αποτελεί τμήμα αγροτεμαχίου εκτάσεως 2.175 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ...
και συνορεύει, όπως αναφέρεται στην απόφαση. Στην ενάγουσα-πρώτη των καθ' ων η τριτανακοπή περιήλθε η φυσική εξουσίαση του επιδίκου ακινήτου το έτος 1979, ως τμήμα του παραπάνω μείζονος αγροτεμαχίου, μέσω των γονέων της (τέταρτης και πέμπτου των καθ' ων η τριτανακοπή), ως νομίμων εκπροσώπων αυτής, λόγω της ανηλικότητάς της κατά το χρόνο της κτήσης, με μεταβίβαση της νομής τούτου από τον προηγούμενο νομέα αυτού πατέρα της Ρ (πέμπτο των καθ' ων η τριτανακοπή).
Ο τελευταίος νεμόταν και κατείχε το επίδικο ακίνητο από το έτος 1976, κατά το οποίο είχε μεταβιβασθεί σ' αυτόν η νομή και κατοχή του επιδίκου, ως τμήμα μεγαλύτερου αγροτεμαχίου, εκτάσεως 553,16 τ.μ., από την μέχρι τότε νομέα και ιδιοκτήτρια αυτού Ζ, επακολούθησε δε η προς αυτόν μεταβίβαση της κυριότητας του ίδιου αγροτεμαχίου από τους αναφερόμενους κληρονόμους της Ζ, με το υπ' αριθμ. ...
πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Βασιλικής Γκίκα, που μεταγράφηκε νόμιμα. Από το έτος 1979, που μεταβιβάσθηκε η νομή του επιδίκου ακινήτου στην ενάγουσα, αυτή το νεμόταν με διάνοια κυρίου, είτε δια του νομίμου εκπροσώπου πατέρα της, που ενεργούσε για λογαριασμό της, είτε προσωπικώς η ίδια, συνεχώς μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2003, που το κατέλαβε η εναγομένη-τριτανακόπτουσα, ήτοι για μία τουλάχιστον εικοσαετία, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις.
Ειδικότερα η ενάγουσα, είχε οριοθετήσει το επίδικο με πασσάλους, καλλιεργούσε τα υπάρχοντα ελαιόδεντρα, συνέλεγε τον καρπό από αυτά και ακόμη το καθάριζε και το επέβλεπε και έτσι απέκτησε την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κτήσης από την πρώτη αναιρεσίβλητη ενάγουσα τόσο της νομής του επιδίκου ακινήτου, όσο και της επ' αυτού κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 128, 134, 979, 980 και 1045 του ΑΚ.
Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας ως προς το ζήτημα της κτήσης της νομής του επιδίκου από την πιο πάνω αναιρεσίβλητη δεν ήταν απαραίτητο να διευκρινίζεται στην απόφαση αν αυτή κατά το έτος 1979 είχε συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας της, αφού, για την απόκτηση από την εν λόγω ανήλικη της νομής επί του επιδίκου αρκούσε η παραδοχή του Εφετείου, ότι κατά το έτος 1979 περιήλθε σ' αυτήν η φυσική εξουσίαση του επιδίκου ακινήτου, δια των αναιρεσιβλήτων γονέων της, οι οποίοι ενήργησαν ως νόμιμοι αντιπρόσωποι αυτής, λόγω της ανηλικότητάς της κατά το χρόνο κτήσης της νομής.
Επομένως ο τρίτος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, όπως τέτοιος είναι και ο συμβολαιογράφος, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί σωστό, αφού στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου θέματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αριθ. 12 και 20 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι το Εφετείο, αφενός δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου στο υπ' αριθμ .... πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Βασιλικής Γκίκα, με το οποίο μεταβιβάσθηκε η κυριότητα τμήματος αγροτεμαχίου, εμβαδού 553,16 τ.μ., στο δικαιοπάροχο πατέρα της πρώτης αναιρεσίβλητης ενάγουσας, και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου συμβολαίου, διότι, ενώ σ' αυτό αναφέρεται ότι οι κληρονόμοι της αρχικής ιδιοκτήτριας Ζ μεταβιβάζουν με αυτό, λόγω πωλήσεως, στον πατέρα της πρώτης αναιρεσίβλητης Ρ τόσο την κυριότητα, όσο και τη νομή και κατοχή του πωλουμένου αγροτεμαχίου, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο τελευταίος νεμόταν το επίδικο ακίνητο ήδη από το έτος 1976, που είχε μεταβιβασθεί σ' αυτόν η νομή και κατοχή του επιδίκου, ως τμήμα του άνω μείζονος αγροτεμαχίου, από τη μέχρι τότε νομέα Ζ και ότι με το ανωτέρω συμβόλαιο, που επακολούθησε, μεταβιβάσθηκε προς αυτόν από τους κληρονόμους της Ζ μόνο η κυριότητα του αγροτεμαχίου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ως προς μεν την πρώτη αιτίαση, διότι το προδιαληφθέν συμβόλαιο αποτελεί μεν δημόσιο έγγραφο γενικώς, συνιστά όμως πλήρη απόδειξη μόνον ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό ότι έγιναν από τον συντάξαντα τούτο συμβολαιογράφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, καθώς και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συμβολαιογράφος, όχι δε και ως προς την περιεχόμενη σ' αυτό δήλωση των πωλητών ότι μεταβιβάζουν στον αγοραστή τη νομή του πωλουμένου ακινήτου, ως προς την οποία τούτο εκτιμάται ελεύθερα ως δικαστικό τεκμήριο, όπως εκτιμήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση από το Εφετείο, ως προς δε τη δεύτερη αιτίαση, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο την κρίση του για το γεγονός της κτήσης της νομής του επιδίκου από το δικαιοπάροχο πατέρα της αναιρεσίβλητης από το έτος 1976, τη σχημάτισε από τη συνεκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων και όλων των επικαλουμένων και προσκομιζομένων από αυτούς εγγράφων, μεταξύ των οποίων και το πιο πάνω αναφερόμενο συμβόλαιο, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αυτό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7-2008 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9151/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ