Legislator Case Law & Legislation
1191/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for embezzlement where unread witness statement was not considered a ground for absolute procedural nullity.

Case Number 1191/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for embezzlement by a public official. The appellant argued that the lower court committed a procedural error by considering a witness statement that was not read during the court session, citing Article 510 of the Code of Criminal Procedure. The court ruled that this did not constitute absolute nullity because the statement was merely mentioned in the reasoning and did not directly influence the court's conviction without proper examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 258, 263α, 13 of the Penal Code; Articles 93, 139 of the Code of Civil Procedure; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: Mentioning an unread witness statement in the judgment's reasoning does not constitute absolute procedural nullity if the statement was not used as a direct basis for conviction.

Keywords

AI generated
embezzlement by public official absolute procedural nullity unread witness statement code of criminal procedure appeal dismissal procedural defect public official liability

Cited Legislation

AI generated
Article 258 of the Penal Code
Article 263α of the Penal Code
Article 13 of the Penal Code
Article 93 of the Constitution
Article 139 of the Code of Civil Procedure
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 of the Code of Criminal Procedure
Article 358 of the Code of Criminal Procedure
Articles 333 and 369 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 1082/2002
AP 477/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1191 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1191/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Πλαστήρα Αναστασάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 2464/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλο-νίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.10.2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1934/2005.

Αφού άκουσεΤην πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 εδ. α' του ΠΚ υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 263α και 13 του ίδιου Κώδικα, ως υπάλληλοι, για την εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως θεωρούνται, μεταξύ άλλων και εκείνοι στους οποίους έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγον αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχτηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το σκεπτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετέα περί τα πράγματα κρίση του που τη στήριξε στα κατ' είδος προσδιοριζόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα:

Στις 26.11.1999 ο κατηγορούμενος, ενώ ήταν μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ... (Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου), δηλαδή υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 263α ΠΚ, έλαβε από τη Σχολική Επιτροπή του εν λόγω Δήμου το ποσό των 1.829.000 δρχ., προκειμένου να το καταβάλει στον τεχνίτη – υδραυλικό ..., ως αμοιβή του για τις εργασίες τοποθέτησης νέων σωμάτων κεντρικής θέρμανσης σε σχολικά κτίρια.

Όμως αυτός δεν κατέβαλε στον τελευταίο ολόκληρο το ως άνω ποσό αλλά μέρος αυτού από δραχμές 1.529.000, το δε υπόλοιπο ποσό των 300.000 δρχ. το κατακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Την κρίση του αυτή στηρίζει το Δικαστήριο στις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων: 1) ..., 2)..., 3) ... και 4) ... ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Από τις καταθέσεις αυτές προκύπτει ειδικότερα ότι ο προαναφερόμενος ... διαμαρτυρήθηκε στον τότε Δήμαρχο ... (δεύτερο από τους ως άνω μάρτυρες) για τη μη καταβολή σ' αυτόν από τον κατηγορούμενο του ως άνω ποσού. Το γεγονός αυτό το παραδέχτηκε και ο ίδιος ο ... κατά την κατάθεσή του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Μετά την ως άνω διαμαρτυρία του ..., συζητήθηκε το θέμα αυτό μεταξύ των μελών της Δημοτικής Παράταξης στην οποία ανήκαν ο τότε Δήμαρχος ... και ο κατηγορούμενος και αποφασίστηκε για το λόγο αυτό η διαγραφή του τελευταίου από την παράταξη. Ακολούθως το θέμα συζητήθηκε και στο Δημοτικό Συμβούλιο ... κατά τη συνεδρίασή του της 8.2.2001 κατά την οποία ήταν παρών και ο..., ο οποίος έλαβε το λόγο και επανέλαβε τη διαμαρτυρία του για τη μη καταβολή του ως άνω ποσού (βλ.

κατάθεση του μάρτυρα ..., Προέδρου τότε του Δημοτικού Συμβουλίου ...). Στη συνεδρίαση αυτή ήταν παρών και ο..., δημότης ..., ο οποίος έλαβε γνώση του γεγονότος αυτού και το κατήγγειλε μαζί με άλλα στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης με την από 25.11.2002 μηνυτήρια αναφορά του με βάση την οποία και ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για την εκδικαζόμενη πράξη (βλ.

καταθέσεις των μαρτύρων ... και ...). Ακόμη από την κατάθεση του μάρτυρα ... σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα ... και την από 7.6.2005 χειρόγραφη επιστολή αυτού (...) προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος μετά την πρωτόδικη δίκη απέδωσε στον τελευταίο το παρακρατηθέν ως άνω ποσό. Με βάση τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές το Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία με τις περαιτέρω αναγνωρισθείσες σ' αυτόν ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α και δ ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετίαν.

Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο που δίκασε, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε την κρίση του και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχτηκαν στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.

Ειδικότερα: α) Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ως χρόνον τελέσεως του εγκλήματος την 26.11.1999 κατά την οποία ο κατηγορούμενος έλαβε τα χρήματα προκειμένου να τα αποδώσει και δεν το έπραξε καθ' όσον αφορά το εν λόγω ποσό, το οποίο έτσι ενσωμάτωσε στην περιουσία του, β) γίνεται δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ιδιοποίηση του εν λόγω χρηματικού ποσού εκ μέρους του έγινε με την ιδιότητά του ως υπαλλήλου ήτοι ως μέλους του Δημοτικού Συμβουλίου ..., γ) η ιδιαίτερα επισήμανση ορισμένων μαρτυρικών καταθέσεων και εγγράφων οφείλεται στη μείζονα αποδεικτική βαρύτητα που τους προσέδωσε το Δικαστήριο και δεν υποδηλώνει ότι αγνόησε ή ότι δεν εξετίμησε τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.

Εξάλλου, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη και συνεξετίμησε το Δικαστήριο προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ρητά αναφέρεται η απολογία του κατηγορουμένου. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επίσης, ενόψει του ότι ρητώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων, υπό την ιδιότητά του ως μέλους του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου..., ήτοι ως υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 και 263α ΠΚ έλαβε το ανωτέρω χρηματικό ποσό από τη Σχολική Επιτροπή του εν λόγω Δήμου, στο πλαίσιο της υπηρεσίας του να το καταβάλει στον αναφερόμενο τεχνίτη – υδραυλικό ως αμοιβή του για τις εργασίες τοποθέτησης νέων σωμάτων κεντρικής θέρμανσης σε σχολικά κτίρια που είχε εκτελέσει (το οποίο δεν κατέβαλε αλλά ιδιοποιήθηκε παράνομα), το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, ο δε περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

ε' τρίτος λόγος της αναίρεσης, ότι αυτή στερείται νομίμου βάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Να σημειωθεί συναφώς ότι η αναφορά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του αναιρεσείοντος ως μέλους του ΔΙοικητικού Συμβουλίου του Δήμου ... αντί του ορθού ως μέλους του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ...

οφείλεται σε προφανή παραδρομή και δεν ιδρύει λόγον αναιρέσεως.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1, 364 παρ. 1, 329, 331, 333 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, ως αποδεικτικό στοιχείο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει λόγον αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' ΚΠΔ γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ παρεχομένου δικαιώματος στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα όμως αυτή δεν επέρχεται όταν τα μη αναγνωσθέντα έγγραφα τα οποία ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο, προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή όταν κάποιο αναγνωσθέν έγγραφο περιλαμβάνεται στο αιτιολογικό της απόφασης διηγηματικά ή όταν αυτό αποτελεί στοιχείο της κατηγορίας ή το σώμα του εγκλήματος (ΑΠ 1082/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, η μνεία στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι «το γεγονός (της μη καταβολής του ποσού των 300.000 δρχ.) εκ μέρους του αναιρεσείοντος στον δικαιούχο ... κατά την κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου», αφορά πράγματι την ενώπιον του ακροατηρίου κατάθεση του μάρτυρα αυτού κατά την οποία αυτός, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατέθεσε πράγματι ότι «τότε έκανα καταγγελία ότι δεν μου έδωσαν όλα τα λεφτά μου» και δεν απορρέει από την από 4.2.2003 ένορκη εξέταση του μάρτυρα αυτού ενώπιον του Πταισματοδίκου (κατά την προδικασία), ώστε να ανακόπτει θέμα απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας εκ του ότι λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο η ένορκη αυτή κατάθεση μολονότι δεν αναγνώσθηκε αφού πράγματι δεν λήφθηκε αυτή υπόψη.

Εξάλλου, το αναφερόμενο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο ... όταν έλαβε γνώση του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος είχε κατακρατήσει και ιδιοποιηθεί το ποσό των 300.000 δρχ. της αμοιβής που ανήκε στον ... κατά τη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου ... της 8.2.2001 κατά την οποία συζητήθηκε το θέμα αυτό «το κατήγγειλε μαζί με άλλα στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης με την από 25.11.2002 μηνυτήρια αναφορά του», αναφέρεται διηγηματικά και μόνον και δεν ελήφθη η αναφορά αυτή αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως σχετικά με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο.

Έτσι δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ της μη αναγνώσεώς του (ΑΠ 477/2004). Ενόψει τούτων, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα λόγω απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Οκτωβρίου 2005 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 2464/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Μαϊου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ