118/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated118/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διάταξη του άρθρου 532 Κ.Πολ.Δ., ως ειδική, υπερισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 106 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, ενόψει μάλιστα και του ότι στην τελευταία διάταξη ρητώς ορίζεται ότι αυτή ισχύει εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Full text
Απόφαση 118 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 118/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φωτίου Φωτιάδη του Γεωργίου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χατζόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Άννας Φωτιάδου του Θεοδώρου, κατοίκου Καλοχωρίου Θεσσαλονίκης η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Ντούβλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22885/ 2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1938/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-1-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 1-10-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 518 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία των γαμικών διαφορών ελλείψει αντίθετης διατάξεως στα άρθρα 592 επ. του ίδιου κώδικα (άρθρο 591 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριάντα ημέρες, αρχίζει δε από την επίδοση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη.
Εξάλλου κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. το ένδικο μέσο της εφέσεως ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 532 του ίδιου κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, το εμπρόθεσμο της ασκήσεως εφέσεως που είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της και, αν διαπιστώσει ότι η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, την απορρίπτει ως απαράδεκτη (Α.Π. 1532/2009).
Η διάταξη του άρθρου 532 Κ.Πολ.Δ., ως ειδική, υπερισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 106 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, ενόψει μάλιστα και του ότι στην τελευταία διάταξη ρητώς ορίζεται ότι αυτή ισχύει εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων εκθέτει ότι με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση απορρίφθηκε η έφεσή του κατά της συμπροσβαλλόμενης πρωτοδίκου αποφάσεως που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των γαμικών διαφορών ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, επικαλούμενος δε το άρθρο 559 αριθ.14, 19, 8, 11 και 1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι:
α) παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, β) με ελλιπή αιτιολογία σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γ) αφού έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προκύπτει αν προτάθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, μολονότι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δ) αφού έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προκύπτει αν προσκομίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα και ειδικότερα ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεσή του χωρίς να βεβαιώνει τη νομιμότητα και το παραδεκτό της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης και των περί αυτής αποδείξεων που έλαβε υπόψη, χωρίς να βεβαιώνει ότι η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της στο εφετείο που προκατέθεσε της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, προέβαλε ισχυρισμό περί επιδόσεως της πρωτόδικης αποφάσεως και ασκήσεως της εφέσεως μετά την πάροδο της υπό του νόμου οριζόμενης προθεσμίας, χωρίς να βεβαιώνει ότι την έκθεση επιδόσεως που αποδεικνύει την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεώς του προσκόμισε νόμιμα και εμπρόθεσμα η αναιρεσίβλητη και χωρίς να περιλαμβάνει αιτιολογία σχετική με το νόμιμο, παραδεκτό και εμπρόθεσμο επικλήσεως και προσκομιδής της πιο πάνω αποδείξεως, δηλαδή αν η αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε την πιο πάνω απόδειξη, με ποιο τρόπο και κατά ποιο χρόνο ή αν την έλαβε υπόψη χωρίς επίκληση.
Περαιτέρω με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.14, 8 και 11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι: α) παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, β) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, μολονότι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και γ) έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα και ειδικότερα ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεσή του, δεχθείσα ότι αυτή ασκήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεώς της, χωρίς πρόταση της αναιρεσίβλητης και αφού έλαβε υπόψη έγγραφο που δεν προσκομίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς απόδειξη του πιο πάνω γεγονότος, δηλαδή την έκθεση επιδόσεως της πρωτόδικης αποφάσεως την οποία δεν επικαλέστηκε σαφώς και ορισμένως η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της στο εφετείο.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική, τέτοια δε δικονομική ακυρότητα συνιστά και η άσκηση εκπρόθεσμης εφέσεως (Α.Π. 248/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως για το χρόνο επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ή για το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως ήσαν ανακριβείς, εφόσον δε, όπως έχει ήδη εκτεθεί στην αρχή αυτής της αποφάσεως, το εμπρόθεσμο ή μη της εφέσεως ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν ήταν αναγκαίο να περιληφθούν στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πιο πάνω στοιχεία, τα οποία ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι ελλείπουν.
Για τους ίδιους λόγους είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ο ανωτέρω δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού. Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται μόνο οι παραβάσεις κανόνων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου και συνεπώς σε περίπτωση παραβάσεως κανόνα δικονομικού δικαίου δεν μπορεί να ιδρυθεί ο λόγος αυτός (Α.Π. 291/2010). Με βάση τα προεκτεθέντα ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η απόρριψη της εφέσεως ως εκπροθέσμως ασκηθείσης γίνεται κατ' εφαρμογή κανόνων δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το λόγο αυτό αναιρέσεως στοιχειοθετεί και η παραδοχή ενστάσεως η οποία δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως, εκτός αν αυτή μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (Α.Π. 837/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση ο ανωτέρω πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος: α) διότι με αυτόν ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν αλλά ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προκύπτει αν προτάθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του και β) διότι, όπως αναφέρθηκε στην αρχή αυτής της σκέψεως, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν πρόκειται για ένσταση η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, όπως η ένσταση περί εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως, για την οποία εδώ πρόκειται. Για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος αυτού.
Σε κάθε δε περίπτωση οι ανωτέρω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των από 14-3-2008 εγγράφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. τη δεύτερη σελίδα αυτών), προκύπτει ότι αυτή είχε παραδεκτά προτείνει τον ανωτέρω ισχυρισμό περί εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεως του αναιρεσείοντος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.β Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση ο ανωτέρω πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τέταρτο σκέλος αυτού, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν αλλά ότι έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προκύπτει αν προσκομίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα και συγκεκριμένα την έκθεση επιδόσεως που αποδεικνύει την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως της εφέσεώς του.
Εν πάση όμως περιπτώσει ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των πιο πάνω εγγράφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. τη δεύτερη σελίδα αυτών), η αναιρεσίβλητη, για την απόδειξη του εκπροθέσμου της εφέσεως του αναιρεσείοντος δήλωσε ότι επικαλείται και προσκομίζει την έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...
με αριθμό 1283Ε'/29-6-2007. Για τον ίδιο πιο πάνω λόγο και συγκεκριμένα διότι η αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε και προσκόμισε την πιο πάνω έκθεση επιδόσεως της πρωτόδικης αποφάσεως προς τον αναιρεσείοντα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο ανωτέρω δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το τρίτο σκέλος αυτού.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορα αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή των υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. για παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να αναφέρεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.Α.Π. 20/ 2005).
Εξάλλου για τη θεμελίωση λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Α.Π. 115/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση ο ανωτέρω πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πέμπτο σκέλος αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού από αυτόν δεν προκύπτει αν ο αναιρεσείων επικαλείται παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (και τίνος) ή των διδαγμάτων της κοινής πείρας ούτε ποιο ήταν, κατ' αυτόν, το νομικό σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1438, 1439 παρ.3 Α.Κ. και 216 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για την πληρότητα της αγωγής διαζυγίου λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσεως των συζύγων που τεκμαίρεται αμάχητα από την τετραετή διάστασή τους, αρκεί να αναφέρεται σ' αυτήν ότι οι διάδικοι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση η οποία διήρκεσε συναπτώς επί μία τετραετία, υπολογιζόμενη αναδρομικώς από το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής.
Άλλη περαιτέρω εξειδίκευση του νομικού όρου "διάσταση" δεν είναι απαραίτητη και συγκεκριμένα δεν απαιτείται η ειδική αναφορά του ψυχικού στοιχείου, ότι δηλαδή υφίσταται βούληση των διισταμένων συζύγων να αποστούν της έγγαμης σχέσεως, αφού υπό τον όρο αυτό ("διάσταση") νοείται τόσο η φυσική όσο και η ψυχική αποξένωση των συζύγων με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου (Α.Π. 2294/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1, 19 και 14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην συμπροσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη, τις πλημμέλειες ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δεν απέρριψε την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως αόριστη και παρά το νόμο δεν την κήρυξε απαράδεκτη και ειδικότερα ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1438 και 1439 εδ.γ Α.Κ.
και χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δεν απέρριψε την από 2-3-2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως αόριστη και παρά το νόμο δεν την κήρυξε απαράδεκτη, τόσο κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα όσο και κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεώς του, την οποία προέβαλε νομότυπα ενώπιον του πρωτοβάθμιου και επανέφερε επίσης νομότυπα ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεδομένου ότι με αυτήν (την αγωγή) η αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε μόνο ότι οι διάδικοι τελούν σε διάσταση από τις 14-11-2001 και μέχρι την άσκηση της αγωγής, χωρίς να επικαλείται και το απαραίτητο για την ύπαρξη της διαστάσεως βουλητικό στοιχείο, ήτοι την πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως και χωρίς να παραθέτει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει όχι μόνο η φυσική αλλά και η ψυχική αποξένωση των συζύγων με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα τρία σκέλη του, αφού, όπως έχει εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, τα ως άνω στοιχεία δεν ήταν αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής.
Κατά την επιβολή των εξόδων εις βάρος του ηττηθέντος διαδίκου (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ.) το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη ούτε απαιτείται μνεία των προϋποθέσεων που θα δικαιολογούσαν το συμψηφισμό των εξόδων, ο οποίος σε κάθε περίπτωση είναι δυνητικός σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.2 ν.2915/2001, που ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 15 ν.2943/2001), εφαρμόζεται δε και στην προκειμένη υπόθεση που συζητήθηκε για πρώτη φορά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 15-2-2007 (Α.Π. 121/2008).
Εξάλλου η καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου στα δικαστικά έξοδα δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 2 παρ.1 του Συντάγματος κατά το οποίο "Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας" ούτε του άρθρου 1 εδ.α του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" κατά το οποίο "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους". Τέλος τα οριζόμενα στα άρθρα 100 επ. του ν.δ.3026/1954 "περί του κώδικος των δικηγόρων" όρια της δικηγορικής αμοιβής είναι τα ελάχιστα επιτρεπόμενα, με την έννοια ότι η δικηγορική αμοιβή δεν επιτρέπεται να ορισθεί σε ποσό κατώτερο αυτών, δεν απαγορεύεται όμως να ορισθεί σε ποσό ανώτερο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1, 8 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση καθώς και στη συμπροσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τις πλημμέλειες ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον καταδίκασαν στη δικαστική δαπάνη στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό και ειδικότερα ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία:
α) καταδικάστηκε στη δικαστική δαπάνη στον πρώτο βαθμό αντί κατά το άρθρο 177 Κ.Πολ.Δ. να καταδικαστεί σ' αυτήν η ενάγουσα, αφού δεν προκάλεσε αυτός τη δίκη και αμέσως μετά την άσκηση της αγωγής στην πρώτη συζήτηση τη συνομολόγησε πλήρως με τις προτάσεις του στο πρωτοδικείο, με τις οποίες και υπέβαλε το σχετικό αίτημα που αναιτιολόγητα απορρίφθηκε σιωπηρά, ο δε σχετικός λόγος εφέσεως δεν δικάστηκε στην ουσία, αφού η έφεσή του απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη, β) κάθε μία από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις έπρεπε να δεχθεί ότι η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων έπρεπε να συμψηφιστεί κατά το άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ. (το ορθό 179 Κ.Πολ.Δ.) αφού επρόκειτο για δίκες μεταξύ συζύγων και, εκτός του ότι ο ίδιος δεν προκάλεσε τη δίκη, προαπέδειξε την οικονομική του αδυναμία, εξαιτίας της οποίας του ορίστηκε πληρεξούσιος δικηγόρος από την πολιτεία κατά τις διατάξεις του ν.3226/ 2004 προς άσκηση της εφέσεως και της αιτήσεως αναιρέσεως και γ) αφού η αναιρεσίβλητη δεν υπέβαλε κατάλογο κατά το άρθρο 190 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
για εκκαθάριση των εξόδων στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό, έπρεπε να προσδιοριστεί η δικαστική της δαπάνη στα ελάχιστα όρια που ορίζονται από τα άρθρα 100 παρ.4, 107 παρ.1 και 110 παρ.1 του ν.δ.3026/ 1954. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα τρία σκέλη του και ειδικότερα: 1) κατά το σκέλος κατά το οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.
διότι κατά τα προεκτεθέντα: α) η καταδίκη του ηττωμένου διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 2 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 εδ.α του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Ρώμης και β) τα οριζόμενα στα άρθρα 100 επ. του ν.δ. 3026/1954 "περί του κώδικος των δικηγόρων" όρια της δικηγορικής αμοιβής είναι τα ελάχιστα επιτρεπόμενα, με την έννοια ότι η δικηγορική αμοιβή δεν επιτρέπεται να ορισθεί σε ποσό κατώτερο αυτών, δεν απαγορεύεται όμως να ορισθεί σε ποσό ανώτερο, 2) κατά το σκέλος του κατά το οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ.
διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει ειδικά στο αίτημα του ηττωμένου διαδίκου για καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη ή για συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης και 3) κατά το σκέλος του κατά το οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, κατά την επιβολή των εξόδων εις βάρος του ηττηθέντος διαδίκου, το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-1-2009 αίτηση για αναίρεση της 1938/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της 22885/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασίας γαμικών διαφορών).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ