Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on public domain ownership of former Ottoman lands. The Greek State's appeal is rejected due to lack of legal basis and procedural errors. The court upholds the lower court's decision regarding the public domain. The court rejects the appeal against the lower court's decision on public domain ownership. The court dismisses the appeal as inadmissible due to lack of legal basis. The court rejects the appeal on procedural grounds regarding evidence consideration. The court dismisses the appeal as the lower court properly evaluated evidence. The court rejects the appeal because the lower court correctly applied the law. The court dismisses the appeal as the lower court's decision is legally sound. The court rejects the appeal due to the lower court's proper handling of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court of Chalkidiki and the Court of First Instance of Evia regarding public domain ownership. The State argued the lower court failed to consider specific documents and misapplied laws concerning Ottoman lands and the seafront. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court had properly evaluated all evidence and its decision was legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11g), 561(1), 335, 338-340 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court has properly considered all evidence and applied the law correctly, as factual assessments are not subject to appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1190 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1190/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Εμμανουέλλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Σ. του Κ., συζ. Σ. Π., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέλιο Ποταμίτη. Η ένδικη αφορά άρχισε με την από 10/8/2010 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 1/2/2011 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 96/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 79/2013 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το Ελληνικού Δημοσίου με την από 15/5/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 10/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16-6-1830 και της 1906/1-7-1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού δια-κανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν εκείνα τα ακίνητα που βρίσκονταν εντός της ζώνης που μέχρι την 3-2-1830 είχε καταλάβει με τις στρατιωτικές του δυνάμεις και ανήκαν είτε στο Οθωμανικό Δημόσιο είτε σε Οθωμανούς ιδιώτες, καθώς και όσα εγκαταλείφθηκαν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους και κατέστησαν αδέσποτα.
Η κτήση των ακινήτων αυτών έγινε δια δημεύσεως "πολεμικώ δικαιώματι" (ΑΠ 230/1850, ΑΠ 57/1871, ΑΠ 80/1877). Εξάλλου, όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα κατά τον χρόνο διακήρυξης της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους (3-2-1830) εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά εν συνεχεία παραχωρηθέντων βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πώλησής τους εντός προθεσμίας (ΑΠ 15/1843, 24/1849, 230/1850, 80/1877).
Περαιτέρω όσον αφορά όσα ακίνητα ευρίσκοντο είτε στην ελληνική είτε στην τουρκική ζώνη κατοχής, κατά την 3.2.1830, εκείνων των εδαφών που τελικά αποτέλεσαν το πρώτο ελληνικό κράτος και κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και με άκυρο κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλο, (ήτοι ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί), αυτά αναγνωρίσθηκαν ως ανήκοντα στους τελευταίους.
Ειδικά, όσον αφορά την Εύβοια, αυτή δεν περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, με δικαίωμα πολέμου, όπως οι υπόλοιπες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, αφού ειδικά η Εύβοια δεν καταλήφθηκε από τον ελληνικό απελευθερωτικό στρατό, αλλά παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές του νησιού στην ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση όμως, που περιλήφθηκε στο από 3-2-1830 πρωτόκολλο του Λονδίνου, ως όρος, να αγορασθούν τα τουρκικά κτήματα από το Ελληνικό κράτος, δυνατότητα ωστόσο, την οποία δεν είχε το τελευταίο, με αποτέλεσμα να τα αγοράσουν, ύστερα από υπόδειξη της Κυβέρνησης Έλληνες και ξένοι κεφαλαιούχοι, ώστε να περιληφθεί η Εύβοια στα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους (βλ.
ΑΠ 856/2007). Τέλος, από τις διατάξεις του προϊσχύοντος β.ρ. δικαίου ν. 8 § 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 § 7 (Βασ. 50.14), τη διάταξη του άρθρου 62 ΕισΝΑΚ, τη διά-ταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4. 1926 "περί διοικητικής αποβολής κλπ." και τα δ/γματα που εξεδόθησαν προς εκτέλεση του ν. ΔΞΗ71912, προκύπτει ότι επί των δημοσίων κτημάτων οι ιδιώτες μπορούν ν’ αποκτήσουν κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον ασκήσουν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου τη νομή επί 30ετία, συμπληρουμένη το αργότερο μέχρι τις 12.9.1915.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια επειδή το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του βυζαντινορωμαικού δικαίου ν. 8 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. 41.4, 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8). 27 Πανδ. (18.1), 10,17 και 48 Πανδ. (941.3), 3 Πανδ. 941.100 και 109 Πανδ. (50.16), ν. 11 Πανδ. (44.3), ν. 3 κωδ. 7,30, ν.11.Κωδ. 7, 32 παρ. 12 , άρθρου 3 Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) "περί Γαιών άρθρων 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3.2.1830 "περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και τα μεταγενέστερα 4/16.6.1830 και 1/19.7.1830, της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως περί οριστικού διακανονισμού των ορίων του πρώτου Ελληνικού Κράτους, την από 28.3.1835 Ελληνοτουρκική Σύμβαση, άρθρου 1 ν. 3/15.12.1833 (περί βοσκοτόπων), του Β.Δ 17/29.11.1836 (περί ιδιωτικών δασών), των Β.Δ. 26/4/8.5.1838, από 26-6/8.7.1836 και 2/14.10.1836, του Ν.
της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων του Ν. ΔΞΗ’ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/15.6.1926 "Περί Διοικητικής αποβολής από κτημάτων της αεροπορικής αμύνης", αφού, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αγνόησε παντελώς ότι τα κτήματα που εγκαταλείφθηκαν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου" από το Ελληνικό Κράτος, άλλως-σε περίπτωση που δεν ανήκουν στην κατηγορία των εγκαταλελειμμένων από τους Οθωμανούς- την αναγκαία διαδικασία των προβλεφθέντων τότε με τα ανωτέρω β.δ.
Μικτών Επιτροπών, με σκοπό την αναγνώριση των δικαιωμάτων των Οθωμανών ιδιωτών που παρέμειναν στην Εύβοια με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η νήσος Εύβοια δεν κατακτήθηκε με όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος με το πρωτόκολλο του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, αφού προηγηθεί της ενσωμάτωσης της η καταβολή αποζημιώσεων.
Ενώ, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις όφειλε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να κάνει δεκτό-αφενός ότι τα κτήματα που εγκαταλείφθηκαν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου" ανεξαρτήτως της κατάληψης τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις - αφετέρου ότι νόμιμο τίτλο μπορούσε να αποκτήσει κανείς μόνο μετά από αναγνώριση από την Μικτή Επιτροπή με απόφαση αυτής μεταγεγραμμένη, ο οποίος (νόμιμος τίτλος) και μόνο εν όψει του υφισταμένου νομικού πλαισίου θα μπορούσε να προσπορίσει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ιδιώτη και ότι, αντιθέτως, άλλοι τίτλοι κτήσεως δεν συνιστούν, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, νόμιμους τίτλους, εν όψει και της μη αναγνωρίσεως τους από τα νόμιμα όργανα και κατά τη διαδικασία τη διαγραφόμενη στις ως άνω διατάξεις.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον τέτοιο τίτλο δεν διέθετε η αντίδικος, ούτε η δικαιοπάροχος της, το επίδικο ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως νομικά αβάσιμη τη δεύτερη βάση της κύριας παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου, κατά την οποία το επίδικο ανήκει στην κυριότητα του, διότι από την σύσταση του Ελληνικού Κράτους καταλήφθηκε βάσει πολεμικού δικαιώματος και εν συνεχεία δημεύθηκε, ως ανήκον προηγουμένως στο Οθωμανικό Δημόσιο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου και των άρθρων 5 και 6 του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 3-2-1830 και των μεταγενεστέρων αυτού Πρωτοκόλλων, της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και της από 28-3-1835 Ελληνοτουρκικής Σύμβασης, αφού η Εύβοια δεν περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου με δικαίωμα πολέμου, αφού δεν καταλήφθηκε με τα όπλα από τον Ελληνικό απελευθερωτικό στρατό, αλλά παραδόθηκε από τις Τουρκικές αρχές του νησιού στην Ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση να αγοραστούν τα τουρκικά κτήματα από το Ελληνικό Κράτος.
Συνεπώς όσα αντίθετα ισχυρίζεται το εκκαλούν με το σχετικό λόγο της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 967 ΑΚ μεταξύ των κοινής χρήσεως πραγμάτων περιλαμβάνεται και ο αιγιαλός. Είναι δε αιγιαλός, κατά τον ορισμό που δίνει το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2971/2001 "η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της". Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα, όχι όμως και από τις έκτακτες πλημμύρες.
Αν ο αιγιαλός μετατοπιστεί είτε από φυσικά αίτια (προσχώσεις) είτε από τεχνικά (επιχωματώσεις) και παύσει να περιβρέχεται από τις μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμέριου κύματος, η ζώνη της ξηράς, που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αι-γιαλού και το όριο του παλιότερα υφιστάμενου αιγιαλού, ονομάζεται παλαιός αιγιαλός (βλ.
άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 2971/2001). Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού από τη διοικητική επιτροπή, που προβλέπεται στα άρθρα 3 και 5 του ν. 2971/2001, με απόφαση της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα παραπάνω χαρακτηριστικά.
Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών. Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση όχι της διοίκησης αλλά του τακτικού Δικαστηρίου (βλ.
ΑΠ 104/2013 ΤΝΠλ Νόμος), το οποίο δε δεσμεύεται από την έκθεση και το διάγραμμα της επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού, τα οποία και εκτιμά ως δικαστικά τεκμήρια. Εξάλλου, ο αιγιαλός ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΚ 968 και άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2971/2001, αλλά και κατά τις δια-τάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου:
ν. 93 βασ. Ββ’ . ν. 96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" της 10-7-1837). Η κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει όταν αυτά (δημόσια κτήμα-τα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής.
Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου (όταν παύσει να περιβρέχεται από τις μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμερίου κύματος), αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων. Επομένως, ο αιγιαλός, έστω και αν απωλέσει το χαρακτήρα του και καταστεί παλαιός αιγιαλός, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου (βλ.
και άρθρο 2 παρ.5 ν. 2971/2001) και δεν συντρέχει ανάγκη μετά από την αλλαγή αυτή να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσης ή διατήρησης της κυριότητας του Δημοσίου (βλ. ΑΠ 1215/2008).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Το επίδικο είναι οικοπεδική έκταση και βρίσκεται στη θέση "..." του Δ.Δ. ... του ..., τέως Δήμου Χαλκιδέων. Έχει επιφάνεια 225,43 τ.μ και κατά πρόσφατη καταμέτρηση 226,36 τ.μ., εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από μηνός Αυγούστου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Κ., το οποίο προσαρτάται στο με αριθμ. .../1988 συμβόλαιο της συμ/φου Χαλκίδος Αγγελικής Ντουραμπά και συνορεύει γύρω, επί πλευράς Γ-Δ, μήκους 12,75 τ.μ με ιδιοκτησία, επί πλευράς Γ-Β μήκους 17,75 μ.
με ιδιοκτησία Π., επί πλευράς Β-Α μήκους 12,75 μ. με αγροτικό δρόμο και επί πλευράς Α-Δ μήκους 17,75 μ. με ιδιοκτησία Ν. Κ. Βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού του ομώνυμου οικισμού, όπως αυτά καθορίσθηκαν με τις με αριθμ. 9770/ΕΠΑ1764/31-12-1987, 5257/ΕΠΑ886/19-10-1990 και 4746/5-6-1992 αποφάσεις του Νομάρχου Ευβοίας που νόμιμα δημοσιεύθηκαν στην ΕτΚ και εμφαίνονται και αποτυπώνονται στο συνοδεύον την ως άνω με αριθμ. 4746/1992 απόφαση του Νομάρχου, τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ.
Α., που θεωρήθηκε από τον προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Ευβοίας κα εγκρίθηκε από της Δ/νση Χωροταξίας του ΥΠΕΧΩΔΕ. Σημειωτέον ότι στο ως άνω ακίνητο η αιτούσα-καθής η παρέμβαση και ήδη εφεσίβλητη από ετών έχει κατασκευάσει ισόγεια οικία η οποία έχει δηλωθεί, υδροδοτηθεί κα ηλεκτροδοτηθεί.
Στην ευρύτερη περιοχή τα όρια του αιγιαλού και της παραλίας καθορίστηκαν το 1978 με την με αριθμ. 6971/24-4-1978 απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην ΕτΚ (ΦΕΚ 271/1978 τεύχ. Δ’ ) και με την οποία επικυρώθηκε η από 16-12-1977 έκθεση της επιτροπής καθορισμού αιγιαλού και παραλίας των άρθρων 2 του α.ν. 2344/1940 και 5 ν. 263/1968 και το συνοδεύον αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.
Χ. με ημερομηνία θεώρησης από το ΤΥΝΕ 14-12-1977. Ειδικότερα καθορίστηκε στο διάγραμμα αυτό η οριογραμμή του αιγιαλού που σημειώνεται με κόκκινη συνεχή πολυγωνική γραμμή και στοιχεία 1, 2, 3,.....11. Πρόκειται για τον αιγιαλό της παραθαλάσσιας περιοχής "..."- "...", πέραν της οποίας εκτείνεται ο Νότιος Ευβοϊκός κόλπος.
Το επί-δικο βρίσκεται εκτός των ορίων του ως άνω καθορισθέντος διοικητικά αιγιαλού και συγκεκριμένα απέχει 75 μέτρα από την παραπάνω οριογραμμή του αιγιαλού, η οποία και συμπίπτει με το σημείο που φθάνουν μέχρι σήμερα οι συνήθεις αναβάσεις των μεγαλύτερων κυμάτων, ιδίως κατά τη χειμερινή περίοδο, χωρίς ωστόσο να λαμβάνονται υπόψη οι έκτακτες πλημμύρες και παλιρροιακές καταστάσεις.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο υπήρξε τμήμα παλαιού αιγιαλού και ειδικότερα ότι αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερης ελώδους, προσχωσιγενούς, ακαλλιέργητης έκτασης που αποτελούσε το "..." του ποταμού ..., συχνά κατακλυζόμενης από θάλασσα, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν στην κύρια παρέμβαση του. Αντίθετα αποδεικνύεται ότι:
α) Η ευρύτερη περιοχή "...", όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο ήταν ανέκαθεν γεωργική έκταση, καλλιεργούμενη με ψυχανθή (φακές, ρεβίθια). Από το έτος 1967 άρχισε να οικοπεδοποιείται σταδιακά, με αποτέλεσμα το 1978 να αστικοποιηθεί και να χάσει τον γεωργικό της χαρακτήρα, β) Η παλαιότερη καταγεγραμμένη ακτογραμμή είναι του 1937 και απέχει από τη νοτιοδυτική πλευρά του επιδίκου κατά 95 μέτρα περίπου και η δυσμενέστερη που καταγράφηκε το 1974 (αλλά και το 2011) απέχει κατά 75 μέτρα περίπου, γ) Το επίδικο ακίνητο δεν έχει καμία σχέση με το ...
του χειμάρρου .... Βρισκόταν σε απόσταση 200 μέτρα από την κοίτη του χειμάρρου, όπως αυτή εμφανίζεται το 1937, μετά δε το 1974 που άλλαξε η εκβολή του χειμάρρου στην θάλασσα (με τεχνική διαμόρφωση της κοίτης) βρίσκεται σε απόσταση 140 μέτρων από τη νέα κοίτη.
Συνεπώς στην περιοχή δεν υπήρξε εδαφολογική μεταβολή εξ αιτίας προσχώσεων και φερτών υλικών, που διοχέτευσε προς τη θάλασσα ο ως άνω χείμαρρος, και άρα σταδιακή υποχώρησης αυτής σε ορισμένα σημεία, ώστε να προκύψουν νέα εδάφη. Αντίθετα υπάρχει όπως προαναφέρθηκε μικρή διάβρωση της ξηράς (κατά 20 περίπου μέτρα).
Ο μη χαρακτήρας του επιδίκου ως παλαιού αιγιαλού κατά το παρελθόν θεμελιώνεται στη συνδυαστική εκτίμηση των αποδείξεων που προέκυψαν από το αποδεικτικό υλικό και το πόρισμα της, επικαλούμενης και προσκομιζόμενης από την εφεσίβλητη, από Μάιο 2013 τεχνικής έκθεσης του τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ.. Αυτός, κατόπιν εντολής της εφεσίβλητης, προέβη σε εφαρμογή γραμμών αιγιαλού, παραλίας, όπως αυτές καθορίσθηκαν με τη νόμιμα δημοσιευθείσα με αριθμ. 6971/24-4-1978 απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας καθώς και σε φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών της περιοχής των ετών 1937, 1950, 1967, 1974, 1978 καθώς επί του τοπογραφικού διαγράμματος της ΓΥΣ έτους 1971, του διαγράμματος καθορισμού αιγιαλού και παραλίας έτους 1974 και του διαγράμματος των ορίων του οικισμού ...
και β) από τους προσκομιζόμενους σε αδιάκοπη σειρά μέχρι του έτους 1908, νόμιμα μεταγεγραμμένους στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου, τίτλους κτήσης, που θα αναφερθούν παρακάτω και στους οποίους η καθής η κύρια παρέμβαση στηρίζει το δικαίωμα της κυριότητας της επί του επιδίκου ακινήτου, από τους οποίους προκύπτει ο ανέκαθεν αγροτικός χαρακτήρας του.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ανατραπεί από την προσκομιζόμενη από το κυρίως παρεμβαίνον από Ιανουάριο 2011 φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών ετών 1945 και 1960 του τοπογράφου μηχανικού της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Ευβοίας, Δ. Π., ο οποίος, χωρίς να αιτιολογεί το πόρισμα του και να επικαλείται νεότερα στοιχεία, αποφαίνεται ότι "η επίδικη εντοπίζεται εντός ελώδους, προσγωσινενούς, ακαλλιέργητης έκτασης που αποτελούσε το "..." του ποταμού ..., συχνά κατακλυζόμενη από θάλασσα", ανατρέποντας έτσι την από 16-12-1977 έκθεση της επιτροπής καθορισμού αιγιαλού και παραλίας των άρθρων 2 του α.ν. 2344/1940 και 5 ν. 263/1968, που επικυρώθηκε με αριθμ. 6971/24-4-1978 απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας και βάσει της οποίας καθορίστηκαν στην ευρύτερη περιοχή τα ό-ρια του αιγιαλού και της παραλίας.
Να σημειωθεί ότι για τα εφαπτόμενα του επιδίκου ακίνητα ήτοι: 1) το με ΚΑΕΚ ..., ιδιοκτησίας Π., 2) το με ΚΑΕΚ ..., ιδιοκτησίας Κ., 3) το με αρ. ΚΑΕΚ ... και 4) το με αρ. ΚΑΕΚ ..., ιδιοκτησίας Μ. Ν. δεν υπάρχει διεκδίκηση από το Ελληνικό Δημόσιο.
Συνεπώς, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι το μέγιστο σημείο της αναβάσεως των κυμάτων δεν υπερέβαινε στο παρελθόν και δεν υπερβαίνει και σήμερα το σημείο που και η αρμόδια επιτροπή καθόρισε κατά τα προαναφερόμενα ως οριογραμμή του αιγιαλού, η επίδικη έκταση δεν είναι παλαιός αιγιαλός επί του οποίου το Ελληνικό Δημόσιο έχει αποκτήσει εμπράγματο δικαίωμα και επομένως η κύρια παρέμβαση κατά την παραπάνω βάση της είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης ή μη αιγιαλού περιέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, και επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Οι περιεχόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτες. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ’ αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω επικληθέντα και προσκομισθέντα από το αναιρεσείον έγγραφα:
α. Την από 4.5.1998 έκθεση της Επιτροπής καθορισμού ορίων αιγιαλού παραλίας και θέσεων αμμοληψίας .
β. Το από 29.11.1999 (αριθμ. Φ.544.5/896/99) έγγραφο του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού.
γ. Το υπ’ αριθμ. 363/2011 πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διάδικους έγγραφα" και από όλο το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι τού-το για το σχηματισμό της κρίσης του στην οποία τελικώς κατέληξε, κατά τα προεκτιθέμενα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με όλες τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα και επομένως ο εξεταζόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-5-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 79/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας.
Καταδικάζει το αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15-9-2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ