1190/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 86/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9767/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Μαρτίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1190/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, όπως διδάσκεται και νομολογείται, η αθέτηση της συμβάσεως, καθεαυτή, δεν συνιστά αδικοπραξία. Βέβαια αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της συμβάσεως κλπ).
Full text
Απόφαση 1190 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1190/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : εταιρίας με την επωνυμία ".....", που εδρεύει στη ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη, ο οποίος δήλωσε ότι η επωνυμία της εταιρίας έχει αλλάξει και είναι πλέον "..." πρώην ".....".
Της αναιρεσίβλητης : Ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία "..... Ο.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σίνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 86/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9767/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Μαρτίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 561 ΑΚ, όπως αυτό είχε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.3043/2002 και έτσι διαχρονικώς έχει εφαρμογή στην εξεταζόμενη υπόθεση "στην πώληση πράγματος ορισμένου κατά γένος, αν κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα ή αν ο πωλητής απέκρυψε με δόλο το ελάττωμα, ο αγοραστής έχει δικαίωμα, αντί για την αναστροφή ή τη μείωση του τιμήματος ή την παροχή άλλου πράγματος, να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης".
Κατά το άρθρο δε 522 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, "αφότου παραδοθεί το πράγμα που πουλήθηκε, τον κίνδυνο για την τυχαία καταστροφή ή τη χειροτέρευσή του φέρει ο αγοραστής". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση πώλησης πράγματος κατά γένος ορισμένου, αν το πράγμα που πουλήθηκε έχει ελάττωμα, το οποίο, κατά το χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή, δηλαδή κατά το χρόνο της παράδοσης του πράγματος σ' αυτόν, ο πωλητής γνώριζε και δολίως το απέκρυψε, ο αγοραστής, εκτός από τα έννομα βοηθήματα της αναστροφής, της μείωσης του τιμήματος και της αντικατάστασης του ελαττωματικού πράγματος, έχει δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης.
Κατά γένος ορισμένο είναι το πράγμα, που ανεξάρτητα αν είναι αντικαταστατό ή όχι προσδιορίζεται με τα γενικά γνωρίσματα της κατηγορίας στην οποία ανήκει καθώς και όταν ο προσδιορισμός κατά γένος γίνεται κατά τη βούληση των μερών και από άλλα, πλην των ιδιοτήτων της κατηγορίας, γνωρίσματα, κατά γένος δε ορισμένο μπορεί να είναι και το πράγμα που δεν έχει παραχθεί κατά την κατάρτιση της συμβάσεως.
Εξάλλου, όπως διδάσκεται και νομολογείται, η αθέτηση της συμβάσεως, καθεαυτή, δεν συνιστά αδικοπραξία. Βέβαια αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της συμβάσεως κλπ).
Πλην όμως, μερικές φορές είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αθέτησης της συμβάσεως όσο και της αδικοπραξίας. Στην περίπτωση αυτήν το πραγματικό γεγονός υπόκειται σε πολλαπλή αξιολόγηση και αντιμετωπίζεται από διαφορετικές απόψεις. 'Όπως δε κρατεί στη νομολογία, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (Ολ.ΑΠ 967/73).
Ειδικότερα, σε περίπτωση πωλήσεως πράγματος κατά γένος ορισμένου, το οποίο, κατά το χρόνο που παραδίδεται το πράγμα στον αγοραστή, έχει ελάττωμα το οποίο ο πωλητής απέκρυψε με δόλο, ο αγοραστής, την αξίωση για τη ζημία του που συνδέεται αιτιωδώς με την ύπαρξη του ελαττώματος αυτού, μπορεί να θεμελιώσει τόσο στο άρθρο 561 ΑΚ όσο και στο άρθρο 914 του ίδιου Κώδικα.
Από τη διάταξη του τελευταίου άρθρου που ορίζει ότι "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", συνάγεται ότι η υπαιτιότητα, που αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης και από αδικοπρακτική ευθύνη, περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 330 εδ.2 ΑΚ, "αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Επομένως, όταν συντρέχουν και οι δύο πιο πάνω μορφές ευθύνης, αφού πρόκειται για δύο διαφορετικές αξιώσεις, παρέπεται λογικώς ότι ο περιορισμός από το νόμο της δικαιοπρακτικής ευθύνης, όπως συμβαίνει στην πιο πάνω περίπτωση του άρθρου 561 ΑΚ, που προϋποθέτει για την ευθύνη του πωλητή δόλια απόκρυψη του ελαττώματος, δεν ισχύει και για την αδικοπρακτική ευθύνη, γιατί διαφορετικά η ύπαρξη και της αδικοπρακτικής ευθύνης θα έχανε για το δανειστή την πρακτική της σημασία.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού αρχικώς έκρινε ως μη νόμιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ως προς την κύρια βάση της, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει αποζημίωση, διότι της πώλησε και της παρέδωσε ύφασμα, το οποίο προοριζόταν για την κατασκευή ανδρικών σακακιών, αλλ' είχε το αναφερόμενο πραγματικό ελάττωμα, με την αιτιολογία ότι η ενάγουσα αναιρεσίβλητη δεν ανέφερε στο δικόγραφο της αγωγής, ότι κατά την παράδοση του πωληθέντος πράγματος, που είναι κατά γένος ορισμένο, η αναιρεσείουσα πωλήτρια απέκρυψε με δόλο το υφιστάμενο τότε πραγματικό ελάττωμα, στη συνέχεια, κρίνοντας ως νόμιμη την από αδικοπραξία επικουρική βάση της αγωγής δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.
Το Μάρτιο του έτους 1998 καταρτίστηκε στην Αθήνα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πωλήσεως, με βάση την οποία η ενάγουσα αγόρασε και παρέλαβε από την εναγομένη στις 7-10-1998 τόπια υφάσματος διαφορετικών ποιοτήτων με συνολικό συμφωνημένο τίμημα 31.430.000 λιρεττών Ιταλίας, ήτοι 5.312.612 δραχμών. 'Όμως από τα πωληθέντα και παραδοθέντα στην ενάγουσα εμπορεύματα, πέντε τόπια (259 μέτρα) μάλλινου υφάσματος, το οποίο προοριζόταν για την κατασκευή ανδρικών σακακιών και για την αγορά του οποίου η ενάγουσα είχε καταβάλει στην εναγομένη το ποσό των 6.836.625 λιρεττών, ήτοι των 1.165.000 δραχμών, παρουσίαζε ουσιώδες ελάττωμα που αναιρούσε την αξία και τη χρησιμότητά του και ειδικότερα εξαιτίας κακοτεχνίας κατά την κατασκευή του, οποιαδήποτε τριβή του σε κάποια επιφάνεια προκαλούσε το "αναμάλλιασμά του", με αποτέλεσμα το ένδυμα που είχε κατασκευασθεί από το πιο πάνω ελαττωματικό ύφασμα να καθίσταται παντελώς άχρηστο ήδη από την πρώτη χρήση του.
Η ενάγουσα από τα 259 συνολικά μέτρα του πιο πάνω υφάσματος χρησιμοποίησε αρχικά 155 μέτρα και κατασκεύασε 90 σακάκια, ενώ τα υπόλοιπα 104 μέτρα δεν τα χρησιμοποίησε, αφού εν τω μεταξύ το ύφασμα αποδείχτηκε ελαττωματικό. Το κόστος για τη ραφή (φασόν) καθενός από τα 90 σακάκια ανήλθε στο ποσό των 11.000 δραχμών. Από τα 90 σακάκια που η ενάγουσα κατασκεύασε και διοχέτευσε στην αγορά πωλήθηκαν τα 60, τα οποία όμως επιστράφηκαν στο σύνολό τους λόγω της ελαττωματικότητας του επιδίκου υφάσματος.
Από τα σακάκια που επιστράφηκαν μεταπωλήθηκαν μόνο τα 15 στην τιμή των 10.000 δραχμών το καθένα, απέμειναν δε αδιάθετα τα υπόλοιπα 45. 'Ετσι από υπαιτιότητα, συνεχίζει το Εφετείο, και συγκεκριμένα από αμέλεια της εναγομένης, η οποία έγκειται στο ότι αυτή, πριν από τη διάθεση του υφάσματος στην αγορά, δεν το υπέβαλε, όπως είχε υποχρέωση, σε όλους τους αναγκαίους ελέγχους, ώστε να διασφαλίσει την καταλληλότητά του για τη χρήση για την οποία προορίζονταν, η ενάγουσα υπέστη θετική και αποθετική ζημία (που λεπτομερώς και αναλυτικώς αναφέρεται στην απόφαση), ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 2.010.000 δρχ.
Επίσης, δέχτηκε το Εφετείο, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, το ποσό της οποίας προσδιόρισε σε 100.000 δρχ. Ακολούθως, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει την αγωγή νόμιμη, κατά την κύρια από τη σύμβαση βάση της, αλλά αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά παραδοχή σχετικής ένστασης παραγραφής και μη νόμιμη κατά την επικουρική από την αδικοπραξία βάση της, τη δέχτηκε εν μέρει και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς την επικουρική βάση της και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, ως αποζημίωση και για χρηματική της ικανοποίηση το ποσό των 6.192 ευρώ, που είναι αντίστοιχο με το άθροισμα των δύο πιο πάνω σε δραχμές ποσών.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του, αναφορικά με την κρίση του, ότι το πωληθέν ύφασμα είχε ελάττωμα, που συνιστά ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της προδιαλαμβανόμενης διάταξης που εφάρμοσε.
Ειδικότερα το Εφετείο, για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας, ορθώς αρκέστηκε στην ύπαρξη αμέλειας της τελευταίας και δεν αξίωσε δόλια απόκρυψη του ελαττώματος από αυτήν κατά την παράδοση του υφάσματος, επειδή η συρρέουσα ενδοσυμβατική ευθύνη προϋποθέτει το δόλο αυτόν (άρθρο 561 ΑΚ), αφού πρόκειται για αυτοτελή από το αδίκημα (εξωσυμβατική) ευθύνη, που θεμελιώνει αντίστοιχη αυτοτελή αγωγή.
Περαιτέρω, δεν είναι αντιφατική η αιτιολογία ότι "πέντε τόπια μάλλινου υφάσματος παρουσίαζαν ουσιώδες ελάττωμα που αναιρούσε την αξία και τη χρησιμότητά του (αναμάλλιασμα), εξαιτίας του οποίου το ένδυμα που είχε κατασκευαστεί από το ελαττωμάτικό ύφασμα "να καθίσταται παντελώς άχρηστο ήδη από την πρώτη χρήση του", με την αιτιολογία ότι η αμέλεια της εναγομένης "έγκειται στο ότι αυτή, πριν από τη διάθεση του υφάσματος στην αγορά, δεν το υπέβαλε, όπως είχε υποχρέωση, σε όλους τους αναγκαίους ελέγχους ώστε να διασφαλίσει την καταλληλότητά του για τη χρήση για την οποία προοριζόταν, ούτε με την αιτιολογία ότι μερικά σακάκια που κατασκευάσθηκαν με το ελαττωματικό ύφασμα, πωλήθηκαν τελικώς, το καθένα αντί 15.000 δρχ., διότι οι προβαλλόμενες αντιφάσεις (πλήρης αχρησία κατά τη μία παραδοχή, ελαττωματικότητα του προϊόντος μόνο για την καθορισθείσα συμβατικώς χρήση, κατά την άλλη παραδοχή) δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, πάντως, με τις παραδοχές αυτές, δεν αναιρείται η ύπαρξη του ελαττώματος, ενώ και η πώληση μερικών σακακιών, κατά τις παραδοχές της απόφασης, έγινε σε τιμή κατώτερη του κόστους.
Επομένως, οι πρώτος, κατά το από τον αριθμό 1 μέρος του, τρίτος από τον αριθμό 19 και πέμπτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, επίσης ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία αρκέστηκε σε απλή αμέλεια για την κατάφαση της αδικοπρακτικής ευθύνης, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός πλήττει την μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ενώ με τον αναιρετικό αυτό λόγο ελέγχεται μόνο η ελάσσων πρόταση.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 262 ΚΠολΔ, η ένσταση, ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός που περιέχει πραγματικά περιστατικά διάφορα από εκείνα που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής και με τον οποίο επιδιώκεται η προσωρινή ή οριστική απόρριψη της αγωγής ή η αναβολή της απάντησης σ' αυτήν, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν.
Δηλαδή, για να κριθεί ότι επιδέχεται δικαστική εκτίμηση, πρέπει να περιέχει στοιχεία ανάλογα προς εκείνα που είναι αναγκαία για την τυπική παραδοχή και συνακόλουθα δικαστική εκτίμηση της αγωγής. Αν τα γεγονότα, που αποτελούν την ιστορική βάση της υπό δικονομική έννοια ένστασης, είτε συνιστούν το "πραγματικό" ουσιαστικού είτε το "πραγματικό" δικονομικού κανόνα, δεν εκτίθενται με πληρότητα, η ένσταση είναι αόριστη.
Εξάλλου, επί αγωγής αποζημιώσεως, που στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου (άρθρο 914 ΑΚ), ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι αποκλειστικώς υπαίτιος της ζημίας του τυγχάνει ο ενάγων, συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής, ενώ ο ισχυρισμός του ίδιου, ότι στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και ίδιο πταίσμα του ενάγοντος συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που θεμελιώνει ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ, καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, ο οποίος (ισχυρισμός) δεν μπορεί να θεωρηθεί περιεχόμενος στον πρώτο περί αποκλειστικής υπαιτιότητας και για το λόγο αυτόν πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο με πληρότητα, δηλαδή με τα πραγματικά περιστατικά που τον συνιστούν, όπως τούτο επιβάλλεται από το πιο πάνω άρθρο 262 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 423/85).
Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο και άρα σε ισχυρισμό που δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως (Ολ ΑΠ 14/2004, ΑΠ 720/97). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις από 16-4-2002 προτάσεις της αναιρεσείουσας εναγομένης, που κατέθεσε στο Εφετείο κατά την ενώπιον αυτού συζήτηση της έφεσης της αναιρεσίβλητης, με την οποία η τελευταία παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη της αγωγής της, αυτή (η αναιρεσείουσα), ως εφεσίβλητη, προς απόκρουση της έφεσης και της ένδικης αγωγής αποζημιώσεως προέβαλε τον ισχυρισμό ότι "η επικαλούμενη ζημία της αντιδίκου οφείλεται σε ίδιον αυτής πταίσμα κατά ποσοστό τουλάχιστον 99%", κατά το οποίο "πρέπει να απαλλαγούμε κάθε ευθύνης", διότι αυτή όφειλε και ευχερώς ηδύνατο να διαπιστώσει το επίδικο τεχνικό χαρακτηριστικό (το ελάττωμα του υφάσματος), "ως εκ της ιδιαζούσης εμπειρίας της, άλλως εκ των δυνατοτήτων που της παρασχέσαμε ακόμη και προ της αγοράς, άλλως όφειλε, προτού προβεί στη μεταποίηση, να βεβαιωθεί ότι το συγκεκριμένο ύφασμα θα αποτελέσει ύφασμα κατάλληλο για τα ενδύματα που υπολόγιζε να κατασκευάσει".
Έτσι, όμως, διατυπούμενος ο ισχυρισμός αυτός, ως ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ, είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθενται κατά τρόπο πλήρη πραγματικά περιστατικά, που ήταν απαραίτητα για τη θεμελίωσή του, τα οποία δηλαδή, αληθή υποτιθέμενα, μπορούσαν να θεμελιώσουν και συνυπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης για τη ζημία της.
Ειδικότερα, δεν αναφέρεται πού οφείλεται η "ιδιάζουσα εμπειρία" της αναιρεσίβλητης, ούτε διευκρινίζονται "οι δυνατότητες" που της παρασχέθηκαν για τη διαπίστωση του ελαττώματος. Επομένως, ο φερόμενος ως αγνοηθείς από το Εφετείο πιο πάνω ισχυρισμός, ως αόριστος, δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και γιαυτό ο σχετικός δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη του ισχυρισμού αυτού, εκτιμώμενος έτσι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 9 του άρθρου αυτού που επικαλείται η αναιρεσείουσα, είναι προεχόντως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι το πωληθέν ύφασμα παρουσίαζε ελάττωμα, διότι "εξαιτίας κακοτεχνίας κατά την κατασκευή του, οποιαδήποτε τριβή του σε κάποια επιφάνεια προκαλούσε το αναμάλλιασμά του, με αποτέλεσμα το ένδυμα που είχε κατασκευαστεί από το πιο πάνω ελαττωματικό ύφασμα να καθίσταται παντελώς άχρηστο ήδη από την πρώτη χρήση του", χωρίς όμως, αντίστοιχος ισχυρισμός, ότι δηλαδή το κατασκευασμένο από το ελαττωματικό ύφασμα ένδυμα ήταν "παντελώς άχρηστο", να περιέχεται στην αγωγή και έτσι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. 'Όμως, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ΄άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, σ'αυτήν αναφέρεται ότι "ο βαθμός αναμαλλιάσματος αυτού (του υφάσματος), το καθιστούσε απολύτως ακατάλληλο για τη χρήση που προοριζόταν, ήτοι για την κατασκευή ενδυμάτων υψηλών ποιοτικών προδιαγραφών, καθόσον η διαπιστωθείσα ένδειξη "αναμαλλιάσματος" παρουσίαζε σημαντικότατη απόκλιση από αυτήν που κατ΄ελάχιστο αναμένεται από ένα μέτριας ποιότητας ύφασμα, πολλώ δε μάλλον από την ένδειξη, που απαιτείται για τη συγκεκριμένη ποιότητα ακριβούς υφάσματος".
Επομένως το Εφετείο δεν δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα πράγματα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ. 'Αρα ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΙV. Με τον έκτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη και τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει ότι η αναιρεσίβλητη, ενώ αρχικώς ισχυρίστηκε στην αγωγή της, ότι "εξαιτίας ουσιώδους κακοτεχνίας στην κατασκευή του συγκεκριμένου υφάσματος, η οιαδήποτε τριβή του σε κάποια επιφάνεια προκαλούσε το "αναμάλλιασμα" αυτού, με αποτέλεσμα το κατασκευασθέν από το ως άνω ελαττωματικό ύφασμα ένδυμα, να καθίσταται παντελώς άχρηστο ήδη από την πρώτη χρήση αυτού", στη συνέχεια ισχυρίστηκε, απολύτως αντιφατικώς, ότι "ο βαθμός αναμαλλιάσματος αυτού το καθιστούσε απολύτως ακατάλληλο για τη χρήση που προοριζόταν, ήτοι για την κατασκευή ενδυμάτων υψηλών προδιαγραφών... παρουσίαζε δε σημαντικότητα απόκλιση από αυτήν που κατ' ελάχιστο αναμένεται από ένα μέτριας ποιότητας ύφασμα", αλλά το Εφετείο, τους δύο αυτούς ισχυρισμούς, μολονότι είναι αντιφατικοί, αφού προβάλλεται, με τον πρώτο πλήρης απαξία του υφάσματος και με το δεύτερο απόκλιση από ένα μέτριας ποιότητα ύφασμα, παρά το νόμο δεν τους κήρυξε απαράδεκτους. 'Όμως, οι δύο προαναφερόμενοι ισχυρισμοί, με τους οποίους προβάλλεται ελάττωμα του πωληθέντος υφάσματος, δεν είναι αντιφατικοί μεταξύ τους και έτσι ο προκείμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
V. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-3-2004 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία ".....", για αναίρεση της 9767/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 1 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ