Legislator Case Law & Legislation
118/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding no substantive legal error in labor dispute judgment.

Case Number 118/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment in a labor dispute. The appellant argued that the appellate court failed to adequately justify its findings regarding the payment of Christmas and Easter bonuses and annual leave allowances. The court rejected these claims, stating that the lower court's reasoning was sufficient and that the appellant did not demonstrate a violation of procedural or substantive law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19), 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to prove that the lower court's reasoning is insufficient to establish the legal basis for its decision.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal insufficient reasoning procedural dismissal Christmas bonuses annual leave allowance

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 416 of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 118 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 118/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: F. (Φ.) S. (Σ.) του S., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Χορόζογλου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Όλγας Χαριτίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν η 106/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2364/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-2-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 3-2-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2095/193/ 2023) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 2364/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία α) έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 30-5-2022 έφεση του ενάγοντος κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 106/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 10-10-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1537/353/2018) αγωγή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των 240 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και β) αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και δικάστηκε εκ νέου η υπόθεση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.238,40 ευρώ, ενώ αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.971,87 ευρώ, αμφότερα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 421 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του Ν. 4335/2015 και ίσχυε κατά τον χρόνο λήψης της κατωτέρω αναφερόμενης ένορκης βεβαίωσης, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν αποδεικτικό μέσο διαφορετικό από τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλιώς θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 139/2024, 1980/2022, 1932/2022, 376/2022).

Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας είναι ότι πρέπει, όπως όλα τα αποδεικτικά μέσα, να προσκομίστηκαν με επίκληση κατά τη συζήτηση μετά από την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να προσδιορίζονται τα στοιχεία αυτών με σαφήνεια, ήτοι με τον αριθμό τους, το όνομα του μάρτυρα που εξετάστηκε, το όργανο ενώπιον του οποίου έγιναν και, επίσης, να έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη τους, ο οποίος (διάδικος) υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλήτευσης, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, γιατί η έλλειψή της συνεπάγεται το ανυπόστατο της ένορκης βεβαίωσης ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 139/2024, 1645/2023, 1980/2022).

Η κλήτευση και ο χρόνος αυτής, ο έλεγχος των οποίων ανήκει στο δικαστήριο, αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο και προσκομίζοντα την ένορκη βεβαίωση, με την προσκομιδή της σχετικής έκθεσης επίδοσης που αποτελεί δημόσιο έγγραφο και παράγει πλήρη απόδειξη και όχι από την ένορκη βεβαίωση αυτή καθ' εαυτή.

Η βεβαίωση δε του δικαστηρίου ότι προσκομίζεται ή όχι ένα έγγραφο, αφορά σε πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 139/2024, 946/2018, ΑΠ 708/2015). Η επίκληση και προσκομιδή του αποδεικτικού επίδοσης δεν είναι αναγκαία, όταν ο αντίδικος του επικαλούμενου την ένορκη βεβαίωση διαδίκου ομολογεί, με τις προτάσεις του, τη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του για να παραστεί κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 139/2024).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. ...-2019 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Ε. Κ. και Λ. Λ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πολυγύρου, την οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει με τις κατ' έφεση προτάσεις του, με την αιτιολογία ότι αυτός δεν ανέφερε στις προτάσεις του εάν η ως άνω ένορκη βεβαίωση ελήφθη κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του αντιδίκου του ούτε επικαλούνταν έκθεση επίδοσης από την οποία να προκύπτει τέτοια κλήτευση.

Από την επισκόπηση των από 7-11-2022 προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με αυτές ο τελευταίος επικαλέστηκε και προσκόμισε στο ως άνω Δικαστήριο, ως σχετικό υπ' αριθ. 1, την 123/2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πολυγύρου, χωρίς ωστόσο να αναφέρει στις προτάσεις του, εάν αυτή ελήφθη κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του αντιδίκου του και χωρίς να επικαλείται έκθεση επίδοσης από την οποία να προκύπτει τέτοια κλήτευση.

Δεδομένου δε ότι ο έλεγχος της κλήτευσης του αντιδίκου του προσκομίζοντος την ένορκη βεβαίωση διαδίκου ανήκει στο Δικαστήριο, η ως άνω έλλειψη δεν καλύπτεται, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον υπό κρίση λόγο αναίρεσης, επειδή α) με τις κατ' έφεση προτάσεις του, αναφέρεται αυτός στις πρωτόδικες προτάσεις και στα έγγραφα που προσκόμισε πρωτοδίκως, μεταξύ των οποίων και η επίμαχη ένορκη βεβαίωση, β) στο σώμα της ένορκης βεβαίωσης μνημονεύεται η έκθεση επίδοσης σχετικής κλήσης προς τον αναιρεσίβλητο, γ) η πρωτόδικη απόφαση αναφέρει ότι η ως άνω ένορκη βεβαίωση ελήφθη μετά από νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου και δ) με τις κατ' έφεση προτάσεις του, ο αναιρεσίβλητος αναφέρεται στην εν λόγω ένορκη βεβαίωση, επισημαίνοντας ότι οι περιεχόμενες σ' αυτήν καταθέσεις των εξετασθέντων (δύο) μαρτύρων "....έβριθαν αοριστιών και ανακριβειών δεδομένου ότι οι ίδιοι συνδέονταν απλώς με φιλική σχέση με τον ενάγοντα και ως εκ τούτου δεν γνώριζαν....

τις επακριβείς συνθήκες απασχόλησής του....", ωστόσο από την ως άνω αναφορά δεν δύναται να συναχθεί ομολογία του ότι η επίμαχη ένορκη βεβαίωση ελήφθη κατόπιν νόμιμης κλήτευσής του.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019, 12/2000, 1/1999, ΑΠ 1648/2024, 19/2022).

Περαιτέρω, η ένσταση (άρθρο 262 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ), όπως και η αγωγή (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα, διαφορετικά είναι αόριστη και απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 1648/2024, 19/2022), ενώ η παράλειψη αναφοράς των γεγονότων αυτών δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, στο οποίο τυχόν αναγράφονται (ΑΠ 1648/2024, 19/2022). Ως προς την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής ή της ένστασης, γίνεται διάκριση μεταξύ νομικής αοριστίας και ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη νομική επάρκεια, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία υπάρχει, αν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση της αγωγής ή της ένστασης από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της.

Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός που δικαιολογούσε τη νομική ή ποσοτική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης, αν και δεν προτάθηκε, ή αντιστρόφως δεν λήφθηκε υπόψη τέτοιος ισχυρισμός, αν και προτάθηκε (ΑΠ 19/2022, 922/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέστηκε η παραβίαση, αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (ΑΠ 1648/2024, 510/2022, 571/2021, 1110/2021) ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1648/2024, 510/2022, 598/2010).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α' 190), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, ο οποίος στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν συντρέχει δε εξαιρετική περίπτωση των εδαφίων α'- γ' της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1304/2022, 94/2020, 403/2019).

Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε την προβληθείσα από τον εφεσίβλητο - εναγόμενο ένσταση εξόφλησης των αιτηθέντων με την ένδικη αγωγή επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2013 έως 2018 (β' λόγος) και αποδοχών και επιδομάτων αδείας των ετών 2013 έως 2018 (γ' λόγος) και συνακόλουθα απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τα κονδύλια για τα οποία έγινε δεκτή η εν λόγω ένσταση, ενώ θα έπρεπε να απορρίψει αυτήν ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Αμφότεροι οι ανωτέρω λόγοι κρίνονται απορριπτέοι, πρωτίστως ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προέβαλε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τον ισχυρισμό περί αοριστίας, επί του οποίου ερείδονται οι λόγοι αυτοί, ούτε γίνεται επίκληση περίπτωσης του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση δε, οι ως άνω λόγοι είναι αβάσιμοι, καθόσον από την επισκόπηση των από 13-10-2021 και από 14-11-2022 προτάσεων του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και του Εφετείου αντίστοιχα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ένσταση εξόφλησης (ολικής ή μερικής κατά περίπτωση), που προέβαλε ο τελευταίος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ακολούθως επανέφερε ενώπιον του Εφετείου, ήταν πλήρως ορισμένη, με αναφορά τόσο των ποσών που καταβλήθηκαν στον ενάγοντα ως επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και ως αποδοχές και επιδόματα αδείας, όσο και της ημερομηνίας καταβολής εκάστου επιμέρους ποσού (βλ. σελ. 13 έως 45 πρωτόδικων και σελ. 26 έως 28, 30 έως 32 και 34-35 των κατ' έφεση προτάσεων του αναιρεσιβλήτου).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 1857/2024, 26/2022, 625/2008, 328/2008).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και συνεπώς δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτής (ΑΠ 1857/2024, 79/2023, 26/2022, 1442/2017, 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1857/2024) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 1857/2024, 79/2023).

Ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1857/2024, 26/2022, 1020/2019, 1681/2018, 1593/2017, 1632/2007).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς απαριθμούμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1857/2024, 1526/2021, 686/2021).

Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο το ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί αυτό υπόψη (ΑΠ 1857/2024, 1526/2021, 686/2021), καθώς και ότι ο ισχυρισμός του ανεπίτρεπτου προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο, απορριπτομένου διαφορετικά ως απαράδεκτου (ΑΠ 1857/2024, 1526/2021, 686/2021, 490/2017, 1416/2007).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 1857/2024, 1016/2017, 29/2017).

Για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) οι αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να έχουν νομίμως προσκομιστεί με επίκληση, β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τις εν λόγω αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1857/2024, 881/2011, 1185/2010), δεδομένου ότι η λήψη υπόψη των ως άνω αποδείξεων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 1857/2024, 881/2011) και δεν χωρεί αναίρεση, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικώς σε κάποια αποδεικτικά μέσα, που δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμισή τους (ΑΠ 1857/2024, 1348/2017, ΑΠ 257/2008, ΑΠ 595/2007).

Τέλος, κατά το άρθρο 261 εδ. β' του ΚΠολΔ, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού. Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων. Μόνο δε εάν υπάρχει τέτοια ειδική αμφισβήτηση του κρίσιμου ισχυρισμού, η ύπαρξη της οποίας επίσης ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία αυτού, υποπίπτει τούτο στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, δηλαδή εκείνη της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε (ΑΠ 1662/2022, 1509/2021, 376/2019, 115/2008, 1573/2007).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο αφενός έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε, ήτοι ότι ο αναιρεσείων δεν αμφισβήτησε το κύρος των εκκαθαρίσεων μισθοδοσίας και των αποδείξεων πληρωμών που εξέδωσε ο αναιρεσίβλητος, μολονότι αυτός (αναιρεσείων) με τις κατ' έφεση προτάσεις του είχε αρνηθεί τους ισχυρισμούς, τις ενστάσεις και τα έγγραφα που προσκόμισε ο αντίδικός του, εφόσον τον βλάπτουν και δεν τον ωφελούν, και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη πράγμα που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τον ισχυρισμό που προέβαλε ο αναιρεσείων με την προσθήκη των κατ' έφεση προτάσεών του, ότι οι προσκομισθείσες από τον αναιρεσίβλητο εκκαθαρίσεις μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής των ετών 2013 έως 2018, προς απόδειξη της προταθείσας από αυτόν ένστασης εξόφλησης, δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη, διότι εκδόθηκαν δύο χρόνια μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής και συγκεκριμένα στις 11-6-2020.

Ο ανωτέρω λόγος κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενοι με αυτόν ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ειδικότερα δε, ο επικαλούμενος με το πρώτο σκέλος του αποτελεί γενική άρνηση των ισχυρισμών του εναγομένου, ενώ ο επικαλούμενος με το δεύτερο σκέλος αποτελεί επιχείρημα του ενάγοντος σχετιζόμενο με την εκτίμηση των προσκομισθέντων από τον αντίδικό του αποδεικτικών εγγράφων.

Σε κάθε περίπτωση δε, ο ίδιος λόγος, εκτιμώμενος ως εκ του αριθμού 11β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το πρώτο σκέλος του (λήψη υπόψη ανύπαρκτης ομολογίας) και εκ του αριθμού 11α' του ιδίου άρθρου κατά το δεύτερο σκέλος του (λήψη υπόψη μη επιτρεπόμενου αποδεικτικού μέσου), κρίνεται απορριπτέος κατά τις εξής διακρίσεις:

α) Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, ως απαράδεκτος, καθόσον η κρίση του Εφετείου ότι από τη γενική εκ μέρους του ενάγοντος, με τις κατ' έφεση προτάσεις του, άρνηση των ισχυρισμών του εναγομένου συνάγεται ομολογία (άρθρο 261 εδ. β' ΚΠολΔ) του περιεχομένου των προσκομισθεισών από τον τελευταίο εκκαθαρίσεων μισθοδοσίας και αποδείξεων πληρωμής των ετών 2013 έως 2018, προς απόδειξη της προταθείσας από αυτόν ένστασης εξόφλησης, δεν ελέγχεται αναιρετικά, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη.

β) Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του, ως αβάσιμος, καθόσον οι προαναφερόμενες εκκαθαρίσεις μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής, ανεξαρτήτως του χρόνου έκδοσης αυτών, αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο και συνεπώς ορθώς ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, εφόσον τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά ούτε αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους από τον αναιρεσείοντα.

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 1857/2014, 64/2022, 19/2022, 2267/2013).

Με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για παράβαση εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) της διάταξης του άρθρου 416 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν διέλαβε στο σκεπτικό της απόφασής του τον χρόνο και τον τρόπο (με μετρητά, κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό ή συμψηφισμό) εξόφλησης καθενός από τα επιμέρους ποσά, που δέχθηκε ότι έχουν εξοφληθεί από τον αναιρεσίβλητο και αφορούν επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας των ετών 2013 έως 2018. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε στον αναιρεσείοντα (συνεπώς δεν τίθεται θέμα συμψηφισμού, ενώ δεν απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση του τρόπου καταβολής, ήτοι με μετρητά ή με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό) τα αναφερόμενα στο σκεπτικό αυτής ποσά ως επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, ως αποδοχές αδείας και ως επίδομα αδείας των ετών 2013 έως 2018, περαιτέρω δε, διέλαβε στο σκεπτικό της απόφασής του τον χρόνο (ημέρα, μήνα και έτος) καταβολής εκάστου επιμέρους ποσού αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας.

Εξάλλου, η μη αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση της ημερομηνίας καταβολής των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα δεν στερεί αυτήν νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, εφόσον διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της ότι καταβλήθηκαν τα εκεί ειδικώς αναφερόμενα ποσά για καθένα από τα έτη 2013 έως 2018.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο πέμπτος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος.

Κατόπιν αυτού, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2364/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ