Greece Supreme Court dismisses appeal against expropriation ruling, upholding lower court's finding of no benefit to the property owner.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against a regional court decision regarding compulsory expropriation. The State argued the property had no benefit due to reduced commercial value and lack of buildability, while the lower court found the expropriation unprofitable for the owner. The court rejected the appeal, ruling that the lower court correctly applied legal principles and provided sufficient reasoning to support its finding of no benefit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal if the lower court did not violate substantive law rules, provided the decision is based on clear and sufficient reasoning regarding the application of legal provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 118 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 118/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παναγιώτα Παρασκευοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Αστρακά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2003 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου προς την Κτηματική Υπηρεσία Ν. Φθιώτιδας (Επιτροπή του άρθρου 33 ν. 2971/2001), την οποία ακολούθως η ως άνω Υπηρεσία διαβίβασε προς εκδίκαση στο Εφετείο Λαμίας.
Εκδόθηκε η 4/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-8-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αικατερίνη Βλάχου διάβασε την από 22-9-2020 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ουρανίας Παπαδάκη, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της υπ' αριθμ. 4/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 20-8-2009 (αριθμ. εκθ. καταθ. 37/11-9-2009) αίτηση αναίρεσης της 4/2009 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή. Πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο όλων των λόγων της, παρά την αρνητική για τους υπό στοιχεία Α, Β, Γ1, Δ και Ε λόγους γνωμοδότηση (…/…-11-2009) του Α' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, καθόσον η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Λαμίας στις 11-9-2009, μετά την κατάργηση με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/7-8-2009, που ισχύει από 7-8-2009, του άρθρου 12 του ν. 2298/1995, το οποίο προέβλεπε την έκδοση γνωμοδοτήσεων από το αρμόδιο τμήμα του Ν.Σ.Κ. περί του παραδεκτού των ασκούμενων από το Δημόσιο αιτήσεων αναίρεσης και περί του παραδεκτού και βασίμου των λόγων αυτών και την εισαγωγή της υπόθεσης για συζήτηση μόνον ως προς τους λόγους που υπήρχε θετική γνωμοδότηση.
Από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν ως προς τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος, με την από 3-2-2003 αίτησή του προς την Κτηματική Υπηρεσία Δημοσίου του νομού Φθιώτιδας, ζήτησε να εξεταστεί το τεκμήριο ωφέλειας για το σ' αυτή περιγραφόμενο ακίνητό του που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας.
Επί της αίτησης αυτής, που διαβιβάστηκε στο Εφετείο Λαμίας με την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 από το φορέα του έργου, εκδόθηκε η προσβαλλομένη, 4/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, η οποία, αφού δέχτηκε ότι η ιδιοκτησία του αιτούντος δεν ωφελήθηκε από την απαλλοτρίωση, διέταξε τη διόρθωση του σχετικού κτηματολογικού πίνακα.
Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν.653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979 και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.
α' του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διάταξης του ν. 653/1977, κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος.
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση, ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται πλέον ρητά με το άρθρο 33 του ν. 2971/ 2001, το οποίο, κατά το άρθρ. 37 εδάφ.
α' αυτού, εφαρμόζεται στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είτε κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του είτε είχαν μεν κηρυχθεί πριν από αυτή αλλά δεν είχαν μέχρι τότε συντελεστεί. Κατά το άρθρο 33 παρ. 1, 2, 3, 4 και 6 του ν. 2971/2001, ο τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν.653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου (παρ. 1).
Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης...(παρ. 2). Η αίτηση...παραπέμπεται... προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή... (παρ. 3).
Η Επιτροπή...προβαίνει... στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογώντας πλήρως τους λόγους και συνδέοντάς τους ιδία με τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, τη δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του (παρ. 4).
Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της Επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο...Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο...(παρ. 6). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι το τεκμήριο του άρθρου 1 του ν. 653/1977 ρητά χαρακτηρίζεται πλέον ως μαχητό και ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 465/2020, ΑΠ 325/2020).
Η αίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου για ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας υποβάλλεται στο φορέα του έργου και κρίνεται από το αρμόδιο Εφετείο, στο οποίο και διαβιβάζεται μαζί με την επ' αυτής έκθεση της αρμόδιας επιτροπής. Η αίτηση αυτή, ως υποβαλλόμενη στο φορέα του έργου, έστω και αν εν συνεχεία διαβιβάζεται στο δικαστήριο και δι' αυτής εισάγεται δίκη, συνιστά εξώδικη ενέργεια του ενδιαφερομένου.
Συνεπώς, δεν αποτελεί δικόγραφο κατά την έννοια του άρθρου 118 του ΚΠολΔ, ήτοι αίτηση που υποβάλλεται απευθείας στο Δικαστήριο και για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται να φέρει τα προβλεπόμενα από την τελευταία διάταξη, όπως και εκείνη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, στοιχεία, μεταξύ των οποίων υπογραφή από πληρεξούσιο δικηγόρο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 95/2020, ΑΠ 53/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους αναίρεσης αποδίδει, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του αναιρετηρίου, στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την πιο πάνω αίτηση του αναιρεσιβλήτου, γιατί αυτή α) ως εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης και δεν φέρει υπογραφή πληρεξουσίου δικηγόρου, β) υποβλήθηκε στην Κτηματική Υπηρεσία Ν.
Φθιώτιδας και όχι στο Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ./Γ.Γ.Δ.Ε.-Ε.Υ.Δ.Ε./Π.Α.Θ.Ε. που ήταν ο φορέας του έργου και γ) δεν αναφέρει τα στοιχεία που προσδιορίζουν την απαλλοτρίωση και ιδίως τη διοικητική πράξη με την οποία κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, γιατί η ένδικη αίτηση η οποία υποβλήθηκε σε Υπηρεσία του Δημοσίου και όχι απευθείας προς το Δικαστήριο, δεν αποτελεί δικόγραφο κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και δεν συνεπώς δεν απαιτείται να υπογράφεται από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε να διαλαμβάνονται τα στοιχεία που απαιτούνται για το ορισμένο δικογράφου αίτησης ανατροπής τεκμηρίου της ωφέλειας που απευθύνεται στο δικαστήριο.
Η κατάθεσή της δε σε αναρμόδια Υπηρεσία και όχι στο φορέα του έργου, στον οποίο εν τέλει διαβιβάστηκε, ουδεμία προκαλεί ακυρότητα. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Η διάταξη καλύπτει το ουσιαστικό δεδικασμένο, δηλαδή τη δεσμευτικότητα της δικαστικής διάγνωσης μιας έννομης σχέσης (άρθρο 322 ΚΠολΔ), ενώ το τυπικό δεδικασμένο ή η τελεσιδικία, δηλαδή το απρόσβλητο της απόφασης με ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (άρθρο 321 του ΚΠολΔ) καλύπτεται από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ για παράνομη κήρυξη ή μη κήρυξη του απαραδέκτου.
Δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία (άρθρ. 324 ΚΠολΔ). Το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά των διαδίκων (άρθρ. 325 ΚΠολΔ), ενώ διάδικοι στην πολιτική δίκη είναι τα πρόσωπα από τα οποία ή κατά των οποίων ζητείται η δικαστική προστασία της πολιτείας και ιδιαίτερα ζητείται η έκδοση απόφασης στο δικό τους όνομα (ΑΠ 258/2018, ΑΠ 738/2014).
Προκειμένου να εξεταστεί, εάν υφίσταται από προκληθείσα τελεσίδικη απόφαση δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με το νέο δικόγραφο φερομένου προς κρίση αιτήματος βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης, όσον αφορά την ιστορική αιτία την οποία έκρινε.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΑΠ 818/2008).
Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, απορρίπτοντας σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος, το δεδικασμένο που απορρέει από τη 10/2008 απόφασή του, με την οποία κρίθηκε ότι δεν υπάρχει ωφέλεια για όλα τα ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν, μεταξύ των οποίων και για το επίδικο ακίνητο του αναιρεσιβλήτου, και διατάχθηκε η διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα.
Ο αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος λόγω έλλειψης της απαιτούμενης κατά νόμο προϋπόθεσης για την ύπαρξη δεδικασμένου, της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής αιτίας, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της παραπάνω απόφασης, αντικείμενο της δίκης εκείνης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας ήταν ο καθορισμός οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, επί αιτήσεων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου αλλά και δικαιούχων της αποζημίωσης, ο δε αναιρεσίβλητος είχε την ιδιότητα του καθού σε μία εκ των αιτήσεων του αναιρεσείοντος χωρίς να έχει υποβάλει και αίτηση περί ανατροπής του τεκμηρίου της ωφέλειας για την απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία του.
Δεδικασμένο ως προς την ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου δεν απορρέει ούτε από το ότι το Εφετείο, με την ίδια απόφασή του (10/2008), αποφάνθηκε ότι δεν υπάρχει τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα της απαλλοτρίωσης και διέταξε τη διόρθωση του σχετικού κτηματολογικού πίνακα διαλαμβάνοντας τη διάταξη "Αποφαίνεται ότι δεν υπάρχει το τεκμήριο ωφέλειας για τα αναφερόμενα στο σκεπτικό ακίνητα ούτε υποχρέωση για αυταποζημίωση ως προς τα τμήματα των ιδιοκτησιών που απαλλοτριώνονται.
Ειδικότερα διατάσσει τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα της αναφερόμενης στο σκεπτικό απαλλοτρίωσης έτσι ώστε να απαλειφθούν από αυτόν οι επιβληθείσες υποχρεώσεις αυταποζημίωσης από τα τμήματα των ιδιοκτησιών των αιτούντων", γιατί, όπως από την ίδια την απόφαση αυτή προκύπτει, η αξίωση του αναιρεσιβλήτου για άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας δεν είχε εισαχθεί με αίτηση στο Δικαστήριο και εξ αυτού του λόγου δεν αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης εκείνης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 εδάφ. α' και β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος "επιδίκασε" νοείται υπό ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν ζητήθηκε ή για περισσότερο από αυτό που ζητήθηκε (ΑΠ 465/2020, ΑΠ 635/2017).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη την αιτίαση από τον αριθμό 9 εδ. α' του ΚΠολΔ που συνίσταται στο ότι το Εφετείο προέβη στην ερμηνεία της 10/2008 απόφασής ως προς την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας όλων των ιδιοκτησιών της απαλλοτρίωσης σχετικά με το ποιους αφορά, ήτοι ποιοι θεωρούνται κατά την απόφαση αυτή ως "αιτούντες", αν και δεν είχε υποβληθεί τέτοιο αίτημα από μέρους του αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο ερεύνησε το περιεχόμενο της 10/2008 απόφασής του στο πλαίσιο της ένστασης του δεδικασμένου που είχε προτείνει το αναιρεσείον. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Στην υπό κρίση περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδάφ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν είχαν προταθεί από τον αναιρεσίβλητο με την αίτησή του και ειδικότερα ότι εντός του γηπέδου της επίδικης έκτασης υπάρχουν εστιατόριο, καφετέρια, εργαστήριο ξυλουργικών εργασιών, πέργκολα και μπαρ, ότι υπάρχει υψομετρική διαφορά από το έδαφος της ιδιοκτησίας, ότι υποβαθμίζεται η λειτουργία και η αποδοτικότητα της επιχείρησης, μειώνεται η κάλυψη του γηπέδου και ότι επιβαρύνεται με ηχορύπανση και χημική ρύπανση από καυσαέρια διερχόμενων οχημάτων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί στην προκείμενη αναιρετική δίκη δεν ισχύει ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, ως προς τη συλλογή των αποδείξεων, εφαρμόζεται το ανακριτικό σύστημα και όχι εκείνο της συζήτησης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1, 19 παρ.7 έως και 10, 20 παρ.1 και 6 έως και 8, 22 παρ.1 εδάφ.
α' του ν. 2882/2001, οι οποίες, ως ειδικές και αποκλειστικές, υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη και μόνο θέματα που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού διέπονται συμπληρωματικά από τις κοινές δικονομικές διατάξεις, εφόσον αυτές αρμόζουν στο σκοπό και τη φύση της δίκης προσδιορισμού της αποζημίωσης (ΑΠ 92/2020, ΑΠ 2062/2017).
Mε το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 96/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 465/2020, ΑΠ 325/2020).
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι με το να δεχτεί ανυπαρξία ωφέλειας λόγω υποβάθμισης της λειτουργίας της επιχείρησης του αναιρεσιβλήτου και απώλειας εισοδημάτων και μείωσης της κάλυψης του γηπέδου, παρότι το ακίνητο βρίσκεται σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως και η κατά προορισμό χρήση του είναι κυρίως η γεωργική εκμετάλλευση και δευτερευόντως η ανοικοδόμηση, ενώ το επίδικο είναι πλήρως οικοδομημένο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις του άρθρου 1 του π.δ. 24/1985 περί τροποποίησης των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στην προαναφερόμενη διάταξη, με την οποία ορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό ακινήτου ως "εκτός σχεδίου" ή ως κατά παρέκκλιση άρτιου και οικοδομήσιμου, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Με τον έβδομο και τελευταίο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι η επίδικη ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου δεν ωφελήθηκε από την απαλλοτρίωση, διέλαβε στην απόφασή του, παραβιάζοντας τις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2972/2001, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού δεν προσδιορίζει:
α) εάν το επίδικο απέκτησε πρόσωπο στο έργο που αφορά η απαλλοτρίωση, β) εάν πριν την απαλλοτρίωση είχε υψομετρική διαφορά με την Εθνική Οδό, γ) εάν υπάρχει προσπέλαση του ακινήτου στο έργο μέσω παράπλευρων οδών, δ) εάν πριν την απαλλοτρίωση είχε εξαντληθεί το ποσοστό κάλυψης και ε) σε σχέση με την ηχορύπανση και τη χημική ρύπανση, ποια απόσταση είχε το ακίνητο πριν από την απαλλοτρίωση στην Εθνική Οδό.
Ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την 1051527/4823/0010/26-6-2003 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 673/2-7-2003, τεύχος Δ') κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση της Εθνικής Οδού …, Τμήμα …, έκτασης συνολικού εμβαδού 987.124,88 τμ, που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Αγίου Κωνσταντίνου του Νομού Φθιώτιδας...Στην άνω απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνεται και η ιδιοκτησία του αιτούντος με αριθμό ….
Επί τμήματος της άνω ιδιοκτησίας επιβλήθηκε με βάση το τεκμήριο της ωφέλειας του νόμου 653/1977, υποχρέωση αυταποζημίωσης και ειδικότερα από την ιδιοκτησία του αιτούντος εμβαδού 8.000 τμ απαλλοτριώνονται 2.186,68 τμ και ο αιτών αυταποζημιώνεται για τα 2.104,94 τμ, ενώ για τα υπόλοιπα αποζημιώνεται από το καθού...Εντός του γηπέδου υπάρχουν τα ακόλουθα κτίρια:
Εστιατόριο-καφετέρια εμβαδού 250 τμ, εργαστήριο ξυλουργικών εργασιών εμβαδού 250 τμ και διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου πρασίνου 900 τμ με πέργκολα και μπαρ 250 τμ. Μετά την έναρξη κατασκευής του τμήματος της ΠΑΘΕ-τμήμα παράκαμψη … στην απαλλοτριούμενη αλλά μη αποζημιούμενη έκταση, όπου κατασκευάζεται ο δρόμος υπάρχει υψομετρική διαφορά από το έδαφος της ιδιοκτησίας, σήμερα ύψους 14 μέτρων, που προβλέπεται να φθάσει στα 20 μέτρα, σε απόσταση 5 μέτρων περίπου από τα κτίρια της εγκατάστασης.
Έτσι, υποβαθμίζεται η λειτουργία και η αποδοτικότητα της επιχείρησης με αποτέλεσμα να καθίσταται μειονεκτική και μη βιώσιμη με ήδη μεγάλη απώλεια εισοδήματος. Επίσης με την κατασκευή του τμήματος της ΠΑΘΕ μειώνεται η κάλυψη του γηπέδου διότι δεν υπάρχουν πλέον οι επιτρεπόμενες αποστάσεις από τους άξονες της ΝΕΟ ...
και της ΠΑΘΕ-τμήμα παράκαμψη … (βλ. από Σεπτεμβρίου 2006 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ε. Μ.). Ακόμη λόγω της ιδιότητας του έργου ως αυτοκινητόδρομου ταχείας κυκλοφορίας, το ακίνητο του αιτούντος που βρίσκεται κοντά στον άξονα του έργου επιβαρύνεται από την ηχορύπανση, καθώς και τη χημική ρύπανση από τα καυσαέρια των διερχομένων οχημάτων.
Η επιτροπή του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 με το από 3-2-2006 πρακτικό της αποφαίνεται ότι η ιδιοκτησία του αιτούντος δεν ωφελήθηκε από την κρινόμενη απαλλοτρίωση και συνεπώς δεν συντρέχει γι' αυτήν το τεκμήριο ωφέλειας του Ν. 653/1977, παραθέτει δε στο ως άνω πρακτικό της, ειδικά για την εν λόγω ιδιοκτησία, τους λόγους για τους οποίους καταλήγει στην κρίση της αυτή και συγκεκριμένα διότι το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας είναι μεν άρτιο αλλά μη οικοδομήσιμο λόγω υποχρεωτικών γραμμών δόμησης.
Κατόπιν αυτών αποδεικνύεται ότι για το υπό κατάτμηση ακίνητο δεν ισχύει, λόγω μείωσης της εμπορικής του αξίας που έχει επιφέρει εις βάρος αυτού η εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, το τεκμήριο της ωφέλειας και ο αιτών δεν υποχρεούται σε αυταποζημίωση". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και συγκεκριμένα ως προς την ανυπαρξία ωφέλειας στο τμήμα της ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου που εναπομένει μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον, κατ' ανατροπή του μαχητού, πλέον, τεκμηρίου ωφέλειας και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, με κριτήρια καθοριστικά της έλλειψης ωφέλειας αυτού που αφορούν, κυρίως, στην αδυναμία πρόσβασης του επιδίκου στη διανοιγείσα οδό (παράκαμψη) λόγω υψομετρική διαφοράς, τις δυσμενείς επιπτώσεις στις χρήσεις του και τη μη οικοδομησιμότητά του, κατέληξε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του ότι η απαλλοτριωμένη επίδικη ιδιοκτησία ουδεμία ωφέλεια αποκόμισε από την απαλλοτρίωση και την κατασκευή του τμήματος της ΝΕΟ … για την παράκαμψη των περιοχών … και ότι δεν υφίσταται γι' αυτή τεκμήριο ωφέλειας, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον.
Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν ήταν απαιραίτητο να αναφέρονται επιπλέον περιστατικά, ούτε να διευκρινίζεται εάν πριν την απαλλοτρίωση είχε εξαντληθεί ή όχι το ποσοστό κάλυψης του επιδίκου, καθόσον τέτοιον ισχυρισμό, δηλαδή περί ανυπαρξίας ωφέλειας λόγω μείωσης του ποσοστού κάλυψης, δεν είχε προβάλει ο αναιρεσίβλητος με την αίτησή του.
Οι φερόμενες δε ως άνω ελλείψεις καλύπτονται από τις παραδοχές της προσβαλλομένης. Κατά συνέπεια, ο έβδομος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176 , 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 2882/2001, εφαρμόζεται και στην παρούσα αναιρετική δίκη, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-8-2009 (αριθμ. εκθ. καταθ. 37/11-9-2009) αίτηση για αναίρεση της 4/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ