Legislator Case Law & Legislation
1190/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and lack of specific facts regarding document distortion.

Case Number 1190/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the applicants' request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding agricultural land inheritance. The court found the appeal arguments inadmissible because they failed to specify the true content of the alleged distorted document and the court's accepted version. Consequently, the court rejected the claims of procedural error and ordered the applicants to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal for retrial is inadmissible if it does not specify the true content of the alleged distorted document and the content accepted by the challenged decision.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal for retrial inadmissibility document distortion agricultural land inheritance procedural error legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 431/1968
Article 1 of the Rural Code (10/6-12-1949)
Article 26 of the Rural Code
Article 74 of the Rural Code
Article 180 of the Rural Code
Article 203 of the Rural Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 79 of the Agricultural Code
Article 118 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 7/2006 of the Supreme Court
Case 194/2005 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1190 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1190/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 χας Ζ, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πολυξένη Τσιτσώνη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νικολόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1303/2004 μη οριστική, 1156/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 262/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 2298/2008 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-12-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 1-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή εάν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της (Ολ.

Α.Π. 7/2006). Εξ άλλου, από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 79 του Αγροτικού Κώδικα (β.δ. της 29.10/6-12-1949), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου άρθρου και εκείνες των άρθρων 26, 74, 180 και 203 του ίδιου κώδικα, ενόψει δε και της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 431/1968, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος από της παραχωρήσεως σ' αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη της ισχύος του α.ν. 431/1968, και αν ακόμη δεν τον κατέχει πραγματικά, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον, το ίδιο δε πλάσμα ισχύει και υπέρ των καθολικών διαδόχων του αρχικού κληρούχου για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 431/1988 προκύπτει ότι, μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (23-5-1968), ο κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία αποκατασταθείς κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν λογίζονται κατά πλάσμα του νόμου νομείς του κλήρου αν δεν κατέχουν πράγματι αυτόν και συνεπώς είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή τους κτήση από τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για καθεμιά από αυτές χρόνος, υπό τον περιορισμό σε κάθε περίπτωση να μη κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής.

Ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμητης τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνον όταν γίνεται με τη θέληση του κληρούχου, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας χωρίς τη θέληση αυτού, όπως με χρησικτησία (ΑΠ 866/2007 Ελ.Δνη 49,391 και 1740/2005 ΕλΔνη 47,424).

Τέλος, προϋπόθεση της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ, είναι η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα παρακάτω περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι κληροτεμάχιο, εκτάσεως βάσει του τίτλου 3.275 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "...", συνορεύει ανατολικά με αγρό ιδιοκτησίας Χ4 και Ξ, δυτικά με οδό ..., βόρεια με χαράδρα και νότια με αγρό Φ, παραχωρήθηκε δε στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγομένων - εκκαλούντων, Χ2, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... οριστικού παραχωρητηρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών. Ο ανωτέρω απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων, [Χ2], πέθανε στις 04-01-1980, αφήνοντας με την υπ' αριθμ.... δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 178/1995 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών το επίδικο ακίνητο στον γιο του και δικαιοπάροχο των εναγομένων εκκαλούντων, Ζ, ο οποίος αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιά με την υπ' αριθμ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, που έγινε ενώπιον της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Σερρών.

Στη συνέχεια ο Ζ πέθανε στις 04-06-2001, καταλίποντας εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους εναγομένους, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστο του επιδίκου κληροτεμαχίου, οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την κληρονομιά μέσα στην προθεσμία που απαιτεί ο νόμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες αγόρασαν το επίδικο, το οποίο όπως προαναφέρθηκε είναι κληροτεμάχιο, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Σερρών, Απ. Δράμπα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... και με αριθμό ...,από τον Φ. Ο τελευταίος νεμόταν και κατείχε το επίδικο ήδη από το 1930, ήτοι καλλιεργούσε συνεχώς και αδιατάρακτα το επίδικο, περιφράσσοντας αυτό, ώστε να προσδιοριστεί η άσκηση της νομής του.

Ακόμη δε, για τον προσδιορισμό της προσωρινής μονάδας αποζημίωσης, ο ίδιος εμφανίζεται ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων (Μον. Πρωτ. Σερρών) και αναγνωρίστηκε ως δικαιούχος αποζημίωσης της απαλλοτριωθείσης εκτάσεως των 520 τομ. (βλ. υπ' αρ. 75/1920 και 434/1981 αποφάσεις του Μον. Πρωτ. Σερρών). Εξάλλου, ο Φ κατείχε και νεμόταν ολόκληρο το επίδικο κληροτεμάχιο και κατά την ημεροχρονολογία που επιτράπηκε βάσει του ως άνω α.ν. [23-5-1968] η χρησικτησία [τακτική ή έκτακτη] επί κληροτεμαχίων μέχρι την ημεροχρονολογία που, βάσει του υπ' αριθμ. ...

προσυμφώνου πωλήσεως του Συμβολαιογράφου Σερρών Απ. Δράμπα, παραδόθηκε η νομή και κατοχή του επιδίκου στους ενάγοντες, συμπληρώνοντας έτσι στο πρόσωπο του τα είκοσι έτη που απαιτεί ο νόμος, προκειμένου να αποκτήσει κάποιος την κυριότητα επί ενός ακινήτου με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας και κατόπιν, μεταβίβασε νόμιμα την κυριότητα του ανωτέρω κληροτεμαχίου στους ενάγοντες δυνάμει του προαναφερόμενου οριστικού πωλητηρίου συμβολαίου.

Από την αρχική έκταση των 3.275 τ.μ. απαλλοτριώθηκαν 520 τ.μ. σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. Ο.Ε.6370/11/5-6-1970 και Ο.Ε.8046 8046/φ 111/27-7-1978 αποφάσεις του Νομάρχη ..., των οποίων δικαιούχος αναγνωρίσθηκε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, που ήταν και καθ' ού η αίτηση στον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας [βλ. τις υπ' αριθμ. 75/2-4-1980 και 434/21-12-1981 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών].

Οι ενάγοντες, κατείχαν και ασκούσαν τη νομή επί του κληροτεμαχίου ήδη από τις 02-6-1993, ημερομηνία που υπεγράφη το προσύμφωνο πωλήσεως, καθόσον το περιέφραξαν και το καλλιεργούν έκτοτε, οι δε εναγόμενοι ουδέποτε αμφισβήτησαν τη νομή τους, και ουδέποτε άσκησαν νομή επί του ακινήτου ούτε και το κατείχαν ποτέ, αφού, όταν κατήρτισαν ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, με το οποίο το εκμίσθωσαν στον μάρτυρα τους Σ1, αυτός πηγαίνοντας να το οργώσει περί τα Χριστούγεννα του 1996 το βρήκε περιφραγμένο και έτσι δεν το όργωσε [βλ.

κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων που περιέχεται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου]. 0 δικαιοπάροχος των εναγόντων, Φ, αναφέρθηκε στο κτηματολογικό διάγραμμα και στον πίνακα των εικαζομένων ιδιοκτητών της απαλλοτρίωσης, που ξεκίνησε για πρώτη φορά μέσα στο 1970, ως κύριος του επιδίκου. 0 πιο πάνω δικαιοπάροχος των εναγόντων το 1980 καλείται ως εικαζόμενος δικαιούχος - ιδιοκτήτης του με αριθμού ...,ήτοι ...

ακινήτου, παρίσταται στο Δικαστήριο, που καλείται, συμμετέχει στη δίκη και καθορίζεται η προσωρινή μονάδα απαλλοτρίωσης και για δικό του αγρό [τμήμα του επιδίκου]. Στη δίκη αυτή η οποία έγινε ιδιαίτερα γνωστή, κανένας από την οικογένεια των εναγομένων - εκκαλούντων [παππούς η πατέρας τους] δεν συμμετείχε ούτε άσκησε παρέμβαση.

Μάλιστα αναγνωρίστηκε κύριος της απαλλοτριωθείσας έκτασης ως κύριος του όλου ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί και το επίδικο και αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης της απαλλοτριωθείσας έκτασης των 520 τ.μ.. Από το 1980-1981 που ήδη έχει αναγνωρισθεί με πολλούς τρόπους, ακόμη και δικαστικά [434Μ981 Μονομ.

Πρωτ. Σερρών] η κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων στο επίδικο, μέχρις ότου μεταβιβασθεί σ' αυτούς [ενάγοντες] η νομή και κατοχή του στις ... με το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο με αρ. ..., έχουν περάσει άλλα 12-13 χρόνια συνέχισης της νομής, κατοχής και της συμπεριφοράς του δικαιοπαρόχου των εναγόντων ως κυρίου του επιδίκου, με συνέχιση της καλλιέργειας του, χωρίς καμία διαταραχή η παρεμπόδιση από κανένα.

Κατά το ως άνω διάστημα, όπως και στο παρελθόν συνεχίσθηκε και η πλήρης αδράνεια των εναγομένων - εκκαλούντων και των δήθεν δικαιοπαρόχων τους και η πλήρης αδιαφορία τους για το επίδικο. Την πλήρη έλλειψη οποιασδήποτε διακατοχικής πράξης της οικογένειας των εναγομένων - εκκαλούντων, αλλά και των δικαιοπαρόχων του, όπως αυτοί ισχυρίζονται, στο επίδικο, την ομολογεί και παραδέχεται ο δεύτερος απ' αυτούς σαφώς στην κατάθεση του στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με αριθμό 1156/2005 πρακτικά Εφετείου, όπου ουδεμία διακατοχική πράξη επικαλείται στο επίδικο ακόμη και από τα χρόνια του παππού του.

Συνεπώς, ο δικαιοπάροχος των εναγόντων, Φ, ήταν κύριος του επιδίκου αγρού, τον οποίο απέκτησε νόμιμα με τις προϋποθέσεις της εκτάκτου χρησικτησίας, σύμφωνα με το άρθρο 1045 του Α.Κ., αφού είχε στη νομή του τον επίδικο αγρό πολλά χρόνια πλέον της εικοσαετίας [ακόμη και αν αρχίσει αυτή να μετρά από τον χρόνο μεταγραφής του τίτλου, ήτοι από την 24-2-1960] ως κατέχων και νεμόμενος το επίδικο από το 1930 συνεχώς και αδιατάρακτα μέχρι την μεταβίβαση του στους ενάγοντες με νόμιμο συμβολαιογραφικό τρόπο και μεταγραφή του συμβολαίου.

Άρα οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι κατ' ισομοιρία ο καθένας τους, ως αποκτήσαντες με παράγωγο τρόπο την κυριότητα του επιδίκου παρά του αληθούς κυρίου του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Φ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική αγωγική αξίωση των αναιρεσιβλήτων να αναγνωριστούν ως συγκύριοι του επίδικου ακινήτου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Αγροτικού Κώδικα, του α.ν. 431/1968 και του Α.Κ., αφού δέχθηκε ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία ολόκληρου και όχι τμήματος του επίδικου κληροτεμαχίου, ενώ προσδιορίζει και τις πράξεις νομής τούτου, μεταξύ των οποίων αναφέρει και αυτές που σχετίζονται με την απαλλοτρίωση τμήματος του επιδίκου, γι' αυτό και οι πρώτος, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ως αντιστοίχως αποδεικνυόμενο ή ανταποδεικνυόμενο άσκησε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.

ΑΠ 42/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αφενός μεν 1) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων Σ1 και την ανώμοτη κατάθεση του δευτέρου εναγομένου Χ2 ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, τις οποίες ρητώς μνημονεύει στις σελίδες 8 και 9, αντίστοιχα, της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και τα αναφερόμενα με τους αριθ. 2, 3, 4, 8 και 11 στον τέταρτο λόγο αναιρέσεως έγγραφα και ειδικότερα α) το υπ' αριθ. ...

τίτλο κυριότητας (ή παραχωρητήριο) με το πιστοποιητικό μεταγραφής του, β) την υπ' αριθ. ... δημόσια διαθήκη του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγομένων Χ2, γ) την υπ' αριθ. ... δήλωση αναδοχής κληρονομίας του Ζ ενώπιον της γραμματείας του Πρωτοδικείου Σερρών, δ) το από ... ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως μεταξύ του Ζ και του Σ και δ) το υπ' αριθ. ...πιστοποιητικό του γραμματέα του Πρωτοδικείο Σερρών, τα οποία ρητώς, ωσαύτως, μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αφετέρου δε "και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται αναμφίβολο ότι, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα εξειδικευόμενα στον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως με τους αριθ. 1, 5, 6, 7, 9 και 10 επιμέρους έγγραφα, ήτοι α) την ...

απόφαση της Ε.Α. ... β) την υπ' αριθ. ... δήλωση του Ζ προς την Α' Οικ. Εφορία ..., γ) Το Ε9 του ιδίου προς την ίδια Εφορία, δ) Αιτήσεις προς το γραφείο ... του Εθνικού Κτηματολογίου, ε) το υπ' αριθ. ... έγγραφο Ν.Α. ... και στ) την υπ' αριθ. ... δήλωση των εναγομένων προς την ίδια ως άνω εφορία, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες.

Συνεπώς, οι τέταρτος κατά το πρώτο μέρος αυτού και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, με τους οποίους, ως εκ του περιεχομένου τους, αποδίδονται πλημμέλειες από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 8, 9 και 10 που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται), λόγοι αναιρέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το ορισμένο του οριζόμενου από την τελευταία διάταξη λόγου αναιρέσεως πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο: 1) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, 2) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο, διαφορετικό από το αληθινό, περιεχόμενο 3) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 194/2005).

Συνεπώς, οι δεύτερος, κατά το τρίτο μέρος αυτού, και τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του υπ' αριθ. ... εγγράφου της Διεύθυνσης Γεωργίας ..., που συνίσταται στο ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, από το περιεχόμενο του οποίου αποδεικνύεται ότι ο πωλητής των αντιδίκων μας Φ δεν υπέβαλε καμία δήλωση κορμού στη Διεύθυνση Γεωργίας για καλλιέργεια του αγρού αυτού", πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, αφού δεν αναφέρεται το αληθινό περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου ούτε το δεκτό γενόμενο από την προσβαλλόμενη απόφαση, που ήταν διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο τούτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση των Χ1 χήρας του Ζ κ.λ.π. για αναίρεση της 2298/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ