Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment due to procedural inadmissibility and failure to specify legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the taxi association's appeal against a first-instance judgment regarding a personal rights dispute. The appellant argued the lower court failed to examine the merits and ignored prior submissions, but the court found the appeal procedurally inadmissible because it did not specify the exact legal error. Consequently, the appeal was dismissed, the request for retrial was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561, 579, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a first-instance judgment is inadmissible if it fails to specify the precise legal error committed, and a request for retrial is inadmissible if the appeal is rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1190 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1190/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΑΣΥΡΜΑΤΟΦΟΡΩΝ ΤΑΞΙ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΘΗΝΩΝ - ΠΡΟΑΣΤΙΩΝ Σ.Π.Ε., ΡΑΔΙΟ ΤΑΞΙ ΚΟΣΜΟΣ", με διακριτικό τίτλο "ΡΑΔΙΟ ΤΑΞΙ ΚΟΣΜΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Μακρυγιάννη, η οποία ανακάλεσε την από 14-1-2022 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Ποκ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. του Γ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπαχαράλαμπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 432/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3370/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-11-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού, που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Προστατεύεται έτσι, με τα παραπάνω άρθρα, η προσωπικότητα και, κατ` επέκταση, η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009). Αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις- εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές, συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου.
Είναι δε τιμή η εκτίμηση, που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία, που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση, που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του, για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου, κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας, στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά, κατά την έννοια των άρθρ. 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα, όταν πρόκειται, ειδικότερα, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξ αιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 271/2012, 1007/2010, 356/2010, 333/2010, ΑΠ 1599/2000).
Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά, ασφαλώς, ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας (ΑΠ 167/2000), οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρ. 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρ. 57 παρ. 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής, ως παράνομης, είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία, έτσι, μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου. (ΑΠ 149/2020, ΑΠ 292/2020.
ΑΠ 1394/2017). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 10/2011, 7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Με το από 1.5.1984 συστατικό έγγραφο, που εγκρίθηκε από τον Ειρηνοδίκη Πειραιώς και καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία ομού με τις κατά καιρούς τροποποιήσεις του, συστάθηκε και λειτουργεί έκτοτε ο εναγόμενος συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης, με έδρα τον Πειραιά και την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΟΔΗΓΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΑΣΥΡΜΑΤΟΦΟΡΩΝ ΤΑΞΙ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΘΗΝΩΝ - ΠΡΟΑΣΤΙΩΝ Σ.Π.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "ΡΑΔΙΟ ΤΑΞΙ ΚΟΣΜΟΣ".
Κατά το άρθρο 1 του καταστατικού του, όπως ισχύει ήδη μετά την έγκρισή του με την υπ' αριθμ. 55/2008 πράξη του άνω Ειρηνοδίκη, ο συνεταιρισμός αυτός αποτελεί πρωτοβάθμια εκούσια ένωση προσώπων οικονομικού σκοπού περιορισμένης ευθύνης, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω καταστατικού και του Ν.1667/1986, κατά δε το άρθρο 3 αυτού μέλη του γίνονται οι οδηγοί, ιδιοκτήτες, οι συνιδιοκτήτες ή και οι κάτοχοι ή συγκάτοχοι αυτοκινήτου ταξί ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΘΗΝΩΝ - ΠΡΟΑΣΤΙΩΝ, που είναι κάτοχοι άδειας κυκλοφορίας Ε.Δ.Χ.
αυτοκινήτου (ταξί) με έδρα αυτούς τους δήμους ή άλλο δήμο ή κοινότητα, το οποίο όμως μπορεί να μισθωθεί στην ίδια περιφέρεια με τα πρώτα. Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, ως μέλος του εν λόγω Συνεταιρισμού ενεγράφη και ο ενάγων, ο οποίος είναι κάτοχος άδειας ταξί. Στις 31.5.2009 πραγματοποιήθηκε έκτακτη γενική συνέλευση κατόπιν προσκλήσεως των μελών του εναγομένου συνεταιρισμού, με θέμα ημερήσιας διάταξης - μεταξύ άλλων - τις διαγραφές ορισμένων μελών, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, σε συνέχεια της οποίας αποφασίστηκε η διαγραφή του ενάγοντα από το μητρώο μελών του εναγομένου.
Σύμφωνα, ωστόσο, με την υπ' αριθμ. 86/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, στην εν λόγω γενική συνέλευση και ψηφοφορία μετείχαν χωρίς να έχουν το προς τούτο δικαίωμα, σαράντα πέντε (45) οδηγοί, καθώς και δεκαπέντε (15) συνεταίροι με εξουσιοδότηση επί του συνόλου των 206 ψηφισάντων, γεγονός αντίθετο στο νόμο (παρά τη σχετική καταστατική πρόβλεψη), καθώς η διάταξη του καταστατικού του εναγομένου συνεταιρισμού για τη συμμετοχή οδηγών ταξί στο συνεταιρισμό, χωρίς να είναι ιδιοκτήτες είναι αντίθετη με τα οριζόμενα στο νόμο και δη στα άρθρα 1 & 2 εδ β και 6 & 5 του Ν. 3109/2003.
Κατά τις παραδοχές της άνω εφετειακής απόφασης η πρόταση διαγραφής του ενάγοντος και των λοιπών μελών δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη από τον νόμο απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των (οικονομικά τακτοποιημένων) μελών του συνεταιρισμού και επομένως η απόφαση περί διαγραφής του ενάγοντος πάσχει ακυρότητας και τοιουτοτρόπως αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της με αριθμό 40/31.5.2009 απόφασης της άνω έκτακτης γενικής συνέλευσης.
Το ζήτημα, άλλωστε, της ακυρότητας της άνω απόφασης της γενικής συνέλευσης του εναγομένου περί διαγραφής του ενάγοντα έχει κριθεί σε δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων και δεσμεύει την κρίση του παρόντος δικαστηρίου ως προς το ζήτημα αυτό, το οποίο είναι προδικαστικό της ένδικης αξίωσης του ενάγοντα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ.1, 324 και 331 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, λόγω της διαγραφής του ενάγοντα από το μητρώο μελών του εναγομένου συνεταιρισμού, ο τελευταίος γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι το όχημά του (ταξί) θα τεθεί εκτός Ραδιοδικτύου από 9.8.2009, με συνέπεια το ταξί του ενάγοντος να παύσει να λαμβάνει κλήσεις από το τηλεφωνικό κέντρο του εναγομένου συνεταιρισμού, για το χρονικό διάστημα από 9.8.2009 έως 12.11.2010 (οπότε είχε ήδη εκδοθεί η πρωτόδικη, υπ' αριθμ. 5526/15.10.2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της εν λόγω γενικής συνέλευσης του εναγομένου).
Περί των ανωτέρω, σαφείς και αναλυτικές είναι οι σκέψεις της εκκαλουμένης, για τις οποίες δεν υφίσταται παράπονο με ειδικό λόγο έφεσης. Η πράξη αυτή της διαγραφής του εκκαλούντος - ενάγοντος ως μέλους από το μητρώο χρηστών αστικού συνεταιρισμού του Ν.1667/1986, δυνάμει άκυρης απόφασης γενικής συνέλευσης του εν λόγω συνεταιρισμού, συνιστά παράνομη και υπαίτια πράξη των οργάνων του εφεσιβλήτου - εναγομένου συνεταιρισμού, αιτιωδώς συνδεόμενη με την προσβολή της προσωπικότητας του διαγραφέντος μέλους του συνεταιρισμού, δυνάμενη να θεμελιώσει τις απορρέουσες από την εν λόγω προσβολή αξιώσεις.......
Πλέον ειδικά, αναφορικά με την περιουσιακή ζημία του ενάγοντα, που συνδέεται αιτιωδώς με την άνω παράνομη και υπαίτια πράξη των οργάνων του εναγομένου, από το άνω προσκομιζόμενο και επικαλούμενο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικό υλικό, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο ενάγων, κατά το χρόνο της διαγραφής του από τον εναγόμενο Συνεταιρισμό ελάμβανε, κατά μέσον όρο, δεκαπέντε (15) κλήσεις την ημέρα.......
Από αυτές, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αγωγή, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψιν αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), ποσοστό 2/3 αφορούσε απλές κλήσεις για άμεση μετάβαση του οχήματος στο σημείο παραλαβής του πελάτη και 1/3 αφορούσε κλήσεις με ραντεβού, δηλαδή κλήσεις για μετάβαση του οχήματος σε προκαθορισμένο τόπο και χρόνο, για την παραλαβή του πελάτη.
Περαιτέρω, για κάθε απλή κλήση που δεχόταν ο ενάγων από το Κέντρο για την εξυπηρέτηση πελάτη, εισέπραττε, εκτός από το αναγραφόμενο στο ταξίμετρο ποσό (κόμιστρο) επιπλέον αμοιβή δύο (2) ευρώ, ενώ για κάθε κλήση που ελάμβανε για εξυπηρέτηση πελάτη με ραντεβού, ελάμβανε επιπλέον αμοιβή τριών (3) ευρώ........ Εξάλλου, ο ενάγων απασχολούνταν στο ταξί - ιδιοκτησίας του - κατά μέσον όρο τριάντα (30) ημέρες το μήνα, καθότι ήταν ιδιοκτήτης κατά ποσοστό 100% του εν λόγω οχήματος.......
Επομένως, από την εν λόγω ιδιότητά του ως μέλος του εναγομένου, αποκέρδαινε, κατά το άνω χρονικό διάστημα, το ποσό των {[(10 κλήσεις ημερησίως X 2 ευρώ εκάστη =) 20 ευρώ + (5 κλήσεις ημερησίως X 3 ευρώ εκάστη =) 15 ευρώ =] 35 ευρώ ημερησίως X 30 ημέρες μηνιαίως X 15 μήνες =} 15.750 ευρώ, εκ της απασχόλησής του ως οδηγού ταξί, πέραν του αναγραφόμενου στο ταξίμετρο ποσού αξίας της κάθε διαδρομής που εκτελούσε με έκαστο πελάτη (κόμιστρο), ποσό το οποίο θα απεκόμιζε σύμφωνα με την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εάν δεν είχε μεσολαβήσει η ένδικη αδικοπραξία από μέρους των οργάνων του εναγομένου.
Από το ποσό αυτό, όπως ο ίδιος ο ενάγων συνομολογεί στην αγωγή του, πρέπει να αφαιρεθεί η μη καταβληθείσα κατά το διάστημα αποκλεισμού του ενάγοντα μηνιαία εισφορά των 100 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α. 13%), ήτοι 15 μήνες X 100 ευρώ, ήτοι 1.500 ευρώ, επομένως η αξιούμενη αποκαταστατέα ζημία του ενάγοντα από τον εναγόμενο συνεταιρισμό διαμορφώνεται στο ποσό των (15.750 - 1.500 =) 14.250 ευρώ.
Ακολούθως, από την άνω παράνομη και υπαίτια πράξη των οργάνων του εναγομένου, ο ενάγων υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του, στον επαγγελματικό χώρο όπου αυτός δραστηριοποιείται, με συνέπεια να προκληθεί σε αυτόν ηθική βλάβη, για την ικανοποίηση της οποίας, λαμβανομένου υπόψιν του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, τη διάρκεια αυτής, το βαθμό του πταίσματος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, πρέπει το εναγόμενο να υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επομένως, η εκκαλούμενη που έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η περιουσιακή ζημία που ο ενάγων υπέστη εκ της διαγραφής του από τα μητρώα μελών του εναγομένου, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου, δεκτού γενομένου του συναφούς λόγου της κρινόμενης έφεσης. Αντιθέτως, η εκκαλουμένη, που επεδίκασε στον ενάγοντα το άνω ποσό των 1.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της υφιστάμενης από μέρους του ηθικής βλάβης, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το σχετικό λόγο έφεσης, τυγχάνουν απορριπτέα.....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο δέχτηκε και κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την 432/2016 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσίβλητου, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα συνεταιρισμό να καταβάλει σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 15.250 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 297, 298, 932 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθ' όσον τα ανελέγκτως ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου με συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, συνιστώσα αδικοπραξία, ώστε να δικαιολογείται η παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου τόσο ως προς το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης αυτού λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του, όσο και ως προς το αίτημα της αποζημιώσεώς του για την απώλεια της επί πλέον αμοιβής του, δεδομένου ότι, ειδικότερα, α) η δια των οργάνων του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού διαγραφή του αναιρεσίβλητου από το μητρώο μελών του συνεταιρισμού, δυνάμει της κηρυχθείσας άκυρης, με την 86/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, απόφασης της Γενικής Συνέλευσης του αναιρεσείοντος και ο αποκλεισμός του οχήματος (ταξί) του αναιρεσίβλητου από το ραδιοδίκτυο, με συνέπεια να παύσει να λαμβάνει κλήσεις από το τηλεφωνικό κέντρο του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού για το χρονικό διάστημα από 9.8.2009 έως 12.11.2010, αποτελεί παράνομη και υπαίτια πράξη και β) η συμπεριφορά αυτή ήταν ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστάμενο στην απώλεια της επιπλέον αμοιβής, που θα ελάμβανε καθ' όλο το διάστημα που είχε τεθεί εκτός του ραδιοδικτύου το όχημά του.
Περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον εκτίθενται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής όλων των όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα:
α) η ιδιότητα του αναιρεσίβλητου, που είναι κάτοχος άδειας ταξί, ως μέλους του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού, β) η διαγραφή του αναιρεσιβλήτου από το μητρώο των μελών του συνεταιρισμού με την από 31.5.2009 έκτακτη γενική συνέλευση του συνεταιρισμού και η από αυτή προκληθείσα προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, γ) η κήρυξη της ακυρότητας της ανωτέρω απόφασης της γενικής συνέλευσης περί της διαγραφής του αναιρεσίβλητου, με την 86/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, καθόσον η πρόταση περί διαγραφής του αναιρεσίβλητου δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη από το νόμο απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των (οικονομικά τακτοποιημένων) μελών του συνεταιρισμού, λαμβανομένου υπόψη ότι στη γενική συνέλευση μετείχαν, χωρίς να έχουν προς τούτο δικαίωμα, και 45 οδηγοί καθώς και 15 συνέταιροι με εξουσιοδότηση, χωρίς να είναι ιδιοκτήτες, κατά παράβαση των οριζόμενων στα άρθρα 1 και 2 εδ.
β και 6 παρ.5 του ν. 3109/2003, δ) ο αποκλεισμός του οχήματος (ταξί) του αναιρεσίβλητου από το ραδιοδίκτυο, για το χρονικό διάστημα από 9.8.2009 έως 12.11.2010, με συνέπεια να παύσει να λαμβάνει κλήσεις από το τηλεφωνικό κέντρο του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού και ε) η ζημία του αναιρεσίβλητου, που συνίσταται στην απώλεια, πέραν του κόμιστρου, της επιπλέον αμοιβής των δύο ευρώ για απλές κλήσεις και τριών ευρώ για κλήσεις εξυπηρέτησης πελάτη με ραντεβού, καθ' όλο το διάστημα που είχε τεθεί εκτός του ραδιοδικτύου το όχημά του, αμοιβή που προσδοκούσε με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να αποκομίσει.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Οι προβαλλόμενες με τον ίδιο λόγο περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτοι, αφού με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντιθέτως ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός, περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται, ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 752/2017, ΑΠ 1552/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, διότι παρέλειψε να προσδιορίσει ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που έλαβε υπόψη, προκειμένου να ερμηνεύσει προσηκόντως τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ, όσον αφορά τον καθορισμό, κατά τον υπολογισμό της ζημίας του αναιρεσίβλητου, του αριθμού των κλήσεων που δέχεται το ταξί του και των ποσοστών που αφορούν τις απλές κλήσεις και αυτές που γίνονται με ραντεβού.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη με αυτόν πιο πάνω αιτίαση αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία των ως άνω εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Κατά το άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του ν. 3944/2011 και δεν έχει θιγεί μετά την ισχύ του νόμου 4335/2015, "σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών... Ο παριστάμενος διάδικος υποχρεούται μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση να προσκομίσει αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων του αντιδίκου του, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ' αυτήν.
Διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη". Από το τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του εφεσιβλήτου, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρών και αυτός, αλλά το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που συντάχθηκαν κατ' αυτήν, τα οποία είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει μέσα σε πέντε μέρες από τη συζήτηση ο παριστάμενος διάδικος (δηλαδή ο παριστάμενος εκκαλών).
Σε περίπτωση που ο παριστάμενος εκκαλών δεν προσκομίζει τις προτάσεις που υποβλήθηκαν στον πρώτο βαθμό, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης λόγω της αδυναμίας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου να κρίνει επί της διαφοράς από την έλλειψη αυτή (ΑΠ 548/2018, ΑΠ 845/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός δεν μπορεί να προταθεί κατά αποφάσεως του πρωτοδικείου που δίκασε έφεση κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου. Σε περίπτωση που παραλειφθεί να κηρυχθεί προσωρινό απαράδεκτο, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο για την κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης που προηγήθηκε, όπως είναι η ακυρότητα της κλήτευσης, ή και προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπεράσπισης, κατ' άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 12/2000, ΑΠ 548/2018, ΑΠ 845/2018).
Εξάλλου, σύμφωνα με τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019,).
Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στο δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο η πλημμέλεια του αριθ.5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τις από 11.10.2016 προτάσεις του αναιρεσείοντος που κατέθεσε πρωτόδικα, τις οποίες δεν προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, παρόλο που ήταν υποχρεωμένος, κατ' άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, να προσκομίσει κατά τη συζήτηση της από 22.3.2017 έφεσής του, κατά την οποία ο αναιρεσείων δεν είχε παρασταθεί στο ακροατήριο και δικάστηκε σαν να ήταν παρών, καθώς επίσης δεν έλαβε για το λόγο αυτό και τους αναφερόμενους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονταν στις προτάσεις του.
Ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος που αφορά την μη προσκόμιση των πρωτόδικων προτάσεων του ερημοδικασθέντος εφεσιβλήτου από τον παρόντα εκκαλούντα, θεμελιώνει την από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια περί μη κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος, κατ' άρθρο 560 ΚΠολΔ, καθόσον δεν επιτρέπεται για τον λόγο αυτό αναίρεση κατά απόφασης του πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης του ειρηνοδικείου, όπως στην προκείμενη περίπτωση.
Σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και, ειδικά, των από 4.4.2019 προτάσεων του αναιρεσίβλητου στο δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, όπου ρητά στα προσκομιζόμενα έγγραφα αναφέρονται, ως σχετικό και οι "επικυρωμένες από 11.10.2016 προτάσεις και από 17.10.2016 προσθήκη και αντίκρουση του ερημοδικασθέντος εφεσίβλητου", προκύπτει ότι προσκομίστηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οι προτάσεις και η προσθήκη και αντίκρουση που κατέθεσε πρωτόδικα ο αναιρεσείων.
Επίσης, ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος που αφορά την παρά το νόμο μη λήψη υπόψη των ισχυρισμών που εκτίθενται στις πρωτόδικες προτάσεις του, είναι απαράδεκτος, καθόσον πρόταση ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάσθηκε έτσι ερήμην (ΑΠ 1306/2021,ΑΠ 1289/2018).
Με τον τέταρτο λόγο ο αναιρεσείων εκθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση και στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης θα έπρεπε να κρίνει εξ επαγγέλματος και το νόμω βάσιμο και το παραδεκτό (τουλάχιστον κατά την αοριστία) της αγωγής του αναιρεσίβλητου, πράγμα που δεν έπραξε, παραβλέποντας και τη νομική βασιμότητα της ένδικης αγωγής αλλά και τη νομική αβασιμότητα των κεφαλαίων της πρωτόδικης απόφασης.
Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον ουδόλως προκύπτει ποια είναι και σε τι συνίσταται η πλημμέλεια στην οποία υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά αντίθετα αρκείται μόνο σε γενική αναφορά περί νομικής βασιμότητας της αγωγής και των κεφαλαίων της πρωτόδικης απόφασης. Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, καθώς επίσης και η υποβληθείσα από τον αναιρεσείοντα, με τις προτάσεις του, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων, καθόσον, αφού δεν αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν συντρέχει λόγος έρευνας αυτής και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτη (άρθρο 579 ΚΠολΔ), πρέπει δε να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.11.2019 αίτηση του συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΑΣΥΡΜΑΤΟΦΟΡΩΝ ΤΑΞΙ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - ΑΘΗΝΩΝ - ΠΡΟΑΣΤΙΩΝ Σ.Π.Ε, ΡΑΔΙΟ ΤΑΞΙ ΚΟΣΜΟΣ" και με διακριτικό τίτλο "ΡΑΔΙΟ ΤΑΞΙ ΚΟΣΜΟΣ" για αναίρεση της 3370/2019 απόφασης του δικάζοντος ως Εφετείο Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ