Legislator Case Law & Legislation
1190/2020 AI generated

1190/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1190/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Legislator headnote

AI generated

1190/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): τελευταίο ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 8/2009, ΑΠ 967/2018, ΑΠ 607/2017, ΑΠ 722/2013). Στην προκειμένη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες από τους πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων εκθέσεις επίδοσης με αριθ. 5332 Ε'/6-11-2019 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Α. Κ., 6318 Β'/12-11-2019 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λάρισας Δ.

Keywords

AI generated
lack of standing of association technical barriers standing of shareholder power to negotiate common flat-rate scheme for farmers food legislation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1190 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1190/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο ΑΧριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ένωσης Προσώπων με την επωνυμία "ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΟΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Καίσαρη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ένωσης Προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, με την επωνυμία "ΣΕΠΤΗ ΣΤΟΑ ΙΣΟΤΗΣ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Δημητρίου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Φ. Δ. του Δ., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις, 3) Δ. Μ. του Γ., κατοίκου …, 4) Δ. Κ. του Γ., κατοίκου … Μαγνησίας, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 5) Μ. Λ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Δημητρίου και κατέθεσε προτάσεις, 6) Ένωσης Προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, με την επωνυμία "ΣΕΠΤΗ ΣΤΟΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, 7) Μ. Π. του Κ., κατοίκου …, 8) Σ. Γ. του Α., κατοίκου …, 9) Α. Α. του Θ. , κατοίκου …, 10) Α. Β. του Ε., κατοίκου …, 11) Γ. Ζ. του Β., κατοίκου …, 12) Κ. Β. του Ε., κατοίκου …, 13) Σ. Δ. του Α., κατοίκου …, 14) Γ. Γ. του Δ., κατοίκου …, 15) Ε. Α. του Α., κατοίκου …, 16) Γ. Κ. του Ι., κατοίκου …, 17) Ε. Κ. του Γ., κατοίκου …, 18) Χ. Π. του Ν., κατοίκου …, 19) Α. Γ. του Ι., κατοίκου …, 20) Ι. Ζ. του Β., κατοίκου …, 21) Α. Α. του Β., κατοίκου …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/7/2016 αγωγή των υπό στοιχεία 1-5 ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 22/7/2016 αγωγή της υπό στοιχείο 6 ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 22/7/2016 πρόσθετη παρέμβαση των υπό στοιχεία 6-21 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7153/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4933/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/12/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 94§1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, σύμφωνα δε με το άρθρο 104 εδ. α' ΚΠολΔ για μεν τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και εάν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 96 §§ 1 και 3 του ίδιου Κώδικα ειδικότερα κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (και στις περιπτώσεις του άρθρου 98) η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται πρακτικά ή στην έκθεση. Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι θεωρείται ότι κάποιος διάδικος δεν λαμβάνει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, άρα είναι δικονομικά απών και δικάζεται ερήμην, και όταν ο δικηγόρος που τον εκπροσώπησε δεν είχε πληρεξουσιότητα, την έλλειψη της οποίας εξετάζει αυτεπάγγελτα το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης κατ' άρθρο 104 εδ.

τελευταίο ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 8/2009, ΑΠ 967/2018, ΑΠ 607/2017, ΑΠ 722/2013). Στην προκειμένη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες από τους πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων εκθέσεις επίδοσης με αριθ. 5332 Ε'/6-11-2019 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Α. Κ., 6318 Β'/12-11-2019 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λάρισας Δ.

Μ. με τη με την ίδια ημερομηνία απόδειξη παραλαβής εγγράφου και τη σχετική βεβαίωση, 1424 Β'/18-11-2019 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Π. Χ., 4128 Γ'/8-11-2019 της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δωδεκανήσου Μ. Κ. με τη με την ίδια ημερομηνία απόδειξη παραλαβής παραλαβής εγγράφου και τη σχετική βεβαίωση, 4127 Γ'/8-11-2019 της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, 1428 Β'/19-11-2019, 1426 Β'/19-11-2019, 1434 Β'/21-11-2019, 1436 Β'/21-11-2019, 1437 Β'/22-11-2019, 1439 Β'/22-11-2019, 1433 Β'/21-11-2019 με τη με την ίδια ημερομηνία απόδειξη παραλαβής εγγράφου και τη σχετική βεβαίωση, 1431 Β'/20-11-2019 με τη με την ίδια ημερομηνία απόδειξη παραλαβής εγγράφου και τη σχετική βεβαίωση, 1438 Β'/22-11-2019 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Π.

Χ., 5336 Ε'/6-11-2019 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Α. Κ., 1432 Β'/20-11-2019, 1435 Β'/21-11-2019, 1423 Β'/18-11-2019, 1389 Β'/7-11-2019 με τη με την ίδια ημερομηνία απόδειξη παραλαβής εγγράφου και τη σχετική βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Π. Χ. και 5333 Ε'/6-11-2019 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Α.

Κ. προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο έχει επιδοθεί, με επιμέλεια των επισπευδόντων τη συζήτηση πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, νομίμως και εμπροθέσμως στους τρίτο έως και εικοστό πρώτο των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 122 επ., 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ).

Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, όσον αφορά στον πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ουδόλως προέκυψε η ύπαρξης νόμιμης πληρεξουσιότητας προς αυτόν με κάποιον από τους πιο πάνω συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, ενόψει και της απόσυρσης με την από 29- 1-2020 προσθήκη-επισημείωση, που κατατέθηκε στις 30-1-2020 και υπογράφεται από τον εν λόγω δικηγόρο, του αρχικά προσκομισθέντος υπ' αριθ. 7897/27-1-2020 ειδικού πληρεξουσίου της Συμ/φου Αθηνών Ελένης Κάλλη.

Επομένως, ο εν λόγω αναιρεσίβλητος θεωρείται ότι δεν παρίσταται κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεδομένου ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο έχει επιδοθεί, με επιμέλεια των επισπευδόντων τη συζήτηση πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, νομίμως και εμπροθέσμως και προς αυτόν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του.

II. Με την κρινόμενη από 13-12-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 4933/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε: α) την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 7153/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ίδιας ως άνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο: α) είχε κηρύξει καταργημένη λόγω παραίτησης την από 22-7-2016 αγωγή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας και β) είχε απορρίψει την από 18-7-2016 αγωγή των πέντε πρώτων των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας καθώς και την από 22-7-2016 πρόσθετη παρέμβαση των έκτου έως και εικοστού πρώτου των αναιρεσιβλήτων υπέρ των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) και κατά της αναιρεσείουσας (εναγομένης). Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

III. Με τις διατάξεις των άρθρων 78 επ. του ΑΚ ρυθμίζονται τα θέματα των σωματείων, ήτοι της ένωσης είκοσι (20) τουλάχιστον προσώπων που επιδιώκει σκοπό μη κερδοσκοπικό και έχει νομική προσωπικότητα, την οποία αποκτά κατά τον προβλεπόμενο τρόπο και εφόσον συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις που διαγράφονται από το νόμο.

Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 107 του ίδιου Κώδικα ρυθμίζονται τα ζητήματα των ενώσεων προσώπων που δεν αποτελούν σωματεία, η ύπαρξη των οποίων προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 -3 του Συντάγματος και η οποία (πρόβλεψη) προκαλεί και την ανάγκη ρύθμισης των εννόμων σχέσεων που η, παραδεκτή κατά το Σύνταγμα, ύπαρξη και δράση τους προκαλεί.

Προϋπόθεση υπαγωγής νομικού μορφώματος στην έννοια της ένωσης προσώπων του άρθρου 107 ΑΚ είναι η ένωση αυτή, που στερείται νομικής προσωπικότητας, να απαρτίζεται από πλείονα του ενός πρόσωπα, να μην είναι ευκαιριακή, να επιδιώκει ορισμένο σκοπό, να έχει σωματειακή οργάνωση, να εμφανίζεται στις (υπό ευρεία έννοια) συναλλαγές ως ενότητα και κατά την δομή της η υπόστασή της να διατηρείται ανεξάρτητη από τις μεταβολές των προσώπων-μελών της.

Όμως πέραν των ανωτέρω, η κεφαλαιώδης διαφορά του προβλεπομένου από το άρθρο 78 ΑΚ σωματείου και της άνω ένωσης προσώπων είναι η νομική προσωπικότητα του πρώτου και συνεπώς η ένωση προσώπων στερείται κάθε τι που προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής προσωπικότητας, ενώ κατά τα λοιπά η ένωση προσώπων αναγκαίως έχει εσωτερική οργάνωση και συνεπώς διατάξεις που αφορούν τα σωματεία, κατ' αρχήν, εφαρμόζονται αναλογικά και στην ένωση προσώπων, εκτός εκείνων που προϋποθέτουν νομική προσωπικότητα (ΑΠ 511/2008).

Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι όπως τα φυσικά έτσι και τα νομικά πρόσωπα έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν σε ίδρυση σωματείου ή να προσχωρήσουν σε αυτό μετά την ίδρυσή του. Επίσης, σε ίδρυση της κατά τα ως άνω ένωσης προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα (ΑΚ 107) μπορούν να συμμετέχουν είτε φυσικά πρόσωπα είτε ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα (ΑΚ 107).

Τούτο συνάγεται από το ότι δεν περιλαμβάνεται κανένας περιορισμός ή απαγόρευση στις πιο πάνω διατάξεις, ενώ είναι σύμφωνο και με το κατοχυρούμενο από το άρθρο 12 παρ. 1-3 του Συντάγματος (ατομικό) δικαίωμα και ελευθερία της ένωσης (συνεταιρίζεσθαι), που περιλαμβάνει, εκτός των άλλων, και την ελευθερία σύστασης, διατήρησης και λειτουργίας ένωσης προσώπων η σωματείου.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 4/2018, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 204/2018, ΑΠ 96/2018). Επίσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος για αναίρεση απόφασης, αν δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση αυτή ανέλεγκτα (άρθρ. 561 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 425/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το ζήτημα της νομικής φύσης (υπόστασης) της αναιρεσείουσας και της πρώτης των αναιρεσιβλήτων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εφεσίβλητος στην υπό στοιχείο I έφεση-εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση αποτελεί "Τεκτονική Αρχή", ιδρυθείσα το έτος 1811 υπό τον διακριτικό τίτλο "ΓΑΛΗΝΟΤΑΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ΕΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΕΡΚΥΡΑΣ, 1811", η δε λειτουργία της διέπεται από τον "Καταστατικό Χάρτη της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος των Αρχαίων Ελευθέρων και Αποδεδεγμένων Τεκτόνων" (εφεξής χάριν συντομίας "Καταστατικός Χάρτης") και από τον "Γενικό Κανονισμό της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος των Αρχαίων Ελευθέρων και Αποδεδεγμένων Τεκτόνων" (εφεξής χάριν συντομίας "Γενικός Κανονισμός").

Στον Καταστατικό Χάρτη αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα : 1) "Κανονικότης ιδρύσεως : Κάθε Μεγάλη Στοά δέον να προέρχεται νομίμως εξ άλλης ανεγνωρισμένης Μεγάλης Στοάς ή εκ τριών ή περισσοτέρων κανονικώς εγκαθιδρυμένων Στοών" (άρθρο 1.1.), 2) "Αι μεγάλαι Στοαί να έχουν απόλυτον κυριαρχίαν επί των επιμέρους Στοών, δηλ.

να είναι υπεύθυνοι, ανεξάρτητοι και αυτοδιοικούμενοι οργανισμοί με μοναδικήν και αδιαμφισβήτητον εξουσίαν επί των Συμβολικών βαθμών (Μαθητού, Εταίρου, Διδασκάλου) της δικαιοδοσίας των και επ' ουδενί λόγω να υποτάσσωνται ή να μοιράζωνται αυτήν την εξουσίαν με Ύπατα Συμβούλια ή άλλας Δυνάμεις διεκδικούσας έλεγχον ή επιστασίαν επί των ειρημένων βαθμών" (άρθρο I.V. ), 3) "Οι Ελευθεροτέκτονες συνέρχονται εν Στοαίς, αίτινες τούτο μεν είναι επιμέρους συγκεκροτημέναι Ενώσεις αδελφών, υπό κοινών τύπων και κανονισμών διεπόμεναι, όσον αφορά την συγκρότησιν, σύστασιν και λειτουργίαν αυτών, τούτο δε Τεκτονικά Εργαστήρια, ήτοι ο τόπος, ένθα ούτοι, συνερχόμενοι, εργάζονται προς βελτίωσιν αυτών, δια της κατανοήσεως και εφαρμογής των Τεκτονικών Αρχών, ων η εσωτερική και βαθυτέρα έννοια, δια συμβόλων εικονιζόμενη και δι' αλληγοριών εκτιθέμενη, αποκαλύπτεται αυτοίς, προοδευτικώς δια μυήσεων" (άρθρο 2.VIII.), 4) "Ο Συμβολικός Ελευθεροτεκτονισμός αποτελείται εξ ανδρών κτησαμένων κανονικώς την ιδιότητα του Τέκτονος, ηνωμένων εις Στοάς, αίτινες εν τω συνόλω των αποτελούν την Μεγάλην Στοάν της Ελλάδος, ήτις είναι η μόνη εν Ελλάδι κανονικώς και διεθνώς ανεγνωρισμένη Συμβολική Τεκτονική Αρχή.

Ιδρύθη εν έτει 1811, υπό τον τίτλον "Γαληνότατη Μεγάλη Ανατολή της Ελλάδος, εν Ανατολή Κερκύρας, 1811", έχει την έδραν αυτής εν Αθήναις, διοικείται υπό της Γενικής Συνελεύσεως και του παρ' αυτής εκλεγομένου Συμβουλίου, εκπροσωπείται δε υπό του παρ' αυτού εκλεγομένου Μεγάλου Διδασκάλου ή των νομίμων αυτού αναπληρωτών" (άρθρο 4), 5) "Η Μεγάλη Στοά της Ελλάδος αναγνωρίζει, υπό τον όρον της αμοιβαιότητας, πάσας τας Μεγάλας Τεκτονικάς Δυνάμεις, τας κανονικώς εγκαθιδρυμένας και ανεγνωρισμένας ανά σύμπαντα τον κόσμον, ως και τας υπ' αυτάς Στοάς και τα μέλη αυτών" (άρθρο 5), 6) "Την Μεγάλην Στοάν της Ελλάδος απαρτίζουν αι υπό την αιγίδα Αυτής κανονικώς λειτουργούσαι Στοαί, εκάστη υπό διακριτικόν όνομα και ωρισμένον αύξοντα αριθμόν, ως και αι νομίμως ιδρυθησόμεναι και αι μελλοντικώς υπαχθησόμεναι ..." (άρθρο 6 παρ. 1), 7) "Η Γενική Συνέλευσις, αποτελούμενη εκ των δυνάμει του παρόντος αυτοδικαίως μετεχόντων αυτής και εξ Αντιπροσώπων των εν ενεργεία Συμβολικών Στοών, είναι το Τεκτονικόν σώμα, το εκπροσωπούν την κυριαρχίαν της ολότητας των εν ενεργεία υπό την Αιγίδα της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος Ελευθεροτεκτόνων και εμπιστευόμενον δια της ψήφου του την Ανωτάτην Διοίκησιν του Συμβολικού Ελευθεροτεκτονισμού κατά τας διατάξεις του παρόντος" (άρθρο 7), 8) "Αι Στοαί διοικούνται υπό Τεκτόνων, δι' ορισμένον χρόνον προς τούτο εκλεγομένων, κατεχόντων τον βαθμόν του Διδασκάλου, τουλάχιστον από τριετίας δια το αξίωμα του Σεβασμίου και από έτους δια τα λοιπά αξιώματα, κατά τα υπό του Γενικού Κανονισμού οριζόμενα, τα οποία επ' ουδενί δύνανται να αναιρούν ή να υπερβαίνουν τα υπό του παρόντος προβλεπόμενα" (άρθρο 8), 9) "Η ίδρυσις, οργάνωσις, τα δικαιώματα και καθήκοντα των Στοών, η λειτουργία και διάλυσις αυτών διέπονται υπό του Γενικού Κανονισμού" (άρθρο 9), 10) "Αι Στοαί εργάζονται υποχρεωτικώς κατά τα εγκεκριμένα Τυπικά εκάστου βαθμού, τηρούν απαρεγκλίτως τους καθιερωμένους τύπους, επί τη βάσει των συμβόλων, των αλληγοριών και των φιλοσοφικών αυτών εννοιών" (άρθρο 10), 11) "Επιτρέπονται κοιναί Συνεδρίαι Στοών, κατά τας διατάξεις του Γενικού Κανονισμού και μετά προηγουμένην έγκρισιν του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς.

Επίσης επιτρέπεται η μεταξύ των Στοών αλληλογραφία επί υπηρεσιακών θεμάτων, αναγομένων εις την λειτουργίαν αυτών. Απαγορεύεται εις τας Στοάς πάσα επικοινωνία μετά ξένων Τεκτονικών Δυνάμεων ή μετά των υπό την Αιγίδα τούτων Στοών, ως και μετά οιασδήποτε άλλης αρχής ή οργανώσεως, άνευ ειδικής αδείας του Μεγάλου Διδασκάλου" (άρθρο 11), 12) "Δια να γίνει τις δεκτός ως Τέκτων εις Στοάν, προαπαιτείται ψήφισις εισδοχής αυτού και έγκρισις υπό του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς, κατά τας διατάξεις του Γενικού Κανονισμού και του 12ου άρθρου του παρόντος ..." (άρθρο 13), 13) "Οι Ελευθεροτέκτονες υπάγονται εις την δικαιοδοσίαν της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος δια πάσαν αυτών ενέργειαν εμπίπτουσαν εις τα πλαίσια της δικαιοδοσίας αυτής" ( άρθρο 14), 14) "Πάσα εν τη κοινωνία ενέργεια ή δημοσίευσις ή παρουσία εις ηλεκτρονικά και έτερα μέσα μαζικής ενημερώσεως, Ελευθεροτεκτόνων, σχετική με τον Τεκτονισμόν, αυστηρώς απαγορεύεται, άνευ ειδικής εγγράφου αδείας του Μεγάλου Διδασκάλου" (άρθρο 15), 15) "Οι Τέκτονες στερούνται προσκαίρως ή και οριστικώς των τεκτονικών δικαιωμάτων, βαθμών και αξιωμάτων μόνον κατόπιν αποφάσεως Πειθαρχικού Συμβουλίου, εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του παρόντος και του Γενικού Κανονισμού.

Διατηρούν, όμως, πάντοτε την Τεκτονικήν αυτών ιδιότητα και υπέχουν ευθύνην δια την αυστηράν τήρησιν της εχεμύθειας και δια πάσαν αντιτεκτονικήν δράσιν αυτών" (άρθρο 16 ), 16) Ή Γενική Συνέλευσις είναι η υπέρτατη βουλευομένη Αρχή εν τη Διοικήσει του Συμβολικού Ελληνικού Ελευθεροτεκτονισμού και αποφασίζει κυριαρχικώς επί πάντων των υπό την κρίσιν της κανονικώς υποβαλλομένων ζητημάτων" (άρθρο 17), 17) " Η Γενική Συνέλευσις συγκροτείται από Μέλη αυτοδικαίως μετέχοντα αυτής και από αιρετούς Αντιπροσώπους των Στοών" (άρθρο 18), 18) "Αυτοδικαίως Μέλη της Γενικής Συνελεύσεως είναι ο εν ενεργεία Μέγας Διδάσκαλος ως και οι διατελέσαντες Μεγάλοι Διδάσκαλοι" (άρθρο 19), 19) "Οι αιρετοί Αντιπρόσωποι εκλέγονται παρά πασών των Στοών υποχρεωτικώς ανά τριετίαν.

Εκάστη Στοά εκλέγει δια πλειοψηφίας και μυστικής ψηφοφορίας τρεις Αντιπροσώπους εκ των εν ενεργεία ή πρώην Σεβασμίων αυτής, ή εν ενεργεία ή πρώην Αξιωματικών αυτής, ή των από τριετίας τουλάχιστον κατεχόντων τον βαθμόν του Διδασκάλου, απάντων εκ των ενεργών και τακτικών αυτής μελών. Εάν Στοά τις, εκ των εν Ανατολή Αθηνών και Πειραιώς Στοών, δεν δύναται να αποστείλει άπαντας τους Αντιπροσώπους αυτής εκ των ενεργών και τακτικών μελών της, τότε ορίζει μεν υποχρεωτικώς τον εν ενεργεία Σεβάσμιον της Στοάς ως έναν των Αντιπροσώπων, και, εκλέγει δια πλειοψηφίας και μυστικής ψηφοφορίας τους ετέρους δύο Αντιπροσώπους της εκ των ενεργών και τακτικών μελών, των εν Αθήναις και Πειραιεί υπό την Αιγίδα Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος Στοών.

Ούτοι δέον να είναι εν ενεργεία ή πρώην μέλη του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος ή είναι εν ενεργεία ή πρώην Σεβάσμιοι, εν ενεργεία ή πρώην Αξιωματικοί, ή από εξαετίας, τουλάχιστον, να κατέχουν τον βαθμόν του Διδασκάλου, και να τυγχάνουν ενεργά και τακτικά μέλη των Στοών των κατά την τελευταίαν, από της προηγουμένης εκλογής Αντιπροσώπων, τριετίαν ...

Η Μεγάλη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς υποχρεούται να εξελέγχη τα προσόντα των ούτως εκλεγομένων και να εντέλληται την άμεσον αντικατάστασιν των τυχόν μη δικαιουμένων, κατά τα ανωτέρω, να αποτελούν μέλη της Γενικής Συνελεύσεως. Η εντολή των αντιπροσώπων είναι τριετής. Ουδείς Ελευθεροτέκτων δικαιούται να αντιπροσώπευση εν τη Γενική Συνελεύσει πλείονας της μιας Στοάς.

Ο αριθμός των μελών εκάστης των εν Ανατολή Αθηνών και Πειραιώς Στοών, των δικαιουμένων να εκλεγούν ως Αντιπρόσωποι Επαρχιακών Στοών ή Στοών του Εξωτερικού, δεν δύναται να είναι ανώτερος του αριθμού τρία (3)" (άρθρο 20), 20) "Η Γενική Συνέλευσις είναι η Συντακτική και Νομοθετική εξουσία εν τω Ελευθεροτεκτονισμώ.

Εκλέγει ανά τριετίαν το Συμβούλιον της Μεγάλης Στοάς, αναθεωρεί ή τροποποιεί τον Γενικόν Κανονισμόν, εγκρίνει κατ' έτος τον Διοικητικόν και Οικονομικόν απολογισμόν της Μεγάλης Στοάς, ελέγχει την διοίκησιν και διαχείρισιν Αυτού, ψηφίζει τον ετήσιο προϋπολογισμό και, γενικώς, αποφαίνεται επί πάσης προτάσεως υπό του Συμβουλίου ή των Μελών αυτής κανονικώς υποβαλλομένης ..." (άρθρο 22), 21) "Η Γενική Συνέλευσις συνεδριάζει εν απαρτία, παρόντος, τουλάχιστον, του ημίσεος πλέον ενός των μελών αυτής (του 1/2 υπολογιζόμενου εις αριθμόν ακέραιον)...

Αι αποφάσεις της Γενικής Συνελεύσεως λαμβάνονται κατά πλειοψηφίαν των παρόντων μελών δι' αναστάσεως, ή, εάν ζητηθή, δι' ονομαστικής κλήσεως. Επί προσωπικών ζητημάτων, η ψηφοφορία γίνεται μυστική" (άρθρο 25), 22) "Ουδεμία Στοά δικαιούται να αντιπροσωπευθεί εν τη Γενική Συνελεύσει, εάν δεν διατελεί εν τάξει προς το Μέγα Θησαυροφυλάκιον της Μεγάλης Στοάς, και ουδείς Αντιπρόσωπος δύναται να μετάσχη αυτής, εάν δεν είναι εν τάξει με το Ταμείον της Στοάς αυτού" (άρθρο 28), 23) "Οι Ελευθεροτέκτονες, οι κατέχοντες τον βαθμόν του Διδασκάλου, έχουν ελευθέραν την είσοδον εις τας συνεδριάσεις της Γενικής Συνελεύσεως ως απλοί ακροαταί" (άρθρο 29), 24) "Την ανωτάτην Διοικητικήν και Εκτελεστικήν εξουσίαν του Ελληνικού Συμβολικού Ελευθεροτεκτονισμού ασκεί το Συμβούλων της Μεγάλης Στοάς.

Διοικεί ως υπέρτατη αρχή το Τάγμα και απάσας τας υπό την υπό την Αιγίδα αυτής Συμβολικός Στοάς, μη υποκείμενον εις έλεγχον της Διοικήσεως και Διαχειρίσεως αυτού παρά μόνον ενώπιον της Γενικής Συνελεύσεως, κατά τας διατάξεις του παρόντος ..." (άρθρο 32 παρ. 1), 25) "Η εκλογή των Μελών του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς διενεργείται υπό της Γενικής Συνελεύσεως δια μυστικής ψηφοφορίας.

Οι υποψήφιοι προς εκλογήν, δέον να είναι μέλη της Γενικής Συνελεύσεως, να έχουν χρηματίσει Σεβάσμιοι Στοάς, τελούσης υπό την αιγίδα της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος και να μην έχουν ελεγχθεί πειθαρχικώς δια στερήσεως των τεκτονικών δικαιωμάτων και λειτουργημάτων αυτών δι' αμετακλήτου αποφάσεως. Έκαστος υποψήφιος οφείλει να καταθέσει ενυπογράφως την υποψηφιότητα του προς τον Μεγάλον Γραμματέα εντός προθεσμίας τριάκοντα (30) πλήρων ημερών προ της εκλογής.

Ο Μέγας Γενικός Γραμματεύς συντάσσει ενιαίαν, κατ' απόλυτον αλφαβητική σειράν, ονομαστικήν κατάστασιν των υποψηφίων, η οποία αναρτάται εις τα γραφεία της Μεγάλης Γενικής Γραμματείας και αποστέλλεται προς τους αντιπροσώπους προ δεκαπέντε (15) πλήρων ημερών προ της εκλογής ... Έκαστος αντιπρόσωπος επί ποινή ακυρότητος του ψηφοδελτίου, θα επιλέγη εξ αυτών ένδεκα ονόματα, όσα και τα αιρετά Μέλη του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς, θέτων έμπροσθεν εκάστου ονόματος της επιλογής του, σταυρόν προτιμήσεως δια μελάνης κυανού ή μέλανος χρώματος.

Οι κατά σειράν επιτυχίας πρώτοι 11, οι συγκεντρώσαντες πλειοψηφίαν 1/2 συν 1 των ψηφισάντων (του 1/2 υπολογιζόμενον εις αριθμόν ακέραιον), εκλέγονται ως τακτικά Μέλη του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς. Εν περιπτώσει ισοψηφίας δια την τελευταίαν θέσιν διενεργείται επαναληπτική ψηφοφορία μόνον μεταξύ των ισοψηφνσάντων υποψηφίων και εν περιπτώσει νέας ισοψηφίας εκλέγεται ο αρχαιότερος εις τον Τεκτονισμόν υποψήφιος ...

Οι μετά την εκλογήν των ως άνω 11 επιτυχόντων επόμενοι κατά σειράν 5 επιλαχόντες ορίζονται ως αναπληρωματικά Μέλη της Μεγάλης Στοάς. Η διάρκεια της θητείας των ούτως εκλεγέντων μελών του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς ως και των αναπληρωματικών Μελών είναι τριετής και λήγει την ημέραν της εκλογής του νέου Συμβουλίου Αυτής ..." (άρθρο 33), 26) "Το Συμβούλιον της Μεγάλης Στοάς ερμηνεύει τον Καταστατικόν Χάρτην και τους Κανονισμούς, ιδρύει και τακτοποιεί τας Στοάς, εφορεύει και παρακολουθεί, δια των Μεγάλων Επιθεωρητών την λειτουργίαν αυτών και κατευθύνει τας εργασίας των, επβάλλον την αυστηράν εφαρμογήν του Καταστατικού Χάρτου, του Κανονισμού, των Τεκτονικών Τυπικών, των αποφάσεων αυτού και της Γενικής Συνελεύσεως.

Εγκρίνει τους Ειδικούς Κανονισμούς των Στοών, εντέλλεται την έκδοσιν πινάκων, εγκυκλίων, διαταγών, ψηφισμάτων και αποφάσεων, ων η εκτέλεσις είναι απαρέγκλιτος και αυστηρώς υποχρεωτική δια πάσας τας Στοάς και τους Ελευθεροτέκτονας, τους υπό την Αιγίδα της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος ..." (άρθρο 38 παρ. 1), 27) "Το Συμβούλιον της Μεγάλης Στοάς ασκεί την ανωτάτην Πειθαρχικήν εξουσίαν εν τω Τάγματι, επιλαμβανόμενον αυτεπαγγέλτως πάσης Τεκτονικής πειθαρχικής διώξεως κατά παντός Ελευθεροτέκτονος ή Στοάς της δικαιοδοσίας αυτής, δια του Πειθαρχικού Τμήματος, κατ' έγκλησιν του Μεγάλου Ρήτορος ή κατόπιν αιτήσεως υποβαλλομένης εις αυτό παρά τινός των Μελών του Συμβουλίου ..." (άρθρο 39 παρ. 1), 28) "Το Συμβούλιον της Μεγάλης Στοάς, άμα τη κατά το άρθρ. 36 του παρόντος συγκροτήσει αυτού, καταρτίζει εκ των μελών του τέσσαρα Τμήματα: 1) Το Διοικητικόν, το οποίο εφορεύει της διοικήσεως των Στοών, εγκρίνει ή απορρίπτει τους προτεινόμενους παρά των Στοών προς εισδοχήν εις το Τάγμα, τας προαγωγάς εις τους βαθμούς του Εταίρου και του Διδασκάλου, εγκρίνει ή ακυροί τας αρχαιρεσίας των Αξιωματικών των Στοών και εν γένει μεριμνά δια την κανονικήν λειτουργίαν αυτών. 2 ) Το Οικονομικόν, εις ο ανάγονται πάντα τα οικονομικά ζητήματα του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς και των υπό την Αιγίδα αυτής Στοών. 3) Το Πειθαρχικόν, όπερ ασκεί την πειθαρχικήν εξουσίαν εν τω Τάγματι και λειτουργεί ως Ανώτατον Πειθαρχικόν Συμβουλίου του εν Ελλάδι Συμβολικού Ελευθεροτεκτονισμού, κατά τας διατάξεις του άρθρου 39 του Πειθαρχικού Οργανισμού του παρόντος και του Γενικού Κανονισμού ..." (άρθρο 43), 29) "Πειθαρχικά Συμβούλια του εν Ελλάδι Συμβολικού Ελευθεροτεκτονισμού είναι: 1) Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς, ως Ανώτατον Πειθαρχικόν Συμβούλιον, κατά το άρθρον 39 παρ. 1 και 3, και το Πειθαρχικόν Τμήμα της Μεγάλης Στοάς..., 2) Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον εκάστης Στοάς, επιλαμβανόμενον του πειθαρχικού ελέγχου πάσης αναφοράς, υποβληθείσης δια του Σάκκου των Προτάσεων κατά μέλους ή μελών αυτής, μετ' εξέτασιν προκαταρκτικήν και παραπεμπτικόν πόρισμα τριμελούς Επιτροπής εκ του Α' Επόπτου, του Ρήτορος και του Γραμματέως ή των νομίμων αυτών αναπληρωτών Αξιωματικών.

Το Πειθαρχικόν Συμβούλιον αποτελείται εκ του Σεβασμίου και, τούτου κωλυομένου, παρ' εντεταλμένου ειδικώς υπό του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς, ως προέδρου, και 10 Διδασκάλων κληρουμένων εκ των παρόντων εν συνεδρία της Στοάς, ειδικώς δι' εκάστην εκδικαζομένην υπόθεσιν..." (άρθρο 60), 30) "Υπό του Γενικού Κανονισμού καθορίζεται η συμμετοχή απασών των Στοών εις τας δαπάνάς του Μεγάλου Θησαυροφυλακίου της Μεγάλης Στοάς ..." (άρθρο 63 παρ. 1) και 31) "Το Συμβούλιον της Μεγάλης Στοάς διορίζει Μεγάλους Επιθεωρητάς των Στοών εκ των εν ενεργεία ή πρώην Μελών αυτού και εκ των πρώην Σεβασμίων.

Ο Μεγάλος Επιθεωρητής, καλούμενος υποχρεωτικώς εις πάσαν τακτικήν ή έκτακτον ή οικογενειακήν συνεδρίασιν της Στοάς, ως και εις τα Συμβούλια των Αξιωματικών αυτής, επιβλέπει την κανονικήν, κατά τον Καταστατικόν Χάρτην, τους Κανονισμούς και τα Τυπικά, λειτουργίαν αυτών, δικαιούμενος να αναλάβη ως εκπρόσωπος του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς, και την Προεδρίαν της Στοάς, εάν, κατά την κρίσιν του, παρίσταται ανάγκη προς τούτο.

Υποχρεούται να κρατή δι' εκθέσεών του ενήμερον των ενεργειών αυτού τον Μεγάλον Διδάσκαλον ή τον νόμιμον αναπληρωτήν του" (άρθρο 6). Περαιτέρω, ο "Γενικός Κανονισμός" προβλέπει μεταξύ άλλων τα εξής : 1) "1. Προς Ίδρυσιν Συμβολικής Στοάς απαιτείται, όπως επτά, τουλάχιστον, Διδάσκαλοι Τέκτονες, ανήκοντες ως ενεργά ή επίτιμα μέλη εις Στοάς υπαγομένας υπό την Μεγάλην Στοάν της Ελλάδος, συνερχόμενοι με την μέριμναν και την φροντίδα του αρχαιοτέρου εις τον βαθμόν, ή, άλλως, πρεσβυτέρου και επαληθεύοντες τους τεκτονικούς αυτών τίτλους, αποφασίσουν σχετικώς.

Μεθ' ο, αφού εκλέξουν το διακριτικόν όνομα της Στοάς, το οποίο δεν πρέπει να ανήκει εις ετέραν Στοάν υπαγομένην υπό την Μεγάλην Στοάν της Ελλάδος, εν ενεργεία ή εν ύπνω και εις την αυτήν Ανατολήν, υποβάλλουν εις Αυτήν αιτιολογημένην περί της ιδρύσεως της Στοάς αίτησιν υπογραφομένην υπ' αυτών. Των ανωτέρω τηρούνται παρά του νεωτέρου πρακτικά, τα οποία υπογράφονται παρά πάντων (άρθρο 1 παρ. 1 ), 2) "Εάν η Μεγάλη Στοά εγκρίνη την ίδρυσιν, γνωρίζει τούτο εις τον προεδρεύοντα κατά την συνεδρίαν, καθ' ην απεφασίσθη η ίδρυσις της Στοάς, και παραγγέλλει όπως αυτή προβή:

α) εις την εκλογήν των Αξιωματικών και των Αντιπροσώπων αυτής εις την Γενικήν Συνέλευσιν, β) εις την υποβολήν εις διπλούν του σχεδίου της Σφραγίδος, και γ) εις την αποστολήν του απαιτουμένου ποσού δια το Ιδρυτικόν Δίπλωμα και τα αναγκαιούντα αντίτυπα του Καταστατικού Χάρτου, Γενικού Κανονισμού και Τυπικών" (άρθρο 4), 3) "1.

Μετά την λήψιν της εγκρίσεως, οι αποφασίσαντες την ίδρυσιν της Στοάς, αποκτώντες τον τίτλον του Ιδρυτού αυτής, συνέρχονται εις ειδικήν Συνεδρίαν και προβαίνουν, κατά τας διατάξεις των σχετικών άρθρων του παρόντος Γενικού Κανονισμού, εις την εκλογήν των Αξιωματικών και των Αντιπροσώπων της Στοάς εις την Γενικήν Συνέλευσιν. 2.

Η εκλογή αυτή υπόκειται πάντοτε εις την έγκρισιν της Μεγάλης Στοάς" (άρθρο 5), 4 ) "Η Στοά διοικείται υπό Αξιωματικών, εκλεγομένων ανά διετίαν, συμφώνως προς τα άρθρα 75 και επέκεινα του παρόντος Γενικού Κανονισμού" (άρθρο 13), 5) " Αι Στοαί ανά τριετίαν και κατά μήνα Οκτώβριον, προβαίνουσιν εις την εκλογήν των τριών Αντιπροσώπων, εις την Γενικήν Συνέλευσιν, εκ των ενεργών και τακτικών μελών αυτών, συμφώνως προς το άρθρον 20 του Καταστατικού Χάρτου.

Αι το πρώτον ιδρυόμεναι Στοαί, εκλέγουν τους Αντιπροσώπους αυτών κατά την πρώτην αυτών Συνεδρίαν (άρθρον 5 παρ. 1 του παρόντος Γενικού Κανονισμού" (άρθρο 66), 6) " Εάν Στοά τις, εκτός των εν Αν. Αθηνών και Πειραιώς Στοών δεν δύναται να αποστείλει άπαντας τους Αντιπροσώπους αυτής εκ των ενεργών και τακτικών μελών αυτής, τότε ορίζει υποχρεωτικώς τον εν ενεργεία Σεβάσμιον της Στοάς, ως ένα των Αντιπροσώπων και εκλέγει δια πλειοψηφίας και μυστικής ψηφοφορίας τους ετέρους δύο Αντιπροσώπους της, εκ των ενεργών και τακτικών μελών των εν Αθήναις και Πειραιεί, υπό την αιγίδα της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος, Στοών.

Ούτοι δέον να είναι εν ενεργεία ή πρώην Μέλη του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος, ή να είναι εν ενεργεία ή πρώην Σεβάσμιοι, εν ενεργεία ή πρώην τακτικοί Αξιωματικοί, ή από εξαετίας, τουλάχιστον να κατέχουν τον βαθμόν του Διδασκάλου και να τυγχάνουν ενεργά και τακτικά μέλη των Στοών των κατά την τελευταίαν, από της προηγουμένης εκλογής Αντιπροσώπων, τριετίας" (άρθρο 67), 7) "1.

Αι Στοαί οφείλουν να προβαίνουν εις την εκλογήν των Αξιωματικών αυτών ανά διετίαν, εντός του μηνός Οκτωβρίου, και να υποβάλουν τα αποτελέσματα αυτών εις την Μεγάλην Γενικήν Γραμματείαν της Μεγάλης Στοάς εντός δέκα των πολύ ημερών. 2. Η μη ακριβής τήρησις του άρθρου τούτου συνεπιφέρει τον πειθαρχικόν έλεγχον της Στοάς, εκτός εάν αύτη θεωρηθεί δεδικαιολογημένη υπό του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς" (άρθρο 72), 8) "1.

Πάσα εκλογή Αξιωματικών και Αντιπροσώπων υπόκειται εις την έγκρισιν του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς. 2. Ο εν ενεργεία Σεβάσμιος οφείλει να υποβάλη εντός δεκαημέρου από των αρχαιρεσιών προς την Μεγάλην Γενικήν Γραμματείαν σχετικόν Πίνακα, μετά του αποσπάσματος των πρακτικών της Συνεδρίας των αρχαιρεσιών, υπογραφόμενου παρ' αυτού, του Ρήτορος και του Γραμματέως και σεσημασμένου δια της Σφραγίδος της Στοάς.

Επίσης δι' ιδιαιτέρου Πίνακός του οφείλει επί ποινή ακυρότητος να υποβάλη, εντός της αυτής ως άνω προθεσμίας, τ' αποτελέσματα των αρχαιρεσιών των Αντιπροσώπων εις την Γενικήν Συνέλευσιν Αντιπροσώπων, επισυνάπτων απόσπασμα των σχετικών πρακτικών. 3.Παρελθούσης απράκτου της ως άνω προθεσμίας, πάσα μετ' αυτήν πράξις της Στοάς ουδεμία έχει ισχύν" (άρθρο 85), 9) "Η Μεγάλη Στοά ερευνά το κύρος της εκλογής κατ' ένστασιν ή και αυτεπαγγέλτως και, εφ' όσον αύτη εγένετο κανονικώς, εγκρίνει τα αποτελέσματα αυτής, οπότε η Στοά προβαίνει εις την εγκατάστασιν των νέων αυτής Αρχών, κατά τα κατωτέρω οριζόμενα.

Κατά την εξέτασιν της ενστάσεως, η Μεγάλη Στοά καλεί και ακροάται τον ενιστάμενον, τον Σεβάσμιον και τον Επιθεωρητήν της Στοάς" (άρθρο 86), 10) "Η Στοά συγκροτείται εξ ενεργών και επίτιμων μελών" (άρθρο 127), 11) "1. Προκειμένου η Στοά να αποφασίση δια την εκλογήν νέου Συμβουλίου Αξιωματικών και των Αντιπροσώπων εις την Γενικήν Συνέλευσιν, δέον να παρίστανται το ήμισυ πλέον του ενός των ενεργών και τακτικών Διδασκάλων των εγγεγραμένων εις το μητρώον της Στοάς, των ευρισκομένων εν τάξει προς το Ταμείον αυτής και μη εμπιπτόντων εις τας περιπτώσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 73 του παρόντος" (άρθρο 138 παρ. 1), 12) "1.

Η Επιθεώρησις των Στοών ανατίθεται υπό της Μεγάλης Στοάς εις Μεγάλους Επιθεωρητάς, δια μίαν τριετίαν, μη αποκλειομένης της εκ νέου αναθέσεως ουδέ και της αντικαταστάσεως των, κατά το διάστημα της τριετίας, εάν προς τούτο συντρέχουν, κατά την κρίσιν του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς, ειδικοί λόγοι, οπότε η αντικατάστασις ισχύει δια τον υπόλοιπον, μέχρι συμπληρώσεως της τριετίας χρόνον" (άρθρο 159 παρ. 1), 13 ) "Αι Στοαί προνοούν περί των δαπανών αυτών ως και περί της συμμετοχής των εις τας δαπάνας του Μεγάλου Θησαυροφυλακίου της Μεγάλης Στοάς" (άρθρο 166), 14) "1.

Εκάστη Στοά κανονίζει, δια του Ειδικού αυτής Κανονισμού, ή δι' αποφάσεώς της, υποκειμένης εις την έγκρισιν της Μεγάλης Στοάς, το υπέρ αυτής εισπραττόμενον ποσόν δια την μηνιαίαν εισφοράν των μελών της, ως και το δι' εκάστην μύησιν, αύξησιν μισθοδοσίας, υιοθεσίαν και τακτοποίησιν" (άρθρο 167 παρ. 1), 15) "Αι Στοαί δύνανται, δι' Ειδικού Κανονισμού αυτών, να ρυθμίζουν τας λεπτομέρειας της εσωτερικής αυτών λειτουργίας και διοικήσεως, καθώς και τα οικονομικά αυτών, υπό τον όρον, όμως, όπως ο Κανονισμός ούτος μη περιέχη τι το αντικείμενον προς τον Καταστατικόν Χάρτην και τον παρόντα Γενικόν Κανονισμόν. 2.

Ο Ειδικός Κανονισμός υποβάλλεται εις διπλούν προς την Μεγάλην Στοάν, προς έγκρισιν. 3. Μετά την έγκρισιν του Ειδικού Κανονισμού, η Μεγάλη Στοά επιστρέφει εις την Στοάν το εν (1) εκ των αντιγράφων επικεκυρωμένον, τούτο δε προσυπογράφεται παρά πάντων των μελών της Στοάς. 4. Ο Ειδικός Κανονισμός της Στοάς ισχύει μετά την υπό την υπό της Μεγάλης Στοάς έγκρισιν αυτού. 5.

Αι Στοαί εκτυπώνουν τον Ειδικόν αυτών Κανονισμόν, πάντα δε τα μέλη αυτών είναι υποχρεωμένα να εφοδιασθούν δι' ενός αντιτύπου, έναντι καταβολής του αντιτίμου του (πρβ. αρθ. 110). 6. Θέματα ρυθμιζόμενα υπό του Καταστατικού Χάρτου και του Γενικού Κανονισμού δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενον του Ειδικού Κανονισμού" (άρθρο 179), 16) "Πάσα τροποποίησις του Ειδικού Κανονισμού της Στοάς υποβάλλεται προς έγκρισιν εις το Συμβούλιον της Μεγάλης Στοάς" (άρθρο 180), 17) "1.

Εάν Στοά τις λειτουργεί κατά τρόπον εκθέτοντα το κύρος της, ή δεν δύναται να λειτουργήση, λόγω εξαιρετικών ειδικών συνθηκών, η Μεγάλη Στοά έχει το δικαίωμα, όπως, δια μιας ή περισσοτέρων Αποφάσεων του Συμβουλίου της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος, αναστείλει τας εργασίας ταύτης μέχρι δύο ετών. 2. Δια την παράτασιν της αναστολής των εργασιών της Στοάς ταύτης πέραν της διετίας, απαιτείται απόφασις της Γενικής Συνελεύσεως" (άρθρο 181), 18) "1.

Η Μεγάλη Στοά έχει το δικαίωμα, όπως, δι' αποφάσεως του Συμβουλίου Αυτής, θέτη εις αργίαν Στοά τινά, κατά τας περιπτώσεις του άρθρου 39 του Καταστατικού Χάρτου, καθώς και όταν αύτη, κατά τα κατωτέρω, αναστείλη τας εργασίας αυτής, αποφασίση την διάλυσίν της, ή παύση εργαζομένη" (άρθρο 182 παρ. 1), 19) "Τα τεκτονικά παραπτώματα, πλην των εις ειδικάς διατάξεις του παρόντος Γενικού Κανονισμού αναφερομένων, διακρίνονται εις παραπτώματα διαπραττόμενα:

α) υπό τεκτόνων, και β) υπό Στοών" (άρθρο 202), 20) "Τα υπό των Στοών διαπραττόμενα παραπτώματα είναι: α) Η κατά σύστημα παραβίασις των διατάξεων του Καταστατικού Χάρτου, του Γενικού Κανονισμού και των αποφάσεων της Μεγάλης Στοάς, και β) Η λειτουργία της Στοάς, κατά τρόπον δυνάμενον να προσάψη ψόγον εις τον Τεκτονισμόν" (άρθρο 204), 21) "3.

Τα υπό των Στοών διαπραττόμενα παραπτώματα τιμωρούνται, τα μεν υπό στοιχείου (α) δι' αργίας μέχρι δύο ετών, τα δε υπό στοιχείου (β) δι' αργίας από δύο ετών μέχρι διαλύσεως της Στοάς" (άρθρο 205 παρ. 3), 22) "1. Δια την εισαγωγήν των τεκτονικών παραπτωμάτων ενώπιον των υπό του Καταστατικού Χάρτου (άρθρ. 60) προβλεπομένων Πειθαρχικών Συμβουλίων των Στοών και του υπ' αυτών έλεγχον τούτων, απαιτείται καταγγελία, υποβαλλομένη δια του Σάκκου των Προτάσεων" (άρθρο 208 παρ. 1), 23) "Ευθύς ως υποβληθούν προς τον Σεβάσμιον το κατά το άρθρον 209, παράγραφος 2 πρακτικόν της Εξεταστικής Επιτροπής και το κατά το άρθρον 211, παράγραφος 1 πόρισμά της, ορίζει ούτος ειδικήν συνεδρίαν προς άσκησιν πειθαρχικού ελέγχου επί της υποθέσεως και, ομού με την κοινοποίησιν προς τον εγκαλούμενον υπό του Γραμματέως της Στοάς, δια συστημένης επιστολής, ή δι' επιστολής εγχειριζομένης εις αυτόν υπό του Θεράποντος της Στοάς, ή του Κλητήρος του Μεγάρου, επί αποδείξει, καλεί τον εγκαλούμενον, προ οκτώ ημερών, όπως προσέλθη δια πειθαρχικόν έλεγχον, γνωστοποιών άμα εις αυτόν ότι, εις περίπτωσιν μη εμφανίσεώς του, θέλει ελεγχθή ερήμην" (άρθρο 215), 24) "Πάσα απόφασις δεχόμενη την καταγγελίαν, υπόκειται μόνον εις προσφυγήν και κοινοποιείται εις την Μεγάλην Στοάν και προς τον πειθαρχικώς ελεγχθέντα τέκτονα, εγγράφως, εντός οκτώ ημερών το βραδύτερον από της εκδόσεως της.

Εις το κοινοποιούμενον έγγραφον μνημονεύεται η κατά της αποφάσεως νόμιμος προθεσμία προσφυγής" (άρθρο 218) και 25) "2. Η προσφυγή απευθύνεται εις το Πειθαρχικόν Τμήμα της Μεγάλης Στοάς..." (άρθρο 220 παρ. 2 εδ. α'). Από το σύνολο των προπαρατιθεμένων διατάξεων του "Καταστατικού Χάρτη" και του "Γενικού Κανονισμού" σαφώς συνάγεται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι οι "Στοές" συνιστούν μη κερδοσκοπικές ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα κατά την έννοια του άρθρου 107 εδ.

α' ΑΚ, δεδομένου ότι εμφανίζουν σωματειακή δομή και οργάνωση, διαθέτουν διακριτά όργανα με σαφείς αρμοδιότητες και εξουσίες και αυστηρή ιεραρχία, η λειτουργία τους διέπεται από εσωτερικούς κανονισμούς με λεπτομερείς προβλέψεις, ασκούν πειθαρχική εξουσία στα μέλη αυτών (Ελευθεροτέκτονες) και είναι και οι ίδιες υποκείμενα πειθαρχικού ελέγχου, κατά τις αναλυτικώς προπαρατεθείσες διατάξεις.

Καθ' όσον αφορά στη σχέση των "Στοών" με την εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση μη κερδοσκοπική ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα υπό την επωνυμία "Μεγάλη Στοά της Ελλάδος των Αρχαίων Ελευθέρων και Αποδεδεγμένων Τεκτόνων" (χάριν συντομίας "Μεγάλη Στοά"), η οποία αποτελεί την ανωτάτη Τεκτονική Αρχή στην Ελλάδα, από τα ως άνω καταστατικά για τον Τεκτονισμό κείμενα σαφώς συνάγεται ότι μέλη της δεν είναι - ευθέως - τα φυσικά πρόσωπα των Ελευθεροτεκτόνων, οι οποίοι πράγματι συγκροτούν τις "Στοές" ως ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, κατά τα προεκτιθέμενα, αλλά οι ίδιες οι "Στοές", εν είδει "πρωτοβαθμίων" μη κερδοσκοπικών ενώσεων προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, οι οποίες εν συνεχεία συγκροτούν και συναποτελούν την εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση "δευτεροβάθμιο" μη κερδοσκοπική ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα υπό την επωνυμία "Μεγάλη Στοά".

Πράγματι, η "κλιμακωτή" ιεραρχική διάρθρωση του Τεκτονισμού στην Ελλάδα με την εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση ένωση προσώπων στην κορυφή ως "Ανωτάτη Τεκτονική Αρχή", εν είδει "δευτεροβαθμίου" ενώσεως προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, συγκροτούμενη από τις "Στοές" ως υποκείμενες σε αυτή, "πρωτοβαθμίους", ενώσεις φυσικών προσώπων (των Ελευθεροτεκτόνων) καταδεικνύεται ιδίως :

α) από τη σαφή αναφορά ότι στον "Καταστατικό Χάρτη" ( άρθρο 6 ) ότι η εφεσίβλητος στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση υπερκείμενη ένωση προσώπων συγκροτείται από τις "κανονικώς λειτουργούσες Στοές", και όχι απευθείας από φυσικά πρόσωπα, ήτοι τους ανήκοντες στις "Στοές" Ελευθεροτέκτονες, β) από τη σαφή πρόβλεψη ότι η Γενική Συνέλευση της εφεσίβλητου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση υπερκείμενης ενώσεως προσώπων συγκροτείται από αιρετούς αντιπροσώπους των "Στοών" (στις οποίες αναγνωρίζεται κατά τα ανωτέρω λειτουργική, διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, ίδ.

ιδίως άρθρα 8 και 9 του "Καταστατικού Χάρτη"), και όχι από τα φυσικά πρόσωπα-μέλη των "Στοών" (Ελευθεροτέκτονες), και από αυτοδικαίως μετέχοντα μέλη (άρθρα 7, 18 και 19 του "Καταστατικού Χάρτη"), γ) από την εξάρτηση της αντιπροσωπεύσεως των "Στοών" στη Γενική Συνέλευση της εφεσίβλητου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση υπερκείμενης ενώσεως προσώπων από την τακτοποίηση των οικονομικών υποχρεώσεων αυτών (άρθρο 28 του "Καταστατικού Χάρτη") και όχι των μελών τους φυσικών προσώπων (Ελευθεροτεκτόνων), δ) από την απαγόρευση παρακολουθήσεως των εργασιών της Γενικής Συνελεύσεως της εφεσίβλητου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση υπερκείμενης ενώσεως προσώπων από Ελευθεροτέκτονες, οι οποίοι κατέχουν βαθμό κατώτερο του Διδασκάλου (άρθρο 29 του "Καταστατικού Χάρτη"), ε) από τη διάρθρωση της ασκήσεως της πειθαρχικής δικαιοδοσίας τόσο εντός των "Στοών", όσο και στο πλαίσιο της εσωτερικής λειτουργίας των αρμοδίων οργάνων της εφεσίβλητου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση υπερκείμενης ενώσεως προσώπων, κατά τα προεκτεθέντα, σε αντίθετο δε κρίση δεν άγει το γεγονός ότι η εφεσίβλητος στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση υπερκείμενη ένωση προσώπων πράγματι ασκεί διαρκώς όχι μόνο τυπικό, αλλά και ουσιαστικό έλεγχο επί των ευρισκομένων υπό τη δικαιοδοσία της "Στοών" σε όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων τους και κατευθύνει εν πολλοίς τη λειτουργία τους στο πλαίσιο της εφαρμογής ενός αυστηρού συστήματος εσωτερικής κλιμακωτής ιεραρχίας, διότι η ιεραρχική αυτή σχέση μεταξύ της εφεσίβλητου στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσας στην υπό στοιχείο II έφεση υπερκείμενης ενώσεως προσώπων και των υποκειμένων "Στοών" δεν αναιρεί, αλλά αντιθέτως επιβεβαιώνει, την αυτοδύναμο και διακριτή οργάνωση αυτών ως ενώσεων προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, "δευτεροβαθμίου" και "πρωτοβαθμίων", αντιστοίχως.

Σημειωτέον, τέλος, ότι αλυσιτελώς προβάλλεται από την εφεσίβλητο στην υπό στοιχείο I έφεση - εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση ένωση προσώπων ο ισχυρισμός ότι η ίδια δεν είναι δυνατόν να συγκροτείται, ως ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, από άλλες ενώσεις προσώπων, ομοίως στερούμενες νομικής προσωπικότητος, αφ' ενός μεν διότι τούτο, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν απαγορεύεται από το δίκαιο, καθ' όσον δεν συνάπτεται με την κτήση νομικής προσωπικότητος, και πρέπει να θεωρηθεί επιτρεπτό στο πλαίσιο της συνταγματικώς προστατευόμενης ελευθερίας του συνέρχεσθαι (άρθρο 12 παρ. 1 έως 3 του Συντάγματος), αφ' ετέρου δε διότι κρίσιμο ζήτημα στην προκειμένη περίπτωση είναι το εάν οι "Στοές" αποτελούν ή όχι ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, στις οποίες απονέμεται ικανότητα δικαίου και ικανότητα προς το παρίστασθαι επί δικαστηρίου και διεξάγειν τη δίκη ιδίω ονόματι (άρθρα 62 εδ.

β', 63 παρ. 1 και 64 παρ. 3 ΚΠολΔ ). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι: α) οι "Στοές" τυγχάνουν ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα κατά τη διάταξη του άρθρου 107 εδ. α' ΑΚ και η εφεσίβλητος στην υπό στοιχείο I έφεση- εκκαλούσα στην υπό στοιχείο II έφεση "Μεγάλη Στοά" συνιστά υπερκείμενη μη κερδοσκοπική ένωση προσώπων, μέλη της οποίας τυγχάνουν οι "Στοές" ως μη κερδοσκοπικές ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, αποτελούμενες από φυσικά πρόσωπα, ήτοι τους Ελευθεροτέκτονες και β) η πρώτη ενάγουσα "Στοά" υπό την επωνυμία "ΣΕΠΤΗ ΣΤΟΑ ΙΣΟΤΗΣ" και η πρώτη προσθέτως παρεμβαίνουσα "Στοά" υπό την επωνυμία "ΣΕΠΤΗ ΣΤΟΑ ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ" συνιστούν μη κερδοσκοπικές ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, οι οποίες έχουν ικανότητα δικαίου και ικανότητα προς το παρίστασθαι επί Δικαστηρίου και διεξάγειν τη δίκη ιδίω ονόματι, και ως εκ τούτου νομιμοποιούνται ενεργητικώς προς άσκηση αγωγής και προσθέτου παρεμβάσεως, αντιστοίχως, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 107 εδ.

α' ΑΚ, 62 εδ. β', 63 παρ. 1 και 64 παρ. 3 ΚΠολΔ, οι υποστηρίζοντες δε τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό στοιχείο II εφέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 107 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό της και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι οι ως άνω "Στοές" συνιστούν μη κερδοσκοπικές ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα κατά την έννοια του άρθρου 107 εδ. α' του ΑΚ, δεδομένου ότι εμφανίζουν σωματειακή δομή και οργάνωση, ενώ η αναιρεσείουσα "Μεγάλη Στοά", η οποία αποτελεί την ανωτάτη Τεκτονική Αρχή στην Ελλάδα, έχει ως μέλη της όχι τα φυσικά πρόσωπα των ελευθεροτεκτόνων, οι οποίοι πράγματι συγκροτούν τις "Στοές", αλλά τις ίδιες τις "Στοές" εν είδει "πρωτοβάθμιων" μη κερδοσκοπικών ενώσεων προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, οι οποίες στη συνέχεια συγκροτούν και συναποτελούν την αναιρεσείουσα ως "δευτεροβάθμιο" μη κερδοσκοπική ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα.

Με την εν λόγω παραδοχή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεδομένου ότι οι κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα είναι δυνατό σε ίδρυση ένωσης προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα (ΑΚ 107) να συμμετέχουν είτε φυσικά πρόσωπα είτε ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα (ΑΚ 107).

Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες από τη μη αναφορά της στον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι οι ως άνω "Στοές" στερούνται αυτοτέλειας έναντι αυτής ("ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΤΟΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ") και λειτουργούν εν είδει παραρτήματος αυτής χωρίς να αποτελούν ενώσεις προσώπων κατά την έννοια του νόμου.

Τούτο δε διότι από τις πιο πάνω προηγούμενες παραδοχές αυτής περί του ότι οι εν λόγω "Στοές" εμφανίζουν σωματειακή δομή και οργάνωση, διαθέτουν διακριτά όργανα με σαφείς αρμοδιότητες και εξουσίες και αυστηρή ιεραρχία, η λειτουργία τους διέπεται από εσωτερικούς κανονισμούς με λεπτομερείς προβλέψεις, ασκούν πειθαρχική εξουσία στα μέλη τους (Ελευθεροτέκτονες) και είναι και οι ίδιες υποκείμενα πειθαρχικού ελέγχου, συνάγεται αυτονόητα ότι θεωρεί ως αβάσιμα τα πιο πάνω αναφερόμενα από την αναιρεσείουσα περί έλλειψης αυτοτέλειας των "Στοών".

Επομένως, είναι αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.

ε'του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 13-12-2018 αίτηση της ένωσης προσώπων με την επωνυμία "ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΟΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 4933/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ