Legislator Case Law & Legislation
118/2010 AI generated

118/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 118/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/1/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 2/3/2005 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του τρίτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 655/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/10/2008 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

118/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση (ΟλΑΠ 24/2003).

Keywords

AI generated
withdrawal of driving license driving while unfit to drive deportation despite health issues severe illicit drug trafficking unfit notwithstanding health condition cessation of accident benefits
AI generated
1025/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
732/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
938/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Σεπτεμβρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7997/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2067/2002 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή του.
1606/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
1391/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 357/1999 προδικαστική, 99/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 253/2004 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Μαρτίου 2006 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 118 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 118/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, κατοίκων ..., 3) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/1/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 2/3/2005 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή του τρίτου των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 655/2007 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/10/2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 3/11/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαία, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία, όχι δε και για άλλες αξιώσεις προς αποζημίωση από την ίδια αιτία, που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο, έστω και αν, ως προς τις τελευταίες, είχε διατυπωθεί επιφύλαξη για τη δικαστική επιδίωξή τους. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή".

Συνεπώς, εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση (ΟλΑΠ 24/2003).

Αναγκαία όμως προϋπόθεση για τη δέσμευση από το δεδικασμένο εκδοθείσης αποφάσεως είναι η ασκούμενη με τη μεταγενέστερη αγωγή αξίωση καταβολής αποζημιώσεως για βλάβη π.χ. του σώματος ή της υγείας του παθόντος σε ατύχημα από αυτοκίνητο να μπορούσε απ' αρχής να προβλεφθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή η ζημία είναι απρόβλεπτη, ισχύει νέα παραγραφή για εκείνες τις δυσμενείς συνέπειες που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν κατά τους κοινούς κανόνες, η οποία (παραγραφή ) και αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με το ατύχημα.

Εάν πρόκειται, όμως, περί προβλέψιμων αξιώσεων, παρατείνεται η παραγραφή σε εικοσαετία με την αναγκαία προϋπόθεση, ότι η απόφαση κατέστη τελεσίδικη εντός του χρόνου της πενταετίας ή της διετίας, κατά περίπτωση, καθώς και ότι μέχρι την τελεσιδικία δεν έχει υποκύψει η αξίωση σε προβλεπόμενες βραχυχρόνιες παραγραφές.

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Τέλος, κατά τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά? "Επί των από: ...προηγουμένων αγωγών του και ήδη ενάγοντος Χ, κατά των και ήδη εναγομένων, εκδόθηκε, στις 17-7-2001, η υπ' αριθ. 409/2001 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία κρίθηκε:

α)ότι ο ήδη πρώτος εναγόμενος Ψ1, οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλ. ... (με γερμανικές πινακίδες κυκλοφορίας) ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου Ψ2, και το οποίο κάλυπτε ασφαλιστικά το τρίτο εναγόμενο "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης", (ως εκ του ότι το αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο σε αλλοδαπή Ασφαλιστική Εταιρεία, με συνήθη τόπο στάθμευσης τη ...), από υπαιτιότητά του, κατά ποσοστό 20%, τραυμάτισε τον ως άνω ενάγοντα κατά τη σύγκρουση του παραπάνω αυτοκινήτου με την υπ' αριθ.

κυκλ. ...δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο Ζ, (μη διάδικος στην ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δίκη), και στην οποία επέβαινε ο ενάγων ως συνεπιβάτης, και η οποία σύγκρουση έλαβε χώρα στις 28-8-1995, στο 15° χλμ. της Επαρχιακής οδού ..., στο ύψος του χωριού..., β) ότι το εν λόγω ατύχημα οφείλεται στη συγκλίνουσα αμέλεια του πρώτου εναγομένου Ψ1, οδηγού του αυτοκινήτου, κατά ποσοστό 20%, και του Ζ, οδηγού της μοτοσικλέτας, κατά ποσοστό 80%, και γ) ότι ο ενάγων Χ, υπέστη από το ατύχημα ανοικτό συντριπτικό κάταγμα κάτω τριτημορίου αριστερού μηριαίου ποδιού, (3ου βαθμού), συντριπτικό κάταγμα άνω άκρου αριστερής κνήμης, με απώλεια οστικής μάζας μαλακών μορίων και δέρματος, παράλυση περονιαίου πύρου αριστερού ποδιού, κάταγμα κάτω τριτημορίου διάφυσης δεξιάς κνήμης και εκτεταμένη νάρκωση δέρματος (Δ) ημιθωρακίου και κοιλίας, και ότι, συνεπεία των βλαβών αυτών, ήταν ανίκανος προς εργασία για το διάστημα από 28-8-1995 μέχρι 30-10-2003.

Με την ίδια παραπάνω απόφαση (409/2001) επιδικάσθηκε στον ενάγοντα αποζημίωση για έξοδα μεταφοράς του στο Νοσοκομείο για το χρονικό διάστημα μέχρι το έτος 1997, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και για αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων, για το χρονικό διάστημα από 28-8-1995 έως 31-5-2003. Από την απόφαση αυτή παράγεται δεδικασμένο ως προς τις συνθήκες τελέσεως της παραπάνω αδικοπραξίας, τη συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 20% του πρώτου εναγομένου Ψ1 στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και στην έκταση του τραυματισμού και των ζημιών, που υπέστη ο ενάγων, το χρονικό διάστημα από 28-8-1995, (ημερομηνία του ατυχήματος), έως 31-5-2003...

Περαιτέρω, στην κρινόμενη περίπτωση, αναφορικά με το ένδικο από 1-11-2003 έως 30-10-2008 χρονικό διάστημα, για το οποίο ο ενάγων ζητεί την αποκατάσταση συνεχόμενου μέρους της αποθετικής του ζημίας, ήτοι σε απώλεια εισοδημάτων του (20.000+100,000 ευρώ), καθώς και συνεχόμενου μέρους θετικής του ζημίας, ήτοι για έξοδα μεταφοράς του από και προς το Νοσοκομείο, για το διάστημα από 1-12-2000 έως 7-4-2001, ποσού 1578,85 ευρώ, οι αξιώσεις αυτές του ενάγοντος, οι οποίες αποτελούν όλες προβλεπτές από την αρχή ζημίες αυτού, υπέκυψαν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ για τον πρώτο εναγόμενο και στη διετή τοιαύτη των άρθρων 7 Ν.

ΓΠΝ/1911 και άρθρ.10 παρ. 2 Ν. 489/1976 για το δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, αντίστοιχα, αφού, από τις 29-8-1995, (επομένης του ατυχήματος), οπότε και ο ενάγων έμαθε τη ζημία και τους υπόχρεους προς αποζημίωση, μέχρι την άσκηση της κρινομένης από 14-1-2005, (υπ' αριθ. καταθ. 202/ΕΓα'22/12-5-2005), αγωγής, η οποία επιδόθηκε στους εναγομένους στις 15-2-2005, παρήλθε πενταετία και διετία αντιστοίχως.

Ας σημειωθεί ότι οι προγενέστερες από 29-8-1997 και από 1-11-1998 αγωγές του ενάγοντα δεν περιελάμβαναν τις ένδικες αξιώσεις, ώστε να επέλθει διακοπή της παραγραφής τους με τις αγωγές αυτές (κατ' άρθρ. 261 ΑΚ). Εξάλλου, δεν μπορεί, να γίνει λόγος ούτε περί επιμηκύνσεως της παραγραφής σε 20ετή, κατ' άρθρο 268 εδ. α' ΑΚ, αφού πρόκειται για αξιώσεις που αναφέρονται στο μέλλον, ήταν προβλεπτές εξ υπαρχής, δεν ήταν επίδικες στις αρχικές πιο πάνω αγωγές, και η υπ' αριθ. 409/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε επί των προγενεστέρων αγωγών του ενάγοντος, δημοσιεύθηκε στις 17-7-2001, ήτοι μετά τη συμπλήρωση πενταετίας, (η οποία συμπληρώθηκε στις 29-8-2000 για τον πρώτο εναγόμενο), και διετίας, (που συμπληρώθηκε στις 29-8-1997 για τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων), από του χρόνου που ο παθών ενάγων έλαβε γνώση της ζημίας και του υπαιτίου αυτής, (και του χρόνου που επισυνέβη το ατύχημα, όσον αφορά τη διετή παραγραφή), χωρίς να μεσολαβήσει γεγονός διακοπής του χρόνου της παραγραφής.

Συνακόλουθα, οι ένδικες αξιώσεις είχαν υποπέσει στην προαναφερθείσα παραγραφή, (πενταετή και διετή αντίστοιχα), προ της τελεσιδίκου βεβαιώσεως των προγενεστέρων τοιούτων, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα και με όσα αναλυτικώς εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση της παρούσας. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που για τις επίδικες αξιώσεις του ενάγοντα, απέρριψε την ανωτέρω ένσταση παραγραφής, που είχαν προβάλει νομίμως οι εναγόμενοι, και έκανε εν μέρει δεκτή κατ' ουσία την αγωγή, έσφαλε κατά το βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο της κρινομένης εφέσεως και πρέπει να εξαφανισθεί".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε την αγωγή, κατά παραδοχή της ένστασης παραγραφής των αναιρεσιβλήτων. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή δεν μεσολάβησε κανένα διακοπτικό γεγονός της παραγραφής, και ότι η παραγραφή της ένδικης αξίωσης δεν επιμηκύνθηκε σε εικοσαετή, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 937 παρ. 1, (σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 247, 251, 292, 914 και 922 ΑΚ), 10 παρ. 2 του ν. 489/76 και 268 παρ. 1 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο από τον άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, αφού, κατά τις παραδοχές τις προσβαλλόμενης απόφασης, μέχρι την 29-8-1997 και την 29-8-2000, (χρόνους συμπλήρωσης της παραγραφής έναντι των β'και γ' αναιρεσιβλήτων Ψ2 και Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης και του α' αναιρεσίβλητου-ζημιώσαντος, αντίστοιχα), δεν υπήρξε τελεσίδικη απόφαση που να δέχεται την ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία, από την ένδικη αδικοπραξία, του αναιρεσείοντος.

Παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, αναφορικά με τα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιόν του, με τους λόγους των εφέσεων των αναιρεσιβλήτων, και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι παραδοχές ότι οι νέες ζημίες του αναιρεσείοντος αποτελούν όλες προβλεπτές από την αρχή ζημίες αυτού, αιτιολογούνται με σαφήνεια και επάρκεια, χωρίς αντιφάσεις.

Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.

Συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, χωρίς να τις παραβιάσει. Σύμφωνα με αυτά δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες, που προβλέπονται, από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι δε περί του αντιθέτου λόγοι του αναιρετηρίου, που αναπτύσσονται ως δεύτερος λόγος αυτού, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όλοι δε οι λόγοι αναιρέσεως, κατά τις αιτιάσεις τους εκείνες με τις οποίες, υπό το πρόσχημα της απλής επίκλησης των άνω πλημμελειών, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, και ιδίως αυτή για το προβλεπτό ή μη της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που προκύπτει από τις αποδείξεις, ως εκτίμηση γεγονότων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-10-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 655/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ