Legislator Case Law & Legislation
1190/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific grounds regarding suspension of prison sentence execution.

Case Number 1190/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a Fifth Chamber of the Athens Court of Appeal regarding a drug trafficking conviction. The appellant requested a suspended sentence but failed to provide specific facts or reasons justifying the suspension under the Penal Code. The court ruled that the lower court was not obligated to provide detailed reasoning for rejecting such a vague request, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 100 and 100A of the Penal Code; When a request for suspension of sentence execution is submitted without specific circumstances or justifying reasons, the court of first instance is not required to provide detailed reasoning, and the resulting appeal for lack of motivation is inadmissible.

Keywords

AI generated
suspension of sentence execution Penal Code Articles 100 100A inadmissible appeal lack of specific grounds drug trafficking conviction detailed reasoning requirement appellant's vague request

Cited Legislation

AI generated
Article 5 of Law 1729/1987
Article 100A of the Penal Code
Article 100 of the Penal Code
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1190 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1190/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Φώτιο Καϋμενάκη και Ελένη Παναγιωτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βιολέτα Κριτσίλη και Γρηγόριο Τρουφάκο, περί αναιρέσεως της 1167/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10/10/2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1841/2005.

Αφού άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. α΄, β΄, ζ΄ και η΄ του ν. 1729/1987, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές όποιος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, εισάγει στην επικράτεια, αγοράζει, ή κατέχει ναρκωτικά, στα οποία περιλαμβάνεται και η κοκαΐνη, κατά το άρθρο 4 Πιν. Β΄ περ. 3 του ίδιου πιο άνω νόμου, κατά δε την παρ.

η΄ του ίδιου πιο πάνω άρθρου 5 του ν. 1729/87, με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και όποιος παραλαμβάνει εν γνώσει του δέματα που περιέχουν οποιοδήποτε ναρκωτικό ή δίνει εντολή σε άλλον για όμοια παραλαβή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει: α) ότι η εισαγωγή πραγματώνεται με τη διακίνηση των ναρκωτικών από το εξωτερικό στην Ελλάδα, μπορεί δε να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και επομένως και με τη χρήση του ταχυδρομείου.

β] ως αγορά ναρκωτικών, θεωρείται η κοινώς γνωστή έννοια της αγοραπωλησίας του άρθρου 513 του Α.Κ., δηλαδή η μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται με την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή, αντί του συμφωνημένου τιμήματος. γ] Η κατοχή πραγματώνεται με τη φυσική επί των ουσιών τούτων εξουσία του δράστη, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του.

Και δ] Η παραλαβή δέματος τελείται με την παράδοση του δέματος που περιέχει ναρκωτικά από το μεταφορέα στον παραλήπτη, ή σε τρίτο που ενεργεί κατ' εντολή του, είναι δε αδιάφορο αν μεταφορέας είναι το ταχυδρομείο ή άλλο οποιοδήποτε δημόσιο ή ιδιωτικό μέσο μεταφοράς και το αν το δέμα έφθασε τελικώς στον παραλήπτη.

Υποκειμενικώς, εξάλλου, απαιτείται γνώση του υπαιτίου ότι το παραλαμβανόμενο δέμα περιέχει ναρκωτικές ουσίες. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του νόμου 2168/1993, όπλα θεωρούνται και τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα α]…..β]….ε] αντικείμενα ή μέσα που χρησιμοποιούνται για εκτόξευση ουσιών που αναφλέγονται αυτόματα ή περιέχουν αναισθησιογόνες ή ερεθιστικές χημικές ουσίες και προορίζονται για επίθεση ή άμυνα, ενώ κατά το άρθρο 7 παρ. 1, 2 και 8 α΄ του ίδιου νόμου, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών τιμωρείται όποιος κατέχει χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής όπλα εκ των αναφερόμενων στην παρ. 2 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου.

ΙΙ.- Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την 1167/2005 προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό συνδυαζόμενο με το διατακτικό, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, απολογία κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος,], αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Ο κατηγορούμενος [αναιρεσείων] Χ1 και ο κατά την πρωτοβάθμια δίκη συγκατηγορούμενός του Ψ, ο οποίος με την εκκαλούμενη απόφαση κηρύχθηκε αθώος, είχαν γνωριστεί το 1994, από τη συμμετοχή τους στη νεολαία του ΠΑΣΟΚ και είχαν αναπτύξει φιλικές σχέσεις. Το 1997 ο Ψ γνώρισε στον κατηγορούμενο τον Ζ, ήδη φυγόδικο, ο οποίος συστήθηκε με το όνομα «....».

Στις αρχές του 2000, συμφώνησαν να συνεργαστούν σε επιχείρηση εισαγωγής ιχθυάλευρων, στη συνέχεια όμως αποφάσισαν να συνεργαστούν σε επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας στην Ελλάδα ειδών Λαϊκής Τέχνης. Στις 12.1.2001, οι τελωνειακές αρχές του Αεροδρομίου της Φρανκφούρτης ενημέρωσαν τις αρμόδιες ελληνικές Αρχές ότι σε δύο δέματα, προερχόμενα από τη Χιλή με προορισμό την Ελλάδα, βρέθηκε ποσότητα κοκαΐνης, επιμελώς κρυμμένη σε διακοσμητικά κεριά.

Αποστολέας των δεμάτων ήταν άτομο με τα στοιχεία ....., παραλήπτης αυτών ο κατηγορούμενος, την δε μεταφορά τους είχε αναλάβει η εταιρεία διεθνών ταχυμεταφορών Τ.Ν.Τ. Τα δέματα αυτά έφθασαν στην Αθήνα στις 16.1.01, με πτήση της Ολυμπιακής Αεροπορίας, και την επόμενη ημέρα, ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο νοσοκομείο ΚΑΤ, όπου παρακολουθείτο η πορεία κατάγματος που είχε υποστεί, αρμόδιος υπάλληλος της άνω εταιρείας Τ.Ν.Τ, τα παρέδωσε στην επί της οδού ..... [περιοχή ...] κατοικία του κατηγορούμενου, όπου κατ' εντολή του τα παρέλαβε ο πατέρας του Χ2.

Αρμόδια όργανα του Σ.Δ.Ο.Ε. που είχαν ειδοποιηθεί, και βρίσκονταν σε συνεννόηση με τον υπάλληλο της εταιρείας Τ.Ν.Τ. προέβησαν, μετά την παραλαβή των δεμάτων σε έρευνα αυτών, μέσα στα οποία διαπιστώθηκε ότι ήταν κρυμμένη μέσα σε διακοσμητικά κεριά ποσότητα 567 γραμμαρίων της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνη, ενώ σε έρευνα που έγινε στην οικία του κατηγορούμενου αμέσως μετά τη σύλληψή του βρέθηκε ένα SPRAY παραλυτικού αερίου, που ανήκε σ' αυτόν, το οποίο κατείχε χωρίς να έχει άδεια αρμόδιας αρχής.

Αποδείχθηκε ακόμη, συνεχίζει η απόφαση, ότι την πιο πάνω ποσότητα κοκαΐνης είχε αγοράσει ο κατηγορούμενος, στις αρχές Ιανουαρίου του 2001, ενεργώντας από κοινού με τον προαναφερόμενο Ζ, δηλαδή, κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, από άγνωστο άτομο που διέμενε στη Χιλή, με το οποίο είχαν προηγουμένως επικοινωνήσει, αντί άγνωστου τιμήματος ή άλλου ανταλλάγματος, και αφού, και πάλι από κοινού με τον άνω Ζ, δηλαδή κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, στις 16.1.01, την εισήγαγαν από τη Χιλή στην Ελλάδα, με τον προαναφερθέντα τρόπο, στη συνέχεια, στις 17.1.01, την παρέλαβαν με την παράδοση των άνω δεμάτων στον Χ2 που ενεργούσε κατ' εντολή τους, εν γνώσει τους ότι αυτά περιείχαν, και μάλιστα επιμελώς κρυμμένη εσωτερικό των κεριών, την άνω ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, και, την ίδια ημερομηνία [17.1.101] την κατείχαν [συγκατείχαν] με την έννοια ότι τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο Ζ είχαν τη δυνατότητα εξουσίασης και διάθεσής της πραγματικά σε κάθε στιγμή.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις πράξεις, κατά συναυτουργία με τον Ζ: α] της αγοράς από τη Χιλή 567 γραμμαρίων ποσότητας κοκαΐνης, β] της εισαγωγής εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους με το Ταχυδρομείο [της εταιρείας ταχυμεταφορών ΤΝΤ] της προαναφερθείσης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας, γ] της παραλαβής, δια του ενεργούντος κατ' εντολή του Χ2, δύο δεμάτων που περιείχαν την άνω ποσότητα που είχε αγοράσει και εισάγει στην Ελλάδα και δ] της κατοχής, μετά την παραλαβή τους από την άνω ταχυδρομική εταιρεία, της ίδιας ναρκωτικής ουσίας που περιείχαν τα δέματα.

Ακόμη το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για παράνομη κατοχή όπλου [του αναισθητικού SPRAY], και αφού έγινε δεκτό ότι έπρεπε να αναγνωριστεί στον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 84 παρ. 2 α ΠΚ ελαφρυντική περίσταση, και ότι οι παραβάσεις του ν. περί ναρκωτικών αφορούσαν την ίδια ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, και συνεπώς συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 5 παρ. 2 του άνω ν. 1729/1987, επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης 4 ετών και 4 μηνών και χρηματική ποινή 2900 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με τους οποίους προέβη στην υπαγωγή τους στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του νόμου 1729/1987, και άρθ. 1 παρ. 2 ε΄, 7 παρ. 1, 2, 8 α΄ του ν. 2168/93 που εφάρμοσε. Ειδικότερα σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις: 1] Το σκεπτικό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αλληλοσυμπληρώνονται και το πρώτο δεν συνιστά επανάληψη του δευτέρου, 2] Η σύμπτωση των περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα περιστατικά αυτά του κατηγορητηρίου αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης που περιέχει τις αντίθετες προς τα ανωτέρω αιτιάσεις είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 30 παρ. 1 του Π.Κ. ως πραγματική πλάνη του δράστη, που έχει ως αποτέλεσμα τον μη καταλογισμό της αξιόποινης πράξεως σε αυτόν θεωρείται η παντελής άγνοια ή η εσφαλμένη αντίληψή του σχετικά με ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης, που τον οδήγησε, χωρίς υπαιτιότητά του, στην εσφαλμένη πεποίθηση ότι δεν διαπράττει κάτι το αξιόποινο.

Εξάλλου επί προβολής αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, όπως είναι και εκείνος περί πραγματικής πλάνης, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία για την απόρριψή τους, αν αυτοί δεν προβάλλονται με σαφήνεια και πληρότητα, με την επίκληση δηλαδή των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους.

Στην περίπτωση αυτή, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας δεν απαντήσει σε αορίστως προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό, δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, κατά την απολογία του ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου ισχυρίσθηκε και τα εξής:

«…δεν έχω καμία σχέση με αυτά που με κατηγορούν……ο ρόλος μου ήταν να παίρνω εντολές και να τις εκτελώ,…. Ο Ζ επειδή απουσίαζε συνέχεια χρησιμοποίησε εμένα……υπάρχει σ' όλη αυτή η την ιστορία μια σωρεία ψεμάτων στο πρόσωπό μου…όλοι αυτοί οι άνθρωποι πήγαν να με καταστρέψουν, εγώ εκτελούσα εντολές του Ψ και τίποτα περισσότερο, είμαι αθώος..» Τα περιστατικά όμως αυτά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων αποτελούν ισχυρισμούς αρνητικούς της κατηγορίας, και δεν θεμελιώνουν πραγματική πλάνη, την οποία άλλωστε ούτε ο αναιρεσείων, ως κατηγορούμενος, ούτε ο συνήγορός του πρόβαλαν σαφώς ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου.

Ως εκ τούτου το άνω Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία, σε μη προβληθέντα σαφή και ορισμένο ισχυρισμό για πραγματική πλάνη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν αξιολόγησε και δεν διέλαβε καμία αιτιολογία στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για πραγματική πλάνη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

IV.- Κατά το άρθρο 100Α παρ.1 του ΠΚ, αν κάποιος καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη των τριών και μέχρι πέντε ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 99 και 100, το δικαστήριο μπορεί με την απόφασή του να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο χρονικό διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία, και ανώτερο από πέντε έτη.

Η αναστολή αυτή εκτέλεσης της ποινής μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 100 του ΠΚ, να χορηγηθεί αν το δικαστήριο, από την έρευνα των περιστάσεων κάτω από τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, και ιδίως των αιτίων της, της προηγούμενης ζωής και του χαρακτήρα του καταδικασμένου, κρίνει ότι η εκτέλεση της ποινής δεν είναι αναγκαία για να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων.

Στην κρίση του αυτή το δικαστήριο πρέπει ακόμη να λαμβάνει υπόψη και τη διαγωγή του υπαιτίου μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που έδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τη συνέπεια της πράξης του. Οι λόγοι δε που δικαιολογούν την αναστολή της εκτέλεσης πρέπει να περιέχονται συγκεκριμένα στην απόφαση.

Από τη διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι επί επιβολής στον καταδικασθέντα ποινής φυλάκισης μεγαλύτερης των τριών και μέχρι πέντε ετών, το Δικαστήριο, αντιθέτως προς όσα ισχύουν για την προβλεπόμενη από το άρθρο 99 ΠΚ αναστολή εκτέλεσης της ποινής του, πρέπει να αναφέρονται στη σχετική αίτηση οι περιστάσεις και η συνδρομή των λόγων, που δικαιολογούν, κατά τα ανωτέρω, την αιτούμενη αναστολή.

Έτσι, αν υποβληθεί το ως άνω αίτημα αναστολής της ποινής κατά τρόπο εντελώς αόριστο, το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στο αίτημα αυτό ή να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία, και συνεπώς, στην περίπτωση που δεν απαντήσει αιτιολογημένα δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, ζήτησε «να επιβληθεί στον κατηγορούμενο το ελάχιστο όριο της ποινής και να ανασταλεί η εκτέλεσή της με όρους, κατά το άρθρο 100 Α του ΠΚ», χωρίς όμως να επικαλεστεί περιστατικά και λόγους που δικαιολογούν, σύμφωνα με τα άρθρα 100 και 100 Α ΠΚ, την αναστολή της ποινής φυλάκισης μεγαλύτερης των τριών ετών.

Επομένως, αφού το άνω αίτημα του αναιρεσείοντος όπως υποβλήθηκε, ήταν αόριστο, το Εφετείο, που απέρριψε το αίτημα αυτό, δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την απορριπτική κρίση του ειδικά και εμπεριστατωμένα. Κατ' ακολουθία, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο άνω αίτημα του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

V.- Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναιρετική αίτηση στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.10.2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 1167/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και,

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Μαϊου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ