1190/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 881/2005 μη οριστική, 893/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 505/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-9-2009 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1190/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε μερικά την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1190 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1190/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο Ν. Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Π. του Θ. και 2. Ε. συζ. Α. Τ., το γένος Θ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπήλιο Πουλακίδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 881/2005 μη οριστική, 893/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 505/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-9-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 21-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Για το παραδεκτό της από 28-9-2009 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται ως εκ περισσού αντίγραφο της 1759/14-12-2009 θετικής γνωμοδότησης του αρμοδίου (Α) τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.1, 2 του Ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 28 παρ.3 του Ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του Ν. 2721/1999, ίσχυε δε πριν από την κατάργηση του με το άρθρο 13 παρ.9 του Ν. 3790/2009, αφού η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την έναρξη ισχύος αυτού (8-8-2009).
ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992). Εξάλλου η επιταγή του άρθρου 340 εδ.β' ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του, δεν σημαίνει ότι αυτός υποχρεούται να επιλαμβάνεται ιδιαιτέρως και να αναλύει διεξοδικά τα αποδεικτικά μέσα που έχουν προσαχθεί από τους διαδίκους ή τα επιχειρήματα που έχουν προβάλει αυτοί.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε μερικά την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την .../29-8-1900 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως του τότε συμβολαιογράφου Πατρών Ερρίκου Τσιβλιώτη, που μεταγράφτηκε νόμιμα, κατόπιν πλειστηριασμού που επισπεύθηκε εις βάρος των οφειλετών του Ελληνικού Δημοσίου Α. χήρας Π.
Γ., Χ. Γ. συζ. Α. Μ., Ε. Γ. συζ. Β. Μ., Δ. Γ. συζ. Π. Β., Ο. Γ. συζ. Α. Φ., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Π. Γ. που αποβίωσε το έτος 1898, περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο το περιγραφόμενο σ' αυτήν αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση "Μπεγουλάκι" ή "Λεύκα" Πατρών, αποτελούμενο από σταφιδάμπελο, εκτάσεως 34 στρεμμάτων, και συνεχόμενη άμπελο, εκτάσεως 4 στρεμμάτων περίπου και συνορευόμενο ολόγυρα με ποταμό Λεύκας, με σταφιδάμπελους Θ.
Α. και Ν. Γ., με ελαιοστάσιο Κ. Ί. και με σταφιδαμπέλους κληρονόμων Α. και Γ. Α. και Δ. Κ.. Με το 25112/21-10-1902 παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα στον Α. Μ. τμήμα του παραπάνω αγροτεμαχίου, περιέχον 84 ελαιόδενδρα, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσεως 12 βασιλικών στρεμμάτων και 414,97 τ.μ., συνορευόμενο νότια με ποταμό Γλαύκο (Λεύκα), βόρεια με εθνικό ανεκποίητο τεμάχιο και σταφιδάμπελο Δ.
Κ., ανατολικά με σταφιδάμπελο Β. Φ. (πρώην Ν. Γ.) και δυτικά με σταφιδάμπελο Δ. Κ., Παράλληλα με το 25113/21-10-1902 παραχωρητήριο του Ελληνικού Δημοσίου, που μεταγράφτηκε νόμιμα, περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα στον ανωτέρω Α. Μ. το άλλο τμήμα του ως άνω αγροτεμαχίου περιέχον 58 ελαιόδενδρα και 2 συκιές, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσεως 18 βασιλικών στρεμμάτων και 685,10 τ.μ., συνορευόμενο ανατολικά με σταφιδάμπελο Β.
Φ., δυτικό με δρομίσκο και πέραν αυτού με σταφιδάμπελο Α., βόρεια με δρομίσκο και πέραν αυτού με ελαιοστάσια Α. Κ. (πρώην Κ. Ί.) και νότια με εθνικό προς εκποίηση τεμάχιο και σταφιδάμπελο Δ. Κ.. Τα παραπάνω ακίνητα αποτέλεσαν ένα ενιαίο ακίνητο, το οποίο εκπλειστηριάστηκε στις 23-9-1907 με επίσπευση του Χ. Π., και κατακυρώθηκε επ' ονόματι του Α.
Μ., που υπερθεμάτισε στο δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, ο οποίος έγινε κύριος του παραπάνω ενιαίου ακίνητου δυνάμει της .../31-1-1908 περιλήψεως της 13526/23-9-1907 κατακυρωτικής εκθέσεως του τότε συμβολαιογράφου Πατρών Ιωάννη Αργυριάδη, που μεταγράφτηκε νόμιμα. Το εν λόγω ακίνητο περιγράφεται στην κατακυρωτική έκθεση ως αποτελούμενο από αγρό 25 στρεμμάτων, εντός του οποίου υπάρχουν 76 ελαιόδενδρα και 2 συκιές, άμπελο 3 στρεμμάτων και σταφιδάμπελο, εντός των οποίων υπάρχουν 88 ελαιόδενδρα και 4 συκιές, και από έκταση καταληφθείσα από ρύακα 7 στρεμμάτων, δηλαδή συνολικά 35 στρέμματα, και συνορευόμενο ολόγυρα με δρόμο, με ρύακα Λεύκας και με σταφιδάμπέλους Γ.
Φ., κληρονόμων Δ. Κ. και Γ. Α.. Ακολούθως το παραπάνω ακίνητο περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Α. Π., ως τελευταίο υπερθεματιστή στο δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό που επισπεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο σε βάρος του οφειλέτη Α. Μ., με τη νομότυπη μεταγραφή της .../27-7-1911 περιλήψεως της 16.419/1910 κατακυρωτικής εκθέσεως του τότε συμβολαιογράφου Πατρών Χρήστου Παναγόπουλου.
Στην εν λόγω κατακυρωτική έκθεση το εκπλειστηριασθέν ακίνητο περιγράφεται ως αποτελούμενο από αγρό, πρώην σταφιδάμπελο και άμπελο 35 στρεμμάτων περίπου, εντός του οποίου υπάρχουν 160 ελαιόδενδρα και 6 συκιές, και συνορευόμενο ολόγυρα με δρόμο, με ρύακα Λεύκας και ιδιοκτησίες Γ. Φ., κληρονόμων Δ. Κ. και Γ.
Α.. Παράλληλα με το παραπάνω ακίνητο, με το .../14-2-1921 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Πατρών Βασιλείου Παπακυριαζή, που μεταγράφτηκε νόμιμα, ο Α. Π. αγόρασε από τον Α. Μ. έναν αγρό κείμενο στη θέση "Μπεγουλάκι" Πατρών, εκτάσεως 5 στρεμμάτων περίπου, όμορο του παραπάνω κτήματος των 35 στρεμμάτων και συνορευόμενο με σταφιδάμπελο και αγρό Α.
Μ. (πρόκειται για την παραπάνω έκταση των 35 στρεμμάτων) και σταφιδάμπελο κληρονόμων Α. Α.. Το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει κατά κυριότητα στον ανωτέρω πωλητή από αγορά από την αληθή κυρία αυτού Μ. χήρα Δ. Κ. με το .../6-3-1908 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Πατρών Αντωνίου Βουλγαράκη, που μεταγράφτηκε νόμιμα, στην τελευταία δε είχε περιέλθει από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του κατά το έτος 1880 αποβιώσαντος πατέρα της Γ.
Κ., στην κληρονομιαία περιουσία του οποίου, στην οποία περιλαμβανόταν και το παραπάνω ακίνητο, υπεισήλθε και αναμείχθηκε και έκτοτε κατείχε και νεμόταν, το εν λόγω ακίνητο με διάνοια κυρίας και καλή πίστη, ενεργώντας όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τη θέση του, με τις οποίες εκδηλωνόταν η περί εξουσιάσεως αυτού βούληση της.
Έτσι με την αγορά και του παραπάνω αγρού εκτάσεως 5 στρεμμάτων ο Α. Π. έγινε αποκλειστικός κύριος ενός ενιαίου αγροτεμαχίου εκτάσεως 40 στρεμμάτων περίπου. Ο τελευταίος, από της περιελεύσεως σ' αυτόν των δύο παραπάνω αγροτεμαχίων (27-7-1911 και 14-2-1921, αντίστοιχα) και εφεξής μέχρι το χρόνο του θανάτου του, που συνέβη το έτος 1941, κατείχε και νεμόταν, συνεχώς και αδιαλείπτως, τα ακίνητα αυτά με διάνοια κυρίου ήτοι με τη θέληση να έχει το πράγμα όπως αρμόζει στον κύριο, με καλή πίστη και με βάση τους προαναφερόμενους νόμιμους τίτλους, ενεργώντας όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τη θέση τους, με τις οποίες εκδηλωνόταν η περί εξουσιάσεως αυτών βούλησή του.
Ειδικότερα χρησιμοποιούσε αυτά είτε για καλλιέργειες με σιτηρά, είτε για καλλιέργειες ζωοτροφών, καλλιεργούσε την άμπελο και τη σταφιδάμπελο, καλλιεργούσε και περιποιούνταν τα υπάρχοντα σ' αυτά ελαιόδενδρα και συνέλεγε τον ελαιόκαρπο και γενικά επέβλεπε και επιτηρούσε τα εν λόγω ακίνητα, απαγορεύοντας κάθε διαταρακτική τρίτων ενέργεια.
Ο Α. Π., που αποβίωσε, όπως προαναφέρθηκε, στις 11-5-1941, κατέλειπε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του το τέκνο του Θ. Π., πατέρα των εναγόντων, ο οποίος υπεισήλθε και αναμείχθηκε στην κληρονομιαία περιουσία του, στην οποία περιλαμβανόταν και το παραπάνω ενιαίο αγροτεμάχιο και συνέχισε να κατέχει και νέμεται αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη έως την έναρξη της ισχύος του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) έκτοτε δε χωρίς το στοιχείο της καλής πίστεως, ενεργώντας επ' αυτού τις προσιδιάζουσες στη φύση και θέση του διακατοχικές πράξεις και ειδικότερα παραχωρώντας τη χρήση και κάρπωσή του σε τρίτους, έναντι μισθώματος ή ποσοστού των καρπών, και συγκεκριμένα αρχικά στον Κ.
Ξ. (από το τέλος της δεκαετίας 1960 μέχρι το έτος 1982) και στη συνέχεια στον Δ. Σ., προβαίνοντας στην καταμέτρηση και αποτύπωση του ακινήτου σε τοπογραφικό διάγραμμα το έτος 1973, συνταχθέν από τον μηχανικό Α. Π., στην ισοπέδωση και καθαρισμό του ακινήτου το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1987 και στην τοποθέτηση περιφράξεως το μήνα Οκτώβριο του ιδίου έτους και γενικά επιβλέποντας και επιτηρώντας αυτό.
Επομένως, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Θ. Π. έγινε κύριος του παραπάνω ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού αυτός νεμήθηκε αυτό επί χρονικό διάστημα μείζον της εικοσαετίας από την εισαγωγή (23-2-1946) του Αστικού Κώδικα μέχρι το χρόνο του θανάτου του, που συνέβη στις 8-12-1990. Ο τελευταίος κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγο του Μ.
χήρα Θ. Π. και τα δύο τέκνα του δηλαδή τους ενάγοντες. Η σύζυγός του με νομότυπη και εμπρόθεσμη δήλωσή της ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών αποποιήθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομία του ανωτέρω συζύγου της κατά ποσοστό 2/8 και οι ενάγοντες ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους αποδέχθηκαν την κληρονομία του αναφορικά με το προαναφερόμενο ακίνητο στη θέση "Μακρυγιάννη" ή "Μπεγουλάκι" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Πατρέων με τις .../25-5-1998 και .../22-1-2003 δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Φιορέντζη-Δαριβάκη, που μεταγράφτηκαν νόμιμα.
Από τον παραπάνω χρόνο (8-12-1990) και εφεξής το παραπάνω ακίνητο κατείχαν και νέμονταν οι ενάγοντες κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρία, καθένας κατά το ιδανικό του μερίδιο (1/2), ενεργώντας τις ίδιες πιο πάνω διακατοχικές πράξεις του ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους. Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι στην .../1998 πράξη αποδοχής κληρονομίας το παραπάνω ακίνητο φέρεται να έχει έκταση 40 στρέμματα κατά τους αρχικούς τίτλους κτήσεως και 24.767,61 τ.μ.
κατά νεότερη καταμέτρηση, λόγω καταλήψεως της υπόλοιπης εκτάσεως από την κοίτη του μη πλεύσιμου ποταμού Γλαύκου. Τμήμα του παραπάνω ακινήτου αποτελεί η επίδικη εδαφική έκταση, εμβαδού 10.680 τ.μ., η οποία απεικονίζεται στο από μηνός Δεκεμβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού Μ. Κ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία των εναγόντων, νότια με παρόχθια οδό του μη πλεύσιμου ποταμού Γλαύκου, ανατολικά με ιδιοκτησία Α.
Κ. και δυτικά με ιδιοκτησία Α. Σ.. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ποταμός Γλαύκος κατά περιόδους υπερχείλιζε με αποτέλεσμα να πλημμυρίζει προσωρινά τις παρόχθιες ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων και αυτή του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Α. Π.υ. Αυτό συνέβη τουλάχιστον τα έτη 1935, 1937, 1939, 1947 και 1969, οπότε από την υψηλή βροχόπτωση πλημμύρισαν διάφορες παρόχθιες ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων και τμήμα της αρχικής ιδιοκτησίας των 40 στρεμμάτων του Α.
Π.υ. Οι παρόχθιοι ιδιοκτήτες προκειμένου να προστατεύσουν τις ιδιοκτησίες τους από το παραπάνω φαινόμενο κατασκεύασαν, κατά περίπτωση, με την υλική υποστήριξη του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (παροχή συρμάτινου πλέγματος) και εντός των ιδιοκτησιών τους αναχώματα (σαραζανέτ) δηλαδή εγκυβωτισμένες μάζες λίθων σε συρμάτινο δικτυωτό πλέγμα, διαστάσεων 1μ Χ 1μ περίπου.
Τα σαραζανέτ αυτά σε ότι αφορά τουλάχιστον την επίδικη ιδιοκτησία δεν ήσαν παρόχθια και, επομένως, δεν αποτελούσαν έργα εγκυβωτισμού της κοίτης. Ειδικότερα ίχνη τέτοιων σαραζανέτ αποτυπώνονται, αποσπασματικά, εντός της παρόχθιας ιδιοκτησίας, υπερυψωμένης κατά 3-5 μέτρα σε σχέση με την κοίτη του ποταμού Γλαύκου, τμήμα της οποίας αποτελεί η ως άνω επίδικη εδαφική έκταση και συγκεκριμένα ένα στο βόρειο όριο, ένα περί το μέσο περίπου του εναπομείναντος ακινήτου και ένα νοτιότερα αυτού και σε απόσταση από την τότε κοίτη του ποταμού.
Παράλληλα το Ελληνικό Δημόσιο προέβη σε έργα στην εν λόγω περιοχή με σκοπό τον περιορισμό και εγκυβωτισμό της κοίτης του ποταμού. Τα έργα αυτά άρχισαν να εκτελούνται το έτος 1938, δεν ολοκληρώθηκαν όμως καθόλο το μήκος του ποταμού λόγω της κήρυξης του ελληνοϊταλικού πολέμου το έτος 1940, που είχε ως συνέπεια την εγκατάλειψή τους.
Έτσι σε τμήμα του ποταμού ευρισκόμενο στη θέση "Παλαιοχώρα" της κτηματικής περιφέρειας της τότε Κοινότητας Σαραβαλίου, δημιουργήθηκαν αμφίπλευρα στις όχθες του ποταμού έργα εγκυβωτισμού της κοίτης, με αποτέλεσμα τη μερική εγκατάλειψη της κοίτης από τα ύδατα, ενώ αντίθετα στην επίδικη ιδιοκτησία του Α.
Π. που βρίσκεται στη θέση "Μπεγουλάκι" δεν εκτελέστηκαν έργα εγκυβωτισμού της κοίτης. Αποτέλεσμα της αποσπασματικής τοποθέτησης των σαραζανέτ και του μη εγκυβωτισμού της κοίτης ήταν ο ποταμός Γλαύκος να εξακολουθεί να πλημμυρίζει, περιοδικά και περιστασιακά, την παρόχθια ιδιοκτησία του Α. Π. και να αποσπά σταδιακά τμήματα αυτής που κατέστησαν έκτοτε τμήμα της κοίτης του ποταμού.
Ετσι, μετά από συνεχείς απατμήσεις της αρχικής ιδιοκτησίας των 40 στρεμμάτων του Α. Π. και του κληρονόμου αυτού Θ. Π., απέμεινε έκταση εμβαδού 24.767,61 τ.μ. Περί πάντων των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών και ειδικότερα περί του ότι η επίδικη έκταση, εμβαδού 10.680 τ.μ., περιλαμβάνεται στη μείζονα έκταση των 40 στρεμμάτων που περιλαμβάνεται στους προαναφερόμενους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων πείθεται το Δικαστήριο από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού και ιδίως από α) τη δέουσα εκτίμηση της καταθέσεως της μάρτυρος αποδείξεως Μ.
Κ., η οποία ενισχύεται και από τεκμήρια συναγόμενα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Κ. Γ. ή Γ., Η. Π. και Α. Α., οι οποίοι μετά λόγου γνώσεως, ως μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής, όπου βρίσκεται η επίδικη εδαφική έκταση και όντες υπερήλικοι, σαφώς και κατηγορηματικώς καταθέτουν, ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Α.
Π. και Θ. Π. κατείχαν και νέμονταν την επίδικη εδαφική έκταση, ως τμήμα του παραπάνω μείζονος ακινήτου τους εκτάσεως 40 στρεμμάτων περίπου, καλλιεργώντας την άμπελο και τη σταφιδάμπελο και τα δεκτικά καλλιέργειας τμήματα αυτού με σιτηρά, φροντίζοντας τα υπάρχοντα σ' αυτό ελαιόδενδρα, συλλέγοντας τον ελαιόκαρπο, καθαρίζοντας αυτό από την αραιή θαμνώδη βλάστηση και γενικά επιτηρώντας και επιβλέποντας αυτό, β) την από μηνός Δεκεμβρίου 2001 τεχνική έκθεση Φωτομετρικής Στερεοαπόδοσης Αεροφωτογραφιών και Φωτοερμηνείας του Σ.
Σ.-Κ., αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού, ο όποιος από τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1968 και 1988 της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίδικη εδαφική έκταση, εμβαδού 10.680 τ.μ., αποτελεί τμήμα του μείζονος ακινήτου, εκτάσεως 40 στρεμμάτων, ιδιοκτησίας πρώην Θ. Π. και δεν ήταν τμήμα της ενεργού κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού Γλαύκος ή Λεύκα, ούτε αποτελούσε κοίτη του παραπάνω ποταμού, εγκαταλειφθείσα οριστικά εξαιτίας της εκτέλεσης δημόσιων τεχνικών έργων από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, και γ) την από 31-10-2006 ελεύθερα εκτιμώμενη, έκθεση πραγματογνωμοσύνης, με την οποία ο πραγματογνώμονας Γ.
Σ., αγρονόμος-τοπογράφος μηχανικός, αφού εκθέτει σ' αυτήν σε ποίες ενέργειες προέβη προς διεξαγωγή της ανατεθείσας σ' αυτόν πραγματογνωμοσύνης (μελέτη και εφαρμογή των τίτλων κτήσεως κυριότητας των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, μετάβαση επιτοπίως, εντοπισμό και εμβαδομέτρηση της επίδικης εκτάσεως και της στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων
αναφερομένης τοιαύτης, σύνταξη κατατοπιστικού τοπογραφικού διαγράμματος κτλ), ώστε να είναι αρκούντως αιτιολογημένη, αποφαίνεται ότι "η αμφισβητούμενη εδαφική λωρίδα, όπως αυτή περιγράφεται στο από Δεκεμβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα της Αρχ/νος μηχ/κού Μ. Κ. καθώς και η νοτίως αυτής εναπομένουσα έκταση έως τη σημερινή όχθη του χειμάρρου, περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου στους προσκομιζόμενους με επίκληση τίτλους κτήσεως των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους και σε καμμία περίπτωση δεν αποτελεί εγκαταλειφθείσα κοίτη του ποταμού Γλαύκου".
Από τα παραπάνω αποδεικνύεται α) ότι η επίδικη εδαφική έκταση εμβαδού 10.680 τ.μ., ανήκε κατά κυριότητα στους ενάγοντες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, οι οποίοι έγιναν συγκύριοι αυτής κατά το προαναφερόμενο εξ αδιαιρέτου ποσοστό κατά τρόπο παράγωγο ήτοι από εξ αδιαθέτου κληρονομία του αποβιώσαντος στις 8-12-1990 πατέρα τους Θ.
Π., την οποία αποδέχθηκαν με τις νόμιμα μεταγραμμένες στο Υποθηκοφυλακείο Πατρών .../1998 και .../2003 δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Φιορέντζη Δαριβάκη, αλλά και κατά τρόπο πρωτότυπο ήτοι με έκτακτη χρησικτησία κατά προσαύξηση του χρόνου αντίστοιχης χρησικτησίας των (άμεσου και απώτερου) δικαιοπαρόχων τους αναγόμενης μέχρι του έτους 1911 (αρθρ. 1945 και 1051 ΑΚ), κατά τα προαναφερθέντα, και β) ότι η επίδικη εδαφική έκταση ουδέποτε αποτελούσε κοίτη του μη πλεύσιμου ποταμού Γλαύκου, η οποία εγκαταλείφθηκε οριστικά κατά τα έτη 1938-1940 εξαιτίας της εκτέλεσης δημόσιων τεχνικών έργων από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο για τη διευθέτηση του ποταμού και ως εκ τούτου δεν αποτελεί δημόσιο κτήμα και επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο αντίθετος σχετικός ισχυρισμός του τελευταίου.
Με την 1/1997 Πράξη Εφαρμογής της Πολεοδομικής Μελέτης Επέκτασης των περιοχών Μακρυγιάννη, Μπεγουλάκι του Δήμου Πατρέων, που κυρώθηκε με τη νόμιμα μεταγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Πατρών 2608/4-3-1997 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, που διορθώθηκε με τη νόμιμα μεταγραμμένη 31/1998 διορθωτική απόφαση, ρυμοτομήθηκε, πέραν της νόμιμης εισφοράς σε γη, για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων και η επίδικη εδαφική έκταση της συγκυριότητας των εναγόντων, εμβαδού 10.680 τ.μ., από την οποία για μεν την έκταση των 7.271,17 τ.μ.
παραχωρήθηκαν στους ενάγοντες δύο οικόπεδα ως αποζημίωση σε είδος, ήτοι: α) το με αριθμό 01 οικόπεδο, εμβαδού 1.292,68 τ.μ., που βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο 2706, και β) το με αριθμό 02Ν οικόπεδο, εμβαδού 400,53 τ.μ., ενώ για την υπόλοιπη έκταση των 3.408,83 τ.μ. που παραχωρήθηκε στο Τ.Ε.Ι. Πατρών οφείλεται στους ενάγοντες αποζημίωση σε χρήμα, που δεν έχει ακόμα καταβληθεί (ούτε καθοριστεί).
Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατά μήνα Μάρτιο του έτους 1999 αμφισβήτησε το δικαίωμα της κυριότητας των εναγόντων επί της άνω επίδικης εδαφικής εκτάσεως και συνακόλουθα και στα παραχωρηθέντα, ως αποζημίωση σε είδος, οικόπεδα, ισχυριζόμενο ότι η παραπάνω έκταση αποτελεί δημόσιο κτήμα, ως εγκαταλειφθείσα κοίτη του μη πλεύσιμου ποταμού Γλαύκου συνεπεία εκτέλεσης τεχνικών έργων από αυτό, και προκάλεσε την έκδοση της 15.196/10-1-2001 αποφάσεως του Νομάρχη Αχαΐας, που μεταγράφτηκε νόμιμα, με την οποία ανεστάλη η ισχύς και η εκτέλεση της 1/1997 Πράξης Εφαρμογής κατά το μέρος που αφορά στα παραχωρηθέντα δύο ως άνω οικόπεδα και στη χρηματική αποζημίωση των εναγόντων για την έκταση των 3,408,83 τ.μ.
Πλην όμως η ως άνω απόφαση - διοικητική πράξη, με την οποία ανεστάλη μερικώς η ισχύς και η εκτέλεση της 1/1997 Πράξης Εφαρμογής είναι μη νόμιμη, αφού σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της (2001), η Πράξη Εφαρμογής είχε καταστεί αμετάκλητη και δεν ήταν δυνατή η επάνοδος της διοίκησης στο θέμα αυτό.
Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ότι η αγωγή είναι απορριπτέα καθ' ο μέρος ζητείται η αναγνώριση των εναγόντων ως συγκυρίων στα δύο οικόπεδα που τους παραχωρήθηκαν ως αποζημίωση σε είδος καθώς και στην έκταση των 3.408,83 τ.μ., λόγω της εκδόσεως της 15.196/2001 αποφάσεως του Νομάρχη Αχαΐας, με την οποία ανεστάλη μερικώς η ισχύς και η εκτέλεση της 1/1997 Πράξης Εφαρμογής κατά το μέρος που αφορά στα παραχωρηθέντα δύο οικόπεδα και στη χρηματική αποζημίωσή τους για την έκταση των 3.408,83 τ.μ., είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος" Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, έκρινε, ότι η ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή έπρεπε να γίνει μερικά δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Ακολούθως απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα των 10.680 τ.μ.
δεν αποτελούσε κοίτη του μη πλεύσιμου ποταμού Γλαύκου, η οποία εγκαταλείφθηκε οριστικά κατά τα έτη 1938-1940 εξαιτίας της εκτέλεσης δημοσίων τεχνικών έργων από το εναγόμενο για τη διευθέτηση του ποταμού αυτού και ότι, συνεπώς, η εδαφική αυτή λωρίδα δεν αποτελεί δημόσιο κτήμα. Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο προβάλλεται και η πλημμέλεια, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και διότι "δεν καθίσταται σαφές, σε ποια αποδεικτικά στοιχεία στηρίχθηκε και έλαβε υπόψη του το δικαστήριο ...", προκειμένου να καταλήξει στο αμέσως ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος και αναφορικά με την αμέσως πιο πάνω πλημμέλεια είναι απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να αναλύσει διεξοδικά τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, προκειμένου να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα ειδικότερα μνημονευόμενα έγγραφα, που το αναιρεσείον επικαλέστηκε με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του ότι η μείζων (10.680 τμ) επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελούσε κοίτη μη πλευσίμου ποταμού, η οποία εγκαταλείφθηκε συνεπεία εκτελέσεως δημοσίων τεχνικών έργων και ότι έτσι το Δημόσιο διατήρησε την κυριότητα της ως δημόσιο κτήμα, δηλαδή:
α)τις αεροφωτογραφίες του έτους λήψεως 1945 της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (Γ.Υ.Σ.) του Δασαρχείου Πατρών στις οποίες η επίδικη έκταση εμφανίζεται ως τμήμα της κοίτης του ποταμού Γλαύκου, β)το απόσπασμα του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής Δημοσίων Κτημάτων από το οποίο προκύπτει ότι η επίδικη έκταση έχει καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα με α/α καταγραφής Β.Κ.923, γ) το υπ' αριθ. 160/1999 μισθωτήριο συμβόλαιο της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου από το οποίο προκύπτει ότι τμήμα του δημοσίου κτήματος Β.Κ.923 ήτοι του επιδίκου είχε εκμισθωθεί για το χρονικό διάστημα από 3-5-1999 έως 2-5-2001 στους Δ.
Γ. και Α. Ζ. προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν ως χώρο στάθμευσης και αποθήκευσης βαρέων οχημάτων δ)την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου Ι. Μ., ο οποίος κατάθεσε ότι η επίδικη έκταση αποτελεί τμήμα της κοίτης του ποταμού Γλαύκου και ε )την υπ.αρ.1030/1982 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία εκδόθηκε μεταξύ των δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων και του αναιρεσείοντος, με την οποία κρίθηκε ότι η επίδικη έκταση αποτελούσε τμήμα της αρχικής μείζονος έκτασης κοίτης του ποταμού Γλαύκου.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσάγουν και επικαλούνται οι διάδικοι και χρησιμεύουν είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-9-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 505/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ