Legislator Case Law & Legislation
1190/2016 AI generated

1190/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1190/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1190/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τους αλλοδαπούς αυτούς δε παρέλαβε, ο κατηγορούμενος, την ίδια ημέρα από ανεξακρίβωτο μέχρι σήμερα σημείο εισόδου στην Ελληνική επικράτεια στην περιοχή του Έβρου, για να τους προωθήσει στο εσωτερικό της Χώρας. Ειδικότερα, την προαναφερθείσα ημερομηνία, στον κόμβο ... της Εγνατίας οδού, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...

Keywords

AI generated
non-roadworthy vehicle confiscation of motor vehicle vehicle type approval vehicle keeper action to recover possession motor vehicle tax
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1190 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1190/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ρ. Ε. του Χ., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Ιπποκράτη - Αλέξανδρο Μυλωνά, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αρ. 20/2014 πράξη του Πρέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 348/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2014, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 19 Δεκεμβρίου 2014, αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 49/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 περ. α του Ν. 3386/2005, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 48 Ν. 3772/2009 (ΦΕΚ Α 112/10-7-2009), "1. Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της Χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε.

ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη τιμωρούνται: α. με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) έως τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο....". Σημειωτέον, ότι οι ίδιες ποινές προβλέπονται για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη και με τη διάταξη του άρθρου 30 του νεότερου νόμου 4251/2014.

Από την προπαρατεθείσα διάταξη προκύπτει, ότι καθιερώνεται ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο πραγματώνεται, κατά την αντικειμενική του υπόσταση, με οποιονδήποτε από τους ανωτέρω τρόπους, από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της, ή τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή σε άλλη χώρα ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους, ως λαθρομεταναστών, ενώ για την κατάφαση της υποκειμενικής του υποστάσεως απαιτείται δόλος είτε άμεσος (κοινός) είτε ενδεχόμενος.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Ενόψει τούτων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Η, κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, τη θεμελίωση, δηλαδή, της εκφερόμενης δικαιοδοτικής κρίσεως σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, ήτοι εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ.Α.Π. 2/2005). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και εκείνος, που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, σύμφωνα με την παρ. 1 του αυτού άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.

Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το ανωτέρω άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη σ’ αυτό υπό στοιχείο α’ , ήτοι το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ’ απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά.

Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα δεν είναι αυτοτελής υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια και, συνακόλουθα, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ’ αυτού με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθ. 348/2014, αποφάσεώς του, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Στην Ξάνθη την 1-9-2009, ο κατηγορούμενος, ως οδηγός μεταφορικού μέσου μετέφερε υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος.

Τους αλλοδαπούς αυτούς δε παρέλαβε, ο κατηγορούμενος, την ίδια ημέρα από ανεξακρίβωτο μέχρι σήμερα σημείο εισόδου στην Ελληνική επικράτεια στην περιοχή του Έβρου, για να τους προωθήσει στο εσωτερικό της Χώρας. Ειδικότερα, την προαναφερθείσα ημερομηνία, στον κόμβο ... της Εγνατίας οδού, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, εταιρίας κατασκευής CITROEN, τύπος ΧΑΝΤΙΑ, της ιδιοκτησίας του, μεταφέροντας με αυτό τους πολίτες Ιράκ: α) A. M. H. του A., β)A. H. Z. του A., γ) H. A. W. του H., δ) H. A. A. του H., ε) H. A. M. του H., στ) H. R. του A., ζ) O. A. D. του O., η) R. A. T. του R., θ) R. A. T. του R. και ι) R. A. A. του R., οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα να εισέλθουν στο ελληνικό έδαφος, καθώς αυτοί στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων και είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελληνική επικράτεια την ίδια ημέρα (1-9-2009) από μη προσδιορισμένο σημείο της Ελληνοτουρκικής μεθορίου στην περιοχή του Έβρου, πράγμα που όπως αποδείχθηκε αυτός (κατηγορούμενος) γνώριζε, κατ’ εκείνο τον χρόνο.

Τους αλλοδαπούς δε αυτούς τους παρέλαβε, ο κατηγορούμενος, με το άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, από το προαναφερθέν σημείο της Ελληνικής μεθορίου στην περιοχή του ‘ Εβρου, με σκοπό να τους προωθήσει στο εσωτερικό της Χώρας και ειδικότερα να τους μεταφέρει από την ως άνω περιοχή προς την Αθήνα. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι είναι αυτός το πρόσωπο που μετέφερε τους προαναφερθέντες αλλοδαπούς, παράνομα στο εσωτερικό της Χώρας, ισχυρισθείς όσα αναφέρει στους ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμούς του, πλην, όμως, τα επικαλούμενα σ’ αυτούς πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκαν, όπως, επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον επίμαχο χρόνο ζούσε στην Αθήνα, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν ενισχύθηκε η αλήθεια τούτου, πέραν του ότι και να ζούσε στην Αθήνα αυτός, όπως ισχυρίσθηκε, δεν αποκλείεται η μετάβασή του από εκεί στον ανωτέρου τόπο, προκειμένου να παραλάβει τους -προαναφερθέντες αλλοδαπούς για να τους μεταφέρει στην Αθήνα, ενώ ο αστυνομικός που εξετάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με βεβαιότητα κατέθεσε ότι οι συνάδελφοι του που επιλήφθηκαν της έρευνας της παρούσας υποθέσεως "...κατέληξαν στον παρόντα κατηγορούμενο... ", ως το πρόσωπο που τέλεσε τις πιο πάνω πράξεις.

Εξάλλου, το γεγονός της δήλωσης της κλοπής του παραπάνω αυτοκινήτου από τον S. R., που, σημειωτέον, ούτε και αυτού η πραγματική ταυτότητα αποδείχθηκε, δεν αναιρεί τις παραπάνω παραδοχές του Δικαστηρίου τούτου, αλλά, αντίθετα, τις ενισχύει, αφού η δηλωθείσα κλοπή του εν λόγω αυτοκινήτου φαίνεται, κατά τη δήλωση του ανωτέρω προσώπου να συνέβη μεταξύ 26-08-2009 και 02-09-2009, ο δε κατηγορούμενος οδηγούσε αυτό μεταφέροντας στον ανωτέρω τόπο και χρόνο τους πιο πάνω λαθρομετανάστες την 01-09-2009.

Τέλος, ο κατηγορούμενος προέβαλε και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α’ , β’ και δ. Όλοι, όμως αυτοί οι αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει ν’ απορριφθούν ως αόριστοι, αφού με αυτούς, ως σε προηγούμενη θέση της παρούσας αποφάσεως διατυπώθηκαν και αναφέρονται, ο κατηγορούμενος δεν επικαλέσθηκε, (πλην του λευκού ποινικού του μητρώου που σημειωτέον από μόνο του δεν αρκεί για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2° του ΠΚ), συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά για την ορισμένη συγκρότησή τους, αρκεσθείς στην επανάληψη του κειμένου των σχετικών νομικών διατάξεων, εμπλουτισμένου με θεωρία και παραπομπές σε σχετικές αποφάσεις της νομολογίας.

Ανεξαρτήτως, βεβαίως, τούτου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε η συνδρομή πραγματικών περιστατικών για την κατ’ ουσίαν παραδοχή των ισχυρισμών του αυτών, που κρίνονται, ως ελέχθη, απορριπτέοι. Επομένως, ο κατηγορούμενος τέλεσε την ως άνω αξιόποινη πράξη, για την οποία κατηγορείται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, καθώς και ν’ απορριφθούν όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του, κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.

Στη συνέχεια, το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξεως της προωθήσεως λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της Χώρας κατά συρροή (ήτοι για παράβαση του άρθρου 88 παρ. 1 α’ Ν. 3386/2005), για την οποία του επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι πέντε (25) ετών και συνολική χρηματική ποινή είκοσι οκτώ χιλιάδων (28.000) ευρώ, με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι στην Ξάνθη στις 1-9-2009, ως οδηγός μεταφορικού μέσου μετέφερε υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος. Τους αλλοδαπούς αυτούς δε παρέλαβε την ίδια ημέρα από ανεξακρίβωτο μέχρι σήμερα σημείο εισόδου στην Ελληνική επικράτεια στην περιοχή του Έβρου, για να τους προωθήσει στο εσωτερικό της Χώρας. Ειδικότερα, στις 1-9-2009, στον κόμβο ... της Εγνατίας οδού, συνελήφθη από αστυνομικούς του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Κοτύλης να οδηγεί το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εταιρίας κατασκευής CITROEN, τύπος ΧΑΝΤΙΑ, της ιδιοκτησίας του, και να μεταφέρει τους πολίτες Ιράκ: a) A. M. H. του A., β) A. H. Z. του A., γ) H. A. W. του H., δ) H. A. A. του H., ε) H. A. M. του H., στ) ALI H. R. του A., ζ) O. A. D. του O., η) R. A. T. του R., θ) R. A. T. του R. και ι) R. A. A. του R., οι οποίοι, εν γνώσει του, δεν είχαν δικαίωμα να εισέλθουν στο ελληνικό έδαφος, καθώς στερούνταν ταξιδιωτικών εγγράφων και είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελληνική επικράτεια την ίδια ημέρα (1-9-2009) από ανεξακρίβωτο κατά την ανάκριση σημείο της Ελληνοτουρκικής μεθορίου στην περιοχή του Έβρου. Τους αλλοδαπούς δε αυτούς τους παρέλαβε, με το άνω ΙΧΕ αυτοκίνητο, από ανεξακρίβωτο κατά την ανάκριση σημείο της Ελληνικής μεθορίου- στην περιοχή του Έβρου, με σκοπό να τους προωθήσει στο εσωτερικό της Χώρας και ειδικότερα να τους μεταφέρει από την ως άνω περιοχή προς την Αθήνα.

Απορρίπτει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην προπαρατεθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 περ.

α’ του Ν. 3386/2005, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 48 Ν. 3772/2009. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε εγγράφως ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου της ουσίας, δια της συνηγόρου του, η οποία ανέπτυξε και προφορικά, μεταξύ άλλων, τους ακόλουθους ισχυρισμούς του, οι οποίοι ενδιαφέρουν για την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων και έχουν, κατά λέξη, ως εξής: "Αρνούμαι την κατηγορία που μου αποδίδεται, η οποία άρνηση στηρίζεται στα εξής σημεία:

Πρώτον δεν υπάρχει αναγνώριση από τον μάρτυρα αστυνομικό του προσώπου μου. Δεύτερον, ο κύριος S. R. είναι υπαρκτό πρόσωπο, διότι με την ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου, οδηγήθηκε στις Αρχές, προκειμένου να λάβει χώρα η μεταβίβαση, Τρίτον, ο κύριος S. R.) είναι αλλοδαπός και εκκρεμεί εις βάρος του απέλαση. Τέταρτο, η υπογραφή του κυρίου αυτού, όπως δόθηκε, είναι διαφορετική της δικής μου.

Αποτυπώματα δεν ταιριάζουν. Πέμπτο, είμαι ‘ Ελληνας πολίτης με ελληνική ταυτότητα. Έκτο, η κυρία ιδιοκτήτρια κλήθηκε και θα πρέπει πέραν όλων των άλλων στοιχείων να αναγνωρίσει αν ήμουν εγώ αυτός στον οποίο έγινε η μεταβίβαση του αυτοκινήτου. Έβδομο, ο κύριος S. R. δήλωσε στην Αστυνομία κλοπή του αυτοκινήτου του, με τα στοιχεία του.

Πως θα μπορούσα να το πράξω εγώ; Όλα αυτά αποδεικνύονται με έγγραφα που προσκομίζω. Όλα αυτά τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να διερευνηθούν από το Δικαστήριο, προκειμένου να αποδειχθεί η αθωότητά μου. Άλλως επικουρικώς, αν το Δικαστήριο Σας οδηγηθεί σε καταδικαστική κρίση, επικαλούμαι του κάτωθι αυτοτελείς ισχυρισμούς: 1)ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΤΟΥ ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΤΕΡΟΥ ΕΝΤΙΜΟΥ ΒΙΟΥ (άρθρο 84.

παρ.2 περ. α Π.Κ.) Ο κατηγορούμενος, διήγαγε ατομικά, οικογενειακά, επαγγελματικά και εν γένει κοινωνικά έντιμη ζωή χωρίς να παρουσιάσει ποτέ αντικοινωνικές πράξεις. (ΑΠ 1119/86, Ποιν.Χρον. 1987,32). Το ποινικό του μητρώο είναι λευκό. Δεν προκύπτει από την προηγούμενη ζωή του κατηγορουμένου, να έχει απασχολήσει τις αρχές ή να έχει δημιουργήσει επεισόδια στον κοινωνικό του περίγυρο. (ΑΠ 1515/1996, Υπέρ. 1997, 825).

Ειδική και εμπεριστατωμένη είναι η αιτιολογία ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την πράξη διήγαγε έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και καθόλου κοινωνικό βίο, διότι μέχρι τον χρόνο τέλεσης της πράξης είχε επιδείξει την προσήκουσα συμπεριφορά σε όλα τα πεδία δράσης, συμμορφούμενος προς τις κοινωνικές συνθήκες και προσαρμοζόμενος εκουσίως στον αναγκαίο συγχρωτισμό (βλ.

Πεντ Εφ Αθ 708/91, αδημ. ως προς το συγκεκριμένο μέρος, σελ. 25). Επίσης, ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την πράξη του διήγαγε έντιμο ατομικό, οικογενειακό και επαγγελματικό βίο, διότι προσαρμόζετο στις κοινωνικές συνθήκες και ακολουθούσε τους κανόνες της οικογενειακής ζωής ... Ενόψει του περιεχομένου του πρώτου ως άνω υποβληθέντος, αυτοτελούς κατά τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, (κυρίου) ισχυρισμού του, η διαλαμβανόμενη στον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως επί μέρους αιτίαση, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψή του, είναι αβάσιμη, διότι τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, αφού η τυχόν δικαστική τους επιβεβαίωση δεν επάγεται την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας του αναιρεσείοντος για καταλογισμό ούτε την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής, αλλά οδηγεί στην αθώωση αυτού.

Πιο συγκεκριμένα, τα περιστατικά, για τα οποία γίνεται λόγος, συνιστούν αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και επιχειρήματα ανατρεπτικά της ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος, στα οποία το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Παρά ταύτα, όμως, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αιτιολογημένα απορρίφθηκε ο αρνητικός αυτός ισχυρισμός. Μετά από αυτά, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος, ενόψει δε της πληρότητας της κατά τα άνω αιτιολογίας, ουδόλως παραβιάστηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση οι διατάξεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974), περί του δικαιώματος δικαστικής προστασίας του αναιρεσείοντος με δίκαιη δίκη, μη επερχομένης εντεύθεν ούτε απόλυτης ακυρότητας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ.

δ’ Κ.Ποιν.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρ. 11 παρ. 2 Ν. 3904/2010, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα συναφώς με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναιρέσεως από τον αναιρεσείοντα, που επικαλείται την ύπαρξη αυθαίρετης δικαστικής κρίσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι ομοίως αβάσιμα. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις, ότι το δικαστήριο είτε αγνόησε είτε εκτίμησε εσφαλμένα τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα), τα οποία, σύμφωνα με την άποψη του αναιρεσείοντος, οδηγούν σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν συνιστούν, κατά τα προεκτεθέντα, λόγο αναιρέσεως, δοθέντος ότι το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει λεπτομερώς τα αποδεικτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε σχετικά με κάθε παραδοχή του ούτε να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ενώ, από το όλο περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως, καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ’ είδος στην αρχή του αιτιολογικού της και όχι επιλεκτικά ορισμένα από αυτά, χωρίς να χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, τα δε σχετικά παράπονα, συνιστώντα αμφισβήτηση των εις βάρος του αναιρεσείοντος ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτα, αφού, με την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Εξάλλου, ο επικουρικά προβληθείς, κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελής ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του ήδη αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου (από το άρθρ. 84 παρ. 2 περ. α’ Π.Κ.), με τον οποίο αυτός επικαλείται απλώς την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου, συνοδευομένου από καλή και συνήθη συμπεριφορά, και δη ομαλή οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή χωρίς παραβατικότητα και μόνον, δεν πληροί τις απαιτούμενες, κατά τα άνω, προϋποθέσεις για τη συγκρότηση και θεμελίωση της, επικαλούμενης και με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, πιο πάνω ελαφρυντικής περιστάσεως και δεν μπορεί να θεμελιώσει τον αντίστοιχο αυτοτελή ισχυρισμό, αφού δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων, που να καταδεικνύουν τη συνδρομή στο πρόσωπό του θετικής και επωφελούς για την κοινωνία δράσεως και συμπεριφοράς, οπότε το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του ως άνω αορίστως υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού, τον οποίο, εν τούτοις, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αιτιολογημένα απέρριψε, ως αόριστο, σε κάθε δε περίπτωση, ως αναπόδεικτο.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., σε σχέση με την απόρριψη του επικαλούμενου από τον αναιρεσείοντα αυτοτελούς ισχυρισμού περί χορηγήσεως σ’ αυτόν του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., "καμία απόφαση του δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμία διάταξη του ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας". Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ. 2 και 3 του ίδιου Κώδικα, "πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν το λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος, όπου υπάρχει, καθώς και οι παρόντες διάδικοι...Η παράβαση της παρ. 2 συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης, του βουλεύματος και της διάταξης".

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή στους εισαγγελείς, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα...". Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, πρέπει να δίνεται ο λόγος στον εισαγγελέα της έδρας, για να προτείνει επί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας.

Η πρόταση, όμως, του εισαγγελέα επί της κατηγορίας στο τέλος, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, όταν ζητεί την ενοχή του κατηγορουμένου, εμπεριέχει οπωσδήποτε και την πρότασή του για απόρριψη των τυχόν αυτοτελών ισχυρισμών, που έχει προβάλει ο κατηγορούμενος και, κατά συνέπεια, η παράλειψη του εισαγγελέα να προτείνει ειδικώς επί των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου καλύπτεται με τη συνολική του πρόταση επί της ενοχής και δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά τα άρθρα 170, 171 και 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ του Κ.Ποιν.Δ.- Εν προκειμένω, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος είχε προβάλει στην αρχή της διαδικασίας εγγράφως και είχε αναπτύξει και προφορικά, δια της συνηγόρου του, τους ισχυρισμούς, κυρίως μεν ότι είναι αθώος για τους αναφερόμενους στην οικεία θέση των πρακτικών λόγους (σχετικά έγινε λόγος στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας), επικουρικά δε της συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου (για την οποία επίσης έγινε λόγος στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας), των μη ταπεινών αιτίων και της ειλικρινούς μεταμελείας.

Από τα ίδια πρακτικά προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο, επιφυλάχθηκε να προτείνει επί των εν λόγω ισχυρισμών μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και, στη συνέχεια, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, δόθηκε ο λόγος σ’ αυτόν (Εισαγγελέα της έδρας), ο οποίος "ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να κηρυχθεί ένοχος (ο κατηγορούμενος) της πράξης που του αποδίδεται".

Η πρόταση αυτή του Εισαγγελέα της έδρας επί της ενοχής, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, εμπεριέχει και πρόταση απορρίψεως των ως άνω προβληθέντων ισχυρισμών του κατηγορουμένου ανεξάρτητα από τη φύση τους ως αυτοτελών ή μη και, ως εκ τούτου, δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα.

Συνεπώς, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ., δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, συνισταμένη στο ότι το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς χωρίς προηγουμένως να έχει προτείνει επ’ αυτών ο Εισαγγελέας, είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-12-2014 αίτηση (ασκηθείσα δια δηλώσεως, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19-12-2014) του Ρ. Ε. του Χ., κρατουμένου στις Φυλακές Λάρισας, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 348/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ