Supreme Court dismisses appeal on debt renewal and bill of exchange ownership issues under Greek Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an anonymous company against a Thessaloniki Court of Appeal judgment. The lower court found that a debt renewal occurred via a bill of exchange endorsed to a bank, extinguishing the original liability. The appellant argued the bill remained owned by the original holder, but the court rejected this, noting the endorsement transferred rights and the bank's failure to stamp the bill was unreasonable. Consequently, the court upheld the lower court's decision that the debt was renewed and the original debtor was released.
Legislator headnote
AI generatedArticles 436, 438, 483 of the Civil Code; A debt renewal via bill of exchange endorsement extinguishes the original obligation, releasing the original debtor and guarantors even if the bill was subsequently endorsed to a third party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1191 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1191/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνημης Εταιρίας με την επωνυμία "ΥΙΟΙ ΕΥΡ. ΧΑΤΖΗΚΡΑΝΙΩΤΗ ΑΛΕΥΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΥΡΝΑΒΟΥ Α.Ε", που εδρεύει στον Τύρναβο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μαρτσέκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γιάννη Κοτζαμανίδη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Μαρτίου 1997 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12237/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 584/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 23 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α του ΚΠολΔ, αναίρεσης επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ. Α.Π. 36/1988, Α.Π. 1399/2005).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 436 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται αν με σύμβαση αντικατασταθεί, με το σκοπό κατάργησης, με νέα ενοχή (ανανέωση) που περιλαμβάνει είτε τα ίδια πρόσωπα είτε άλλο οφειλέτη είτε άλλο δανειστή. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 438 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι για να επέλθει με ανανέωση η απόσβεση υφισταμένης ενοχής απαιτείται, αφενός μεν η δημιουργία νέας ενοχής, αφετέρου δε σκοπός ανανεώσεως των συμβαλλομένων, ο οποίος πρέπει να συνάγεται σαφώς, έστω και σιωπηρώς (Ολ ΑΠ 391/1980).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. Ι και 2, 22 του κ.ν. 2190/1920 και 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ, το δικαίωμα της οργανικής εκπροσωπήσεως της ανώνυμης εταιρίας και διαχειρίσεως της περιουσίας της, επιτρέπεται να ανατεθεί από το διοικητικό συμβούλιο εν όλω ή εν μέρει, σε τρίτο πρόσωπο, αν αυτό ορίζεται στο καταστατικό.
Η υποκατάσταση αυτή του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας στην εκπροσώπηση της από τρίτο πρόσωπο, όταν την επιτρέπει το καταστατικό, είναι δυνατή μόνο με απόφαση του ίδιου (διοικητικού συμβουλίου). Η εν λόγω υποκατάσταση είναι σχέση τελείως διαφορετική από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και της εντολής που προβλέπουν τα άρθρα 216 επ.
και 713 επ. του ΑΚ. Πράγματι, τόσο ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα διοικήσεως, τα οποία εκφράζουν τη βούληση της ανώνυμης εταιρίας, αλλά ενεργούν ως αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίσθηκαν από το διοικητικό της συμβούλιο ή τα υποκατάστατα του όργανα και των οποίων, πράξεων, μόνο η εκτέλεση ανατίθεται σ' αυτούς.
Η σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή των εν λόγω οργάνων είναι οπωσδήποτε απαραίτητη, απλώς δεν είναι απαραίτητο να διατυπώνεται πανηγυρικά. Αρκεί να προκύπτει από αυτή (απόφαση) έστω και ερμηνευτικώς (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ), βούληση του διοικητικού συμβουλίου ή των προαναφερόμενων οργάνων, ώστε να συναφθεί η σύμβαση από άλλο πρόσωπο.
Περαιτέρω, κάθε υπάλληλος της ανώνυμης εταιρίας, όταν καταρτίζει δικαιοπραξία ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της εν λόγω εταιρίας, μόνον εφόσον οι εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσεως του, οι εμφανιζόμενες στο κοινό, εν γνώσει, κατ' εντολή ή κατ' ανοχή του διοικητικού συμβουλίου ή των υποκατάστατων του οργάνων, παρέχουν, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές του είδους της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ανώνυμης εταιρίας, την εντύπωση, ότι έχει ανατεθεί σε αυτόν (υπάλληλο της) κύκλος εργασιών, που περιλαμβάνει και την προαναφερόμενη δικαιοπραξία (ΑΠ 1187/2000, ΑΠ 677/1996).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο κατά την ανεξέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα-καθής η ανακοπή, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία <<Υιοί Ευριπίδη Χατζηκρανιώτη Αλευροβιομηχανία Τυρνάβου Α.Ε.>>, που εδρεύει στο 1° χλμ. της Ε.Ο. Τυρνάβου-Λάρισας, διατηρεί στον Τύρναβο Ν.
Λάρισας επιχείρηση αλευροβιομηχανίας. Η εφεσίβλητη-ανακόπτουσα διατηρεί στην ... Θεσσαλονίκης συνοικιακό γυμναστήριο και μέχρι την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής, κατά τα παρακάτω, ουδεμία έννομη ή άλλης φύσεως σχέση την συνέδεε με την εκκαλούσα. Μεταξύ των πελατών της τελευταίας περιλαμβανόταν και η μη διάδικος ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία <<...
Ο.Ε.>>, που διατηρούσε στη .... Θεσσαλονίκης επιχείρηση αρτοποιίας. Η εν λόγω επιχείρηση είχε περιέλθει από το έτος 1994 και μετέπειτα σε οικονομική δυσπραγία, που είχε ως επακόλουθο την αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της έναντι των δανειστών της και στη συνέχεια, την κήρυξή της σε κατάσταση πτώχευσης.
Λόγω της αδυναμίας της να ανταπεξέλθει στις οικονομικές υποχρεώσεις της έναντι της εκκαλούσας, η παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία είχε προβεί αρκετές φορές σε αντικατάσταση αξιόγραφων, που της είχε χορηγήσει με άλλα, που έφεραν μεταγενέστερη ημερομηνία έκδοσης, ανανεώνοντας, έτσι το χρέος της και παρατείνοντας το χρόνο πληρωμής της δανείστριας της, σύμφωνα και με την κατάθεση της μάρτυρας ανταπόδειξης, λογίστριας της εκκαλούσας.
Στις 27-6-1995 η ίδια ομόρρυθμη εταιρία, δια των νομίμων εκπροσώπων της, παρέδωσε στην εκκαλούσα, μέσω του Δικηγόρου Θεσσαλονίκης, Ιωάννη Γκόγκου, ο οποίος ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό της τελευταίας, την επίδικη, υπ' αριθ. .... με ταχρονολογημένη επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, που έφερε ως ημερομηνία έκδοσης την 30-10-1995, ποσού 26.248.766 δραχμών, την οποία είχε εκδώσει η εφεσίβλητη - ανακόπτουσα.
Η τελευταία διατηρούσε με τον ομόρρυθμο εταίρο και νόμιμο εκπρόσωπο της παραπάνω εταιρίας, Γ1, στενή οικογενειακή και πνευματική σχέση (ήταν κουμπάροι). Ειδικότερα, η εφεσίβλητη, την περίοδο εκείνη, λόγω των προαναφερόμενων σχέσεων μεταξύ της ίδιας και του συζύγου της αφενός και του Γ1, αφετέρου, προκειμένου να διευκολύνει τον τελευταίο, που αντιμετώπιζε ταμειακή δυσχέρεια, όπως έχει εκτεθεί, έχοντας στην κατοχή της μπλοκ επιταγών, του ενεχείριζε τραπεζικές επιταγές της, με συμπληρωμένα μόνο τα στοιχεία της, ως εκδότριας και λευκές κατά τα λοιπά τους στοιχεία, τις οποίες αυτός συμπλήρωνε, κατά τη ρητή συμφωνία τους, με ποσά 500.000 έως 600.000 δραχμών, τα οποία πλήρωνε πάντοτε, μέχρι τουλάχιστον το καλοκαίρι του 1995, οπότε του παραδόθηκε από την ανακόπτουσα το σώμα της επίδικης επιταγής (βλ.
κατάθεση μάρτυρος απόδειξης, συζύγου της εφεσίβλητης). Η επιταγή αυτή, που ήταν, όπως και οι προηγούμενες, ευκολίας, δεδομένου ότι δεν υπήρχε μεταξύ της εφεσίβλητης και της εταιρίας του κουμπάρου της οποιαδήποτε έννομη σχέση, θα συμπληρωνόταν, κατά τα συμφωνηθέντα, με το ποσό των 500.000 δραχμών. Όμως, παρά την παραπάνω μεταξύ τους συμφωνία, συμπληρώθηκε, αυθαίρετα, από τον Γ1, με το προαναφερόμενο ποσό των 26.248.766 δραχμών, γεγονός για το οποίο ο τελευταίος, μετά την από 5-11-1997 έγκληση της εφεσίβλητης, καταδικάσθηκε αμετακλήτως για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση σε βαθμό κακουργήματος (βλ.
υπ' αριθ.1022-1023/2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης). Ακολούθως, η επίδικη επιταγή οπισθογραφήθηκε στην εταιρία, συμφερόντων του Γ1, <<...Ε.Ε.>>, η οποία στη συνέχεια την οπισθογράφησε εκ νέου εν λευκώ στην παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία (<<... Ο.Ε.>>) και η τελευταία στην εκκαλούσα, προς κάλυψη υποχρεώσεων της έναντι αυτής, που προέρχονταν από άλλες τρεις επιταγές της τότε Τράπεζας Κρήτης Α.Ε., πληρωτέες σε διαταγή της εκκαλούσας, ποσού εκάστης 8.000.000 δραχμών και συνολικού ποσού 24.000.000 δραχμών.
Συμφωνήθηκε δε περαιτέρω μεταξύ των δύο συνεργαζόμενων εταιριών, ότι τα σώματα των τριών παραπάνω επιταγών θα επιστραφούν στην ομόρρυθμη εταιρία, μόνον εάν εξοφλείτο η επίδικη επιταγή, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία ... απόδειξη παραλαβής επιταγής, την οποία και οι δύο διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν.
Στις 10-7-1995, η εκκαλούσα, έχοντας εις χείρας της την επίδικη επιταγή,που ήταν πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα (κατάστημα Τριανδρίας), οπισθογράφησε αυτήν στην ίδια Τράπεζα (κατάστημα Τυρνάβου), λόγω ενεχύρου. Κατά την φερόμενη ημερομηνία έκδοσής της (...) η επιταγή δεν εμφανίσθηκε στη, ως άνω, Τράπεζα, αλλά ούτε και σφραγίσθηκε από αυτήν, οπότε η εκκαλούσα, αφού κατέβαλε το ποσό της, την ανέλαβε εκ νέου και ακολούθως προχώρησε στην έκδοση της ανακοπτόμενης (υπ' αριθ. 5155/1997) διαταγής πληρωμής, χρησιμοποιώντας την άκυρη επιταγή ως χρεωστικό μεταξύ εμπόρων ομόλογο (άρθρο 76 του ν.δ. 17.7/23.8.1923 <<περί ανωνύμων εταιριών>>), στρεφόμενη, πλην των άλλων, υπόχρεων και σε βάρος της εφεσίβλητης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι για τις συναλλαγές μεταξύ της εκκαλούσας και της ομόρρυθμης εταιρίας <<... Ο.Ε.>> ήταν επιφορτισμένος ο περιοδεύων πωλητής της πρώτης, Β1, ο οποίος, ελάμβανε τις σχετικές παραγγελίες από την παραπάνω εταιρία, εισέπραττε το εκάστοτε οφειλόμενο από αυτήν τίμημα και γενικά του είχε ανατεθεί από την εργοδότρια του η παρακολούθηση των συναλλαγών μεταξύ των δύο εταιριών (βλ.
κατάθεση μάρτυρος ανταπόδειξης, λογίστριας της εκκαλούσας). Στις 27-10-1995, ο ως άνω, περιοδεύων πωλητής, ενεργώντας για λογαριασμό της εκκαλούσας και κατόπιν τηλεφωνικής του επικοινωνίας με το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Χατζηκρανιώτη, συμφώνησε με τους εκπροσώπους της εταιρίας <<....Ο.Ε.>>, την αντικατάσταση της επίδικης επιταγής με τέσσερις συναλλαγματικές, ποσού 6.500.000 δραχμών οι τρεις πρώτες και 6.748.766 η τέταρτη, λήξεως την 10-12-1995, 10-1-1996, 20-2-1996 και 10-3-1996, αντίστοιχα.
Για τη συμφωνία αυτή, με την οποία έλαβε χώρα κατάργηση της ενοχής από την επιταγή και ίδρυση νέας, από τις πιο πάνω συναλλαγματικές, συντάχθηκε και η από ... απόδειξη παραλαβής συναλλαγματικών, την οποία υπέγραψε ο ανωτέρω πωλητής της εκκαλούσας, Β1, για λογαριασμό της, όπως ρητά αναφέρεται στην εν λόγω απόδειξη, με την ειδικότερη μνεία ότι παραλαμβάνονται οι συναλλαγματικές προς αντικατάσταση της επίδικης απλήρωτης υπ' αριθ. ....
επιταγής. Την ύπαρξη της κρίσιμης, εν προκειμένω, συμφωνίας, περί ανανέωσης του χρέους της ομόρρυθμης εταιρίας, αρνείται η εκκαλούσα, χωρίς ωστόσο να αμφισβητήσει αυτή, καθ' οποιονδήποτε τρόπο, την γνησιότητα του παραπάνω εγγράφου. Η ίδια ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως και ισχυρίζεται με τους σχετικούς λόγους της ένδικης έφεσης, ότι ο παραπάνω υπάλληλος της ήταν εντεταλμένος για την εκτέλεση υλικών μόνο πράξεων και δεν είχε καμία εξουσία διάθεσης, εστερείτο δηλαδή αυτός του δικαιώματος να προβεί στην ανανέωση της οφειλής της ομόρρυθμης εταιρίας, διότι τέτοια εξουσία είχε μόνο ο νόμιμος εκπρόσωπος της (πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ή Διευθύνων Σύμβουλος αυτής) ή άλλο εξουσιοδοτημένο, σύμφωνα με το καταστατικό της, πρόσωπο, για τη σύναψη τέτοιας σύμβασης, ενώ τέτοιες ιδιότητες δεν είχε ο Β1, ούτε σχετική εντολή του είχε δοθεί από το αρμόδιο όργανο της εταιρίας και ως εκ τούτου αυτή δεν δεσμεύεται από την παραπάνω ενέργεια του.
Όμως, όπως προαναφέρθηκε, στον παραπάνω πωλητή είχε παρασχεθεί η αρμοδιότητα είσπραξης μετρητών ή παραλαβής αξιόγραφων και η εν γένει διεκπεραίωση των οικονομικών συναλλαγών της εργοδότιδάς του - εκκαλούσας, οι δε εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσης του αυτής, παρείχαν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την εντύπωση στους εκπροσώπους της ομόρρυθμης εταιρίας, ότι αυτός ενεργούσε, κατά την παράδοση των συναλλαγματικών, ως άμεσος αντιπρόσωπος της εργοδότιδάς του, δεδομένης και της προηγηθείσας τηλεφωνικής επικοινωνίας του με το νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας.
Τούτο διότι, ο ίδιος ο υπάλληλος δεν είχε κανένα προσωπικό όφελος να προβεί στην αντικατάσταση της επιταγής και μάλιστα του παραπάνω μεγάλου ποσού, χωρίς τη λήψη σχετικής εντολής από την εργοδότιδά του. Άλλωστε, με την ανανέωση του χρέους, η εκκαλούσα εξασφάλιζε διττώς την απαίτηση της, διότι αφενός μεν η πραγματική οφειλέτρια εταιρία αποδέχθηκε τις συναλλαγματικές, αφετέρου δε τριτεγγυήθηκε υπέρ της αποδέκτριας ο σύζυγος της εφεσίβλητης, ..., μάρτυρας ανταπόδειξης, ο οποίος ήταν παρών κατά την ανανέωση του χρέους και την παράδοση των συναλλαγματικών, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την εκκαλούσα.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, αν ο προαναφερόμενος υπάλληλος ενεργούσε στη σύμβαση της ανανέωσης χωρίς να του είχε παρασχεθεί η σχετική εντολή από το νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας, θα του ζητούνταν, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, ευθύνες από την εκκαλούσα, πράγμα που δεν συνέβη, όπως κατέθεσε και η μάρτυρας της τελευταίας.
Περαιτέρω, ο έτερος ισχυρισμός της εκκαλούσας, με τον οποίο προβάλλει, ότι κατά το χρόνο που φέρεται ότι έγινε η ανανέωση της επίδικης επιταγής, η ίδια δεν ήταν κομίστρια αυτής καθόσον, προηγουμένως, στις 10-7-1995, την είχε οπισθογραφήσει στην Εμπορική Τράπεζα (κατάστημα Τυρνάβου) και άρα, κατ' αυτήν δεν είχε δικαίωμα να προβεί στην αντικατάσταση της με τις συναλλαγματικές και στη σύναψη της ανανέωσης, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η οπισθογράφηση προς την Τράπεζα έγινε λόγω ενεχύρου, όπως επικαλείται η εκκαλούσα και αποδεικνύεται από το σώμα της επιταγής και επομένως, μόνη δικαιούχος της απαίτησης από αυτήν (κυρία της επιταγής) εξακολουθούσε να είναι η ίδια (εκκαλούσα), αφού με την ενεχυρίαση δεν μεταβιβάζεται η κυριότητα του αξιόγραφου.
Επισημαίνεται δε, ότι, η μη εμφάνιση προς πληρωμή και μη σφράγιση της επιταγής από την εκκαλούσα, ενισχύει τον ισχυρισμό - λόγο της ανακοπής ότι πράγματι έλαβε χώρα ανανέωση του χρέους μεταξύ των παραπάνω συμβληθέντων. Η εκκαλούσα, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη εμφάνιση και σφράγιση της επιταγής επικαλείται, ότι τούτο έγινε με πρωτοβουλία των αρμοδίων οργάνων της Τράπεζας, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της, μέσα στη νόμιμη προθεσμία εμφάνισης της επιταγής, για το λόγο ότι η ανακόπτουσα - εφεσίβλητη ήταν καλή και φερέγγυα πελάτης της και ποτέ δεν υπέγραφε τόσο μεγάλα ποσά επιταγών.
Τούτο, όμως, από κανένα έγγραφο της Τράπεζας δεν επιβεβαιώθηκε. Εξάλλου, μία τέτοια συμπεριφορά οργάνων τραπεζικών ιδρυμάτων, ήτοι αυτοβούλως, να μη σφραγίσουν επιταγή ποσού μεγαλυτέρου των 26.000.000 δραχμών και να μην γνωστοποιήσουν τούτο στον πελάτη τους, εν προκειμένω στην εκκαλούσα, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, αφού αποδείχθηκε, ότι έλαβε χώρα ανανέωση της εκ της επιταγής οφειλής, η οποία, ως γεγονός αποσβεστικό του χρέους, ενεργεί εκ του νόμου αντικειμενικά (άρθρο 483 ΑΚ) και ελευθερώνει όχι μόνο τον οφειλέτη με τον οποίον έγινε η ανανέωση αλλά και τους εις ολόκληρον συνυπευθύνους του, όπως στην προκείμενη περίπτωση την ανακόπτουσα - εφεσίβλητη, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της ανακοπής, όπως και η ανακοπή ως κατ' ουσία βάσιμη και να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, καθ' ο μέρος εκδόθηκε, σε βάρος της εφεσίβλητης".
Ετσι, όπως έκρινε το Εφετείο, βάσει των εν λόγω παραδοχών, δεν έσφαλε περί την εφαρμογή και ερμηνεία των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, δεχθέν α) ότι υπήρξε συμφωνία ανανέωσης του χρέους, χωρίς να είναι απαραίτητη την ίδια στιγμή η επιστροφή των τριών προηγουμένων επιταγών και β) ότι, και αν ακόμη μεταβιβασθεί επιταγή σε τρίτον λόγω ενεχύρου, μπορεί εκείνος που μεταβίβασε σε Τράπεζα την επιταγή αυτή λόγω ενεχύρου να ανανεώσει, την ενοχή που υπάρχει από την ύπαρξη της μεταβιβασθείσας στη Τράπεζα λόγω ενεχύρου επιταγής.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου ένας και μοναδικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και κατά τα δύο σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, συνακόλουθα δε, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, και η αίτηση αναιρέσως στο σύνολό της. Ως προς τη δικαστική δαπάνη, αυτή πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας που χάνει τη δίκη, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-11-2007 αίτηση της "Υιοί Ευρυπίδη Χατζηκρανιώτη Αλευροβιομηχανία Τυρνάβου ΑΕ", για αναίρεση της 584/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2009 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 18.5. 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ