Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite specific substantive law articles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment. The appellant failed to specify the exact substantive law articles violated, rendering the grounds for appeal indefinite and inadmissible under the Code of Civil Procedure. Consequently, the court rejected the appeal entirely and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3), 559(560), 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it fails to specify the exact substantive law articles violated and the specific legal error committed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1190 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1190/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραβίδα, με δήλωση του άρθρου 242παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαρρίζο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:902/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-7-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 (560) του Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Αν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, υπάρχει αοριστία, που καθιστά την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη και συνεπεία τούτου απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα.
Για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού ή η επανάληψη του κειμένου της διατάξεως του άρθρου 559(560) Κ.Πολ.Δ. που προβλέπει το σχετικό λόγο, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που σύμφωνα με αυτήν απαιτούνται για την συγκρότηση του αντιστοίχου λόγου αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 694/2009, 778/2009, 574/2008).
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (560) ΚΠολΔ λόγος για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να προσδιορίζεται ο συγκεκριμένος νομικός κανόνας και μάλιστα εναρίθμως η ουσιαστικού δικαίου διάταξη, ο οποίος φέρεται παραβιασθείς και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή αυτού.
Εάν δε το δικαστήριο εχώρησε στην κατ’ ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα, υπό τα οποία φέρεται συντελεσθείσα η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνος ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 20/2005, 15-16/20013). Επίσης για την πληρότητα του από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου λόγου αναιρέσεως (560 αρ.6), για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο πραγματικά γεγονότα, υπό τα οποία φέρεται συντελεσθείσα η εν λόγω πλημμέλεια και επί πλέον να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π. 32/96, 27/98, 1485/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπιση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, έκανε τυπικά δεκτή και κατ’ ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, εξαφάνισε την εκκαλούμενη, δίκασε την αγωγή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Συνεπώς, ο πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, όπως εκτιμάται ότι επιχειρεί να θεμελιώσει ο αναιρεσείων, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ευθεία παραβίαση νόμου, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.
Πέραν όμως τούτου, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 § 1 και 536 § 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το Εφετείο, όταν μετά την παραδοχή βάσιμου λόγου έφεσης εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά σε όλα τα δικαιώματά του το πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει, όπως εκείνο και να λύσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτόδικα και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς.
Η έρευνα αυτή γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, εξαιτίας της επερχόμενης από το νόμο υποκαταστάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στη θέση του πρωτοβαθμίου, καθόσον δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλ’ η αγωγή. Επομένως για την εξέταση αυτή δεν απαιτείται έφεση ή αντέφεση ή υποβολή ειδικού αιτήματος εκ μέρους του ετέρου διαδίκου και επομένως οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι και ως απαράδεκτοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 (560 αρ. 5) του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΟλΑΠ 11/1996).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας απήντησε επί του ισχυρισμού των διαδίκων και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 (560 αρ. 6) του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ανεπάρκεια αιτιολογιών κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 15/2006, 24/1992).
Με τον δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, επιχειρείται να πληγεί η προσβαλλόμενη για πλημμέλειες από τους αριθμούς 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Οι λόγοι όμως αυτοί, όπως εκφέρονται είναι αόριστοι διότι δεν εκτίθεται με σαφήνεια ποιες είναι οι νομικές πλημμέλειες στις οποίες υπέπεσε η προσβαλλόμενη. Με τους ίδιους λόγους δε, απαραδέκτως επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-7-2016 αίτηση αναίρεσης του Ε. Σ. κατά της υπ’ αριθ. 25/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ