Legislator Case Law & Legislation
118/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank promotion decision, remanding case for further trial on procedural grounds.

Case Number 118/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a lower court's dismissal of a bank employee's promotion claim. The court found the appellate court erred in rejecting a procedural objection regarding the omission of nine other employees from the 2003 promotion review. Consequently, the decision was remanded for a new trial to properly examine the comparative qualifications of the omitted staff.

Legislator headnote

AI generated

Articles 27, 33, 38 of the Bank of Greece Statute; Article 201 of the Civil Code: The court established that when an employer's refusal of a promotion is based on a manifestly unfair assessment of qualifications, the employee's right to appeal is deemed satisfied, and the appellate court must correct procedural errors regarding the omission of comparable candidates.

Keywords

AI generated
Bank of Greece Statute Employee Promotion Civil Code Article 201 Procedural Objection Remand for Trial Comparative Qualifications Appellate Review

Cited Legislation

AI generated
Articles 27, 33, 38 of the Bank of Greece Statute
Article 201 of the Civil Code
Article 207 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 118 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 118/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Βερβεσού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Κάπο, που ανακάλεσε την παράσταση δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2433/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7370/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-4-2014 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1271/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 1-12-2017 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά, ανέγνωσε την από 26-9-2015 έκθεση της κωλυομένης αρεοπαγίτου Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του 1ου και 3ου λόγου και την παραδοχή κατά ένα μέρος των 2ου και 4ου των λόγων, από το 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ της από 10-4-2014 αίτησης για αναίρεση της 7370/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ, 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ.ν.3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό Βαθμολογικής και Μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ.

Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (άρθρο 201 ΑΚ). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δε συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι κατάφωρα άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (άρθρο 207 ΑΚ).

Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία όρια μέσα στα οποία μπορεί αυτός να κινηθεί κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αιρέσεως είναι αντίθετη προς την καλή πίστη με την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, η προαγωγή των υπαλλήλων της στον 3° βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη- προϊσταμένου αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου, μετά από πρόταση του Διοικητή και εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας τριών ετών, γ) ύπαρξη των προσόντων της ανώτερης θέσεως, δ) επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας κατά την άσκηση των καθηκόντων και ε) επίδειξη ικανότητας συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων που έχουν τεθεί στη διάθεση του και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων (ΑΠ 444/2010, 949/2010).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ,Α.Π. 7/2006, 4/2005).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

2. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής ουσιώδη: "Ότι ο ενάγων και εδώ αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη ,εδώ αναιρεσείουσα,την 15-7-1984, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων της.Ότι εξελίχθηκε διαδοχικά στους βαθμούς της υπαλληλικής ιεραρχίας μέχρι το βαθμό του τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει με αρχαιότητα από 1.10.1997.

Ότι είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Πανεπιστήμιου Πειραιώς και διπλωματούχος δύο μεταπτυχιακών διπλωμάτων (Master of Arts -ΜΑ - in Transrot Economics του Πανεπιστημίου …. U.K και μεταπτυχιακό δίπλωμα του Τμήματος Μεταπτυχιακών Σπουδών του Κλάδου Οικονομικών Επιστημών της Σχολής ….. του …..Πανεπιστήμιου …..) και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα σε επίπεδο "άριστα", αφού έχει βεβαίωση επάρκειας για να διδάξει τη γλώσσα σε φροντιστήρια.

Ότι έχει παρακολουθήσει 28 επιμορφωτικά σεμινάρια, εκ των οποίων τα 22 ήσαν ενδοτραπεζικά και τα υπόλοιπα 6 αφορούσαν σε άλλους φορείς. Ότι συμμετείχε σε τρεις επιτροπές, έχει κάνει εισηγήσεις σε επιμορφωτικά προγράμματα και έχει συντάξει ειδικές μελέτες και προτάσεις επί τραπεζικών και οικονομικών θεμάτων.

Ότι από την πρόσληψη του και μέχρι τη 15.2.1991 υπηρέτησε στη διεύθυνση νομισματικής πολιτικής και τραπεζικών εργασιών στο κεντρικό κατάστημα της εναγόμενης στην …. και από 19.2.1991 υπηρετεί στο υποκατάστημα ….., όπου τοποθετήθηκε στην υπηρεσία εποπτικών ελέγχων του τμήματος Εποπτείας, ασκώντας τα καθήκοντα του επικεφαλής κλιμακίων ελέγχων πιστωτικών ιδρυμάτων της περιοχής του υποκαταστήματος.

Ότι με απόφαση της Διοίκησης της εναγόμενης το έτος 2001 του ανατέθηκαν τα υπεύθυνα καθήκοντα του Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας και το έτος 2004 του ανατέθηκαν τα υπεύθυνα καθήκοντα του Προϊσταμένου Υπηρεσίας. Ότι στην έκθεση αξιολόγησης του το έτος 2001 χαρακτηρίζεται εξαίρετος σε όλα τα κριτήρια, και στη γενική εκτίμηση οι κριτές αναγράφουν ότι τα προσόντα του είναι "η πληθώρα των γνώσεων, η αντίληψη, η υπευθυνότητα, η προθυμία, η εργατικότητα, η ακρίβεια, η ταχύτητα, η συνέπεια, το ήθος", ότι δεν υστερεί σε κανένα τομέα, ότι βελτιώνεται συνεχώς, ότι "ενημερώνεται διαρκώς και σε όλα τα επίπεδα, είτε για την υπηρεσία του, είτε για οποιαδήποτε θέματα της Τράπεζας και όχι μόνο" και ότι η προοπτική εξέλιξης του είναι "απεριόριστη".Ότι στην έκθεση αξιολόγησης του το έτος 2002 χαρακτηρίζεται από τον ένα κριτή εξαίρετος σε όλα τα κριτήρια και από το δεύτερο κριτή εξαίρετος σε όλα τα κριτήρια πλην του κριτηρίου "δημιουργία στελεχών", που αφορά στις διοικητικές ικανότητες όσων κατέχουν θέσεις ευθύνης, όπου χαρακτηρίζεται πολύ καλός.

Ότι στη γενική εκτίμηση της ίδιας έκθεσης αξιολόγησης, μεταξύ άλλων, οι κριτές του σημειώνουν ότι "έχει τα απαιτούμενα προσόντα για μεγάλη εξέλιξη στην ιεραρχία της Τράπεζας". Ότι στην έκθεση αξιολόγησης του έτους 2003 χαρακτηρίζεται και από τους δύο κριτές εξαίρετος σε όλα τα κριτήρια και στη γενική εκτίμηση σημειώνεται ότι είναι "άριστος γνώστης του αντικειμένου και των διαδικασιών, με σωστές θέσεις, ταχύτητα αποφάσεων και μεγάλη αποτελεσματικότατα, ότι είναι άριστος σε όλους τους τομείς, ότι "πραγματοποίησε αλματώδη πρόοδο σε όλους τους τομείς", ότι έχει "εξαιρετική ικανότητα προσαρμογής σε διαφορετικά καθήκοντα, ότι έχει "εξαίρετη έφεση απόκτησης γνώσεων, και διαρκή αναζήτηση ερεθισμάτων και ευκαιριών για την απόκτηση περαιτέρω γνώσεων" και ότι "η προοπτική εξέλιξης του είναι λαμπρή".

Ότι η εναγομένη με την από 15.12.2003 απόφαση του Γενικού της Συμβουλίου, που κοινοποιήθηκε με τη με αριθμό 20/16.12.2003 εγκύκλιο της Διοίκησης, προήγαγε στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου, μεταξύ άλλων, το Γ. Α., ο οποίος προσλήφθηκε από αυτήν την 20/4/1972 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1/1/1995.Ότι ο Γ.

Α. έχει απολυτήριο εξατάξιου γυμνασίου, γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχει αντίστοιχο τίτλο σπουδών, έχει παρακολουθήσει έξι επιμορφωτικά σεμινάρια, συνέβαλε στη σύνταξη του σχεδίου κανονισμού της υπηρεσίας παραλαβής χρηματικού ταμιών και χρηματαποστολών και απασχολήθηκε σε αρκετές επιτροπές.

Ότι εργάσθηκε σε διάφορες οργανικές μονάδες της Τράπεζας, στο υποκατάστημα … (υπηρεσία ταμείων) και στο κεντρικό κατάστημα στη διεύθυνση ταμείων, στα τμήματα εθνικών δανείων, αποθεματικών και εφοδιασμού και διαλογής και καταμέτρησης, άσκησε δε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου της υπηρεσίας διαλογής και καταμέτρησης από 1/12/1998 και προϊσταμένου της ίδιας υπηρεσίας από 18/7/1994 (πράξη διοικητή 432/94).Ότι από τη 8.6.2000 ασκεί καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος και η βαθμολογία του για καθένα από τα έτη 2000 και 2001 ήταν 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλά" και για το έτος 2002 ήταν 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλά".Ότι από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντα με τα αντίστοιχα προσόντα του πιο πάνω υπαλλήλου της εναγόμενης προκύπτει ότι ο ενάγων υστερεί του συγκρινόμενου ως προς τη γενική και την ειδική αρχαιότητα και ως προς το χρόνο ανάληψης υπεύθυνων καθηκόντων, υπερτερεί αυτού ως προς τους τίτλους σπουδών, τη γνώση ξένων γλωσσών και την επιμόρφωση και έχει λάβει όμοια αξιολογική κρίση στα έτη 2000, 2001 και 2002.

Ότι συνεπώς, ο ενάγων υπερέχει του προαχθέντος συναδέλφου του Γ. Α., αλλά η υπεροχή του αυτή είναι απλή και όχι καταφανής. Ότι στις ίδιες κρίσεις η εναγόμενη προήγαγε στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου και τον Ι. Γ., ο οποίος προσλήφθηκε από αυτή τη 14/11/1979 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1/10/1999.Ότι αυτός είναι απόφοιτος του Τμήματος Λογιστικής των ….., γνωρίζει την αγγλική γλώσσα σε επίπεδο "καλά", χωρίς να κατέχει τίτλο σπουδών και έχει παρακολουθήσει δύο εκπαιδευτικά σεμινάρια.

Ότι απασχολήθηκε σε διάφορες οργανικές μονάδες της Τράπεζας, στο υποκατάστημα …., στο …., στο τμήμα διοικητικών και οικονομικών υπηρεσιών του … και στον τομέα διοίκησης - τμήμα διαχείρισης. Ότι άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου υπηρεσίας από 29/4/1991 (πράξη Διοικητή 0187/91).Ότι τη 12/5/1997 αποσπάσθηκε στο συνδικαλιστικό σωματείο υπαλλήλων της Τράπεζας (ΣΥΤΕ) και δεν προκύπτει αξιολόγηση του μέσα στα έτη 2000, 2001, 2002 και 2003.

Ότι από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντα με εκείνα του συναδέλφου του Ι. Γ. προκύπτει ότι ο ενάγων υστερεί του συγκρινόμενου ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και ως προς το χρόνο ανάθεσης των υπεύθυνων καθηκόντων του αναπληρωτή προϊσταμένου υπηρεσίας και υπερτερεί αυτού ως προς την ειδική αρχαιότητα, ως προς τους τίτλους σπουδών, ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας και ως προς την επιμόρφωση.

Ότι επίσης, σύμφωνα με τα φύλλα αξιολόγησης του στα έτη 2000 - 2003 ο ενάγων επέδειξε στην άσκηση των καθηκόντων του τμηματάρχη εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα, ενώ ο Ι. Γ. δεν επέδειξε στον ίδιο βαθμό τις αντίστοιχες εξαιρετικές επιδόσεις, διότι ένα χρόνο πριν από την προαγωγή του στο βαθμό του τμηματάρχη, αποσπάσθηκε στο συνδικαλιστικό σωματείο υπαλλήλων της εναγομένης, στο οποίο παρέμεινε μέχρι και τις κρίσεις" του έτους 2003, οπότε δεν άσκησε ουσιαστικά τα υπεύθυνα καθήκοντα του βαθμού που κατείχε.Ότι είναι μεν αληθές ότι σύμφωνα με το άρθρο 20 εδ.

δ της από 4.8.1982 σ.σ.ε μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών, η οποία έχει ισχύ νόμου με βάση το άρθρο 29 του ν. 1346/1983 "ο χρόνος απόσπασης των συνδικαλιστών λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία" και σύμφωνα με το κεφάλαιο Α της σ.σ.ε 30.7.97 Τραπεζών-ΟΤΟΕ κατά τη διάρκεια της νόμιμης συνδικαλιστικής απόσπασης οι τραπεζοϋπάλληλοι "διατηρούν ακέραια όλα τα δικαιώματα τους, τα οποία αφορούν στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία και εξέλιξη στην τράπεζα από την οποία αποσπώνται", αλλά το γεγονός ότι ο ενάγων άσκησε τα ανώτερα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί ως τμηματάρχης με μεγάλη αποτελεσματικότητα, επιδεικνύοντας εξαιρετική ικανότητα προσαρμογής σε διαφορετικά καθήκοντα και πραγματοποιώντας αλματώδη πρόοδο σε όλους τους τομείς που του ανατέθηκαν (σύμφωνα με τα προαναφερθέντα φύλλα αξιολόγησης του), προσδίδει σε αυτόν ουσιαστικά κατάδηλη υπεροχή έναντι του Ι.

Γ.. Ότι συνεπώς, ο εναγών υπερέχει καταφανώς του Ι. Γ. ως προς τα τυπικά και τα ουσιαστικά προσόντα.Ότι στην ίδια κρίση η εναγόμενη προήγαγε στον επίδικο βαθμό και τον Ι. Ε., τον οποίο προσέλαβε την 7/11/1974 και τον προήγαγε στο βαθμό του τμηματάρχη την 1/1/1995.Ότι ο Ι. Ε. είναι κάτοχος πτυχίου εξατάξιου Γυμνασίου και έχει φοιτήσει μέχρι το τρίτο έτος του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου …., δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα και έχει παρακολουθήσει τρία επιμορφωτικά σεμινάρια.

Ότι απασχολήθηκε σε διάφορες οργανικές μονάδες της Τράπεζας και ειδικότερα απασχολήθηκε: α) από 18/1/1995 στο τμήμα εργασιών εξωτερικού του υποκαταστήματος …., β) από 6.5.1996 στο Ταμείο Αλληλοβοήθειας ΣΥΤΕ, γ) από 26/7/1999 στο τμήμα οργάνωσης και δ) από 18/1/2000 στο τμήμα επιχειρησιακού σχεδιασμού και υποστήριξης διαδικασιών.Ότι από 18/6/ 2001 έχει αποσπασθεί στο Ταμείο Αλληλοβοήθειας ΣΥΤΕ.

Ότι η βαθμολογία του για το έτος 2000 ήταν 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός" και για τα έτη 2001 και 2002 βαθμολογήθηκε ως άριστος.Ότι από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντα με τα αντίστοιχα προσόντα του Ι. Ε. προκύπτει ότι ο ενάγων υστερεί αυτού ως προς τη γενική και την ειδική αρχαιότητα και υπερτερεί ως προς τους τίτλους σπουδών, τη γνώση ξένης γλώσσας και την επιμόρφωση, ενώ ισοδυναμεί ως προς την αξιολόγηση.Ότι επιπλέον ο ενάγων υπερτερεί του συγκρινόμενου ως προς την άσκηση υπεύθυνων τραπεζικών καθηκόντων (αφού του ανατέθηκαν καθήκοντα αναπληρωτή προϊστάμενου υπηρεσίας από το έτος 2001), τα οποία (κατά τα φύλλα αξιολόγησής του) εκτέλεσε ευδόκιμα και τα οποία προσέδωσαν σε αυτόν τις εξειδικευμένες γνώσεις και την ιδιαίτερη διοικητική εμπειρία που απαιτείται για την προαγωγή του στην επιτελική θέση του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου, ενώ ο συγκρινόμενος το ίδιο έτος (δηλαδή το 2001) ως διευθυντής των διοικητικών υπηρεσιών του Ταμείου Αλληλοβοήθειας ΣΥΤΕ, περιορίστηκε στην "άριστη συνεργασία με τους υπαλλήλους και στην αμέριστη συμπαράσταση στους ασφαλισμένους".

Ότι κατά συνέπεια, ο ενάγων υπερτερεί καταφανώς και του Ι. Ε..Ότι στην ίδια προαγωγική κρίση προήχθη στο βαθμό του εντεταλμένου προϊσταμένου - τμηματάρχη και ο προς σύγκριση προτεινόμενος Μ. Α..Ότι ο Μ. Α., προσελήφθη από την εναγόμενη την 11.9.1973 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1.7.1994.Ότι είναι πτυχιούχος της παιδαγωγικής ακαδημίας ….

και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχει τίτλο σπουδών. Ότι έχει παρακολουθήσει έξι επιμορφωτικά σεμινάρια και έχει συμμετάσχει σε επιτροπές και ομάδες εργασίας της Τράπεζας. Ότι από την αρχή της πρόσληψης του υπηρετεί στο υποκατάστημα …. και από το 1995 του ανατέθηκαν τα υπεύθυνα καθήκοντα του προϊσταμένου υπηρεσίας λογιστηρίου και γραμματείας, τα οποία άσκησε με εξαιρετική επίδοση, σύμφωνα με το φύλλα αξιολόγησης του των ετών 2001 και 2002.

Ότι από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντα με τα αντίστοιχα προσόντα του Μ. Α., προκύπτει ότι ο πρώτος υστερεί του δεύτερου ως προς τη γενική και την ειδική αρχαιότητα, υπερτερεί αυτού ως προς τους τίτλους σπουδών, τη γνώση ξένης γλώσσας και την επιμόρφωση και υστερεί (ελάχιστα) ως προς τις εκθέσεις αξιολόγησης.

Ότι επιπλέον, ο ενάγων υστερεί του συγκρινόμενου ως προς το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κρίση για προαγωγή στον επίδικο βαθμό, αφού ο μεγαλύτερος χρόνος άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων προσέδωσε, (σύμφωνα με τις εκθέσεις αξιολόγησης του) στον Μ. Α. μεγαλύτερη εμπειρία με αποτέλεσμα ο τελευταίος να ασκήσει με μεγαλύτερη επιτυχία τα καθήκοντα του τμηματάρχη.Ότι επομένως, ο ενάγων δεν υπερτερεί καταφανώς του προαχθέντος συναδέλφου του Μ.

Α..Ότι η προτεινομένη προς σύγκριση από τον ενάγοντα Ε. Α., προαχθείσα στο βαθμό του εντεταλμένου προϊσταμένου - τμηματάρχη κατά τις κρίσεις του έτους 2003 , προσελήφθη από την εναγόμενη την 19.7.1976 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1.10.1994. Ότι αυτή είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής … και από το ατομικό δελτίο των στοιχείων της δεν προκύπτει γνώση ξένης γλώσσας και παρακολούθησης εννέα επιμορφωτικών σεμιναρίων.Ότι από την 16.3.1995 της ανατέθηκαν τα υπεύθυνα καθήκοντα της προϊσταμένης υπηρεσίας στατιστικής και εποπτείας του υποκαταστήματος …., στο οποίο υπηρετεί από την πρόσληψη της.

Ότι στις εκθέσεις αξιολόγησης της για το έτος 1999 κρίθηκε σε 13 κριτήρια "εξαίρετη" και σε 4 κριτήρια "πολύ καλή", για το έτος 2000 κρίθηκε σε 14 κριτήρια "εξαίρετη" και σε 3 κριτήρια "πολύ καλή" και για τα έτη 2001 και 2002 κρίθηκε σε 16 κριτήρια "εξαίρετη" και σε 1 κριτήριο "πολύ καλή". Ότι από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντα με αυτά της Ε.

Α., προκύπτει ότι ο ενάγων υστερεί αυτής ως προς τη γενική και την ειδική αρχαιότητα, καθώς και ως προς το χρόνο ανάθεσης υπεύθυνων καθηκόντων και υπερτερεί ως προς τους τίτλους σπουδών, τη γνώση ξένης γλώσσας, την επιμόρφωση και την αξιολόγηση του τρόπου εκτέλεσης των καθηκόντων του τμηματάρχη. Ότι η υπεροχή αυτή του ενάγοντα, συνεκτιμώμενη και με τους τομείς που υστερεί, κρίνεται καταφανής, ιδίως με βάση τις εκθέσεις αξιολόγησης των συγκρινόμενου, από τις οποίες εναργώς προκύπτει ότι η προηγηθείσα κατά έξι χρόνια ανάθεση υπεύθυνων καθηκόντων στην Ε.

Α., δεν προσέδωσε σε αυτή μεγαλύτερη εμπειρία και ικανότητες σε σχέση με αυτές που είχε αποκτήσει, (ως εκ των καθηκόντων που εκτελούσε) ο ενάγων, αφού ο τελευταίος ως τμηματάρχης επέδειξε "εξαιρετική ικανότητα προσαρμογής σε διαφορετικά - καθήκοντα, αλματώδη πρόοδο σε όλους τους τομείς και μεγάλη αποτελεσματικότητα" και κρίθηκε ότι "έχει τα απαιτούμενα προσόντα για μεγάλη εξέλιξη στην ιεραρχία της Τράπεζας".

Ότι ο προτεινόμενος προς σύγκριση από τον ενάγοντα Κ. Ε., προσλήφθηκε από την εναγόμενη την 11.8.1980 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1.7.1996. Ότι είναι πτυχιούχος του Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανώτατης Βιομηχανικής Σχολής, γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχει τίτλο σπουδών και δεν έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια.Ότι λόγω των διαδοχικών του αποσπάσεων στο Σύλλογο Υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος (ΣΥΤΕ), δεν του ανατέθηκαν υπεύθυνα τραπεζικά καθήκοντα.

Ότι αξιολογήθηκε για την εργασία του τα έτη 1999 και 2000, όπου κρίθηκε εξαίρετος σε 15 κριτήρια και πολύ καλός σε 2 κριτήρια. Ότι από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντα με τα αντίστοιχα προσόντα του Κ. Ε., προκύπτει ότι ο ενάγων υστερεί αυτού ως προς την γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα και υπερτερεί ως προς τα πτυχία σπουδών, τη γνώση ξένης γλώσσας, την επιμόρφωση, τη συμμετοχή σε επιτροπές και ομάδες εργασίας της Τράπεζας και ως προς την βαθμολογική αξιολόγηση.Ότι κυρίως υπερτερεί του συγκρινόμενου ως προς την μακροχρόνια εμπειρία του σε τραπεζικούς τομείς, την επιτυχή άσκηση των καθηκόντων της θέσης ευθύνης που του ανατέθηκε και την ουσιαστικά ευδόκιμη (και όχι τη λογιζόμενη ως ευδόκιμη κατά το άρθρο 20 εδ.

δ της από 4.8.1982 σ.σ.ε μεταξύ ΟΤΟΕ και Τραπεζών) υπηρεσία του στον κατεχόμενο βαθμό του τμηματάρχη, τα ουσιαστικά δε αυτά προσόντα προσδίδουν στον ενάγοντα καταφανή υπεροχή έναντι του Κ. Ε., του οποίου η γενική αρχαιότητα (κατά τέσσερα έτη μεγαλύτερη από αυτήν του ενάγοντα) και η αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό του τμηματάρχη (κατά ένα έτος μεγαλύτερη από αυτή του ενάγοντα) δεν του προσέδωσαν εμπειρία σε τομείς της εναγόμενης.

Ότι ο προτεινόμενος προς σύγκριση Π. Κ. προσλήφθηκε από την εναγομένη την 19.7.1976 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1.4.1995. Ότι έχει πτυχίο ΑΣΟΕΕ, γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχει σχετικό τίτλο σπουδών, έχει παρακολουθήσει έξι επιμορφωτικά σεμινάρια και έχει συμμετάσχει σε επιτροπές και ομάδες εργασίας της Τράπεζας.

Ότι από την πρόσληψη του και μέχρι την 23.7.1979 υπηρέτησε στο τμήμα ελέγχου Τραπεζών, στο Κεντρικό Κατάστημα και στη συνέχεια μετατέθηκε στο κατάστημα …., όπου ανέλαβε καθήκοντα αναπληρωτή υπηρεσίας την 28.8.1995 και προϊσταμένου υπηρεσίας στατιστικής και εποπτείας στις 21.12.1995. Ότι η βαθμολογία του των ετών 1999 - 2002 ήταν "εξαίρετος" σε όλα τα κριτήρια και στις εκθέσεις αξιολόγησης του τονίζονται η εξαιρετική γνώση του αντικειμένου της εργασίας του, η αντίληψη, η κρίση, η υπευθυνότητα, το ήθος του και η ικανότητα του για ανάληψη υψηλότερων καθηκόντων.Ότι από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντα με αυτά του Π.

Κ. προκύπτει ότι ο δεύτερος υπερτερεί του πρώτου ως προς τη γενική αρχαιότητα και την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, καθώς και στο χρόνο ανάθεσης υπεύθυνης θέσης, είναι ισόβαθμος ως προς τη βαθμολογία και την ευδόκιμη υπηρεσία στον κατεχόμενο βαθμό και υστερεί ως προς τους τίτλους σπουδών, τη γνώση στην ξένη γλώσσα και την επιμόρφωση.

Ότι επομένως, υπάρχει υπεροχή του ενάγοντα ως προς το συγκεκριμένο συνάδελφο του, αλλά αυτή δεν είναι καταφανής. Ότι ο Κ. Κ. προσλήφθηκε από την εναγόμενη τη 31.10.1974 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1.4.1995. Ότι έχει πτυχίο της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής …., γνωρίζει αγγλικά, χωρίς να κατέχει δίπλωμα σπουδών, έχει παρακολουθήσει δύο επιμορφωτικά σεμινάρια και έχει συμμετάσχει στην επιτροπή αξιολόγησης για αγορά ταμειακών μηχανών και στην επιτροπή σύνταξης οργανισμού - κανονισμού της Δ/νσης Ταμείων.

Ότι αρχικά τοποθετήθηκε στην ασφάλεια του Κεντρικού Καταστήματος, από 28.4.1980 τοποθετήθηκε στο τμήμα αποθεματικών και εφοδιασμού, από 30.10.1986 τοποθετήθηκε ως πράκτορας στο πρακτορείο …, από 7.9. 1994 τοποθετήθηκε στο τμήμα ταμειακών συναλλαγών, από 7.10.1994 τοποθετήθηκε στο τμήμα διαλογής και καταμέτρησης με καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από 3.11.1994 και από 8.6.2000 υπηρετεί στο τμήμα ταμειακών συναλλαγών ως αναπληρωτής τμήματος.

Ότι στην έκθεση αξιολόγησης του έτους 1999 βαθμολογείται "εξαίρετος" σε 10 κριτήρια και "πολύ καλός" σε 3 κριτήρια και στην έκθεση αξιολόγησης του έτους 2000 βαθμολογείται και στα 13 κριτήρια ως "εξαίρετος" και κρίνεται ότι "έχει άριστες προοπτικές εξέλιξης, μπορεί να εξελιχθεί σε αξιόλογο στέλεχος της Τράπεζας".

Ότι από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντα με τα αντίστοιχα προσόντα του Κ. Κ., προκύπτει ότι ο πρώτος υστερεί του δεύτερου ως προς τη γενική και την ειδική αρχαιότητα και ως προς το χρόνο ανάθεσης και άσκησης υπεύθυνης θέσης, υπερτερεί αυτού ως προς τα πτυχία σπουδών, τη γνώση ξένης γλώσσας και την επιμόρφωση, ενώ έχει ασκήσει τα καθήκοντα του τμηματάρχη ευδόκιμα, όπως και ο συγκρινόμενος.Ότι επομένως, η υπάρχουσα υπεροχή του ενάγοντα δεν είναι καταφανής.

Ότι επίσης, στις ίδιες προαγωγικές κρίσεις προήχθη στον επίδικο βαθμό και ο προτεινόμενος από τον ενάγοντα προς σύγκριση Ε. Π., που προσλήφθηκε από την εναγομένη τη 16.7.1984 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1.7.1998. Ότι ο ανωτέρω είναι πτυχιούχος της Ανώτατης Βιομηχανικής Σχολής ….. (Οικονομικό Τμήμα) και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Α.Π.Θ.

Ότι γνωρίζει καλά τη γερμανική γλώσσα, κατέχει σχετικό δίπλωμα του Ινστιτούτου Γκαίτε, έχει παρακολουθήσει πέντε επιμορφωτικά σεμινάρια και έχει εργαστεί ως έκτακτος καθηγητής στο μάθημα "Τραπεζική Λογιστική" στο ΤΕΙ …..Ότι αρχικά υπηρέτησε στο Κεντρικό Κατάστημα και στη συνέχεια τοποθετήθηκε στο Υποκατάστημα της εναγόμενης στις …, όπου από το έτος 1995 του ανατέθηκαν τα καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας.

Ότι στις εκθέσεις αξιολόγησης του βαθμολογείται α) το έτος 1999 σε 13 κριτήρια ως "πολύ καλός" και σε 4 κριτήρια ως "εξαίρετος", β) το έτος 2000 σε οκτώ κριτήρια ως "πολύ καλός" και σε εννέα κριτήρια ως εξαίρετος, γ) το έτος 2001 σε πέντε κριτήρια ως "πολύ καλός" και σε δώδεκα κριτήρια ως "εξαίρετος και δ) το έτος 2002 σε τρία κριτήρια ως "πολύ καλός" και σε δεκατέσσερα κριτήρια ως "εξαίρετος", και στις εκθέσεις αξιολόγησης των ετών 2001 και 2002 η προοπτική εξέλιξης του κρίνεται άριστη.

Ότι με βάση τα πιο πάνω προσόντα, ο Ε. Π. ισοδυναμεί με τον ενάγοντα ως προς τη γενική αρχαιότητα και υπερτερεί ως προς το χρόνο ανάθεσης της υπεύθυνης θέσης του προϊσταμένου υπηρεσίας, χωρίς όμως να έχει αποκτήσει εμπειρία περί τις τραπεζικές εργασίες ανώτερη, από αυτήν του ενάγοντα. Ότι επίσης ισοδυναμεί ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, υστερεί όμως, του ενάγοντα ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό του τμηματάρχη, τα μεταπτυχιακά διπλώματα, την επιμόρφωση και τη συμμετοχή σε επιτροπές και ομάδες εργασίας.

Ότι επιπλέον υστερεί ως προς την ευδόκιμη υπηρεσία στον κατεχόμενο βαθμό αφού στην τριετία 1999 - 2002 η αξιολόγηση του Ε. Π. ως τμηματάρχη είναι σημαντικά κατώτερη από την αξιολόγηση του ενάγοντα. Ότι από τη συνολική εκτίμηση των προαναφερθέντων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του Ε. Π. και του ενάγοντος, συνάγεται εναργώς η καταφανής υπεροχή του τελευταίου έναντι του πρώτου.

Ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω, (το δευτεροβάθμιο δικαστήριο) έκρινε ότι η εναγόμενη, η οποία στις από 1.12.2003 κρίσεις της παρέλειψε να προαγάγει στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου τον ενάγοντα, ενώ προήγαγε στον ίδιο βαθμό τους προταθέντες προς σύγκριση συναδέλφους του Γ. Ι., Ε. Ι., Α. Ε., Ε. Κ. και Π.

Ε., έναντι των οποίων, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων υπερείχε καταφανώς, παρακώλυσε εναντίον της καλής πίστης την πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία τελούσε η προαγωγή τούτου στο συγκεκριμένο βαθμό". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και την ασκηθείσα εκ μέρους του αναιρεσίβλητου αντέφεση, και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της πρώτης εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε καταλήξει σε ορθό αποτέλεσμα, ενώ δέχθηκε κατ' ουσία την αντέφεση, επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη έπρεπε να προαγάγει τον ενάγοντα στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου από 1-12-2003.

3. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ 1 ΑΚ. Και τούτο διότι, τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών και καταφάσκουν τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων.

Διέλαβε δε στην απόφαση του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της παρακώλυσης εναντίον της καλής πίστης της αίρεσης υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του αναιρεσίβλητου στο συγκεκριμένο βαθμό και με επάλληλες αιτιολογίες που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της, με την έννοια, ότι κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη παραλήφθηκε και δεν προήχθη ο αναιρεσίβλητος, αν και διέθετε όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που προέβλεπε ο κανονισμός του προσωπικού της αναιρεσείουσας και υπερτερούσε καταφανώς έναντι των προαχθέντων στον ίδιο βαθμό και προταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων του Ι.

Γ., Ι. Ε., Ε. Α., Κ. Ε. και Ε. Π., αφού, υπό τα προεκτιθέμενα περιστατικά, η υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι των προαχθέντων και προταθέντων προς σύγκριση άνω συναδέλφων του, όπως συνάγεται από τη συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, ήταν καταφανής. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

4. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου εργοδότη, σύμφωνα με τον οποίο, εκτός από τον ενάγοντα παραλείφθηκε κατά τις ίδιες προαγωγικές κρίσεις και άλλος, συγκεκριμένος τρίτος υπάλληλος, ο οποίος υπερείχε τούτου, έτσι ώστε, αν δεν είχε προκριθεί ο αναφερόμενος στην αγωγή και υστερών σε σύγκριση με τον ενάγοντα, την αντίστοιχη κενή θέση θα έπρεπε να καταλάβει ο αντιπροτεινόμενος, ως έχων μόνον αυτός το δικαίωμα προαγωγής και όχι ο ενάγων, συνιστά ένσταση διακωλυτική της αγωγής, η οποία καταλύει την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος, αφού διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προκρίσεως του προαχθέντος και της παραλείψεως του ενάγοντος.

Η ένσταση αυτή, στην περίπτωση Κανονισμού με συμβατική ισχύ, θεμελιώνεται στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του εργοδότη δεν ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς την καλή πίστη έναντι του ενάγοντος, αλλά έναντι του υπερέχοντος, έστω και απλώς, τούτου και επίσης παραλειφθέντος συναδέλφου του, ως προς τον οποίο θα έπρεπε να θεωρηθεί πληρωθείσα η προαναφερόμενη αίρεση, κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, ενόψει και του περιορισμένου αριθμού των πληρούμενων με τις προαγωγές κενών θέσεων του ανώτερου βαθμού.

Οι αντιπροτεινόμενοι από την Τράπεζα υπάλληλοι της, πρέπει να είχαν παραλειφθεί κατά την ημέρα που το αρμόδιο όργανο της συνεδρίασε και αποφάσισε τη μη προαγωγή του ενάγοντος και αντ' αυτού προήγαγε άλλους. Εάν κατά τις προαγωγικές αυτές κρίσεις προήχθησαν οι αντιπροτεινόμενοι, έστω και από διαφορετικό χρόνο σε σχέση με άλλους προαχθέντες συναδέλφους τους, τότε η προαναφερθείσα διακωλυτική ένσταση είναι ουσιαστικά αβάσιμη, γιατί ελλείπει το αναγκαίο για τη θεμελίωση αυτής γεγονός της παραλείψεως τους.

Όμως η τυχόν μεταγενέστερη του κρισίμου χρόνου προαγωγή των μετά του αναιρεσείοντος παραλειφθέντων στο βαθμό εκ του οποίου αρχικώς παρελείφθησαν δεν καθιστά αλυσιτελή την προβολή της ενστάσεως αυτής (ΑΠ 444/2010, 1144/2005, ΑΠ 600/2004, ΑΠ 1725/2002). Με την ως άνω όμως διακωλυτική ένσταση δεν μπορεί να προταθεί προς σύγκριση συνάδελφος του ενάγοντος, ο οποίος έχει παραλειφθεί αρχικά, αλλά το δικαίωμα του προς προαγωγή στον επόμενο βαθμό αναγνωρίσθηκε αργότερα με τελεσίδικη απόφαση, αφού με την αναγνώριση αυτήν η προαγωγή του λογίζεται, κατά το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, ότι έχει πραγματοποιηθεί από τότε που θα έπρεπε να είχε γίνει και συνεπώς ο υπάλληλος αυτός δεν θεωρείται ότι έχει παραλειφθεί να προαχθεί με την εν λόγω διακωλυτική ένσταση (ΑΠ 1352/2001). 5.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι η εδώ αναιρεσείουσα, εναγομένη είχε προτείνει παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο έφεσης της ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου τη διακωλυτική ένσταση, με την οποία προέβαλε τον ισχυρισμό ότι όχι ο ενάγων, αλλά οι κατονομαζόμενοι συνάδελφοι του: 1) Χ.

Φ., 2) Α. Χ., 3) Γ. Α., 4) Μ. Π., 5) Γ. Ρ., 6) Ι. Φ., 7) Μ. Μ., 8) Γ. Κ., 9) Ε. Μ., 10) Κ. Γ., 11) Σ. Κ., 12) Α. Γ., 13) Κ. Μ., 14) Σ. Σ., προσβλήθηκαν από τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2003, διότι αυτοί, αν και υπερτερούν του ενάγοντος ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, παραλείφθηκαν να προαχθούν στον επίδικο βαθμό, με αποτέλεσμα να καταλύεται η ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντα προς άσκηση της αγωγής.

Ο αναιρεσίβλητος, ενάγων προς κατάλυση της διακωλυτικής του δικαιώματος προαγωγής του ένστασης, πρωτοδίκως είχε ισχυρισθεί ότι οι κατονομαζόμενοι εννέα - από τους προαναφερθέντες δεκατέσσερις - συνάδελφοι του προήχθησαν στον επίδικο βαθμό κατά τις προαγωγές του έτους 2006 και ότι ο συνάδελφος του Α. Γ.

προήχθη στον ίδιο βαθμό από 1.9.1994 με δικαστική απόφαση, με συνέπεια να ελλείπει το αναγκαίο για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής γεγονός της παράλειψης. Τον ισχυρισμό του αυτό, ο αναιρεσίβλητος ενάγων παραδεκτά πρότεινε εκ νέου με τις από 7.10.2013 προτάσεις που κατέθεσε στο δευτεροβάθμιο δευτεροβάθμιο ως εφεσίβλητος και ως υπεράσπιση του κατά της έφεσης (άρθρο 527 περ. 1 του ΚΠολΔ).

6. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε σχετικά με τους ανωτέρω υπό στ.5 ισχυρισμούς τα ακόλουθα "Ότι με την 24/31.10.2006 εγκύκλιο διοίκησης της εναγόμενης ανακοινώθηκε στο προσωπικό της ότι με την από 30.10.2006 απόφαση του Γενικού της Συμβουλίου και μετά από πρόταση του Διοικητή της προήχθησαν στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου και οι ακόλουθοι εννέα συνάδελφοι του ενάγοντα: 1) η Γ.

Α., 2) η Γ. Κ., 3) ο Κ. Μ., 4) η Μ. Μ., 5) η Ε. Μ., 6) η Μ. Π., 7) ο Γ. Ρ., 8) ο Σ. Σ. και 9) ο Ι. Φ..Ότι επίσης με δικαστική απόφαση προήχθη στον επίδικο βαθμό και ο Α. Γ., με αρχαιότητα από 1.9.1894". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμη την αντένσταση του εκεί εφεσίβλητου - ενάγοντα και ακολούθως την προαναφερθείσα διακωλυτική ένσταση της εκεί εκκαλούσας, εναγομένης ως προς τους συγκεκριμένους δέκα υπαλλήλους της, που αντιπροτείνονται προς σύγκριση με τα προσόντα του ενάγοντα, ως ουσιαστικά αβάσιμη "γιατί ελλείπει για τη θεμελίωση της το αναγκαίο γεγονός της παράλειψης, έστω και αν αυτοί προήχθησαν σε διαφορετική (μεταγενέστερη) κρίση σε σχέση με το χρόνο, που κατά την αγωγή, έπρεπε να προαχθεί ο ενάγων - εφεσίβλητος".

Στη συνέχεια, δέχθηκε ότι η ίδια ένσταση της εκεί εκκαλούσας, εναγόμενης, που αφορά στους υπαλλήλους της :1) Χ. Φ., 2) Α. Χ., 3) Κ. Γ. και 4) Σ. Κ., οι οποίοι κατά τους ισχυρισμούς της υπερτερούν του ενάγοντα ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα και οι οποίοι, επίσης, παραλείφθηκαν κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2003 να προαχθούν στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου, είναι αλυσιτελής, διότι οι ανωτέρω προταθέντες από την ίδια και επίσης παραλειφθέντες προς προαγωγή στον επίδικο βαθμό υπάλληλοι της, υπολείπονται σε αριθμό από τους προαχθέντες στον ίδιο βαθμό υπαλλήλους της Ι.

Γ., Ι. Ε., Ε. Α., Κ. Ε. και Ε. Π., τους οποίους ο ενάγων πρότεινε προς σύγκριση και έναντι των οποίων (όπως αποδείχθηκε) υπερτερεί αυτός καταφανώς". Κατέληξε δε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε σιωπηρά την άνω διακωλυτική ένσταση, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και όσα αντίθετα υποστηρίζονται... είναι αβάσιμα και πρέπει ν' απορριφθούν.

7. Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές και κρίσεις, το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ρηθείσες διατάξεις, καθόσον αφορά την απόρριψη ως αβάσιμης της διακωλυτικής ένστασης, κατά παραδοχή της ρηθείσας αντενστάσεως, ως προς τους άνω εννέα (9) υπαλλήλους της αναιρεσείουσας Τράπεζας.

Τούτο διότι οι εν λόγω υπάλληλοι δεν προήχθησαν κατά τον κρίσιμο χρόνο προαγωγής (1-12-2003), κατά τον οποίο παραλείφθηκε ο αναιρεσίβλητος, ενάγων και κατά τον οποίο ήσαν αντιπροτεινόμενοι, ώστε εκ τούτου να ελλείπει, στο πρόσωπο αυτών, "για τη θεμελίωση της (διακωλυτικής ένστασης) το αναγκαίο γεγονός της παράλειψης" τους, (το οποίο αντιθέτως, κατά τον εν λόγω χρόνο ενυπήρχε), αλλά (προήχθησαν) σε, κατά πολύ μεταγενέστερη χρονικά προαγωγική κρίση (2006), κατά τα γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη, το οποίο, κατά τα άνω, δεν ασκούσε επιρροή στην έρευνα της διακωλυτικής ένστασης.

Διέλαβε δε στην απόφαση του, ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες, δεχόμενο ότι: "έστω και αν αυτοί προήχθησαν σε διαφορετική (μεταγενέστερη) κρίση σε σχέση με το χρόνο, που κατά την αγωγή έπρεπε να προαχθεί ο ενάγων". Τούτο διότι, ενόψει των ανωτέρω, για την κατ' ουσία απόρριψη της εν λόγω ενστάσεως, απαιτείτο να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη στο πρόσωπο των ανωτέρω των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων και η εντεύθεν υπεροχή τους ή μη έναντι του ενάγοντος, κατά τον κρίσιμο χρόνο της προαγωγικής, κατ' έτος 2003 κρίσης.

Συνεπώς,οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως, από το άρθρο 559 αρ.1και 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι.

8. Με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί κατά τα ανωτέρω η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 7370//2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ