Supreme Court dismisses appeal request as inadmissible due to lack of legal summons for absent respondent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal request inadmissible because the respondent was not legally summoned to the hearing. The appellant proceeded with the discussion despite the respondent's absence, failing to provide proof of proper service. Consequently, the court ruled that the discussion could not proceed without valid summons.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 paragraphs 1-3 and 226 paragraph 4 item b of the Code of Civil Procedure; If a party does not appear or participate according to legal requirements, the court must verify whether they were legally and timely summoned, and if not, declare the discussion inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 118 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 118/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Γ., κατοίκου … ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Διακονή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-1982 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/1983, 165/1984, 299/1984 μη οριστικές, 355/1988 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 85/1989 μη οριστική, 292/2004, 302/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης καθώς και της 292/2004, ως συμπροσβαλλομένης κατ' άρθρον 554 ΚΠολΔ, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-8-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη ανέγνωσε την από 13-10-2020 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔικ. προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή, αν και εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' ΚΠολΔικ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ'άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 589/2019, ΑΠ 162/2011, ΑΠ 87/2011, ΑΠ 274/2010).
Επί πλέον, με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48Α/31.3.2021) τον με τίτλο "Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως" επιβλήθηκε, μεταξύ άλλων, το μέτρο της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, για λόγους δημόσιας υγείας, και ορίστηκε ότι με την επιφύλαξη των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ, σε περίπτωση που η συζήτηση της υποθέσεως οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας ή με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι 31.3.2021, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, στη συντομότερη δυνατή δικάσιμο, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ή το έκθεμα γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Αν από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου διαπιστωθεί ότι ο απολειπόμενος δεν έχει κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση της αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 39/2005). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α, 287 και 290 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά από αυτήν και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Συνεπώς, ο αντίδικος του διαδίκου που απεβίωσε, δεν νομιμοποιείται να προβεί στη γνωστοποίηση του θανάτου του, ούτε η τυχόν τέτοια δήλωσή του επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, ο σχετικός ισχυρισμός του δε, απορρίπτεται, ως αλυσιτελής, διότι προβάλλεται χωρίς έννομο συμφέρον. Ο ίδιος, όμως, διάδικος, δηλαδή ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, μπορεί να προκαλέσει την επανάληψη της δίκης, η οποία έχει διακοπεί, προσκαλώντας τον τελευταίο για τον σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου, ενώ μπορεί να του γνωστοποιήσει την πρόσκληση και πριν από τη γνωστοποίηση του γεγονότος που προκάλεσε τη διακοπή (θανάτου), θεωρώντας ότι αυτή επήλθε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η δίκη επαναλαμβάνεται αυτοδικαίως τριάντα ημέρες μετά την κοινοποίηση της πρόσκλησης.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης σε περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος, όμως, δεν μπορεί να κληθεί για επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί πριν περάσει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης του άρθρου 1847 ΑΚ ή πριν χάσει, με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, το δικαίωμα της αποποίησης.
Η πρόσκληση προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης γίνεται, όχι μόνο με κοινοποίηση δικογράφου, το οποίο περιέχει τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο 118 ΚΠολΔ στοιχεία και κατατίθεται στη Γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη, που έχει ήδη διακοπεί, αλλά και με οποιοδήποτε άλλο αυτοτελές δικόγραφο, όπως με την κλήση των αντιδίκων τους προς περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1891/2014).
Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δικ., ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπερού η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικο του, που έλαβε γνώση, κατά οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεωρήσει τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βίαια διακοπείσας δίκης προς τον υπερού η διακοπή διάδικο. Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η, περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης, κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης, οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποιήσεως της κληρονομίας. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α' ΚΠολΔ, αναιρεσίβλητος μπορεί να καταστεί εκείνος που ήταν διάδικος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή ο καθολικός διάδοχός του ή ο κληροδόχος του.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής : Το Εφετείο Δωδεκανήσου, με την προσβαλλόμενη 292/2004 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 30.8.1988 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 355/1988 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ερήμην του ίδιου, ο οποίος δικάσθηκε ωσεί παρών σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 279 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με τον ν. 2915/2001, που εφαρμόσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 22 του νόμου αυτού, καθόσον η συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό έγινε στις 31.12.2001 και ήταν εκκρεμής κατά την έναρξη ισχύος αυτού.
Επίσης, με την ίδια ως άνω απόφαση το Εφετείο Δωδεκανήσου εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και κρατώντας και δικάζοντας την ένδικη από 30-4-1982 αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν. Κατά της αποφάσεως αυτής του Εφετείου Δωδεκανήσου ο εκκαλών - εναγόμενος άσκησε εμπρόθεσμα προ πάσης επιδόσεως την από 17.6.2005 ανακοπή ερημοδικίας, η οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την προσβαλλόμενη 302/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Η από 20.8.2010 υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως εκ μέρους του αναιρεσείοντος (εναγομένου-εκκαλούντος) στρέφεται κατά του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος-εφεσιβλήτου) καθώς και τόσο κατά της απορριπτικής της ανακοπής ερημοδικίας 302/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου όσο και της ερήμην τούτου εκδοθείσας 292/2004 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου.
Δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η 21.10.2020, κατά την οποία δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσίβλητος, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ, εμφανίσθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσείοντος, Βιολέτα Ιωαννίδου, η οποία ζήτησε για λογαριασμό του την αναβολή της υποθέσεως, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 17.3.2021, στην οποία μεταφέρθηκε η υπόθεση με εγγραφή της στη σειρά των υποθέσεων (πινάκιο), που έπρεπε να συζητηθούν κατά την μετ'αναβολή αυτή δικάσιμο.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και με πράξη της προέδρου του Γ' τμήματος του Αρείου Πάγου, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Ασπασίας Μαγιάκου, με βάση τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021, σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως (20.10.2021), στην οποία επίσης μεταφέρθηκε η υπόθεση με εγγραφή της στη σειρά των υποθέσεων που έπρεπε να συζητηθούν κατ' αυτήν.
Κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο μοναδικός αναιρεσίβλητος, Σ. Σ., δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Προέχει επομένως να ερευνηθεί αν ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, εκπροσωπήθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Κωνσταντίνο Διακονή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις. Στη δήλωσή του, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος αναφέρει, ότι συμφωνεί να συζητηθεί η υπό κρίση από 20.8.2010 αίτηση αναιρέσεως τούτου, κατά των "αποκλειστικών κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσιβλήτου Σ.
Σ. του Σ. και καθολικών διαδόχων αυτού, α. Σ. - Σ. Σ. του Σ. και της Ε. και β. Ε. συζ. Π. Τ., το γένος Σ. και Ε. Σ., κατοίκου ... ..., ..." και κατά των προσβαλλομένων 302/2007 και 292/2004 αποφάσεων του Εφετείου Δωδεκανήσου. Όμως, από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει, ότι ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος, Σ. Σ., είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στην αρχική ορισθείσα δικάσιμο της 21.10.2020, καθόσον, ο επισπεύδων τη συζήτησή της αναιρεσείων, δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει σχετική έκθεση επιδόσεως, με κλήση προς τον αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή.
Συνεπώς, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία ήταν απών, η αναγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο για τη μετ'αναβολή δικάσιμο της 17.3.2021, δεν επέχει, σύμφωνα με την προηγηθείσα σχετική με το ζήτημα αυτό μείζονα σκέψη, θέση κλητεύσεως για τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο, αλλά απαιτούνταν κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, όπως, για τον ίδιο λόγο, θέση κλητεύσεως δεν επέχει και η μετέπειτα αναγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, μετά από ματαίωση της συζητήσεώς της κατά την μετ'αναβολή δικάσιμο, διαρκούσης της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, για λόγους δημόσιας υγείας.
Για τη μετ'αναβολή δικάσιμο της 17.3.2021, οπότε η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε λόγω προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και για την ορισθείσα μετά τη ματαίωση αυτής, δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επίσης δεν γίνεται επίκληση ούτε προσκομίζεται, ως έδει, έκθεση επιδόσεως από την οποία να προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσίβλητου να παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, αφού δεν διαπιστώνεται νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απολειπόμενου αναιρεσίβλητου, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Σημειώνεται δε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα επανάληψης της δίκης με τους φερομένους ως κληρονόμους του αναιρεσίβλητου.
Ειδικότερα, ο επισπεύδων τη συζήτηση αναιρεσείων, έχοντας προφανώς πληροφορηθεί το θάνατο του αναιρεσίβλητου, στρέφεται με την κατ'άρθρο 242 παρ. 2 δήλωσή του, κατά των φερομένων ως κληρονόμων τούτου, προσκομίζοντας, μεταξύ των διαδικαστικών εγγράφων, εκθέσεις επιδόσεως προς αυτούς, ως κατοίκων εξωτερικού και συγκεκριμένα κατοίκων ..., των οποίων (εκθέσεων επιδόσεως) παρέλκει η έρευνα νομιμότητας, για τη διαπίστωση της νόμιμης ή μη κλήτευση των ως άνω.
Τούτο δε, διότι, από τα διαδικαστικά έγγραφα δεν προκύπτει ο θάνατος και ο χρόνος θανάτου του αναιρεσίβλητου, με την προσκόμιση της οικείας ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, ώστε να επέλθει βίαιη διακοπή της δίκης, ούτε η ιδιότητα των αναφερομένων στην ανωτέρω δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος ως κληρονόμων τούτου, καθώς και αν η κλήτευση αυτών, οι οποίοι επίσης δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στην παρούσα δικάσιμο, έγινε μετά παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας της αποποίησης ή πριν χάσουν με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, το δικαίωμα της αποποίησης (ΑΠ 963/2020, ΑΠ 47/2018, ΑΠ 1813/2008).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20.8.2010 αίτησης αναιρέσεως του Π. Π. του Γ. κατά της απορριπτικής της ανακοπής ερημοδικίας 302/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου και της ερήμην του αναιρεσείοντος εκδοθείσας 292/2004 αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ