Legislator Case Law & Legislation
118/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because it attacks the court's assessment of evidence rather than a legal error.

Case Number 118/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against the Third Instance Court's decision regarding a property dispute in Patras. The appellant argued that the lower court erred by equating properties of different sizes without sufficient factual justification. The court ruled that the appeal was inadmissible because it challenged the unreviewable assessment of evidence rather than a violation of substantive law.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(19) KPolD; Art. 561(1) KPolD: An appeal based on a violation of substantive law is inadmissible if it actually attacks the court's unreviewable assessment of evidence.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal assessment of evidence substantive law violation property dispute factual justification

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(19) KPolD
Art. 561(1) KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191(2) KPolD
Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 118 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 118/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή - Εισηγήτρια, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 20η Νοεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: Γ. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Ανδρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 542/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 399/2013 μη οριστική, 122/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την 26-10-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια της διατάξεως του αρ.19 του άρθρ.559 ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ο λόγος αυτός (για παραβίαση εκ πλαγίου κανόνος ουσιαστικού δικαίου) είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει αντιστοίχως την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

ΙΙ. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης, 122/2018, απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών έχουν ως εξής: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 7 περίπου στρεμμάτων, ή όσης εκτάσεως κι αν είναι, που βρίσκεται στη θέση "..." της ευρύτερης θέσης "..." του πρώην δ.δ. ... του πρώην Δήμου και ήδη Δημοτικής Ενότητας Ρίου του Δήμου Πατρέων της Περιφερειακής Ενότητας Αχαΐας, το οποίο συνορεύει ανατολικά με δημοτική οδό ...

και πέραν αυτής με ιδιοκτησίες Π. και Δ. Μ., δυτικά με ιδιοκτησία Ι.Ν. Αγίου Ν. ... και πέραν αυτής με επαρχιακή οδό ..., βόρεια με δημοτική οδό και πέραν αυτής με ιδιοκτησία πρώην Ε. Ι. και Κ. και νότια με ιδιοκτησία Φ.. Το εν λόγω ακίνητο αγόρασε ο εφεσίβλητος - ενάγων σε μείζονα έκταση, εκτάσεως 20 στρεμμάτων περίπου, από τον Ν.

Κ. του Γ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1967 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πατρών Α. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο … και αριθμό .... Στον προαναφερθέντα Ν. Κ. είχε περιέλθει το ανωτέρω ακίνητο ως εξής: α) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1927, πατέρα του, Γ.

Κ., δυνάμει της από 12-7-1926 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 34/1927 πρακτικά του Πρωτοδικείου Πατρών και β) κατά το υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1934, θείου του, Ι. Κ., δυνάμει της από 10-4-1934 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 66/1934 πρακτικά του Πρωτοδικείου Πατρών, και τις οποίες κληρονομιές ο Ν.

Κ. αποδέχθηκε δια υπεισέλευσης και ανάμιξης σε αυτές, κατά τις διατάξεις του ισχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Στους Γ. και Ι. Κ. το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει σε έκταση 12 περίπου στρεμμάτων και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, ως εξής: α) κατ' έκταση 7 περίπου στρεμμάτων με αγορά από τον Α. Κ.

δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1891 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πατρών Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο … και αριθμό ... και β) κατ' έκταση 5 περίπου στρεμμάτων με αγορά από τη Μ. χήρα Α. Τ. Τ. δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1893 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πατρών Π.

Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο ... και αριθμό .... Στον Α. Κ. είχε περιέλθει το ως άνω ακίνητο των 7 περίπου στρεμμάτων, ως εξής: α) κατ' έκταση 3 στρεμμάτων δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1880 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Οικονομικών, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο ...

και αριθμό ... και β) κατ' έκταση 4 στρεμμάτων με την από 30-9-1891 δήλωση που καταχωρήθηκε στην εφορία υπ' αύξ. αριθ. 1 χωρίου ..., ενώ στη Μ. Τ. Τ. είχε περιέλθει η προαναφερθείσα έκταση των 5 περίπου στρεμμάτων δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1892 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Οικονομικών, με το οποίο της παραχωρήθηκαν δύο ακινήτα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο ...

και αριθμό .... Το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, αρνήθηκε την αγωγή, διατεινόμενο ότι οι ανωτέρω τίτλοι, που επικαλέσθηκε ο αντίδικος του, ουδεμία σχέση έχουν με το επίδικο ακίνητο και περαιτέρω ισχυρίσθηκε ότι αυτό ανήκε ανέκαθεν στην κυριότητά του, ως τμήμα της ενεργού, μέχρι το έτος 1930, κοίτης του χειμάρρου "...", εντός της οποίας έρρεαν τα όμβρια ύδατα και της, μετά την κατά το ανωτέρω έτος, εγκαταλειφθείσας μερικώς κοίτης που προέκυψε κατόπιν διευθέτησης αυτής (κοίτης) με την κατασκευή υπό των οργάνων του συρματοκιβωτίων (σαραζανέτ) εκατέρωθεν της κοίτης, με αποτέλεσμα το επίδικο να αποτελεί έκτοτε τμήμα της μερικώς εγκαταλειφθείσας κοίτης του χειμάρρου "...", περιήλθε δε αυτό στην κυριότητά του με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου του έτους 1830 και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης του έτους 1932, ως πρώην ιδιοκτησία του Τουρκικού Δημοσίου ή Οθωμανών, άλλως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία σύμφωνα με τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, άλλως ως κοινόχρηστο, καθόσον αυτό αποτελούσε τμήμα της κατά τα ανωτέρω εγκαταλειφθείσας μερικώς κοίτης χειμάρρου, άλλως λόγω της διαρκούς και μόνιμης κατάκλυσής του, από το έτος 1900 έως το έτος 1930, από τα ύδατα του χειμάρρου "...".

Ωστόσο, από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα των ως άνω ισχυρισμών. Ειδικότερα, όσον αφορά τον ισχυρισμό του εκκαλούντος - εναγομένου ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους που επικαλείται ο αντίδικος του, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ανωτέρω τίτλων ιδιοκτησίας, αλλά και όπως επισημαίνεται στην προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, κανένας από τους προαναφερθέντες τίτλους δεν συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα ή έστω σκαρίφημα, ενώ οι αναφορές στα εμβαδά των μεταβιβαζομένων ακινήτων δεν είναι σαφείς, προσδιορίζονται κατά προσέγγιση και συνήθως συνοδεύονται από τη φράση "όσης έκτασης κι αν είναι".

Με βάση, όμως, τις περιγραφές των ακινήτων και τον αναγραφόμενο, στους ανωτέρω τίτλους, προσανατολισμό των όμορων ιδιοκτησιών, προκύπτουν τα εξής: Το ακίνητο που απέκτησε ο Α. Κ. με το προαναφερθέν υπ1 αριθμ. .../1880 παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών αναγράφεται σε αυτό ότι είναι ποτιστικό, βρίσκεται στη θέση "..." και συνορεύει ανατολικά με αύλακα, δυτικά με ρύακα ποταμού, βόρεια και νότια με σούδα και ρύακα, ενώ τα δύο ακίνητα που απέκτησε η Μ.

Τ. με το προαναφερθέν υπ' αριθμ. .../1892 παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών αναγράφονται επίσης ως ποτιστικά, βρίσκονται το μεν πρώτο στη θέση "...", το δε δεύτερο στη θέση "…" και συνορεύουν το μεν πρώτο ανατολικά με Κ. Λ., δυτικά με Β. Ψ., βόρεια με αύλακα και νότια με I. Κ., το δε δεύτερο ανατολικά με I. Τ., δυτικά με Α.

Κ., βόρεια με Σ. Κ. και νότια με ρύακα. Οι θέσεις "..." και "... συμπίπτουν, όπως προκύπτει από την υπ1 αριθμ. πρωτ. ...-12-1990 βεβαίωση του τότε Προέδρου της Κοινότητας ..., η οποία λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, καθόσον συντάχθηκε σε ανύποπτο χρόνο, και όχι με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη, αλλά και όπως επισημαίνεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Βάσει, επομένως, του γεγονότος ότι το ακίνητο που παραχωρήθηκε στον Α. Κ. και το ένα τουλάχιστον εκ των ακινήτων που παραχωρήθηκαν στην Μ. Τ. (το δεύτερο, όπως περιγράφεται ανωτέρω) βρίσκονται στην ίδια θέση ("..." ή "...), αλλά και του γεγονότος ότι το δεύτερο εκ των ακινήτων της Μ. Τ. συνορεύει δυτικά με Α. Κ., συνάγεται ότι τα δύο αυτά ακίνητα (Κ.

και Τ.) ήταν όμορα. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προαναφερόμενου υπ' αριθμ. .../1891 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πατρών I. Α., ο Α. Κ. μεταβίβασε στους αδελφούς Γ. και Ι. Κ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, έναν αγρό ποτιστικό, εκτάσεως 7 στρεμμάτων περίπου, στη θέση "...", που συνορεύει ανατολικά με αύλακα, δυτικά με ρύακα ποταμού, βόρεια και νότια με σούδα και ρύακα.

Η περιγραφή των ορίων του μεταβιβασθέντος ακινήτου είναι ακριβώς ίδια με αυτήν του υπ' αριθμ. .../1880 παραχωρητηρίου, όπως επισημαίνεται και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι η έκταση που μεταβιβάσθηκε από τον Α. Κ. στους αδελφούς Κ., ταυτίζεται με αυτή που του είχε παραχωρηθεί.

Το γεγονός ότι στο ανωτέρω συμβόλαιο δεν αναγράφεται ως όμορη ιδιοκτήτρια η Μ. Τ., οφείλεται στο ότι η τελευταία απέκτησε το όμορο ακίνητο σε μεταγενέστερο χρόνο, καθόσον της παραχωρήθηκε το έτος 1892. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προαναφερόμενου υπ' αριθμ. .../1893 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πατρών Π.

Μ., η Μ. Τ. μεταβίβασε στους αδελφούς Γ. και Ι. Κ., κατά ποσοστό !4 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, έναν ποτιστικό αγρό 5 στρεμμάτων "ή όσης εκτάσεως κι αν είναι" στη θέση ... που συνορεύει "γύρωθεν με αγρόν Ι. Τ., με άμπελον Σ. Δ., με αμπελοφυτείαν ιδίων αγοραστών και με ρύακα του αγρού τούτου". Όπως αναφέρεται με σαφήνεια στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η θέση και τα όρια του μεταβιβασθέντος ακινήτου ταιριάζουν με τα αντίστοιχα που αναφέρονται στο υπ' αριθμ. .../1892 παραχωρητήριο προς τη Μ.

Τ. και συγκεκριμένα, με το δεύτερο από τα δύο παραχωρηθέντα ακίνητα. Ειδικότερα, η θέση "..." αναγράφεται και στο προαναφερθέν παραχωρητήριο και στο ανωτέρω συμβόλαιο, ενώ σε αμφότερους τους τίτλους συνορεύουν τα ακίνητα με ιδιοκτησία Ι. Τ. και με ρύακα. Το γεγονός ότι στο εν λόγω συμβόλαιο, στη θέση του Α.

Κ.υ, που αναγραφόταν στο παραχωρητήριο, αναγράφονται πλέον οι Γ. και Ι. Κ. ("ιδίων αγοραστών"), εξηγείται από το γεγονός ότι οι ανωτέρω είχαν ήδη αγοράσει ακίνητο από τον Α. Κ., με το προαναφερθέν υπ' αριθμ. .../1891 συμβόλαιο. Επίσης, το γεγονός ότι στο υπ' αριθμ. .../1893 συμβόλαιο αναγράφεται ως όμορος ιδιοκτήτης ο Σ.

Δ., αντί του Σ. Κ., που αναγράφεται στο παραχωρητήριο προς τη Μ. Τ., εξηγείται από την επισκόπηση των υπ' αριθμ. ...1881 και .../1890 συμβολαίων, με το πρώτο εκ των οποίων αγόρασε ακίνητο ο Σ. Δ. από τον Γ. Β. στη θέση "...", και με το δεύτερο εκ των οποίων μεταβίβασε ακίνητο, στην ίδια θέση, στον Θ. Α.. Σε αμφότερα τα ανωτέρω συμβόλαια αναφέρεται ως όμορος ιδιοκτήτης ο Α.

Τ., ο οποίος ήταν ο σύζυγος της Μ. Τ.. Με βάση δε το συμπέρασμα του πραγματογνώμονα, που εξάγεται από τον συσχετισμό των ανωτέρω τίτλων, καθώς και των υπ' αριθμ. ...1882 και ...1886 συμβολαίων, που αφορούν δικαιοπραξίες όμορων ιδιοκτητών της Μ. Τ., ήτοι του Ι. Τ. και του Σ. Δ., αφενός υπάρχει σαφής συνέχεια μεταξύ του υπ' αριθμ. ...1892 παραχωρητηρίου προς τη Μ.

Τ. και του υπ' αριθμ. .../1893 συμβολαίου, με το οποίο η τελευταία μεταβίβασε ακίνητο στους αδελφούς Κ. και αφετέρου προκύπτει ότι όλοι οι όμοροι ιδιοκτήτες της Μ. Τ. συνόρευαν με ιδιοκτησία Α. Κ., γεγονός που οδηγεί στο έτερο συμπέρασμα αφενός ότι ο τελευταίος (Α. Κ.ς) ήταν όμορος ιδιοκτήτης της Μ. Τ. και αφετέρου ότι η ιδιοκτησία του ήταν μεγαλύτερης έκτασης από αυτήν που αναγράφεται στο υπ' αριθμ. .../1880 παραχωρητήριο.

Με βάση όλα τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι οι αδελφοί Γ.ς και Ι. Κ. απέκτησαν, με το προαναφερθέν συμβόλαιο αγοράς, ακίνητα από τους Α. Κ. και Μ. Τ., τα οποία ήταν όμορα, ταυτίζονται με τα ακίνητα που παραχωρήθηκαν στους δικαιοπαρόχους τους με τα προαναφερθέντα παραχωρητήρια και περικλείονται ιδιωτικές εκτάσεις ή τουλάχιστον δεν αναφέρονται δημόσιες εκτάσεις, ως όμορες, όπως, εξάλλου, επισημαίνεται με σαφήνεια και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε, τα ανωτέρω όμορα ακίνητα περιήλθαν στη συνέχεια στον Ν. Κ., ως εξής: α) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1927, πατέρα του, Γ. Κ., δυνάμει της από 12-7-1926 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 34/1927 πρακτικά του Πρωτοδικείου Πατρών και β) κατά το υπόλοιπο ποσοστό 14 εξ αδιαιρέτου, εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος το έτος 1934, θείου του, Ι.

Κ., δυνάμει της από 10-4-1934 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 66/1934 πρακτικά του Πρωτοδικείου Πατρών, και τις οποίες κληρονομιές ο Ν. Κ. αποδέχθηκε δια υπεισέλευσης και ανάμιξης σε αυτές, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Στην πρώτη εκ των ανωτέρω διαθηκών δεν αναφέρεται μεν η επίδικη έκταση, αλλά εγκαθίσταται ο Ν.

Κ. κληρονόμος στο σύνολο της ακίνητης και κινητής περιουσίας του διαθέτη, ενώ με τη δεύτερη διαθήκη ο διαθέτης κατέλειπε στον ανωτέρω Ν. Κ. έναν αγρό, κείμενο στη θέση "...". Ακολούθως, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ο Ν. Κ. πώλησε και παρέδωσε στον εφεσίβλητο - ενάγοντα, με το υπ' αριθμ. .../1967 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πατρών Α.

Α., νομίμως μεταγεγ ραμμένο υ, ένα αγροτικό ακίνητο, συνολικής έκτασης 20 στρεμμάτων, το οποίο περιγράφεται ως ακολούθως: "αμπελοφυτεία και συνεχόμενη δενδροφυτεία, πρότερον αγρός, εκτάσεως 10 στρεμμάτων ή όσης και αν είναι και συνεχόμενου λόγγου του, εκτάσεως επίσης 10 στρεμμάτων ή όσης τοιαύτης και αν είναι, διασχιζόμενου από μεσημβρινής προς αρκτικήν κατεύθυνσιν υπό ιδιωτικής οδού τούτου και ετέρων κτημάτων, εύρους νυν δύο και ημίσεως μέτρων περίπου, κειμένου εις θέσιν "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητος ...

Πατρών του Δήμου Πατρέων, συνορευομένου γύρωθεν αρκτικώς με ιδιωτικήν οδόν τούτου και ετέρων κτημάτων εύρους περίπου 4 μέτρων και πέραν ταύτης με κτήματα και λόγγον πρότερον Α. Κ., ήδη δε περιοχήν οικίας, αγρόν και λόγγον Ε. Ι., μεσημβρινώς εν μέρει με ποτιστικόν αύλακα και ττέραν τούτου με άμττελον πρότερον Ν.

Κ. και ήδη προικώαν τοιαύτην Α. Τ. και εν μέρει με υπόλοιπον λόγγον Ν. Κ., ανατολικώς εν μέρει με άμπελον πρότερον ανήκουσαν εις Α. Κ. και ήδη ιδιοκτησίας Ε. Ι. και εν μέρει με άμπελον Ν. Φ. και δυτικώς με αρδευτικόν αύλακα Κοινότητος ...". Σύμφωνα με τις επισημάνσεις του τοπογράφου - μηχανικού που συνέταξε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, είναι βέβαιο αφενός ότι η θέση "...", που αναφέρεται στο προαναφερθέν συμβόλαιο, συμπίπτει με τις θέσεις "..." και αφετέρου ότι η ιδιωτική οδός που αναφέρεται στο ανωτέρω συμβόλαιο (διασχιζομένου από μεσημβρινής προς αρκτικήν κατεύθυνσιν υπό ιδιωτικής οδού), προϋπήρχε του έτους 1940 και είναι η σημερινή οδός ..., που ξεκινά από την οδό ... - ...

με κατεύθυνση αρχικά ανατολικά και στη συνέχεια νότια. Περαιτέρω, με βάση τις επισημάνσεις του ανωτέρω πραγματογνώμονα, στο τοπογραφικό διάγραμμα με ημερομηνία Φεβρουάριος 1977 του Υπουργείου Οικονομικών, το επίδικο ακίνητο προσδιορίζεται στη θέση του ακινήτου με την περιγραφή των ορίων ιδιοκτησίας ..., με φερόμενο ιδιοκτήτη τον Γ.

Π., σύμφωνα με τον συνημμένο Κτηματολογικό Πίνακα. Στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, βόρεια του προσδιορισθέντος ως του επίδικου ακινήτου αποτυπώνεται δρόμος (καρόδρομος), που υφίσταται μέχρι σήμερα, ενώ, πέραν αυτού, αναγράφεται φερόμενος ιδιοκτήτης ο Ι. Ε., νότια αυτού αναγράφεται φερόμενος ιδιοκτήτης ο Κ.

Ν. και ανατολικά αποτυπώνεται αύλακας - δρόμος. Τα ανωτέρω στοιχεία ταιριάζουν με την περιγραφή των όμορων ιδιοκτητών στο προαναφερθέν υπ' αριθμ. .../1967 συμβόλαιο. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε παλαιά αμπελώνα, ενώ από τις αρχές του 20ου αιώνα μεταβλήθηκε σταδιακά η καλλιέργειά του σε ελαιώνα, ο οποίος υπήρχε μέχρι το έτος 1989, οπότε και τα περισσότερα ελαιόδενδρα κάηκαν λόγω πυρκαϊάς.

Ωστόσο, κατά τα έτη 1900 έως 1905 περίπου ο χείμαρρος "...", που βρίσκεται στην περιοχή και σύγκειται από ροή βρόχινου νερού, ξεχείλισε, και από την έκτακτη πλημμύρα κατακλίσθηκε το έδαφος της περιοχής, όπου βρίσκεται το επίδικο, με αποτέλεσμα να καταστραφούν ολοκληρωτικά οι καλλιέργειές του. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, κατασκευάστηκε, κατά το έτος 1930, λιθόκτιστος τοίχος κατά μήκος της βορειοανατολικής πλευράς του χειμάρρου, ο οποίος, όμως, ξεχείλισε εκ νέου, κατά το έτος 1945, καταστρέφοντας και πάλι τις καλλιέργειες και μεταφέροντας πέτρες και χαλίκια στο επίδικο.

Μετά τη δεύτερη ως άνω πλημμύρα, το Δημόσιο κατασκεύασε, δια των οργάνων του, συρματοκιβώτια με πέτρες (σαραζανέτ), τα οποία τοποθέτησε στις όχθες του χειμάρρου, προς αποφυγή του κατακλυσμού των γύρω εκτάσεων. Εξαιτίας των παραπάνω κατακλύσεων, υπήρχαν χρονικές περίοδοι, κατά τις οποίες, το επίδικο δεν καλλιεργούνταν συστηματικά, ωστόσο, και κατά τις περιόδους αυτές το επίδικο δεν εγκαταλείφθηκε, καθόσον οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος το καθάριζαν από τις φερτές ύλες, έβοσκαν τα ζώα τους, έκοβαν ξύλα κλπ.

Το επίδικο δεν αποτέλεσε ποτέ κοίτη του χειμάρρου "..." που εγκαταλείφθηκε λόγω τεχνικών έργων διευθέτησης της κοίτης του. Ειδικότερα, ο χείμαρρος έρρεε πάντοτε βορειοδυτικά του επίδικου, ενώ η κοίτη του δεν μετατοπίσθηκε λόγω των έργων, τα οποία πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά και μόνο για την αποφυγή του κατακλυσμού των γύρω εκτάσεων.

Στην ανωτέρω κρίση οδηγείται το Δικαστήριο κατ' αρχάς από την προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Ειδικότερα, με βάση τη φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών των ετών 1940 και 1945, που επισυνάπτεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, προέκυψαν οι ακόλουθες διαπιστώσεις του διορισθέντος πραγματογνώμονα, όσον αφορά τον χείμαρρο "...":

Ο δρόμος που συνδέει τον ... εντοπίζεται στην ίδια θέση που βρίσκεται και σήμερα. Ο χείμαρρος "...", από το σημείο που έχει ένα αρκετά στενό πέρασμα (πολύ κοντά στο χωριό ...) προς τη θάλασσα, ακολουθεί βορειοδυτική πορεία, ενώ η κοίτη του χειμάρρου ανάμεσα στο χωριό ... και την Π.Ε.Ο. Κορίνθου - Πατρών, είναι διευρυμένη και από το στενό σημείο, που αναφέρθηκε ανωτέρω, συγκλίνει πάλι σε δύο μικρότερες κοίτες βόρεια, η μία εκ των οποίων, η δυτική, συμπίπτει με τη σημερινή θέση της κοίτης του χειμάρρου.

Όλα τα ανωτέρω σε σχέση με την κοίτη του χειμάρρου "..." παρατηρούνται δυτικά του δρόμου που συνδέει τον Αγιο Βασίλειο με το ..., δηλαδή στην αντίθετη κατεύθυνση από το επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται ανατολικά του δρόμου. Η ευρύτερη περιοχή ανατολικά του δρόμου που συνδέει τον ..., δεν διατρέχεται από ...α ή ρέματα, ούτε και το επίδικο ακίνητο, ενώ η οδός ..., που βρίσκεται σήμερα ανατολικά του επιδίκου, εμφανίζεται στις αεροφωτογραφίες σχεδόν στην ίδια θέση και πορεία, ως μονοπάτι.

Τέλος, έγινε επίθεση της αποτύπωσης του επίδικου από το τοπογραφικό διάγραμμα του συντάξαντος την έκθεση πραγματογνωμοσύνης στο με αρ... διάγραμμα της Γ.Υ.Σ. κλίμακας 1:5.000 και των γραμμικών στοιχείων της φωτοερμηνείας, επί του τοπογραφικού διαγράμματος που εκπονήθηκε τον Ιούλιο του 1957 από τη Δ/νση Β2 Γεωτοπογραφήσεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων, όπου αποτυπώνεται ο χείμαρρος "...", από την επίθεση δε αυτή προκύπτει, με βάση τις διαπιστώσεις του πραγματογνώμονα, αφενός ότι η κοίτη του χειμάρρου σχεδόν συμπίπτει με τα προαναφερθέντα συμπεράσματα της φωτοερμηνείας και αφετέρου ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εκτός της κοίτης του χειμάρρου, όπως αποτυπώνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα της Δ/νσης Β2 Γεωτοπογραφήσεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων, και σε απόσταση 250 μέτρων από αυτόν.

Με βάση τα ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι από τα διαθέσιμα στοιχεία διαπιστώνεται ότι ο χείμαρρος "..." δεν εκτεινόταν ανατολικότερα του δρόμου ... - ...ύ, ο πραγματογνώμονας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εκτός της διευρυμένης ή εγκαταλειφθείσας κοίτης του ως άνω χειμάρρου.

Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται, επιπλέον, και από το γεγονός ότι μεταξύ του επίδικου ακινήτου και του χειμάρρου υφίσταται, όπως ήδη αναφέρθηκε, η επαρχιακή οδός ... - ...ύ, η οποία υπήρχε από αμνημονεύτων ετών και η οποία δεν θα υφίστατο πλέον εάν η κοίτη του χειμάρρου διερχόταν, πριν τη διευθέτησή της, από το επίδικο, καθόσον θα είχε κατακλυσθεί, άλλως θα έπρεπε να υπάρχουν γεφύρια, τα οποία, ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι υπάρχουν ούτε στο επίδικο ούτε και στα συνεχόμενα αυτού ακίνητα προς βορρά.

Η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το έδαφος του επίδικου καλύπτεται από πληθώρα λίθων, διαφόρων μεγεθών, καθόσον αυτό οφείλεται στις προαναφερθείσες δύο κατακλύσεις του χειμάρρου, που είχαν ως αποτέλεσμα να μεταφέρονται πέτρες και χαλίκια στο επίδικο. Με βάση όλα τα ανωτέρω, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία στο Δικαστήριο αφενός ότι το επίδικο περιλαμβάνεται εν όλω στους επικαλούμενους από τον ενάγοντα, και ήδη εφεσίβλητο, τίτλους, οι οποίοι αναφέρθηκαν ανωτέρω, και αφετέρου ότι αυτό ουδέποτε αποτέλεσε τμήμα της ενεργού, μέχρι το έτος 1930, κοίτης του χειμάρρου "...", ή της εγκαταλειφθείσας κοίτης αυτού που προέκυψε κατόπιν διευθέτησής της, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ως προς τη θέση του χειμάρρου "..." σε σχέση με το επίδικο και, ως εκ τούτου, δεν κρίνει ότι είναι ουσιώδης για τη διάγνωση της διαφοράς η προσκομισθείσα από το Ελληνικό Δημόσιο από 14-6-2010 έκθεση φωτοερμηνείας της δασολόγου Μ.

Τ., την οποία παραδεκτώς προσέβαλε ως πλαστή ο αντίδικος του με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατονομάζοντας ως πλαστογράφο την ανωτέρω.

Συνεπώς, εφόσον το εν λόγω έγγραφο δεν κρίνεται ουσιώδες για τη διάγνωση της υπόθεσης, δεν συντρέχει λόγος να αναβληθεί η δίκη έως το τέλος της ποινικής ούτε και να διαταχθούν αποδείξεις για την πλαστότητα (αρθ. 462 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 190/2016 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι η διαφορά ως προς την επιφάνεια του μείζονος ακινήτου που μεταβιβάσθηκε στον εφεσίβλητο - ενάγοντα, μεταξύ του υπ' αριθμ. .../1967 συμβολαίου και όλων των προαναφερόμενων τίτλων ιδιοκτησίας, έστω και αυτού του εύρους, δικαιολογείται από το, γεγονός ότι κατά τον χρόνο σύνταξης των προηγούμενων τίτλων, αλλά και έκδοσης των παραχωρητηρίων που αναφέρθηκαν ανωτέρω, δεν υπήρχαν όργανα ακριβούς μετρήσεως της επιφάνειας του εδάφους, με αποτέλεσμα να γίνονται εμπειρικές εκτιμήσεις της έκτασης των ιδιοκτησιών, όπως επισημαίνεται και στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία, επιπλέον, καταλήγει στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα, ήτοι ότι το επίδικο συμπεριλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης που επικαλείται ο ενάγων." Μετά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 542/2012 οριστικής απόφασης του Πολ/λους Πρωτοδικείου Πατρών, που είχε δεχθεί την αναγνωριστική του αναιρεσιβλήτου αγωγή κυριότητος επί ακινήτου επτά περίπου στρεμμάτων στην περιοχή του Ρίου Πατρών.

ΙΙΙ. Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αιτιάται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην κατ'αρθρ.559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι, "δεχόμενο, ότι η έκταση 20 στρεμμάτων που περιήλθε στον Ν. Κ., ταυτίζεται με αυτήν των 12 στρεμμάτων, που αυτός έλαβε από τους Γ. και Ι. Κ., και αυτή με τη σειρά της ταυτίζεται με την έκταση των 8,5 στρεμμάτων που αυτοί αγόρασαν από τον Α. Κ. (επτά στρέμματα) και την Μ. Τ. (1,5 στρέμμα), κατέστησε την απόφασή του σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αναιτιολόγητη, διότι, δεν διαλαμβάνει ειδικότερη αιτιολογία για την μεγάλη απόκλιση και χωρίς να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε και τα οποία δικαιολογούν την ταύτιση των μεταβιβαζόμενων ακινήτων, παρά την μεγάλη μεταξύ τους διαφορά". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί, υπό την επίφαση της ανωτέρω επικαλούμενης πλημμέλειας, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

IV. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθεί στο ηττώμενο αναιρεσείων η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του αιτήματός του (άρθρ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, 22 ν.3693/1957, ως ισχύει), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-10-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Γ. Π. για αναίρεση της 122/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και Επιβάλλει στο αναιρεσείον τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που την ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300 €). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ