Legislator Case Law & Legislation
118/2006 AI generated

118/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 118/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Α. χήρας Α. Ρ., το γένος Ε. Π., 2. Ι. Ρ. του Α., 3. Ε. Ρ. του Α., 4. Ι. Ρ. του Α., 5. Π. συζ. Ι. Ρ., το γένος Α. Μ., κατοίκων ..., 6. Β. Ρ., συζ. Χ. Ν., κατοίκου ... και 7. Χ. Ρ., συζ. Κ. Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σίνο.

Legislator headnote

AI generated

118/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Εισάγονται προς εκδίκαση οι από 13-5-2004 και 12-5-2004 αιτήσεις των Γ. Κ. κ.λ.π. και των Α. Ρ. κ.λ.π., αντιστοίχως, και οι από 25-7-2004 πρόσθετοι λόγοι της δεύτερης αιτήσεως, περί αναιρέσεως της 52/2004 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων της πρώτης αιτήσεως δήλωσε στο ακροατήριο ότι η εκ των αναιρεσειόντων Σ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 118 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 118/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Α. χήρας Α. Ρ., το γένος Ε. Π., 2. Ι. Ρ. του Α., 3. Ε. Ρ. του Α., 4. Ι. Ρ. του Α., 5. Π. συζ. Ι. Ρ., το γένος Α. Μ., κατοίκων ..., 6. Β. Ρ., συζ. Χ. Ν., κατοίκου ... και 7. Χ. Ρ., συζ. Κ. Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σίνο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. Μ. του Π., 2. Ο. συζ. Γ. Μ., το γένος Π. Κ., κατοίκων ... και 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΚΤΩΡΙΑ (VICTORIA) AΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Παγώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. χήρας Σ. Κ., το γένος Κ. Π., ατομικώς και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της, α. Σ. Κ. του Σ., και β. Θ. Κ. του Σ., 2. Θ. Κ. του Π., 3. Σ. συζ. Θ. Κ. και 4. Π. Κ. του Θ., κατοίκων .... Εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γεώργιος Μανουσάκης, ο οποίος δήλωσε ότι: α. η φερόμενη στην κρινόμενη αίτηση ως ανήλικη Σ. Κ. του Σ., ενηλικιώθηκε ήδη από 24-5-2005 και παρίσταται στην παρούσα δίκη ατομικά για τον εαυτό της, β. οι αναιρεσείοντες Θ. Κ. του Π. και Π. Κ. του Θ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, απεβίωσαν, ο μεν πρώτος στις 22-7-2005, σύμφωνα με την υπ'αριθ. 9/91/2005 προσκομισθείσα ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Κοζάνης, ο δε δεύτερος στις 29-10-2004, σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 139/89/2004 προσκομισθείσα ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Κοζάνης και την δίκη συνεχίζουν επ'ονοματί τους οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι και καθολικοί διάδοχοί του Θ. Κ. του Σ., Σ. Κ. του Σ. (υπό στοιχεία 1.α.και β. εκ των ως άνω αναιρεσειόντων) και για τους δύο, ενώ για τον δεύτερο και η Σ. ήδη χήρα Θ. Κ. (υπό στοιχείο 3 αναιρεσείουσα), τους οποίους εκπροσωπεί όλους ο ίδιος δια πληρεξουσίων εγγράφων.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. Μ. του Π., 2. Ο. συζ. Γ. Μ., το γένος Π. Κ., κατοίκων ... και 3. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΒΙΚΤΩΡΙΑ (VICTORIA) AΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Παγώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 544/2000, 45/2001 και 140/2001 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 398/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2004 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α. αναιρεσείοντες με την από 12 Μαϊου 2004 αίτησή τους και τους από 25 Ιουλίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής και οι υπό στοιχείο Β. αναιρεσείοντες με την από 13 Μαϊου 2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανάγνωσε την από 22 Νοεμβρίου 2005 κοινή έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Ο πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντίστοιχων αιτήσεων αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγονται προς εκδίκαση οι από 13-5-2004 και 12-5-2004 αιτήσεις των Γ. Κ. κ.λ.π. και των Α. Ρ. κ.λ.π., αντιστοίχως, και οι από 25-7-2004 πρόσθετοι λόγοι της δεύτερης αιτήσεως, περί αναιρέσεως της 52/2004 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων της πρώτης αιτήσεως δήλωσε στο ακροατήριο ότι η εκ των αναιρεσειόντων Σ.

Κ. του Σ. είναι ήδη ενήλικη και συνεχίζει τη δίκη ατομικώς για τον εαυτό της, καθώς και ότι στη δικονομική θέση των δευτέρου και τετάρτου των αναιρεσειόντων Θ. Κ. του Π. και Π. Κ. του Θ., οι οποίοι απεβίωσαν στις 22-7-2005 και 29-10-2004, αντιστοίχως, υπεισήλθαν και συνεχίζουν τη δίκη, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πρώτου, οι εκ των αναιρεσειόντων Θ.

Κ. του Σ., Σ. Κ. του Σ. (εγγονοί του) και Σ. χήρα Θ. Κ. (σύζυγός του) και, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του δευτέρου, οι εκ των αναιρεσειόντων Θ. Κ. του Σ. και Σ. Κ. του Σ. (ανιψιοί του). Σε σχέση προς τις μεταβολές αυτές, ο ίδιος πληρεξούσιος δικηγόρος προσκόμισε τα με αριθμούς 17.471/12-6-2001, 21.426/25-6-2004, 4.538/25-6-2005, 4.539/25-6-2005 και 39.065/28-11-2005 πιστοποιητικά πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Κοζάνης, τις με αριθμούς 139/89/2004 και 9/91/2005 ληξιαρχικές πράξεις θανάτου του Ληξιάρχου Κοζάνης, τη συνταχθείσα από τον συμβολαιογράφο Κοζάνης Λάζαρο Σιούλα με αριθμό .../13-5-2003 δημόσια διαθήκη του Π.

Κ. του Θ., το με αριθμό 291/25-11-2004 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης περί της δημοσιεύσεως της διαθήκης αυτής και τα με αριθμούς 4.679/8-4-2005, 12.5567 και 12.578/29-11-2005 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Κοζάνης. Επομένως, οι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, που έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω οικονομίας χρόνου και εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους.

Α. Επί της από 13-5-2004 αιτήσεως αναιρέσεως των Γ. Κ. κ.λ.π.

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. Γ π Ν/1991, 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο αυτοκινήτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν κατεβάλλετο, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εξ άλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρεβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, όχι όμως και στην εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Ετσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση, ελέγχεται με τους αναιρετικούς αυτούς λόγους η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη υπαιτιότητας, συντρέχοντος πταίσματος και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και της ζημίας. Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου.

Η εξειδίκευση των αόριστων τούτων νομικών εννοιών γίνεται μέσω των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την οποία εξομοιώνονται εν προκειμένω οι κανόνες της τυπικής λογικής. Με την προσβαλλόμενη απόφασή, το εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι η σύγκρουση του οδηγούμενου από τον πρώτο αναιρεσίβλητο και ασφαλισμένου στην τρίτη αναιρεσίβλητη ...

Δ.Χ. λεωφορείου (τουριστικού) ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης με το οδηγούμενο από τον συγγενή των αναιρεσειόντων Σ. Κ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας των Α. Ρ. και Α. Ρ. έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: Τη 14-4-2000 και περί ώρα 05.15' ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκινείτο με το ανωτέρω λεωφορείο επί της εθνικής οδού Κοζάνης - Ιωαννίνων με κατεύθυνση προς Ιωάννινα.

Την ίδια ώρα, με το ως άνω επιβατηγό αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε και ο Α. Ρ., εκινείτο αντιθέτως επί της ίδιας οδού ο Σ. Κ., ο οποίος, λόγω ελλείψεως της προσοχής του στην οδήγηση και λόγω κοπώσεώς του, που οφείλοντο σε αμέσως προηγηθείσα ολονύκτια διασκέδαση με τον συνεπιβαίνοντα φίλο του, όταν έφθασε στο 23ο χιλιόμετρο της οδού αυτής, παρεβίασε τη διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, όπου η δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του συγκρούσθηκε με τη δεξιά πλευρά του λεωφορείου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, αντιλαμβανόμενος σε απόσταση 20 μέτρων του εντελώς αιφνίδιο και απρόβλεπτο κίνδυνο, ενήργησε ελιγμό προς τα αριστερά, για να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση, ενώ παραλλήλως προέβη σε τροχοπέδηση, πλην όμως, λόγω της "μηδενικής" αποστάσεως των οχημάτων, δεν κατέστη δυνατή η αποτροπή της συγκρούσεως.

Εξαιτίας της συγκρούσεως τραυματίσθηκαν θανασίμως ο οδηγός και ο συνεπιβάτης του επιβατηγού αυτοκινήτου και καταστράφηκαν ολοσχερώς αμφότερα τα οχήματα. Κατά τη στιγμή της συγκρούσεως, στον τόπο του ατυχήματος επικρατούσε σκοτάδι, η ορατότητα δεν περιορίζετο από εμπόδια και το οδόστρωμα, συνολικού πλάτους εννέα (9) μέτρων με δύο ρεύματα κυκλοφορίας πλάτους 3,40 μέτρων το καθένα και με ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 1,10 μέτρων σε κάθε πλευρά της οδού, ήταν ξηρό με συντελεστή τριβής 0,70, ενώ εξάλλου στο σημείο του ατυχήματος η οδός έχει δύο διαδοχικές στροφές προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία και των δύο οχημάτων, οι οποίες απέχουν μεταξύ τους 150 μέτρα.

Τα ίχνη της συγκρούσεως, δηλαδή λάδια, υγρά, θραύσματα υάλων και πλαστικά, βρέθηκαν στο ρεύμα πορείας του λεωφορείου, με βάση δε τη θέση των ιχνών αυτών, ο αρμόδιος υπάλληλος του Τμήματος Τροχαίας Κοζάνης τοποθετεί το πιθανό σημείο συγκρούσεως στο ρεύμα πορείας του λεωφορείου και σε απόσταση 50 εκατοστών του μέτρου από τη διαχωριστική γραμμή της οδού, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τη φωτογραφική απεικόνιση των ιχνών από τους τροχούς του λεωφορείου στα λάδια, καθώς και των ιχνών τροχοπεδήσεως - εκτροπής αυτού σε απόσταση 20,20 μέτρων, τα οποία (ίχνη) αρχίζουν από το δεξιό ρεύμα πορείας του και συνεχίζουν διαγωνίως (λοξώς) αριστερά προς το αντίθετο ρεύμα.

Ενόψει της κινήσεως του λεωφορείου "κανονικώς" στο ρεύμα πορείας του και της προσκρούσεως του επιβατηγού αυτοκινήτου με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του στο εμπρόσθιο δεξιό μέρος του λεωφορείου, είναι φανερό ότι το επιβατηγό αυτοκίνητο ευρίσκετο "ολόκληρο" στο αντίθετο ρεύμα πορείας και μάλιστα στο άκρο του.

Η φορά προσκρούσεως του καθενός οχήματος είναι υπό γωνία 20 μοιρών, σε σχέση με τον νοητό διαμήκη άξονα αυτών. Μετά τη σύγκρουση, το επιβατηγό αυτοκίνητο εξετράπη της πορείας του προς τα "πίσω" και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 25,70 μέτρων πάνω στο ανάχωμα, καθέτως προς τον άξονα του οδοστρώματος, ενώ ο εμπρόσθιος δεξιός τροχός και το "τιμόνι" το λεωφορείου τέθηκαν εκτός λειτουργίας, με συνέπεια ο οδηγός του να μην είναι σε θέση να πραγματοποιήσει ελιγμό επαναφοράς και ευθυγραμμίσεως της πορείας του λεωφορείου, το οποίο έτσι παρεξέκλινε και ανετράπη μέσα στους αγρούς σε απόσταση 40 μέτρων από το σημείο της συγκρούσεως.

Το επιβατηγό αυτοκίνητο είχε εισέλθει εξολοκλήρου στο αντίθετο ρεύμα κατά τη στιγμή της εισόδου του λεωφορείου στην αριστερή, ως προς την πορεία του, στροφή της οδού, με αποτέλεσμα ο οδηγός του τελευταίου οχήματος να είναι αδύνατο να αντιληφθεί εγκαίρως το πρώτο όχημα, αφενός μεν, διότι η ορατότητά του περιορίζετο λόγω της στροφής, αφετέρου δε, διότι είχε εστιάσει την προσοχή του στο έμπροσθεν ευρισκόμενο σημείο της στροφής.

Ο οδηγός του επιβατηγού αυτοκινήτου δεν κατέβαλε την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, ειδικότερα δε η κόπωσή του από την ολονύκτια διασκέδαση σε νυκτερινό κέντρο και η εκ μέρους του κατανάλωση έξι ως οκτώ ποτηριών με "ουϊσκι" είχαν ως συνέπεια να μην είναι διαρκώς τεταμένη η προσοχή του στην οδήγηση, παρόλο που, λόγω των συνεχών στροφών, της στενότητας της οδού και της περιορισμένης ορατότητας, απαιτείτο αυξημένη προσοχή, και ως εκ τούτου, κινούμενος και με ταχύτητα μεγαλύτερη των 100 χιλιομέτρων ωριαίως, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Η κατάσταση πλήρους μέθης στην οποία είχε περιέλθει (στο αίμα του βρέθηκε ποσότητα οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,36‰) και η έλλειψη από αυτόν κάθε συναισθήσεως του τόπου, του χρόνου και του κινδύνου επιβεβαιώνονται, όχι μόνο από τις περιεχόμενες στην 180/2001 έκθεση της Ειρηνοδίκου Κοζάνης ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Α.

Χ. και Ι. Ζ., αλλά και, κυρίως, από το γεγονός ότι, αν και είχε ορατότητα σε απόσταση μεγαλύτερη των 100 μέτρων, ούτε τροχοπέδησε ούτε προέβη σε οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό. Εξάλλου, ο οδηγός του λεωφορείου δεν μπορούσε να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, διότι στο σημείο εκείνο υπήρχε ανάχωμα, το γεγονός δε ότι αυτός εκινείτο κατά το χρόνο της συγκρούσεως με ταχύτητα 85 χιλιομέτρων ωριαίως, δηλαδή καθυπέρβαση του επιτρεπόμενου ανώτατου ορίου των 80 χιλιομέτρων ωριαίως, δεν τελεί σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με το ατύχημα, καθόσον, ακόμη και αν εκινείτο με μικρότερη ταχύτητα, δεν θα μπορούσε να αποτρέψει το επελθόν αποτέλεσμα, δεδομένου ότι η σύγκρουση έγινε στο δικό του ρεύμα πορείας, στο οποίο η είσοδος του επιβατηγού αυτοκινήτου ήταν απρόβλεπτη και αιφνίδια.

Υστερα από τις διαπιστώσεις αυτές, το εφετείο έκρινε ότι το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου, ακολούθως δε απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων μερών κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε η από 28-12-2000 αγωγή των αναιρεσειόντων περί επιδικάσεως σ' αυτούς αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως για την περιουσιακή ζημία και την ψυχική οδύνη που υπέστησαν εξαιτίας της θανατώσεως του άνω συγγενούς τους Σ.

Κ., ενώ έγινε εν μέρει δεκτή η από 10-10-2000 αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης και της επιδικάσθηκαν τα αναφερόμενα στην εν λόγω απόφαση χρηματικά ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την περιουσιακή ζημία και την ηθική βλάβη αντιστοίχως που υπέστη εξαιτίας της ολοσχερούς καταστροφής του άνω λεωφορείου της.

Με την εκτεθείσα κρίση το εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ούτε τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο διατάξεις του ν. 2696/1999 (κ.ο.κ.), αλλ' ούτε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενώ εξάλλου διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών, αναφορικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του Σ.

Κ. στην πρόκληση του ατυχήματος και με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του εν λόγω οδηγού και της ζημίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Ο καθιερούμενος με το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 κα 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, ήτοι προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως στο έγγραφο αυτό, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν πρόκειται για έγγραφα, ακόμη και δημόσια, ως προς τις περιεχόμενες σ' αυτά αξιολογικές κρίσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, αφού οι κρίσεις αυτές εκτιμώνται ελευθέρως από το δικαστήριο, καθώς και όταν το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσότερων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς όμως τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το εφετείο, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου Σ. Κ., έλαβε μεν υπόψη του και τις σχετικές εκθέσεις εξετάσεως του αίματος αυτού, πλην όμως ιδιαίτερη βαρύτητα δεν απέδωσε στις εν λόγω εκθέσεις αλλά στα αναφερόμενα στην απόφασή του υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, τη δε κρίση του, ότι ο άνω οδηγός ευρίσκετο σε κατάσταση πλήρους μέθης, σχημάτισε κυρίως από τις διαλαμβανόμενες στην 180/2001 έκθεση της Ειρηνοδίκου Κοζάνης ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των Α.

Χ. και Ι. Ζ. και δευτερευόντως από τα ως άνω έγγραφα. Στο πρώτο από τα επίμαχα έγγραφα, ήτοι στη συνταχθείσα από τον Π. Θ. (Αστυνόμο - χημικό του Τμήματος Χημείου της Υποδιευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών Βόρειας Ελλάδας) με χρονολογία 21-4-2000 έκθεση εξετάσεως αίματος του Σ. Κ., αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι "από την εξέταση, που περιορίσθηκε στην ποιοτική ανάλυση του αίματος, βρέθηκε οινόπνευμα σ' αυτό χωρίς ωστόσο να γίνει δυνατός ο ποσοτικός του προσδιορισμός λόγω της ακαταλληλότητας του δείγματος", ενώ στο δεύτερο από αυτά, ήτοι στην από 1-6-2001 αναφορά του ίδιου ποιο πάνω συντάκτη, σημειώνεται ότι "το αίμα ήταν σε κατάσταση πλήρους πήξης", ότι "ο ακριβής προσδιορισμός της διερευνώμενης ποσότητας οινοπνεύματος, δηλαδή η ποσοστική εξέταση του οινοπνεύματος στο αίμα, ήταν αδύνατη", ότι "λαμβάνοντας υποθετικά σαν δεδομένο ότι η εξετασθείσα ποσότητα του πηγμένου αίματος πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, δηλαδή την εξέταση ορισμένης ποσότητας ρευστού αίματος και με τη χρήση υποθετικών παραμέτρων, υπολογίσθηκε το ποσοστό του οινοπνεύματος, που ανιχνεύθηκε, σε ένα γραμμάριο και τριάντα έξι εκατοστά του γραμμαρίου κατά λίτρο αίματος ή 1,36‰", ότι "είναι ένα υποκειμενικό ποσοστό...

και θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε άλλος αριθμός σε μια κλίμακα διαβάθμισης λίγο πάνω από το μηδέν και μέχρι το όριο ανοχής του ανθρώπινου οργανισμού σε οινόπνευμα" και ότι " ...αν και η παρουσία οινοπνεύματος στο συγκεκριμένο αίμα είναι αναμφισβήτητη και επιστημονικά αποδεδειγμένη, οποιοσδήποτε υπολογισμός του ποσοστού οινοπνεύματος κρίνεται αναξιόπιστος, μη αντικειμενικός και ακατάλληλος σε οποιαδήποτε χρήση πέραν αυτής της πειραματικής".

Από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών προκύπτει ότι, ως προς την ανίχνευση στο αίμα οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,36‰, η σχετική κρίση είναι υποθετική, δηλαδή αξιολογική, γι' αυτό και, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο. Στο πλαίσιο έτσι της ελεύθερης εκτιμήσεως, το εφετείο έλαβε υπόψη τα, παρενθετικώς άλλωστε αναφερόμενα στην απόφασή του, έγγραφα αυτά, χωρίς ωστόσο να τα εξάρει ιδιαιτέρως, αφού η παραδοχή του, περί πλήρους μέθης του Σ.

Κ., στηρίχθηκε πρωτίστως στην οδηγητική συμπεριφορά του τελευταίου, αλλά και στις καταθέσεις των αναφερόμενων πιο πάνω δύο μαρτύρων. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ απορρέων δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο καταλογίζεται στο εφετείο η πλημμέλεια της παραμορφώσεως του περιεχόμενου των επίμαχων εγγράφων, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 και 20 ΚΠολΔ, διατείνονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, άλλως ότι παραμόρφωσε κατά το περιεχόμενο, τα νομίμως προσκομισθέντα από αυτούς με επίκληση έγγραφα και ειδικότερα: α) δώδεκα έγχρωμες φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζονται ο τόπος του ατυχήματος, η πραγματική κατάσταση της οδού, η επικινδυνότητα της κρίσιμης στροφής, η ύπαρξη στην πορεία του λεωφορείου των πινακίδων Κ-2α και Π-75, η ύπαρξη πλήρους ορατότητας στην στροφή αυτή και σε μεγάλη απόσταση ως προς την πορεία του λεωφορείου, το χωμάτινο έρεισμα και το μετά από αυτό ανάχωμα και β) αντίγραφο της από 14-4-2000 εκθέσεως αυτοψίας του Ανθυπαστυνόμου του Τμήματος Τροχαίας Κοζάνης Π.

Π., όπου βεβαιώνεται ότι "επικρατούσε σκοτάδι", ότι "δεν περιορίζεται η ορατότητα από εμπόδια", ότι η ταχύτητα του επιβατηγού αυτοκινήτου "δεν διαπιστώθηκε ελλείψει στοιχείων", ότι η ταχύτητα του λεωφορείου "όπως φαίνεται από την κάρτα του ταχογράφου... υπερέβαινε τα 100 χ/ω", ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας για το λεωφορείο ήταν 80 χιλιόμετρα ωριαίως ότι μετά το πιθανό σημείο συγκρούσεως βρέθηκαν ίχνη τροχοπεδήσεως του λεωφορείου σε μήκος 20,20 μέτρων στην αριστερή λωρίδα, ενώ μετά το έρεισμα βρέθηκαν ίχνη σύρσεως πιθανόν και από το "τουμπάρισμα" σε μήκος περίπου 40 μέτρων έως την τελική θέση που αυτό βρέθηκε.

Όμως, από τη βεβαίωση του εφετείου, ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε, πλην άλλων, από την εκτίμηση "των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι..., μεταξύ των οποίων (εγγράφων) περιλαμβάνονται οι προσκομιζόμενες με επίκληση από τους διαδίκους φωτογραφίες" και "των εγγράφων της ποινικής δικογραφίας", αλλά και από τις προαναφερθείσες αιτιολογίες της αποφάσεώς του δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι συνεκτιμήθηκαν και τα εν λόγω έγγραφα.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην αποδεικτική του κρίση, δεν απέδωσε στα ως άνω έγγραφα περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, αλλά αξιολόγησε απλώς το προαναφερθέν περιεχόμενό τους μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, ενώ εξάλλου, ως προς την έκθεση αυτοψίας, τα περισσότερα από τα στοιχεία του περιεχομένου της, που ήταν κρίσιμα για τη διάγνωση της διαφοράς, μνημονεύοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Ειδικώς για την ταχύτητα του λεωφορείου το εφετείο δέχθηκε ότι το όχημα αυτό εκινείτο, πριν από τη στροφή στο ευθύ τμήμα οδού, με ταχύτητα υπερβαίνουσα τα 100 χιλόμετρα ωριαίως (105 χ/ω) και, στο σημείο της συγκρούσεως, με ταχύτητα 85 χιλιομέτρων ωριαίως, στην παραδοχή δε αυτή κατέληξε συνεκτιμώντας και την κάρτα ταχογράφου, ενώ ακόμη έκρινε ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας από τον οδηγό του λεωφορείου, ενόψει της απρόβλεπτης και αιφνίδιας εισόδου του άλλου οδηγού στο αντίθετο ρεύμα πορείας, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επελθούσα σύγκρουση, δηλαδή ότι πρόκειται για γεγονός που δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Β. Επί της από 12-5-2004 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 25-7-2005 πρόσθετων λόγων αυτής των Α. Ρ. κ.λ.π. Ι. Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο εφετείο την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσεως στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ισχυριζόμενοι ειδικότερα:

α) ότι οι παραδοχές του εφετείου, ότι ο οδηγός του λεωφορείου " ...αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο... έκανε αποφευτικό ελιγμό προς τα αριστερά, για να αποφύγει την μετωπική σύγκρουση, ενώ παράλληλα πραγματοποίησε τροχοπέδηση", ενέχουν κρίση αναιτιολόγητη και ερχόμενη "σε ευθεία αντίθεση με την αλήθεια των πραγμάτων" και β) είναι αναιτιολόγητες, αντιφατικές και αντίθετες με την αλήθεια των πραγμάτων οι κρίσεις του εφετείου ότι η σύγκρουση των οχημάτων επήλθε " ...την στιγμή ακριβώς που το λεωφορείο εισέρχεται σε αριστερή ως προς την πορεία του στροφή", ότι " ...ο οδηγός του λεωφορείου ήταν αδύνατο να αντιληφθεί αμέσως το ΙΧΕ αυτοκίνητο, πρώτον διότι περιοριζόταν, λόγω στροφής, η ορατότητά του και δεύτερου διότι η προσοχή του ήταν επικεντρωμένη ακριβώς μπροστά του, στο σημείο της στροφής" και ότι ο οδηγός του επιβατηγού αυτοκινήτου " ...είχε ορατότητα από την πλευρά του, πάνω από 100 μέτρα".

Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι απαράδεκτος, αφενός μεν, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της πληττόμενης αποφάσεως ως προς τις εκτεθείσες παραδοχές, αφετέρου δε, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το εφετείο.

ΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη της με αριθμό 231100/23-11-2000 "κοινής έκθεσης ανάλυσης τροχαίου ατυχήματος των ειδικών επιστημόνων ανάλυσης τροχαίων ατυχημάτων του γραφείου ΤΡΟΧΟΓΝΩΜΩΝ - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΟΔΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ, Δ. Κ., Αντιστρατήγου Ε.Α. και Γ. Τ., διπλωματούχου μηχανολόγου - μηχανικού", όπου, κατά τους αναιρεσείοντες, αναφέρεται ότι το σημείο συγκρούσεως δεν ήταν στο ρεύμα πορείας του λεωφορείου αλλά στο ρεύμα πορείας του επιβατηγού αυτοκινήτου. Στην προσβαλλόμενη απόφαση όμως μνημονεύεται ρητώς το εν λόγω έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου ωστόσο εκτιμήθηκε από το εφετείο ανελέγκτως ότι είναι ήσσονος αξιοπιστίας έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος συνεπώς αυτός είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, υποστηρίζουν ότι το Εφετείο: α) αυθαιρέτως δέχεται ότι ο οδηγός του επιβατηγού αυτοκινήτου εκινείτο με ταχύτητα άνω των 100 χιλιομέτρων ωριαίως και ότι η ταχύτητα αυτού συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, χωρίς να αιτιολογεί γιατί η ταχύτητα αυτή τον ανάγκασε να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και γιατί η ταχύτητα των 105 χιλιομέτρων ωριαίως, με την οποία εκινείτο ο οδηγός του λεωφορείου, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, β) σε αντίθεση με την αλήθεια των πραγμάτων δέχεται ότι ο οδηγός του λεωφορείου "πρώτα έκανε ελιγμό προς τα αριστερά και στη συνέχεια τροχοπέδησε", ότι, αντιφατικώς προς την παραδοχή αυτή, δέχεται σε άλλο σημείο της αποφάσεώς του πως ο οδηγός του λεωφορείου "αντικρύζοντας το ΙΧΕ αυτοκίνητο να έρχεται κατευθείαν επάνω του, έστριψε το τιμόνι προς τα αριστερά" και ότι σε άλλο σημείο της αποφάσεώς του δέχεται αντιφατικώς πως ο οδηγός του λεωφορείου "πρώτα προέβη σε τροχοπέδηση και στη συνέχεια σε αποφευκτικό ελιγμό", γ) διαλαμβάνει στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το σημείο συγκρούσεως των οχημάτων, δηλαδή αν αυτό ευρίσκεται στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας του λεωφορείου ή σε απόσταση 50 εκατοστών του μέτρου από τη διαχωριστική γραμμή της οδού ή στην αρχή ή στην έξοδο της στροφής και δ) παρά τις βεβαιώσεις του, ότι το σημείο συγκρούσεως ευρίσκεται 50 εκατοστά του μέτρου από τη διαχωριστική γραμμή, ότι τα δύο οχήματα συγκρούσθηκαν με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του, ότι το επιβατηγό αυτοκίνητο ήταν ολόκληρο στο ρεύμα πορείας του λεωφορείου και ότι το λεωφορείο έκανε ελιγμό προς τα αριστερά, εν συνεχεία δέχεται αντιφατικώς ότι ολόκληρο το λεωφορείο ευρίσκετο στο ρεύμα πορείας του και ότι το επιβατηγό αυτοκίνητο είχε εισέλθει στο ρεύμα πορείας του λεωφορείου.

Ο λόγος αυτός, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το εφετείο των πραγματικών γεγονότων, και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

IV. Με τον δεύτερο λόγο του ίδιου (πρόσθετου) αναιρετηρίου αποδίδεται στο εφετείο η εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια της παραμορφώσεως του περιεχομένου των σχετικών με την εξέταση αίματος του Σ. Κ. ως άνω δύο εγγράφων. Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με τον δεύτερο λόγο της από 13-5-2004 αιτήσεως αναιρέσεως και, άρα, παρέλκει η εκ νέου διερεύνησή του.

V. Με τον τρίτο λόγο του ίδιου αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διατείνονται ότι το εφετείο παρεβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητα και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς εκατέρου των οδηγών και της προκλήσεως του ατυχήματος, ειδικότερα δε, με τις παραδοχές, ότι η ταχύτητα των 105 ή 85 χιλιομέτρων ωριαίως του λεωφορείου δεν τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το ατύχημα και ότι στη μείωση της ταχύτητάς του προέβη ο οδηγός με τροχοπέδηση μόλις αντελήφθη το επιβατηγό αυτοκίνητο, παρεβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας κατά το οποίο ένα μεγάλο όχημα, όπως το λεωφορείο, κινούμενο με την ανωτέρω ταχύτητα, είναι αδύνατο, λόγω του φυσικού νόμου της φυγοκέντρου δυνάμεως, να διέλθει μια κλειστή αριστερή στροφή χωρίς να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αφού διαφορετικά η φυγόκεντρος δύναμη θα το εκτρέψει προς τα δεξιά, ενώ ακόμη δεν αιτιολογεί σαφώς αν η μείωση της ταχύτητας του λεωφορείου οφείλεται στην τροχοπέδηση που επεχείρησε ο οδηγός του μετά την είσοδό του στην αριστερή στροφή.

Όμως, δίδαγμα κοινής πείρας με το ανωτέρω περιεχόμενο, για τη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν υφίσταται, ενώ εξάλλου οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως εκτίθενται πιο πάνω κατά τη διερεύνηση του πρώτου λόγου της από 13-5-2004 αναιρετικής αιτήσεως, είναι πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ως προ τη συμπεριφορά του οδηγού του λεωφορείου και ειδικότερα ως προς τη μείωση της ταχύτητάς του, στην οποία αυτός προέβη, ενόψει της εισόδου του στη στροφή, ενώ προηγουμένως, δηλαδή πριν από τη στροφή στο ευθύ τμήμα της οδού, εκινείτο με ταχύτητα 105 χιλιομέτρων ωριαίως, όπως δέχεται το εφετείο.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. VI. Με τον τέταρτο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου καταλογίζεται στο εφετείο η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚπολΔ απορρέουσα πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των προσκομισθέντων από τους αναιρεσείοντες με επίκληση εγγράφων, ήτοι των σχετικών με τον τόπο του ατυχήματος φωτογραφιών και της ως άνω με αριθμό 231100/23-11-2000 κοινής εκθέσεως των Δ.

Κ. και Γ. Τ.. Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με τον τρίτο λόγο της από 13-5-2004 αιτήσεως αναιρέσεως και ε τον δεύτερο λόγο της από 12-5-2004 αιτήσεως αναιρέσεως, γι' αυτό και παρέλκει η εκ νέου εξέτασή του. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 13-5-2004 και 12-5-2004 αιτήσεις αναιρέσεως και τους από 25-7-2005 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως κατά της 52/2004 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και

Καταδικάζει την κάθε μία από τις δύο ομάδες των αναιρεσειόντων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία, για την κάθε μία από τις αντίστοιχες ομάδες των τελευταίων, ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2005. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ