Legislator Case Law & Legislation
1189/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against second-instance theft convictions for lack of specific reasoning and improper evidence challenge.

Case Number 1189/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed two joint appeals filed by four defendants convicted of theft and moral complicity. The appellants argued the lower court failed to provide specific reasoning and misapplied substantive criminal law provisions. The court rejected these claims, ruling that the second-instance judgment contained sufficient justification and that challenging factual findings constitutes an inadmissible attack on the court's discretionary power.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(d) and (e) of the Code of Criminal Procedure; Appeals based on lack of specific reasoning or misapplication of substantive law are inadmissible if the second-instance judgment provides adequate justification and the appeal merely contests factual findings without legal grounds.

Keywords

AI generated
appeal admissibility specific reasoning requirement second instance review theft conviction moral complicity evidence challenge discretionary power

Cited Legislation

AI generated
Article 510(1)(d) and (e) of the Code of Criminal Procedure
Article 466(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 474(2A) and (4) of the Code of Criminal Procedure
Article 473(2) and (3)(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 84(2)(a) of the Criminal Code
Article 578(1) of the Code of Criminal Procedure
Articles 45, 46(1), 372(1)(b) in conjunction with 372(1)(a) of the Criminal Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1189 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1189/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά, Διονύσιο Παλλαδινό και Παναγιώτα Πασσίση-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Γκανέ (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.Ε. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 2. Σ. Μ. του Χ., κατοίκου ... και 3. Γ. Δ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Τσιρογιάννη και 4.Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αλεξίου, για αναίρεση της αποφάσεως 353/2022 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Ε. Τ. του Δ. και 2. Δ. Τ. του Ε., κατοίκων ..., που δεν εμφανίστηκαν.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 24-10-2022, δυο αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση: Α) από 24.10.2022 κοινή αίτηση των κατηγορουμένων 1. Ε. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 2. Σ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., και 3. Γ. Δ. του Μ., κατοίκου ..., και Β) από 24.10.2022 αίτηση του κατηγορουμένου Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 353/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας, με την οποία οι ανωτέρω τέσσερις (συγ)κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι, κατά πλειοψηφία, σε δεύτερο βαθμό, οι μεν πρώτος, δεύτερος και τρίτος για την πράξη της κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού, ο δε τέταρτος για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην πράξη των πρώτου, δευτέρου και τρίτου, και καταδικάστηκαν, με το ελαφρυντικό του άρθ. 84 παρ.2 α' του ΠΚ [όπως αυτό ίσχυε πριν από τον ν. 5090/2024 ], σε ποινή φυλάκισης δέκα [10] μηνών έκαστος, με τριετή αναστολή, ασκήθηκαν νομοτύπως, με αντίστοιχες δηλώσεις, που επιδόθηκαν στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 25.10.2022, εντός, δηλαδή, της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώριση [5.10.2022], καθαρογραμμένης της προσβαλλόμενης απόφασης, στο ειδικό βιβλίο [άρθ. 466 παρ.1, 474 παρ. 2Α και 4, 473 παρ. 2 και 3 εδ.

α' του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΚΠΔ] , περιέχουν δε λόγους αναίρεσης, διατυπωμένους κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ν.ΚΠΔ [έλλειψη από την απόφαση της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης]. Είναι, επομένως, παραδεκτές και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, συνεκδικαζόμενες ως συναφείς, παρά την απουσία στην προκείμενη αναιρετική δίκη των παρασταθέντων τόσο πρωτοδίκως όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη προς υποστήριξη της κατηγορίας 1.

Ε. Τ. του Δ., κατοίκου ..., και 2. Δ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι μολονότι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την υπ' αριθ. 994/10.11.2023 κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για να παραστούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στο προεισαγωγικό της απόφασης αυτής δικάσιμο (16.1.2024) στη συζήτηση των υπό κρίση δύο αιτήσεων αναιρέσεως, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο [σχετ.

τα δύο αποδεικτικά επίδοσης α) από 14.11.2023 που συνέταξε αρμοδίως ο Αρχιφύλακας του Α.Τ. Λάρισας Α. Γ. και β) από 10.11.2023 που συνέταξε αρμοδίως ο Αρχιφύλακας του Α.Τ. Φαρσάλων Η. Μ.]. Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".

Με την ταυτάριθμη διάταξη του αντίστοιχου άρθρου του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ ( ν. 4619/2019), πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 86 του ν.4855/2021, "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή η πράξη τελέστηκε με διάρρηξη, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή" και τέλος, με την ίδια ως άνω διάταξη του νέου ΠΚ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 86 του ν.4855/2021 ορίζεται ότι "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή".

Από τις πιο πάνω διατάξεις, ευμενέστερη ως προς την ποινική μεταχείριση του δράστη της κλοπής αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας είναι η διάταξη του ισχύοντος ΠΚ (η οποία δεν μεταβλήθηκε με την τροποποίησή της δυνάμει του άρθρου 86 του ν.4855/2021), αφού προβλέπει φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή αντί της φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών που προέβλεπε η ίδια διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ, ενώ ως προς την αντικειμενική υπόσταση της βασικής μορφής του πλημμελήματος της απλής κλοπής, δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ως άνω τροποποιήσεων της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 372 παρ.1 του ΠΚ.

Έτσι, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προστατεύει και υπό την ισχύ του νέου ΠΚ το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα παράνομα. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της επί του κινητού πράγματος υφιστάμενης ξένης κατοχής και τη θεμελίωση νέας επ' αυτού κατοχής από το δράστη ή τρίτο προς το σκοπό της παράνομης ιδιοποίησής του, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε τελικά, όπως και το κίνητρο της κλοπής.

Η κατοχή λαμβάνεται όχι υπό τη νομική έννοια του αστικού δικαίου, αλλά υπό την έννοια της δυνατότητας ασκήσεως φυσικής και πραγματικής επί του πράγματος εξουσίας και διαθέσεως αυτού, κατά τον προορισμό του. Κατοχή δε, έχει και ο απομακρυνθείς από το πράγμα, εφόσον κατά τις αντιλήψεις της κοινωνικής ζωής εξακολουθεί να διατηρεί, παρά την απομάκρυνσή του, την επ' αυτού κυριαρχία του και υφίσταται και η αντίστοιχη βούληση εξουσιάσεως [ΑΠ 1650/2006].

Η αφαίρεση απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος. Το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου, θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία, έστω και για ελάχιστο χρόνο. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασής της, εφόσον δεν χαρακτηρίσθηκε ως κλοπή με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.

Μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής της υπόστασης. Η αξιολόγηση αυτή του αντικειμένου της κλοπής αποτελεί κρίση περί τα πράγματα, για την οποία κρίνει κυριαρχικά το Δικαστήριο της ουσίας, με βάση τις συνθήκες της αγοράς, που διαμορφώνουν κάθε φορά την αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την απλή συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν η αξία αυτή είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής και δεν χρήζει πρόσθετης αιτιολογίας.

Η κρίση αυτή είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, εκτός από την περίπτωση που δεν μνημονεύεται καθόλου η κατ' αντικειμενική κρίση χρηματική αξία του αντικειμένου της κλοπής, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Για την υποκειμενική υπόσταση του πλημμελήματος της κλοπής απαιτείται να υπάρχει σκοπός παράνομης ιδιοποίησης, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση, αφού αυτός είναι ο σκοπός του δράστη να δημιουργήσει αυθαίρετα μια πλήρη κυριαρχική σχέση του ίδιου προς το πράγμα, ίδια κατά περιεχόμενο με αυτή του νόμιμου κυρίου, με τη διαφορά ότι αυτή δεν αναγνωρίζεται από το δίκαιο και επιτυγχάνεται με την ενσωμάτωση του πράγματος στην περιουσία του δράστη με ταυτόχρονο αποκλεισμό του κυρίου από αυτό [ΑΠ 1035/2024, ΑΠ 185/2023].

Ακόμη, κατά το άρθρο 45 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ, "Αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στον νόμο αξιόποινης πράξης, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Για την τέλεση κλοπής κατά συναυτουργία απαιτείται αντικειμενικά άμεση, αυτοπρόσωπη συνεκτέλεση είτε ολόκληρης είτε έστω και ενός τμήματος της αντικειμενικής υπόστασης της κλοπής (δηλαδή της αφαίρεσης της κατοχής από τον κάτοχό του) από περισσότερα του ενός πρόσωπα και, μάλιστα, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, ενώ υποκειμενικά απαιτείται :

α) κοινός δόλος των συμπραττόντων, δηλαδή συναπόφασή τους να πραγματώσουν έγκλημα κλοπής από κοινού, την οποία έλαβαν είτε πριν είτε (το αργότερο) κατά την τέλεση της πράξης τους. Το ειδικότερο περιεχόμενο αυτής της συναπόφασης έγκειται στο ότι καθένας από τους συμπράττοντες γνωρίζει και θέλει ή αποδέχεται την εκ μέρους του πλήρωση των νομοτυπικών στοιχείων του εγκλήματος και συγχρόνως γνωρίζει και (τουλάχιστον) αποδέχεται την ένωση της πράξης του με την πράξη του άλλου προσώπου προς την κατεύθυνση πρόκλησης του ίδιου βλαπτικού αποτελέσματος και β) σκοπός παράνομης ιδιοποίησης εκ μέρους όλων των συμπραττόντων.

Δεν νοείται διαδοχική συναυτουργία μετά την τυπική περάτωση του εγκλήματος, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της αφαίρεσης, ακόμη και αν η σύμπραξη πραγματοποιείται μετά την ουσιαστική αποπεράτωσή του. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για συναυτουργική τέλεση κλοπής, αρκεί να αναφέρεται η πράξη και να εμπεριέχεται η διαπίστωση ότι το έγκλημα τελέσθηκε από κοινού με κοινό δόλο και με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση από όλους τους συμπράττοντες, ενώ δεν απαιτείται να περιγράφονται στην εν λόγω απόφαση οι επιμέρους ενέργειες εκάστου συναυτουργού [ΑΠ 1035/2024, ΑΠ 2064/2019].

Για τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 του ΠΚ, πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος, ως συναυτουργός. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.

α' του ΠΚ, "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή οικονομικού ανταλλάγματος, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης κ.λ.π.

και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής κατά την αντικειμενική της υπόσταση, μη απαιτουμένου να διαπράξει αυτήν και κατά την υποκειμενική της υπόσταση, υποκειμενικώς δε, δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης, χωρίς να είναι αναγκαίος ο λεπτομερειακός καθορισμός της πράξης αυτής, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται (άμεσος ή) υπερχειλής δόλος, όπως συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο αδίκημα της κλοπής, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 46, 47 και 48 ΠΚ και ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 48 ΠΚ, με την οποία καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του εκτελέσαντος την πράξη, προκύπτει ότι το αξιόποινο ως προς τον ηθικό αυτουργό, είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, ενώ, μη υφισταμένου αντικειμενικώς του εν λόγω εγκλήματος, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ηθικής αυτουργίας.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικό, κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά το δόλο που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει απ' αυτήν, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), όπως συμβαίνει στο έγκλημα της κλοπής (ΑΠ 1035/2024, ΑΠ 1262/2019).

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δε σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Βέβαια, το αποτέλεσμα του συσχετισμού, της συνεκτίμησης, της συγκριτικής στάθμισης και της συναξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή από ποιο αποδεικτικό μέσο πείσθηκε τελικά το Δικαστήριο, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πλην όμως, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται, γιατί πείστηκε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και όχι από άλλο αντίθετο, αντιφατικό ή απλώς διαφορετικό. Ο δε αναιρετικός έλεγχος επ' αυτού εστιάζεται, στο αν το Δικαστήριο πραγματοποίησε λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων και όχι επιλεκτική λήψη μερικών μόνο εξ αυτών.

Επίσης, επί ηθικής αυτουργίας σε ορισμένη αξιόποινη πράξη, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, ήτοι να εκτίθεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος, με παραινέσεις, προτροπές, πειθώ, φορτικότητα κλπ, έπεισε το φυσικό αυτουργό να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός τους μέχρι τις τελευταίες λεπτομέρειες, από άποψη τόπου, τρόπου και χρόνου τέλεσης της πράξης [ΑΠ 523/2019].

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της υπ' αριθ. 353/2022 προσβαλλόμενης απόφασής του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτήν, δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 01.07.2014 ιδιωτικού συμφωνητικού, που συνήψαν με τον 4° των κατηγορουμένων - εκκαλούντων, Σ.

Κ., οι πολιτικώς ενάγοντες, Δ. Τ. και Ε. Τ., ανέθεσαν σ' αυτόν ως εργολάβο την εκσκαφή και διαμόρφωση ενός επικλινούς οικοπέδου εμβαδού 418,50 τ.μ., του οποίου ο πρώτος τυγχάνει επικαρπωτής και ψιλός κύριος κατά ποσοστό 25% και ο δεύτερος ψιλός κύριος κατά ποσοστό 75%, το οποίο βρίσκεται στην Πύρρα του Δήμου Πύλης Τρικάλων, στο Ο.Τ. 3 και με αριθμό τεμαχίου 228, καθώς και το μπάζωμα και ισοπέδωση αυτού μέχρι του δαπέδου του ισογείου, εντός του οποίου επρόκειτο να ανεγείρουν μία μονώροφη οικοδομή με στέγη, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 16/10-7-2014 άδεια δόμησης της Υπηρεσίας Δόμησης Πύλης, όπως αυτή αναθεωρήθηκε την 31-12-2014.

Με το ίδιο συμφωνητικό, μεταξύ άλλων εργασιών, συμφωνήθηκε ρητά η αποκομιδή των μπαζών, η οποία θα χρεώνεται κατά φορτηγό χωρητικότητας μέχρι 15 κυβ. μ. με ποσό 25,00 ευρώ ανά μεταφορά. Για την εκτέλεση του ανατιθέμενου έργου ο 4ος κατηγορούμενος εργολάβος, χρησιμοποίησε ως προστηθέντες τον μεν 1ο κατηγορούμενο, Ε.

Μ., ως χειριστή του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ. φορτωτή κίτρινου χρώματος, και τους 2° και 3° των κατηγορουμένων ως οδηγούς των υπ' αριθμ. ... και ... Ι.Χ. φορτηγών αυτοκινήτων (χρώματος πράσινου, μάρκας ΜΑΝ και χρώματος κίτρινου, μάρκας MERCEDES) αντίστοιχα. Κατά την πρώτη όμως εκσκαφή διαπιστώθηκε ότι το υπέδαφος αποτελούνταν κατά ποσοστό 80% περίπου από βραχώδες ιζηματογενές πέτρωμα (ψαμμίτη), που έβγαινε σε ακανόνιστα μεγάλα κομμάτια εξωτερικού χρώματος καφέ-κόκκινου και εσωτερικού χρώματος μπλε, το οποίο μετά από τεμαχισμό του σε μικρότερα κομμάτια, ήταν κατάλληλο προς χρήση για τη δόμηση κτιρίων, τοιχίων κ.λ.π..

Ενόψει της εξέλιξης αυτής, οι πολιτικώς ενάγοντες ενημέρωσαν τον 4° εναγόμενο εργολάβο για την απόφασή τους να χρησιμοποιήσουν τις πέτρες της εκσκαφής για την ανέγερση της άνω οικίας τους, καθώς και για την κατασκευή του τοιχίου αντιστήριξης της υπερκείμενης του άνω οικοπέδου τους οικίας, ενώ το υπόλοιπο υλικό που θα περίσσευε θα το πωλούσαν σε άλλους εμπόρους, με τους οποίους ξεκίνησαν τις επαφές.

Τη δε πρόθεση αυτή των πολιτικών εναγόντων, καλώς γνώριζαν και οι λοιποί κατηγορούμενοι. Λόγω όμως της πολύ μεγάλης ποσότητας της πέτρας που εξορυσσόταν, συνολικού όγκου 2.000 κυβικών μέτρων περίπου, η οποία ήταν αδύνατο να εναποτεθεί για το λόγο αυτό στο όμορο οικόπεδο συγγενούς τους, κατόπιν συνεννόησης με τον Πρόεδρο της Τοπικής Κοινότητας, Α.

Γ., οι πέτρες μεταφέρθηκαν με τα άνω φορτηγά αυτοκίνητα και με τη βοήθεια φορτωτή του 1ου κατηγορουμένου εναποτέθηκαν κατά μήκος και στο χωμάτινο έρεισμα της Επαρχιακής Οδού Τρικάλων - Άρτας, άνωθεν του χωριού της Πύρρας με κατεύθυνση προς το Νεραϊδοχώρι, στη θέση "Φονίσκα", και από τη θέση "Σπαστήρα" έως τη θέση "Γκούρα".

Η δε υπόλοιπη ποσότητα που αποτελούνταν από μικρότερες θρυμματισμένες πέτρες και χώματα ("μπάζα") απορριπτόταν από αυτούς, αμέσως μετά το χρόνο της εκσκαφής, σε κοντινά της άνω θέσης πρανή της περιοχής, σε ρέματα (στο Δάκο και Μουταζά) και δίπλα από το χωράφι του μάρτυρα Δ. Γ. Συνολικά δε κατά το χρονικό διάστημα από 25.07.2014 μέχρι και 30.09.2014, πραγματοποιήθηκαν με τα άνω φορτηγά 226 δρομολόγια από το οικόπεδο των πολιτικώς εναγόντων, κατ' εντολή των τελευταίων, προς τις άνω θέσεις.

Οι πέτρες ψαμμίτη που εναποτέθηκαν σε συγκεκριμένα σημεία της επαρχιακής οδού, θα παρέμειναν εκεί από τον Οκτώβριο έως και τουλάχιστον την άνοιξη, οπότε θα μεταφέρονταν εκ νέου και θα χρησιμοποιούνταν σύμφωνα με τη βούληση των ιδιοκτητών τους, καθώς στο μεσοδιάστημα, λόγω του βαρέως χειμώνα και επικρατούντος στην περιοχή παγετού και χιονιού, δεν πραγματοποιούνται οικοδομικές εργασίες.

Μολονότι οι πέτρες αυτές βρίσκονταν μακριά από το οικόπεδο αυτών, για τον προαναφερόμενο σκοπό που εξυπηρετούσαν τα εν λόγω κινητά πράγματα ως ιδιοκτησία των συγκεκριμένων προσώπων, οι τελευταίοι είχαν τη δυνατότητα άσκησης εποπτείας τους, όπως και νομικής ή φυσικής εξουσίασης επ' αυτών, και ουδέποτε κατέστησαν αδέσποτα πράγματα ούτε διέφυγαν από τη σφαίρα εξουσίας των τελευταίων, όπως αβάσιμα διατείνονται οι κατηγορούμενοι. 'Αλλωστε, εκτός από τους κατηγορουμένους και οι ίδιοι οι κάτοικοι της περιοχής γνώριζαν καλώς πως πρόκειται για πέτρα, που ανήκε κατά κυριότητα και κατοχή στους πολιτικώς ενάγοντες, το οικόπεδο των οποίων ήταν το μόνο που ανασκαφόταν την περίοδο εκείνη, όχι μόνο στο χωριό της Πύρρας αλλά και σε όλη την περιοχή, προς το σκοπό ανοικοδόμησής του και ότι κατά την εκσκαφή του συνάντησαν μεγάλους βράχους.

Ωστόσο, στις 16.4.2015 και περί ώρα 13.30, ο Δ. Τ., κατευθυνόμενος προς το χωριό της Πύρρας, όπου είχε συνάντηση με τοπικό τεχνίτη πέτρας, ο οποίος θα κατασκεύαζε την οικία των πολιτικώς εναγόντων στο άνω οικόπεδό τους από την εν λόγω πέτρα, διερχόμενος από τη θέση "Φονίσκα", διαπίστωσε ότι ο 1ος κατηγορούμενος, που χειριζόταν τον εκσκαφέα, με τη συνδρομή του 2ου και 3ου των κατηγορουμένων, οδηγών των προαναφερόμενων φορτηγών, να φορτώνουν ποσότητες πέτρας (ψαμμίτη), αφαιρώντας αυτές από την κατοχή των πολιτικώς εναγόντων, με σκοπό να τις ιδιοποιηθούν παράνομα, αφού οι τελευταίοι ουδέποτε έδωσαν την εντολή μετακίνησή τους από το σημείο.

Άμεσα εξήλθε του οχήματός του και απευθυνόμενος στον 1° κατηγορούμενο, τον οποίο γνώριζε ως συνεργάτη του 4ου κατηγορούμενου εργολάβου, και ζητώντας να μάθει γιατί έπαιρναν την πέτρα, εκείνος του απάντησε: "Να πας να γαμηθείς, πήγαινε να τ' αποδείξεις ότι η πέτρα είναι δική σου, δεν πρόκειται να την ξαναδείς!".

Οι λοιποί κατηγορούμενοι (2ος και 3ος), παρά του ότι ο Δ. Τ. τους επισήμανε ότι η πέτρα ήταν δική του, τον αγνόησαν επιδεικτικά και, αφού φόρτωσαν τα φορτηγά τους, κατευθύνθηκαν προς τη Δέση Τρικάλων σε άγνωστο σημείο. Ο τελευταίος κάλεσε την αστυνομία και παράλληλα φωτογράφησε τους άνω κατηγορούμενους να φορτώνουν την πέτρα από το σημείο (βλ.

προσκομιζόμενες φωτογραφίες), όπου επίσης μετέβη εκεί και ο Ε. Τ. και διαπίστωσαν ότι είχε αφαιρεθεί ποσότητα 700 - 900 κυβ.μ. πέτρας ψαμμίτη από το άνω σημείο εναπόθεσής τους. Οι αρμόδιοι αστυνομικοί υπάλληλοι του Α.Τ. Πύλης, που μετέβησαν επί τόπου την ώρα 15.30, διαπίστωσαν μόνο ότι υπήρχαν εμφανή σημάδια από ροδιές μεγάλων οχημάτων τόσο στα ερείσματα όσο και στην άσφαλτο της Ε.Ο., ότι στη θέση "Σπαστήρα" έως τη θέση "Γκούρα" υπήρχαν ακόμη πέτρες στα ερείσματα, ενώ στη θέση "Φονίσκα" δεν υπήρχαν καθόλου πέτρες.

Στη συνέχεια, οι Δ. και Ε. Τ. τους οδήγησαν στην είσοδο του οικισμού της Τ.Κ. Δέσης του Δήμου Πύλης Τρικάλων, όπου σε χώρο εναπόθεσης πέτρας που ανήκει στον 1° κατηγορούμενο, υπήρχαν 9-10 καρότσες από τις πέτρες που είχαν αφαιρεθεί προηγουμένως, καθώς επίσης στο σημείο υπήρχαν σημάδια από ροδιές μεγάλων οχημάτων και στο έρεισμα και στην άσφαλτο, ενώ στη διαδρομή δεν συνάντησαν κάποιο από τα οχήματα των κατηγορουμένων να κινούνται επί του οδικού δικτύου, παρά μόνο σταθμευμένο και ασφαλισμένο το υπ' αριθμ. ...

φορτηγό αυτοκίνητο του 2ου κατηγορουμένου, τον οποίο αναζήτησαν χωρίς αποτέλεσμα (βλ. το από 16.4.2015 υπόδειγμα αναφοράς περιπολιών κάθε κατηγορίας του οχήματος περιπολίας με αριθμό ... και την από 17.6.2015 έκθεση ένορκης εξέτασης ως μάρτυρα του Ανθυπαστυνόμου Β. Μ.). Την επόμενη ημέρα (17.4.2015), ο Δ. Τ. κατευθύνθηκε εκ νέου προς την Πύρρα Τρικάλων προκειμένου να βρει συνεργείο να μεταφέρει την κλαπείσα πέτρα από τη Δέση σε άλλο χώρο που του είχε παραχωρήσει η κοινότητα Πύρρας, οπότε διαπίστωσε ότι είχε αφαιρεθεί και η υπόλοιπη ποσότητα πέτρας από το έτερο σημείο εναπόθεσής της.

Από ολόκληρη την ποσότητα πέτρας ψαμμίτη που αφαιρέθηκε βρέθηκε μόνο η εν λόγω ποσότητα 300 κυβ.μ. στη Δέση Τρικάλων (βλ. την από 20.4.2015 έκθεση ανεύρεσης και κατάσχεσης και την από 20.4.2015 έκθεση απόδοσης κατασχεθέντων του Α.Τ. Πύλης), που, αν και το είδος της πέτρας αμφισβητήθηκε από τον Ε. Μ. - επ' αφορμής άλλης ποινικής διαδικασίας, που κινήθηκε στα πλαίσια άσκησης της από 17.7.2017 έγκλησής του σε βάρος των εδώ πολιτικώς εναγόντων για το αδίκημα της απάτης - ισχυριζόμενος ότι επρόκειτο για ποσότητα μαυρόπετρας διαλογής, την οποία αγόρασε νόμιμα με βάση προσκομισθέντα δελτία αποστολής - τιμολόγια πώλησης (καθώς ο ίδιος διατηρεί επιχείρηση οικοδομικών υλικών - χωματουργικών εργασιών), όπως προέκυψε από την από 22.7.2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε προκειμένου να πιστοποιηθεί το είδος της πέτρας, επρόκειτο για ψαμμίτη λεπτόκοκκο τεφροπράσινου έως τεφροκαστανού χρώματος και δεν ανευρέθη πέτρωμα μαύρου χρώματος (βλ.

το υπ' αριθ. 142/2018 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Τρικάλων). Την απόφαση των τριών πρώτων κατηγορουμένων, να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν, προκάλεσε με πειθώ και φορτικότητα ο 4ος κατηγορούμενος, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον ίδιο ή κάποιον συγκατηγορούμενό του, και μάλιστα όμοια πέτρα εμπορευόταν ο ίδιος.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός τους ότι οι πέτρες που αφαιρέθηκαν παράνομα από την κατοχή των πολιτικώς εναγόντων ήταν άνευ αξίας, άλλως ασήμαντης αξίας, δεν είναι βάσιμος. Από την από 08-10-2015 βεβαίωση του Α. Μ., γεωλόγου μελετητή, προέκυψε ότι ο λιθολογικός σχηματισμός που εξορύχθηκε από το επίδικο οικόπεδο ιδιοκτησίας Τ.

είναι ψαμμίτης και χαρακτηρίζεται ως βραχώδης σχηματισμός με υψηλές μηχανικές ιδιότητες, ενώ σύμφωνα με την κατάθεση του Ε. Τ., η χαμηλότερη προσφορά που είχε δεχθεί από έμπορο πέτρας ήταν 60,00 ευρώ/κυβικό, ο δε 4ος κατηγορούμενος κατά την απολογία του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως τιμή πώλησης τα 45 ευρώ/κυβ.μ. ("Θα σας φέρω 100 κυβικά με 4.500 ευρώ"), ο δε 1ος κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι είχε κάποια αξία, την οποία προσδιόρισε στα 10 ευρώ/κυβ.μ.

Ενόψει τούτων, δεν απαιτείται η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης σχετικά με το είδος και την αξία της πέτρας. Κατά τη γνώμη δε της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου, το αντικείμενο της κλοπής ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η οποία προσδιορίζεται σε ποσό τουλάχιστον 100.000,00 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις πράξεις που τους αποδίδονται, ήτοι της κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας οι 3 πρώτοι και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή ο 4ος και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι τούτων".

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε, κατά πλειοψηφία, ένοχους τους τέσσερις (4) εκκαλούντες-κατηγορουμένους, τους μεν πρώτο, δεύτερο και τρίτο [ήδη αναιρεσείοντες της πρώτης των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης] της αξιόποινης πράξης της κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού, τον δε τέταρτο [ήδη αναιρεσείοντα της δεύτερης κρινόμενης αίτησης] της αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας σε κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού, απορρίπτοντας (κατά πλειοψηφία) τους προβληθέντες αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς τους και, αφού αναγνώρισε, ομόφωνα, ότι συντρέχει στο πρόσωπό τους η ελαφρυντική περίσταση του πρότερου σύννομου βίου, επέβαλε (ομόφωνα) σε καθένα από αυτούς ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ κατά πλειοψηφία τους κατηγορούμενους Ε.

Μ. του Σ. (1ο), Σ. Μ. του Χ. (2ο) και Γ. Δ. του Μ. (3ο) ένοχους του ότι: στην Πύρρα στις 16/17-4-2015 από κοινού και με πρόθεση αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου ξένα ολικά κινητά πράγματα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Συγκεκριμένα κατά τον πιο πάνω χρόνο στην ΕΟ Τρικάλων - Άρτας [άνωθεν του χωριού Πύρρα στο ύψος με κατεύθυνση από την Πύρρα [θέση Φονίσκα] προς το Νεραϊδοχώρι και από τη θέση Σπαστήρα έως τη θέση Γκούρα [στο πλάι του ασφάλτινου δρόμου], ο πρώτος των κατηγορουμένων ως χειριστής του υπ' αριθμ.

IX ... φορτωτή κίτρινου χρώματος, ο δεύτερος ως οδηγός του υπ' αριθμ. ... φορτηγού αυτ/του, χρώματος πράσινου, μάρκας ΜΑΝ και ο τρίτος ως οδηγός του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ φορτηγού αυτ/του, χρώματος κίτρινου, μάρκας MERCEDES, αφαίρεσαν 2.000 κυβικά πέτρας ψαμμίτη εξαιρετικής ποιότητας, η οποία ήταν ιδιοκτησίας των Δ. και Ε.

Τ., καθόσον είχε εξορυχτεί από οικόπεδο ιδιοκτησίας τους που βρίσκεται στο χωριό Πύρρα Τρικάλων, η αξία δε της πέτρας ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ περίπου και την οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ κατά πλειοψηφία τον κατηγορούμενο Σ. Κ. του Δ. (4°) ένοχο του ότι: στην Πύρρα στις 16/17-4-2015 με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση, να εκτελέσουν την άδικη πράξη που διέπραξαν και συγκεκριμένα, με πειθώ και φορτικότητα προκάλεσε στους 1) Μ. Ε. του Σ. και της Θ., 2) Μ. Σ. του Χ. και της Ε. και 3) Δ. Γ. του Μ.

και της Β., την απόφαση να τελέσουν το αδίκημα της κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού ήτοι κατά τον πιο πάνω χρόνο στην ΕΟ Τρικάλων - Άρτας [άνωθεν του χωριού Πύρρα στο ύψος με κατεύθυνση από την Πύρρα [θέση Φονίσκα] προς το Νεραϊδοχώρι και από τη θέση Σπαστήρα έως τη θέση Γκούρα [στο πλάι του ασφάλτινου δρόμου], ο πρώτος των ως άνω ως χειριστής του υπ' αριθμ. ...

φορτωτή κίτρινου χρώματος, ο δεύτερος ως οδηγός του υπ' αριθμ. ... φορτηγού αυτ/του, χρώματος πράσινου, μάρκας ΜΑΝ και ο τρίτος ως οδηγός του υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ φορτηγού αυτ/του, χρώματος κίτρινου, μάρκας ΜERCEDES, αφαίρεσαν 2.000 κυβικά πέτρας ψαμμίτη, εξαιρετικής ποιότητας, η οποία ήταν ιδιοκτησίας των Δ. και Ε. Τ., καθόσον είχε εξορυχτεί από οικόπεδο ιδιοκτησίας τους που βρίσκεται στο χωριό Πύρρα Τρικάλων, η αξία δε της πέτρας ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ, περίπου, και την οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα, πράξη την οποία αυτοί διέπραξαν".

Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασής του, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε σ' αυτήν, ως προς την κατάφαση της ενοχής των τεσσάρων κατηγορουμένων, ήδη αναιρεσειόντων, την από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού στην προσβαλλομένη αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, 1) τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων α) της κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν οι ήδη αναιρεσείοντες της πρώτης των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης και β) της ηθικής αυτουργίας στην υπό στοιχ. (α) πράξη, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο ήδη αναιρεσείων της συνεκδικαζόμενης δεύτερης αίτησης, 2) οι αποδείξεις από τις οποίες το Δικαστήριο συνήγαγε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και 3) οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ.

α', 27 παρ.1, 45, 46 παρ. 1 εδ. α', 372 παρ. 1 εδ. β' σε συνδ. με εδ. α'του νέου ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται όλα τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω αξιόποινων πράξεων, σχετικά δε με τις αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου, αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους [καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος (ήδη υποστηρίζοντος την κατηγορία), καθώς και των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογίες των παρασταθέντων μετά των συνηγόρων υπεράσπισής τους κατηγορουμένων], από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά τα προεκτεθέντα, η αναλυτική παράθεσή τους ούτε η διευκρίνιση από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή και χωρίς ανάγκη ειδικής αναφοράς του τί προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα από αυτά ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ούτε η συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού ουδόλως συνάγεται ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.

Οι περί του αντιθέτου μερικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων της υπό στοιχ. (Α) αίτησης αναίρεσης, ως προς την πράξη της κλοπής αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από κοινού, για την οποία αυτοί καταδικάστηκαν, είναι αβάσιμες, καθόσον: 1) Αιτιολογείται με την απαιτούμενη σαφήνεια και πληρότητα α) η παράνομη αφαίρεση από αυτούς της επίδικης ποσότητας πέτρας ψαμμίτη από την κατοχή των υποστηριζόντων την κατηγορία, στους οποίους και ανήκε κατά κυριότητα αυτή, καθώς είχε εξορυχτεί από οικόπεδο ιδιοκτησίας τους, την κατοχή της οποίας εξακολούθησαν να έχουν και μετά τη μεταφορά και εναπόθεσή της στις ως άνω απομακρυσμένες από το οικόπεδό τους θέσεις, αφού, κατά τις ειδικότερες παραδοχές της προσβαλλομένης, μολονότι η επίδικη ποσότητα πέτρας είχε εναποτεθεί, λόγω του μεγάλου όγκου της, μακριά από το οικόπεδό τους για το ως άνω χρονικό διάστημα, οι υποστηρίζοντες την κατηγορία είχαν τη δυνατότητα άσκησης εποπτείας της, όπως και φυσικής εξουσίασης επ' αυτής, η οποία ουδέποτε κατέστη αδέσποτο πράγμα ούτε διέφυγε από τη σφαίρα εξουσίας τους, παράλληλα δε, είχαν και τη βούληση για την εξουσίαση του επίδικου πράγματος, καθόσον η πρόθεσή τους, την οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γνώριζαν και οι τέσσερις τότε κατηγορούμενοι-εκκαλούντες, ήδη αναιρεσείοντες των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης, ήταν να χρησιμοποιήσουν την επίδικη ποσότητα πέτρας για την ανέγερση οικίας επί του πιο πάνω οικοπέδου τους από το οποίο εξορύχτηκε, καθώς και για την κατασκευή τοιχίου αντιστήριξης και να πωλήσουν, στη συνέχεια, σε εμπόρους την υπολειπόμενη ποσότητα, ενέργειες στις οποίες θα μπορούσαν να προβούν οι υποστηρίζοντες την κατηγορία μόνο μετά την πάροδο του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος λόγω των επικρατούντων στην περιοχή παγετού και χιονιού που δεν επέτρεπαν οικοδομικές εργασίες, και β) ότι η αφαίρεση της επίδικης ποσότητας πέτρας έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση των δικαιούχων αυτής υποστηριζόντων την κατηγορία, με σκοπό την, κατά την προεκτεθείσα έννοια, παράνομη ιδιοποίησή της -χωρίς να ενδιαφέρει αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε τελικά ούτε το κίνητρο της κλοπής ούτε για πόσο χρόνο το είχαν στη φυσική εξουσία τους - αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, οι υποστηρίζοντες την κατηγορία ουδέποτε έδωσαν εντολή μετακίνησης της επίδικης ποσότητας πέτρας από τα σημεία εναπόθεσής της σε άλλα, ούτε εκδήλωσαν πρόθεση αποξένωσής τους από την κυριότητα και κατοχή της, καθώς την προόριζαν για τους παραπάνω σκοπούς. 2) Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αιτιολόγησε επαρκώς την κρίση του ως προς την αξία του αντικειμένου της κλοπής [ήτοι πέτρας ψαμμίτη, εξαιρετικής ποιότητας, με υψηλές μηχανικές ιδιότητες, συνολικού όγκου 2.000 κυβικών μέτρων], δεχθέν, μετά από συνεκτίμηση και συναξιολόγηση όλων, χωρίς εξαίρεση, των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιόρισε κατ' είδος, ότι αυτή (αξία) ανέρχεται στο ποσό των 100.000 €, την οποία, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, χαρακτήρισε ως ιδιαίτερα μεγάλη.

Το ότι εξαίρονται, προς τούτο, στην προσβαλλόμενη απόφαση [σελ.41] ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ότι αγνοήθηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά, ενώ η εσφαλμένη ή μη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το ζήτημα αυτό, ανάγεται σε κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. 3) Με την απαιτούμενη, επίσης, αιτιολογική επάρκεια προσδιορίζεται η συναυτουργική τέλεση της κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από τους ήδη τρεις αναιρεσείοντες της υπό στοιχ. (Α) αίτησης αναίρεσης, αφού, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης [σελ. 39], αυτοί συνέπραξαν για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης της κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές πράξεις καθενός από αυτούς, με κοινό δόλο, τελώντας σε γνώση ο καθένας τούτων για την πρόθεση του άλλου, με σκοπό τους την παράνομη ιδιοποίηση της ανωτέρω αφαιρεθείσας ποσότητας πέτρας, αναφέρονται δε στην απόφαση και τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι οι εν λόγω τρεις αναιρεσείοντες συμμετείχαν στην τέλεση του συγκεκριμένου αδικήματος ως συναυτουργοί.

Περαιτέρω, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με την υπό στοιχ. (Β) αίτηση αναίρεσης, αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά σ' αυτήν ότι ο αναιρεσείων Σ. Κ. προκάλεσε την απόφαση των παραπάνω τριών συγκατηγορουμένων του να τελέσουν από κοινού το αδίκημα της κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο και διέπραξαν, με πειθώ και φορτικότητα από μέρους του, χωρίς να είναι αναγκαίος ο λεπτομερής καθορισμός του τρόπου.

Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης των δύο κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την καταδικαστική κρίση του εκδώσαντος αυτήν Δικαστηρίου σε βάρος των αναιρεσειόντων και των δύο αιτήσεων αναίρεσης, καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 45, 46 παρ. 1, 372 παρ. 1 εδ. β' σε συνδ. με εδ. α' του ισχ.ΠΚ, είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που εμπεριέχονται στους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους των δύο αιτήσεων αναίρεσης, αντίστοιχα, περί εσφαλμένης αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών που, κατά την άποψή τους, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα στα οποία κατέληξε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συνιστώσες αμφισβήτηση των σε βάρος τους ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι δύο κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να επιβληθούν, αντίστοιχα, στους ηττώμενους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης, κατ' άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠΔ [όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με τον ν. 5090/2024 ενόψει του χρόνου συζήτησης της υπόθεσης], κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει: Α) Την από από 24.10.2022 αίτηση [επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 25.10.2022] των κατηγορουμένων 1. Ε. Μ. του Σ., 2. Σ. Μ. του Χ., και 3. Γ. Δ. του Μ., και Β) την από 24.10.2022 αίτηση [επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 25.10.2022] του κατηγορουμένου Σ. Κ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 353/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας.

Απορρίπτει την από 24.10.2022 αίτηση των 1. Ε. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 2. Σ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., και 3. Γ. Δ. του Μ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 353/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας.

Επιβάλλει στους ανωτέρω αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, στον καθένα.

Απορρίπτει την από 24.10.2022 αίτηση του Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 353/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη εν ενεργεία της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ