Legislator Case Law & Legislation
1189/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding of evidence distortion in insurance contract dispute.

Case Number 1189/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding an insurance contract dispute. The appellant argued that the lower court distorted specific documents and correspondence to falsely conclude payments were made, but the court found these claims vague and unsupported by the actual content of the documents. Consequently, the court ruled that the lower court correctly weighed all evidence collectively rather than relying solely on the disputed items.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged distortion of evidence is inadmissible if the appellant fails to specify the exact content of the documents to demonstrate the error.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence distortion insurance contract dispute lower court review document content analysis

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 74 § 1 of Law 4690/2020
Article 83 § 1α' of Law 4790/2021
Article 25 of Law 4792/2021
Article 49 § 1 of Law 4963/2022
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1189 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1189/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "... υπό εκκαθάριση", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιαννάτο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "... LTD", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Θ. Π. του Ν., κατοίκου ομοίως ως άνω και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι πρώτη και δεύτερος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάρι Καραμήτσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η τρίτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο - Μάρκο Αχουζαρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3735/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 444/2019 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-3-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 31-7-2019 και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 18-3-2022, δεδομένου ότι κατά τις διατάξεις των άρθρων 74 § 1 του ν. 4690/2020 και 83 § 1α' του ν. 4790/2021, όπως η τελευταία ερμηνεύθηκε και συμπληρώθηκε με την διάταξη του άρθρου 25 ν. 4792/2021, τα χρονικά διαστήματα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας από 13-3-2020 ως 31-5-2020 και από 7-11-2020 ως 5-4-2021, αντίστοιχα, λόγω των μέτρων προστασίας από την εξάπλωση της επιδημικής νόσου του κορωνοϊού, δεν υπολογίζονται, μεταξύ άλλων, και στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, και κατά το άρθρο 49 § 1 ν. 4963/2022 "κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του πρώτου εδάφιου της περ.

α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ...τάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες ... της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας", ενώ με τις 4034/24-1-2022 (Φ.Ε.Κ. 186 Β') και 4035/26-1-2022 (Φ.Ε.Κ. 190 Β') αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης ...τάλησαν λόγω αιφνιδίων και έντονων καιρικών φαινομένων οι εργασίες όλων των δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, και της Περιφέρειας Αττικής για τα χρονικά διαστήματα από 25 έως 26-1-2022 και από 27 έως 28-1-2022, αντίστοιχα, λόγω αιφνιδίων και έντονων καιρικών φαινομένων, και με το άρθρο 8 § 1 της Π.Ν.Π.

από 28-1-2022 (Φ.Ε.Κ. 14 Α'), που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4890/2022, ορίστηκε ότι τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα δεν υπολογίζονται στις προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ενώπιον των δικαστηρίων που έχουν την έδρα τους στις περιοχές αυτές, και επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών του άρθρου 564 § 3 ΚΠολΔ για την άσκηση της αναίρεσης δεν είχε λήξει όταν ασκήθηκε αυτή.

Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 §§ 1 και 3 ΚΠολΔ. Σημειωτέον, ότι η αίτηση παραδεκτώς ασκήθηκε και κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης, η οποία στη δευτεροβάθμια δίκη είχε ασκήσει απλή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, παρόλο που, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 74, 80, 81 § 3 και 558 εδ. α' ΚΠολΔ, η αναίρεση κατ' αρχήν δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π. 285/2022, Α.Π. 927/2017), δεδομένου ότι περιλαμβάνει και λόγο, με τον οποίο αμφισβητείται το παραδεκτό της παρέμβασης.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη ,που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (Α.Π. 167/2024, Α.Π. 1667/2022). Ειδικότερα, παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρξε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Τούτο συμβαίνει, όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (Α.Π. 839/2022, Α.Π. 322/2018).

Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 375 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η τέλεση από τον εναγόμενο της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης, η οποία τελείται όταν κάποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο.

Εξάλλου, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, δεν συνιστά αδικοπραξία, οι δε έννομες συνέπειες της παράβασης ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής, λ.χ.

αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελή εκπλήρωση της σύμβασης κ.λπ. (Α.Π. 560/2022). Η υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτή μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 Α.Κ., να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (Ολ.Α.Π. 967/1973, Α.Π. 560/2022, Α.Π. 845/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 17-3-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 444/2019 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 20-9-2016 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ναυτική εταιρία ανέφερε ότι, συνεπεία ατυχήματος, υπέστη βλάβες πλοίο ιδιοκτησίας της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο σε κοινοπραξία ασφαλιστικών εταιριών, και ότι εν συνεχεία ανέθεσε στην πρώτη εναγόμενη-ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία, που παρέχει υπηρεσίες ασφαλιστικής μεσιτείας, τη διεκπεραίωση της διαδικασίας για την είσπραξη του ασφαλίσματος, ύψους 537.752,79 ευρώ.

Ότι η πρώτη εναγόμενη εισέπραξε το ασφάλισμα και κατέβαλε από αυτό 24.335 ευρώ σε εταιρία διακανονισμού αβαριών για την αμοιβή της, και 107.448,19 ευρώ στην ... Τράπεζα, δανείστρια της ενάγουσας με δικαίωμα υποθήκης επί του πλοίου, όμως δεν απέδωσε στην ενάγουσα το υπόλοιπο των 405.969,60 ευρώ, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα μέσω του δεύτερου εναγόμενου-ήδη δευτέρου αναιρεσίβλητου, διαχειριστή και ομόρρυθμου εταίρου της.

Ζήτησε δε, όπως παραδεκτώς μετέτρεψε το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το ανωτέρω ποσό των 405.969,60 ευρώ ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, επιπλέον δε η πρώτη εναγόμενη βάσει των διατάξεων περί εντολής, άλλως επικουρικώς λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού της.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την 3735/2017 απόφασή του απέρριψε την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως μη νόμιμη, δέχτηκε κατά τα λοιπά εν μέρει την αγωγή ως προς τις κύριες βάσεις της και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 400.969,60 ευρώ.

Οι εναγόμενοι άσκησαν έφεση, η οποία συνεκδικάστηκε με την από 28-11-2018 πρόσθετη παρέμβαση, που άσκησε υπέρ αυτών η ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη "... Τράπεζα Α.Ε." ως καθολική διάδοχος της ... Τράπεζας, και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 444/2019 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία, κρίνοντας ότι η πρωτόδικη απόφαση δίκασε μόνο την αδικοπρακτική βάση της αγωγής, εξαφάνισε αυτήν, δίκασε την αγωγή ως προς τη βάση αυτή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η ενάγουσα είναι μονοβάπορη ναυτική εταιρεία, που συστάθηκε μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και της Μ.

Μ. του Φ., δυνάμει του από 29.11.2004 καταστατικού. ... Η ενάγουσα, που τελεί από το έτος 2012 σε εκκαθάριση, ανήκει στον όμιλο εταιρειών με τον διακριτικό τίτλο "...", μητρική εταιρεία του οποίου ήταν η ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία "...". Στον όμιλο αυτό περιλαμβάνονταν 13 πλοία, που ανήκαν σε αντίστοιχες μονοβάπορες εταιρείες.

Η πρώτη εναγομένη είναι ετερόρρυθμη εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο ..., που παρέχει υπηρεσίες ασφαλιστικής μεσιτείας και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ομόρρυθμο αυτής εταίρο και διαχειριστή της, δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος μετέχει κατά ποσοστό 95% στο εταιρικό της κεφάλαιο. Η ενάγουσα είναι πλοιοκτήτρια του Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου "...", το οποίο κατά τα έτη 2007-2008 είχε δρομολογηθεί στη γραμμή ....

Στις 30.3.2008 υπέστη φθορές και βλάβες στο κατώτερο τμήμα του κύτους του και στη δεξιά μηχανή καθώς προσέκρουσε στο βυθό του λιμένος .... Το εν λόγω πλοίο ήταν κατά τον ανωτέρω χρόνο ασφαλισμένο σε κοινοπραξία ασφαλιστών και αντασφαλιστών και ειδικότερα, στην ασφάλισή του συμμετείχαν: α) κατά 25% το ... ... β) κατά 12,5% η ...

Α.Ε. ... γ) κατά 15% η ... ... δ) κατά 32,5% ... (δηλαδή διάφοροι ασφαλιστές) ... και ε) κατά 15% ... ..., η οργάνωση δε της ασφάλισης είχε ανατεθεί σε ελληνική εταιρεία μεσολαβητών (brokers), ήτοι την "... Α.Ε." ("... SA"), θυγατρική εταιρεία της ... Τράπεζας, η οποία ταυτοχρόνως είχε αναλάβει και τη συλλογή των δόσεων και την αποστολή τους κατ' αναλογία στους ασφαλιστές.

Τον Ιούνιο του 2008, η ενάγουσα αποφάσισε να αλλάξει ασφαλειομεσίτες κι έτσι, αντί της ... SA, ανέθεσε στην πρώτη εναγομένη να εξεύρει ασφαλιστές και αντασφαλιστές για την ασφάλιση του πλοίου ... για την επόμενη περίοδο από 8-7-2008 έως 8-7-2009, καθώς και να διεκπεραιώσει τη διαδικασία εισπράξεως και αποδόσεως στην ενάγουσα της ασφαλιστικής αποζημιώσεως, που εδικαιούτο να λάβει από το προαναφερόμενο ατύχημα.

Αν και η ενάγουσα στην αγωγή δεν αναφέρει τον λόγο της ανωτέρω αποφάσεώς της, αυτός οφείλεται στην καθυστέρηση καταβολής της οφειλόμενης αποζημιώσεως από τους ασφαλιστές εξαιτίας του ότι παρέμεναν απλήρωτα ασφάλιστρα παρελθόντων χρονικών διαστημάτων, όπως θα εκτεθεί αναλυτικότερα κατωτέρω. Το ένδικο πλοίο βαρυνόταν με δύο υποθήκες υπέρ της ..., της οποίας ήδη καθολικός διάδοχος είναι η προσθέτως παρεμβαίνουσα τραπεζική εταιρεία "..." (...), κατόπιν συγχωνεύσεως αυτών δι' απορροφήσεως της πρώτης από τη δεύτερη (ΦΕΚ 3931/1.7.3013), προς εξασφάλιση της αποπληρωμής δύο συμβάσεων παροχής πιστώσεως σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που συνήψε η προαναφερόμενη μητρική εταιρεία "...

Ανώνυμη Ναυτιλιακή Εταιρεία ..." με την ανωτέρω Τράπεζα. Ειδικότερα, δυνάμει της υπ' αριθ. 28/25.3.2007 συμβάσεως, η εν λόγω Τράπεζα χορήγησε στην προαναφερόμενη εταιρεία πίστωση σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μέχρι του συνολικού ποσού των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ, η σύμβαση δε αυτή τροποποιήθηκε με νεότερη υπό ημερομηνία 5.11.2007 σύμβαση, με την οποία αυξήθηκε το όριο της πιστώσεως στο ποσό των δύο εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων (2.500.000) ευρώ.

Μεταξύ των ειδικών όρων που αφορούσαν τις εξασφαλίσεις της δανείστριας τράπεζας, συμφωνήθηκε ότι η πιστούχος ... ... (όρος 6.5 της ανωτέρω 25/2007συμβάσεως) "θα τηρεί ασφαλισμένα (προσκομίζοντας αμέσως κάθε φορά τα σχετικά ασφαλιστήρια συμβόλαια) με δαπάνη της και δικαιούχο ασφαλίσματος την Τράπεζα, σε ασφαλιστική εταιρία εγκρίσεως της Τράπεζας, τα ενυπόθηκα πλοία, τα υπέγγυα πράγματα (...) Με τον όρο 6.6 συμφωνήθηκε επίσης ότι "σε περίπτωση παράβασης οποιασδήποτε των άνω υποχρεώσεων η πιστούχος καθίσταται χωρίς όχληση αυτοδικαίως υπερήμερη και τα κονδύλια της πίστωσης είναι αμέσως απαιτητά".

Η ενάγουσα εγγυήθηκε, δυνάμει της από 5.11.2007 "?γγυήσεως", ευθυνόμενη ως αυτοφειλέτης, την ολοσχερή και εμπρόθεσμη αποπληρωμή όλων των ποσών που οφείλονταν από την ανωτέρω Πίστωση καθώς και την τήρηση και εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων της Πιστούχου έναντι της Τράπεζας και παρείχε στην Τράπεζα δικαίωμα εγγραφής πρώτης προτιμώμενης υποθήκης επί του πλοίου της "...", μέχρι του ποσού των 2.000.000 ευρώ, η οποία ενεγράφη δυνάμει του υπ? αριθ. ...2007 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Ζ.

Σ.-Κ.. Ταυτόχρονα, την ίδια ημερομηνία, η ενάγουσα υπέγραψε με την προαναφερόμενη Τράπεζα σύμβαση πρώτης προτεραιότητας γενικής εκχωρήσεως των εσόδων, ασφαλειών και (τυχόν) αποζημιώσεως επιτάξεως του "...", το πρωτότυπο κείμενο της οποίας είναι συντεταγμένο στην αγγλική γλώσσα και προσκομίζεται από τους διαδίκους σε αποσπασματική, μόνο, μετάφραση στην ελληνική, των επί μέρους όρων που επικαλείται ο καθένας, ως εκ τούτου το δικαστήριο δεν δύναται να το εκτιμήσει και να εξάγει ασφαλές δικανικό συμπέρασμα αφού οι ειδικότεροι όροι κάθε συμβάσεως γίνονται αντιληπτοί και εκτιμώνται σε σχέση με το όλο κείμενο αυτής και όχι αποσπασματικά.

Στο ανωτέρω συμβόλαιο συστάσεως πρώτης προτιμώμενης υποθήκης επί του ένδικου πλοίου, τα μέρη συμφώνησαν ότι ο πλοιοκτήτης (η ενάγουσα) εγγυάται ως αυτοφειλέτης την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση όλων των απαιτήσεων από τη σύμβαση πιστώσεως καθώς και την τήρηση όλων των υποχρεώσεων της πιστούχου που απορρέουν από αυτή και περαιτέρω ο πλοιοκτήτης (ενάγουσα) εκχώρησε λόγω ενεχύρου στην ενυπόθηκη δανείστρια τις ασφάλειες, ως ασφάλειες δε νοούνται "όλα τα ασφαλιστήρια και συμβάσεις ασφαλίσεως (η οποία έκφραση περιλαμβάνει όλες τις εγγραφές του Πλοίου σε Οργανισμό Προστασίας και Αποζημιώσεως ή Κινδύνων Πολέμου), τα οποία συνάπτονται από καιρού εις καιρόν εν σχέσει προς το Πλοίο..." Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ? αριθ. 29/5.11.2007 συμβάσεως πιστώσεως μεταξύ της "... ..." και της ανωτέρω Τράπεζας συμφωνήθηκε ότι η τράπεζα θα χορηγήσει στην πιστούχο πίστωση σε ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό συνολικού ποσού 1.000.000 ευρώ και η ενάγουσα ως πλοιοκτήτρια του πλοίου ...

εγγυήθηκε ευθυνόμενη ως αυτοφειλέτης την ολοσχερή και εμπρόθεσμη αποπληρωμή όλων των ποσών που οφείλονται δυνάμει της συμβάσεως πιστώσεως και την τήρηση των λοιπών προαναφερόμενων υποχρεώσεων της πιστούχου και χορήγησε στην Τράπεζα δικαίωμα εγγραφής δεύτερης προτιμώμενης υποθήκης, η οποία συστάθηκε δυνάμει του υπ? αριθ. ...2007 συμβολαίου της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου για ποσό 1.200.000.

Ταυτόχρονα παρείχε δεύτερη γενική εκχώρηση λόγω ενεχύρου όλων των ασφαλειών υπό τους ίδιους ως άνω όρους. Με τους ανωτέρω όρους, όπως αυτοί περιελήφθησαν στο υπ? αριθ. ...2007 συμβόλαιο συστάσεως υποθήκης, συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ως "ασφάλειες" νοούνται όλα τα ασφαλιστήρια και συμβάσεις ασφαλίσεως, τα οποία συνάπτονται από καιρού εις καιρόν εν σχέσει με το Πλοίο και τα Έσοδα αυτού, ότι ο Πλοιοκτήτης ήταν υποχρεωμένος να ασφαλίζει και να τηρεί το πλοίο ασφαλισμένο με δικές του δαπάνες (όρος 6 στοιχ.

Α), να πληρώνει ακριβοχρόνως όλα τα ασφάλιστρα (όρος 6 Ε) και ότι στην περίπτωση ασφαλίσεως κατά κινδύνων πυρός και συνήθων θαλασσίων κινδύνων και πολέμου όλα τα ποσά τα εισπρακτέα εν σχέσει προς ατύχημα η από το οποίο αξίωση υπερβαίνει το ποσό των 100.000 δολλαρίων ΗΠΑ θα πληρώνονται στον Πλοιοκτήτη μετ' έγγραφη προηγούμενη συναίνεση του Ενυπόθηκου Δανειστή, εκτός εάν συμβεί κάποιο γεγονός από τα οριζόμενα στη Ρήτρα 8 και ο ενυπόθηκος δανειστής ειδοποιήσει περί αυτού τους ασφαλιστές οπότε όλες οι ασφαλιστικές αποζημιώσεις θα είναι εισπρακτέες από τον τελευταίο σύμφωνα με τη Ρήτρα 10.1 (γ) του συμβολαίου (όρος 6 στοιχ.

Η). Συμφωνήθηκε επίσης (στοιχ. Η) ότι τα προαναφερόμενα αποτελούν περιεχόμενο της "?ήτρας Ασφαλιστικών Αποζημιώσεων" (Loss Payable Clause) που έπρεπε να περιλαμβάνεται σε όλα τα ασφαλιστήρια συμβόλαια καθώς επίσης ότι αυτά έπρεπε να περιέχουν και σχετική προσήκουσα σημείωση περί του συμφέροντος του ενυπόθηκου δανειστή δυνάμει ειδοποιήσεως εκχωρήσεως (Notice of Assignment).

Τα γεγονότα της "Ρήτρας 8" αφορούσαν την μη συμμόρφωση του πλοιοκτήτη στην καθοριζόμενη στη "?ήτρα 6" υποχρέωσή του να έχει το πλοίο ασφαλισμένο με δικές του δαπάνες κατά πυρός και συνήθων θαλασσίων κινδύνων, κινδύνων πολέμου και κινδύνων προστασίας αποζημιώσεως συμπεριλαμβανομένων κινδύνων εκ ρυπάνσεως πετρελαίου.

Δηλαδή συμφωνήθηκε ότι (βλ. "Ρήτρα 8.2α") εάν ο πλοιοκτήτης δεν συμμορφώνεται προς τις διατάξεις της Ρήτρας 6, ο ενυπόθηκος δανειστής θα δικαιούται (αλλά δεν θα υποχρεούται) να συνάψει ή αντικαταστήσει και ανανεώσει και μετά ταύτα διατηρήσει τις Ασφάλειες και να απαιτήσει όπως όλα τα ασφαλιστήρια συμβόλαια και λοιπά έγγραφα εν σχέσει προς τις Ασφάλειες (συμπεριλαμβανομένων λεπτομερειών και αλληλογραφία αναφορικά προς εκκρεμείς αξιώσεις) παραδοθούν πάραυτα στους μεσίτες που ο ενυπόθηκος δανειστής ήθελε καθορίσει και "να εισπράξει, λάβει, συμβιβάσει και δώσει πλήρη απαλλαγή για όλες τις αξιώσεις, οι οποίες εκκρεμούν κατά το χρόνο εκείνο ή μετά ταύτα προκύπτουσες εκ των Ασφαλειών ή οιασδήποτε εξ αυτών και να αναλάβει ή αρχίσει (εάν είναι αναγκαίο χρησιμοποιών το όνομα του Πλοιοκτήτου) όλες αυτές τις διαδικασίες, ως ο ενυπόθηκος δανειστής κατά την απόλυτη αυτού διάκριση ήθελε θεωρήσει σκόπιμον και να επιτρέψει στους μεσίτες, μέσω των οποίων γίνεται η είσπραξη ή ανάληψη όπως χρεώνουν τη συνήθη μεσιτική προμήθεια δια ταύτας".

Στη δε Ρήτρα 10.1 γ, στην εφαρμογή της οποίας παραπέμπουν οι προαναφερόμενες Ρήτρες 6Η και 8.2α, ορίζεται ότι αμέσως μόλις συμβεί γεγονός υπερημερίας ο ενυπόθηκος δανειστής θα δικαιούται πάραυτα, μεταξύ των άλλων, "να συγκεντρώνει, εισπράττει, συμβιβάζει και εξοφλεί δεόντως όλες τις απαιτήσεις εκκρεμούσας κατά τον χρόνο τούτον ή ύστερον εμφανιζόμενας εν σχέσει προς τας Ασφαλείας ή οιανδήποτε τούτων και να αναλάβει ή αρχίσει (εάν είναι αναγκαίον χρησιμοποιών το όνομα του Πλοιοκτήτου) όλες αυτές τις δικαστικές διαδικασίες εν σχέσει με τα ανωτέρω ως ο Ενυπόθηκος Δανειστής κατά την απόλυτον διακριτικήν ευχέρειάν του νομίζει πρόσφορον και να επιτρέπει εις οιουσδήποτε ασφαλειομεσίτες μέσω των οποίων είσπραξίς τις ή αποζημίωσις επιτυγχάνεται να χρεώνει την ειθισμένην μεσιτείαν προς τούτο".

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι μετά το πέρας των επισκευών του πλοίου, τη συγκέντρωση των τιμολογίων του κόστους επισκευής και τον τεχνικό έλεγχο από τους επιθεωρητές των ασφαλιστών ανατέθηκε σε Διακανονιστή Αβαριών (Adjuster), εν προκειμένω στην εταιρεία ... LTD, να υπολογίσει, με βάση την αναφορά των επιθεωρητών, τους λογαριασμούς εξόδων που απαιτήθηκαν για την αποκατάσταση της ζημίας, και εφαρμόζοντας τους διεθνώς αποδεκτούς κανονισμούς και τους όρους του ασφαλιστήριου συμβολαίου, το συνολικό ποσό αποζημιώσεως και το ποσοστό που αναλογεί σε κάθε έναν από τους ασφαλιστές που συμμετείχαν στην ασφάλιση.

Συγκεκριμένα, ο εν λόγω Διακανονιστής, με την από 12-3-2009 έκθεσή του, αναγνώριζε ότι: i) το συνολικό κόστος επισκευής του πλοίου ανήλθε σε 1.098.751,08 ευρώ, ii) το ποσό της αποζημιώσεως των ζημιών που ήταν αποκαταστατέες από τους ασφαλιστές, ως άμεσα συνδεόμενες με το ζημιογόνο γεγονός, ανήρχετο σε 606.252,76 ευρώ, και iii) ποσό 492.498,30 ευρώ αφορούσε κόστος αποκαταστάσεως το οποίο ήταν στη διακριτική ευχέρεια των ασφαλιστών να αποζημιώσουν και το οποίο οι τελευταίοι (ασφαλιστές), διά επιθεωρητών τους, δεν αναγνώρισαν ως αποζημιωτέο.

Από το ποσό δε των 606.252,78 ευρώ θα έπρεπε να αφαιρεθεί η συμφωνηθείσα απαλλαγή (deductible), δηλαδή το ποσό που είχε συμφωνηθεί ως όριο μέχρι του οποίου δεν ευθύνεται ο ασφαλιστής και ήταν διαφορετικό για κάθε ένα από τους ασφαλιστές. Ειδικότερα, με βάση το πόρισμα του Διακανονιστή, οι ασφαλιστές όφειλαν να καταβάλουν: i) οι ... (αντασφαλιστές) του ...

ποσό 135.313,20 ευρώ, ... ii) Η ... Ασφαλιστική ποσό 67.656,60 ευρώ, ... iii) Η ... ποσό 81.187,92 ευρώ, ... iv) Οι ... (αντασφαλιστές) της ... ποσό 172.657,15 ευρώ, ... Και v) οι ... της ... ποσό 75.937.92 ευρώ ... Έτσι, το συνολικό ποσό που ήταν καταβλητέο για την ένδικη αποζημίωση ανερχόταν σε 532.752,79 ευρώ, από το οποίο η πρώτη δόση ήταν 335.000 ευρώ και η δεύτερη 197.752,79 ευρώ.

Όμως, ο ασφαλιστικός οργανισμός ... δεν κατέβαλε το ποσοστό της αποζημιώσεως που του αναλογούσε επικαλούμενος απαλλαγή του εξαιτίας παραβιάσεως εκ μέρους της ασφαλισμένης ουσιώδους όρου της ασφαλιστικής συμβάσεως και ειδικότερα παράλειψη της προηγούμενης επιθεωρήσεως του πλοίου. Έτσι το ποσό της αποζημιώσεως που τελικά έπρεπε να καταβληθεί ανερχόταν συνολικά σε 451.564,87 ευρώ.

Ειδικότερα, η πρώτη δόση που ήταν καταβλητέα από τους λοιπούς (πλην της ...) ασφαλιστές στην εναγομένη για λογαριασμό της ενάγουσας ανήλθε συνολικά στο ποσό των 283.571,43 ευρώ. Από αυτό, ποσό 24.335 ευρώ εισέπραξε και κατέβαλε η εναγομένη στους διακανονιστές αβαρίας για αμοιβή τους, τον Ιούνιο του 2009, κατόπιν προηγούμενης σχετικής εγκρίσεως της ενυπόθηκης δανείστριας (...

Τράπεζας) και ποσό 107.448,19 ευρώ εισέπραξε και κατέβαλε στην ενυπόθηκη δανείστρια, όπως συνομολογεί η ενάγουσα χωρίς να προβάλει αντίρρηση για το προσήκον της τελευταίας αυτής καταβολής. Η εναγομένη, πριν εισπράξει οποιοδήποτε ποσό από την ένδικη αποζημίωση και πριν διαθέσει αυτό οπουδήποτε, ελάμβανε τις σχετικές οδηγίες και εγκρίσεις εκ μέρους της ενυπόθηκης δανείστριας τράπεζας (βλ.

προσκομιζόμενη σχετικά αλληλογραφία), διότι εξαιτίας της μη εμπρόθεσμης καταβολής των ασφαλίστρων εκ μέρους της ενάγουσας που παρέβη την περί τούτου συμφωνηθείσα υποχρέωσή της, είχαν ενεργοποιηθεί οι ανωτέρω όροι 6Η, 8.2α και 10.1.γ του συμβολαίου συστάσεως υποθήκης και η ενυπόθηκη δανείστρια τράπεζα ασκούσε όλα τα από αυτούς απορρέοντα δικαιώματά της που προαναφέρονται εν γνώσει της ενάγουσας, στην οποία είχε κοινοποιηθεί η σχετική αλληλογραφία.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το υπόλοιπο της ανωτέρω προκαταβολής ανερχόταν σε 151.788,24 ευρώ, από το οποίο δεν πληρώθηκε αλλά παρακρατήθηκε ποσό 45.172,09 ευρώ από τις ασφαλιστικές εταιρείες "... N.V." και "... S.Α", για οφειλόμενα προς αυτές ασφάλιστρα προηγούμενης ασφαλιστικής περιόδου, ενώ ποσό 7.636,44 ευρώ παρακρατήθηκε για οφειλόμενα ασφάλιστρα προηγούμενης ασφαλιστικής περιόδου από την ασφαλιστική εταιρεία "...

Α.Α.Ε". Η τελευταία αυτή ασφαλιστική εταιρεία, από το ποσό των 42.857,14 ευρώ που της αναλογούσε να καταβάλει ως αποζημίωση αφού παρακράτησε το προαναφερθέν ποσό των 7.636,44 ευρώ κατέβαλε το υπόλοιπο, εκ ποσού 35.220,70 ευρώ απευθείας στην ... Τράπεζα, ως ενυπόθηκη δανείστρια του βλαβέντος πλοίου. Περαιτέρω, από το προηγούμενο ποσό της προκαταβολής, ποσό 58.223,76 δεν εισπράχθηκε από την εναγομένη αλλά παρακρατήθηκε από τα συνδικάτα των ...

του Λονδίνου ... για οφειλόμενα ασφάλιστρα και ειδικότερα ποσό 4.097,23 ευρώ, πληρωτέο στις 8.7.2008, για ασφαλίσεις κατά κινδύνων πολέμου, ποσό 25.014,74 ευρώ πληρωτέο στις 8.7.2008 για ασφάλιση πρόσθετης αξίας, ποσό 4.097,23 ευρώ για δόση ασφαλίστρων, πληρωτέα στις 8.10.2008, για ασφαλίσεις κατά κινδύνων πολέμου και ποσό 25.014,74 ευρώ για δόση ασφαλίστρων, πληρωτέα στις 10.7.2008.

Από το ανωτέρω ποσό των 58.223,76 ευρώ που παρακράτησαν οι ... επεστράφη εκ μέρους τους ποσό 13.534,50 ευρώ που αφορούσε πληρωμή ασφαλίστρων κατά κινδύνων πολέμου γιατί η ... Τράπεζα είχε ήδη προβεί στην πληρωμή του ποσού αυτού ώστε να μην ακυρωθεί η ασφαλιστική σύμβαση έχοντας το δικαίωμα αυτό ως ενυπόθηκη δανείστρια.

Περαιτέρω, ποσό 15.350,20 ευρώ που εισέπραξε η εναγομένη ως μέρος της προκαταβολής, δεν το απέδωσε στην ενάγουσα αλλά πλήρωσε με αυτό ασφάλιστρα σκάφους και μηχανής που όφειλε η ενάγουσα στα συνδικάτα ... για την ασφαλιστική περίοδο 2007/2008. Τέλος, ποσό 26,70 ευρώ παρακρατήθηκε από την εναγομένη για τραπεζικά έσοδα [ενν.

έξοδα] και τα ποσά των 2.835,70 ευρώ και 857,14 ευρώ παρακρατήθηκαν για προμήθεια 1% της εναγομένης και της ... αντιστοίχως επί της πληρωτέας ασφαλιστικής αποζημιώσεως που η καθεμία εξασφάλισε, εν γνώσει της ενυπόθηκης δανείστριας, η οποία επέτρεψε τη χρέωση αυτή, όπως είχε δικαίωμα ... Όλες οι προαναφερόμενες εισπράξεις, παρακρατήσεις και καταβολές πλήρως αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη αλληλογραφία μεταξύ της ενυπόθηκης δανείστριας, της εναγομένης και των ασφαλιστών καθώς και από τα σχετικά εμβάσματα και εντάλματα πληρωμής, έγιναν δε με την προηγούμενη εντολή και έγκριση της ενυπόθηκης δανείστριας, γεγονός που γνώριζε η ενάγουσα τουλάχιστον από τον Φεβρουάριο του 2009, όταν και της απέστειλε η εναγομένη την από 26.2.2009 ηλεκτρονική επιστολή (e-mail) με τις σε αυτή συνημμένη εντολή πληρωμής της ενυπόθηκης δανείστριας και ουδέποτε αντέλεξε, αντιθέτως αφενός σαφώς συνομολογεί ότι καλώς εισέπραξε η ενυπόθηκη δανείστρια το προαναφερόμενο ποσό των 107.448,19 ευρώ αφετέρου την 1.6.2009 απέστειλε επιστολή προς την ...

Τράπεζα εγκρίνοντας την ανάλυση λογαριασμού της εναγομένης εταιρείας και συναινώντας στην καταβολή προς αυτήν (τράπεζα) εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας των ποσών που η τελευταία είχε εισπράξει από την αποζημίωση. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η δεύτερη και τελευταία δόση της οφειλόμενης ασφαλιστικής αποζημιώσεως ανερχόταν στο ποσό των 167.993,44 ευρώ, χωρίς στο ποσό αυτό να περιλαμβάνεται η οφειλόμενη αποζημίωση από την ..., για τους λόγους που προαναφέρονται.

Από το ποσό αυτό η εναγομένη εταιρεία έλαβε από τους προαναφερόμενους ασφαλιστές τα ακόλουθα ποσά: α) Στις 17.7.2009 έλαβε με κατάθεση στο λογαριασμό της "όψεως εταιρειών" στην Τράπεζα Πειραιώς ποσό 49.102,92 ευρώ από τα συνδικάτα ... που ενεργούσαν μέσω της ασφαλειομεσιτικής εταιρίας ... ... αφού προηγουμένως η τελευταία παρακράτησε για δική της προμήθεια ποσό 495,98 ευρώ που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 1% επί του ποσοστού των 49.598,91 ευρώ που ήταν η πληρωτέα αποζημίωση από τους ανωτέρω ασφαλιστές.

β) Στις 30.7.2009 έλαβε ποσό 24.799,46 ευρώ από την "... ΑΑΕ" με κατάθεση επιταγής στον προαναφερόμενο λογαριασμό. γ) Στις 3.8.2009 έλαβε ποσό 90.207,16 ευρώ με έμβασμα στον ανωτέρω λογαριασμό από την εταιρία ... SAS που ενεργούσε για λογαριασμό της ... και της ... SΑ, η πρώτη από τις οποίες όφειλε υπόλοιπο αποζημίωσης ποσού 62.657,15 ευρώ και η δεύτερη ποσού 30.937,92 ευρώ, παρακράτησαν όμως συνολικό ποσό 3.389,91 ευρώ για παλαιότερες οφειλές της ενάγουσας προς αυτούς.

Συνολικά δηλαδή η εναγομένη εισέπραξε από τους προαναφερόμενους ασφαλιστές για τη δεύτερη και τελευταία δόση της αποζημίωσης ποσό 164.109,54 ευρώ από το οποίο παρακράτησε την ειθισμένη προμήθειά της ποσοστού 1% επί του καταβλητέου ποσού των 167.993,44 ευρώ, δηλαδή ποσό 1.679.93 ευρώ. Περαιτέρω, από το ανωτέρω εισπραχθέν ποσό η εναγόμενη εταιρεία κατέβαλε ποσό 8.000 ευρώ στην εταιρεία ...

ως αμοιβή της τελευταίας για την επιθεώρηση επτά των πλοίων της ... ώστε αυτά να ασφαλισθούν, το δε υπόλοιπο η εναγομένη κατέβαλε για την πληρωμή μέρους των οφειλομένων ασφαλίστρων τόσο του πλοίου ... όσο και του πλοίου ...

ΙΙ, που επίσης ήταν υποθηκευμένο στην ... Τράπεζα καθώς επίσης και για ασφάλιστρα άλλων πλοίων του στόλου της δανειολήπτριας μητρικής εταιρείας ..., για τα ασφαλιστικά έτη 2009/2010 και 2010/2011, σχετικά με την ασφάλιση αυτών κατά ένα ποσοστό από κινδύνους λιμένος, σκάφους και μηχανής, την παραπάνω δε πληρωμή γνωστοποίησε η εναγομένη τόσο προς την ενάγουσα όσο και προς την ... Τράπεζα με την από 8.12.2009 προς αυτές επιστολή της και με την κοινοποίηση των αντίστοιχων χρεωστικών σημειωμάτων της και αντιγράφων των ασφαλιστικών συμβολαίων. Ταυτοχρόνως, η ενυπόθηκη δανείστρια προέβη ως είχε δικαίωμα και πρόδηλο συμφέρον για τη μη ακύρωση των αντίστοιχων ασφαλιστικών συμβολαίων στην πληρωμή μέρους των ασφαλίστρων τόσο του ένδικου πλοίου όσο και του πλοίου ...

ΙΙ, του οποίου επίσης ήταν ενυπόθηκη δανείστρια. Επομένως, ό,τι ποσό εισέπραξε η εναγομένη εταιρεία από την ένδικη ασφαλιστική αποζημίωση το διέθεσε για την πληρωμή των ανωτέρω υποχρεώσεων της ενάγουσας και δεν το ιδιοποιήθηκε ενσωματώνοντας αυτό στη δική της περιουσία. Ενόψει των προαναφερθέντων, αποδεικνύεται καταρχήν ότι η εναγομένη εταιρεία δεν εισέπραξε από την ένδικη ασφαλιστική αποζημίωση ποσό 532.752,79 ευρώ, όπως εσφαλμένως έκρινε η εκκαλουμένη, αλλά ποσό 149.995,79 ευρώ από την πρώτη δόση και ποσό 162.429,42 ευρώ από τη δεύτερη και συνολικά 312.425,21 ευρώ, ενώ τα υπόλοιπα ποσά κάθε δόσης είτε καταβλήθηκαν απευθείας από τους ασφαλιστές στην ενυπόθηκη δανείστρια-προσθέτως παρεμβαίνουσα είτε παρακρατήθηκαν εκ μέρους των ασφαλιστών για οφειλόμενα προς αυτούς ασφάλιστρα και προμήθεια της ασφαλειομεσίτριας ..., η δε εταιρεία ...

ουδέποτε κατέβαλε το ποσό της αποζημιώσεως που της αναλογούσε. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι το παραπάνω εισπραχθέν από αυτή ποσό η εναγομένη εταιρεία δεν το ενσωμάτωσε στην περιουσία της αλλά το διέθεσε για την πληρωμή των υποχρεώσεων της ενάγουσας και της πιστούχου εταιρείας, που αναλυτικά ανωτέρω αναφέρονται, καθώς και μικρό μέρος αυτού για την ειθισμένη μεσιτική της προμήθεια και τραπεζικά έξοδα. 'Όλα δε τα προαναφερθέντα έγιναν καθ? υπόδειξη και με την έγκριση της ενυπόθηκης δανείστριας-προσθέτως παρεμβαίνουσας- η οποία, ενόψει της ενεργοποιήσεως των προαναφερόμενων όρων της συμβάσεως εγγυήσεως και της συμβάσεως παραχωρήσεως υποθήκης, εξαιτίας της εκ μέρους της ενάγουσας -πλοιοκτήτριας- καθυστερήσεως, τουλάχιστον από τις 8.7.2008, της πληρωμής των ανωτέρω ασφαλίστρων, άσκησε το δικαίωμά της να εισπράξει την ασφαλιστική αποζημίωση και να αναλάβει κατά την κρίση της την όλη διαδικασία επιτρέποντας επιπλέον στους ασφαλειομεσίτες να χρεώσουν τη συνήθη μεσιτική τους αμοιβή.

Ουδέποτε δε η ενυπόθηκη δανείστρια παραχώρησε στην εναγομένη εταιρεία ή στους ασφαλιστές την έγγραφη συναίνεσή της ώστε να καταβάλουν αυτοί το ασφάλισμα, το οποίο υπερέβαινε τις 100.000 δολλάρια ΗΠΑ, στην πλοιοκτήτρια, όπως προέβλεπε ο προαναφερόμενος όρος 6Η του υποθηκικού συμβολαίου. Αντιθέτως, όσοι από τους ασφαλιστές είχαν λάβει κοινοποίηση της ρήτρας εκχωρήσεως κατέβαλαν απευθείας στην ...

Τράπεζα το ασφάλισμα (π.χ. η ... ΑΑΕ) ενώ οι υπόλοιποι το κατέβαλαν, μετά από τις απαραίτητες εξουσιοδοτήσεις εκ μέρους της ασφαλισμένης, στην εναγομένη εταιρεία που είχε αναλάβει τη διαδικασία της εισπράξεως και πάντοτε υπό την έγκριση της ενυπόθηκης δανείστριας Τράπεζας, η οποία ενημερωνόταν για κάθε στάδιο της διαδικασίας.

Έσφαλε επομένως, η εκκαλουμένη που έκρινε ότι η πρώτη εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της, δεύτερου εναγομένου, υπεξαίρεσε ποσό 400.969,60 ευρώ που είχε εισπράξει ως ασφαλιστική αποζημίωση για λογαριασμό της ενάγουσας και ακολούθως αναγνώρισε την υποχρέωση των ανωτέρω να καταβάλουν έκαστος εις ολόκληρον στην ενάγουσα το ποσό αυτό." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή δεν υπάρχει υπεξαίρεση του ασφαλίσματος εκ μέρους των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων και κατά συνέπεια δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, ελλείψει παράνομης συμπεριφοράς τους, και απέρριψε έτσι την αγωγή στην βάση αυτή, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 914 Α.Κ, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 375 Π.Κ., τις οποίες συνεπώς δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Συγκεκριμένα, το Εφετείο, δεχόμενο ανέλεγκτα α) ότι η πρώτη εναγόμενη ετερόρρυθμη εταιρία, της οποίας ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής είναι ο δεύτερος εναγόμενος, και η οποία, με σύμβαση που είχε καταρτίσει με την ενάγουσα, είχε αναλάβει, μεταξύ άλλων, να διεκπεραιώσει τη διαδικασία εισπράξεως και αποδόσεως στην ενάγουσα της ασφαλιστικής αποζημιώσεως, που εδικαιούτο να λάβει αυτή από το επισυμβάν στις 30-3-2008 ατύχημα του πλοίου ...

ιδιοκτησίας της, εισέπραξε μέρος μόνο, ύψους 312.425,21 ευρώ, του καταβλητέου ασφαλίσματος των 532.752,79 ευρώ, δεδομένου ότι μία από τις ασφαλίστριες εταιρίες δεν κατέβαλε καθόλου το ποσό που της αναλογούσε, και άλλες ασφαλίστριες κατέβαλαν απευθείας την αναλογία τους στο ασφάλισμα στην ενυπόθηκη δανείστρια ...

Τράπεζα ή παρακράτησαν μέρος του για οφειλόμενα ασφάλιστρα και προμήθειες της ασφαλειομεσίτριας ..., β) ότι το ανωτέρω ποσό των 312.425,21 ευρώ δεν ενσωματώθηκε στην περιουσία της πρώτης εναγόμενης, αλλά διατέθηκε από αυτήν για την πληρωμή υποχρεώσεων της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, και συγκεκριμένα για την πληρωμή της αμοιβής του διακανονιστή αβαρίας, την καταβολή στην ...

Τράπεζα μέρους των οφειλών της πιστούχου εταιρίας "... Α.Ν.Ε.Σ.", την πληρωμή των οποίων η αναιρεσείουσα είχε εγγυηθεί, την καταβολή της αμοιβής της επιθεωρήτριας των πλοίων της εταιρίας ..., την καταβολή ασφαλίστρων των πλοίων της αναιρεσείουσας και της ..., την καταβολή προμήθειας της ασφαλειομεσίτριας ` και τραπεζικών εξόδων, και τέλος για την πληρωμή της δικής της προμήθειας, και γ) ότι όλες οι πληρωμές έγιναν, αφενός κατόπιν οδηγιών και εγκρίσεων της ...

Τράπεζας, η οποία είχε αποκτήσει δικαίωμα είσπραξης των αξιώσεων της αναιρεσείουσας σχετικά με τις ασφάλειες λόγω ενεργοποίησης σχετικού όρου της σύμβασης παροχής υποθήκης, κατόπιν υπερημερίας της αναιρεσείουσας περί την καταβολή των ασφαλίστρων του ενυπόθηκου πλοίου της, και αφετέρου μετά από ενημέρωση της αναιρεσείουσας, η οποία δεν αντέλεγε, εγκρίνοντας έτσι σιωπηρώς τις καταβολές, και μάλιστα σε μία περίπτωση ενέκρινε ρητά την καταβολή, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα περί μη τέλεσης υπεξαίρεσης και συνεπώς μη στοιχειοθέτησης αδικοπραξίας εκ μέρους των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων.

Ειδικότερα, το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή ένστασης συμψηφισμού των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων με τα ποσά που καταβλήθηκαν από την πρώτη αναιρεσίβλητη για έξοδα επιθεώρησης και ασφάλιστρα πλοίων της εταιρίας ..., δεχόμενο έτσι αναιτιολόγητα ότι είχε συναφθεί ασφάλεια στόλου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά δέχτηκε ανέλεγκτα ότι τα ποσά αυτά δεν ενσωματώθηκαν στην περιουσία των αναιρεσίβλητων, επειδή καταβλήθηκαν σε τρίτους για τις ανωτέρω αιτίες κατόπιν οδηγιών της ...

Τράπεζας, που είχε γίνει δικαιούχος του ασφαλίσματος, και ενημέρωσης της αναιρεσείουσας, η οποία δεν αντέλεξε. Επίσης, το Εφετείο χωρίς αντιφάσεις δέχτηκε ότι η καταβολή μέρους των ασφαλίστρων των πλοίων της αναιρεσείουσας και της εταιρίας ... έγινε από την πρώτη αναιρεσίβλητη με οδηγίες της ... Τράπεζας, και όχι από την ίδια την ...

Τράπεζα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Τέλος, το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας στηρίζεται επαρκώς στην ανέλεγκτη αναιρετικά παραδοχή του ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν ενσωμάτωσε στην περιουσία της και δεν ιδιοποιήθηκε παράνομα το ασφάλισμα, αλλά διέθεσε αυτό με τους προαναφερθέντες τρόπους κατόπιν οδηγιών της ...

Τράπεζας, δικαιούχου του ασφαλίσματος, και ενημέρωσης και έγκρισης της αναιρεσείουσας, άλλοτε σιωπηρής και άλλοτε ρητής, ενώ περαιτέρω η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι συνέτρεξαν εν προκειμένω οι ουσιαστικές προϋποθέσεις των όρων 6Η, 8.2α και 10.1γ της σύμβασης παροχής υποθήκης, κατά τους οποίους αν συμβεί κάποιο γεγονός από τα αναφερόμενα στον όρο 8, μεταξύ αυτών και η μη συμμόρφωση της αναιρεσείουσας στην υποχρέωσή της να έχει ασφαλισμένο το ενυπόθηκο πλοίο με δαπάνες της, και η Τράπεζα ειδοποιήσει περί αυτού τους ασφαλιστές, όλες οι ασφαλιστικές αποζημιώσεις θα είναι εισπρακτέες από την τελευταία, απαραδέκτως προσβάλλεται από την αναιρεσείουσα, επειδή ανήκει στην εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.

Είναι αβάσιμοι, επομένως, οι έβδομος, δέκατος τέταρτος, δέκατος έκτος και δέκατος έβδομος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ανωτέρω αιτιάσεις.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.

Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς που προτάθηκαν το πρώτον με τους πρόσθετους λόγους εφέσεως, που άσκησαν οι εκκαλούντες-δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι, απαραδέκτως κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, επειδή δεν είχαν προταθεί στην πρωτόδικη δίκη, και συγκεκριμένα παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς περί εκχώρησης του ασφαλίσματος στην ...

Τράπεζα α) λόγω παράβασης εκ μέρους της αναιρεσείουσας όρου των ασφαλιστηρίων, ενώ στην πρωτόδικη δίκη οι αναιρεσίβλητοι είχαν προβάλει παράβαση όρου του συμβολαίου εγγραφής υποθήκης, και β) λόγω υπερημερίας βάσει όρου του συμβολαίου εγγραφής υποθήκης περί καθυστέρησης της πληρωμής ασφαλίστρων, ενώ πρωτοδίκως δεν είχαν προτείνει τέτοια καθυστέρηση.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή με την εκκαλουμένη απόφαση κρίθηκε και απορρίφθηκε η αξίωση της αναιρεσείουσας από αδικοπραξία λόγω υπεξαίρεσης (δεν δικάστηκε η βάση της αγωγής από ενδοσυμβατική ευθύνη, παράλειψη η οποία δεν προσβάλλεται με λόγο αναιρέσεως), έναντι της οποίας οι ανωτέρω ισχυρισμοί αποτελούν επιχειρήματα που βάλλουν κατά του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί παράνομης ιδιοποίησης του ασφαλίσματος, επομένως δεν είναι αυτοτελείς, αλλά αρνητικοί ισχυρισμοί και δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη.

Με τον δέκατο τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφέροντας ότι, επί επικουρικής ένστασης συμψηφισμού των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε με λόγο εφέσεως, και κατά την οποία μέρος, ύψους 162.429,42 ευρώ, του ασφαλίσματος, συμψηφίζεται με ανταπαίτηση των αναιρεσίβλητων, ύψους 210.068,77 ευρώ από οφειλόμενα ασφάλιστρα του πλοίου "..." και του στόλου του ομίλου ..., η αναιρεσείουσα προέβαλε αντένσταση με τις προτάσεις της, εκθέτοντας ότι η ένσταση στηρίζεται στον ισχυρισμό τους ότι είχε συναφθεί ασφάλιση στόλου, ο οποίος είναι ψευδής, το Εφετείο όμως δεν έλαβε υπόψη του την αντένσταση αυτή. Ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή το Εφετείο απέρριψε την αγωγή δεχόμενο ότι δεν υπήρξε υπεξαίρεση του ασφαλίσματος, αλλά καταβολή του σε τρίτους, δανειστές της αναιρεσείουσας και της εταιρίας ..., κατόπιν οδηγιών της ... Τράπεζας, και όχι κατά παραδοχή της ένστασης συμψηφισμού των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων, επομένως ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν ασκούσε έννομη επιρροή και δεν αποτελούσε πράγμα με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί άρνηση της ένστασης συμψηφισμού και δεν είναι αυτοτελής.

Με τους δέκατο ένατο και εικοστό πρώτο λόγους αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλειες από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του την αντένσταση που η ίδια προέβαλε με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις της και τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά την οποία, ακόμη και αν η αναιρεσείουσα υπήρξε υπερήμερη σχετικά με την υποχρέωσή της να διατηρεί ασφαλισμένο το πλοίο με δαπάνες της, δεν υπήρξε εκχώρηση του ασφαλίσματος στην ...

Τράπεζα, επειδή δεν επακολούθησε ειδοποίηση της Τράπεζας στους ασφαλιστές, όπως προέβλεπε όρος της σύμβασης παροχής υποθήκης, και β) παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του ότι η ρήτρα εκχώρησης είχε κοινοποιηθεί σε ασφαλιστές, ενώ ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί από τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους. Οι λόγοι είναι αβάσιμοι, δεδομένου ότι, εφόσον η απαίτηση, που κρίθηκε από το Εφετείο, είναι αδικοπρακτικής φύσεως, ο πρώτος από τους ανωτέρω ισχυρισμούς δεν αποτελεί αντένσταση της αναιρεσείουσας, αλλά είναι μέρος της αιτιολογημένης άρνησης του (επίσης αρνητικού) ισχυρισμού των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων περί μη ιδιοποίησης του ασφαλίσματος, αλλά διάθεσής του με τους προαναφερθέντες τρόπους κατόπιν οδηγιών της δικαιούχου ...

Τράπεζας και ενημέρωσης και έγκρισης της αναιρεσείουσας, ενώ το δεύτερο γεγονός δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά διευκρινιστικό περιστατικό σχετικά με τη διαδικασία εκχώρησης του ασφαλίσματος, που προέκυψε από τις αποδείξεις και νομίμως ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο, ακόμη και αν δεν είχε προταθεί ανταποδεικτικά από τους αναιρεσίβλητους, επομένως τα ανωτέρω δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά (Α.Π. 1027/2019, Α.Π. 1349/2018, Α.Π. 886/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, μεταξύ αυτών την αλληλογραφία μεταξύ της ... Τράπεζας, της πρώτης αναιρεσίβλητης και των ασφαλιστών και τα εμβάσματα και εντάλματα πληρωμής, καθώς και τις προσκομισθείσες με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων αμφοτέρων των πλευρών, τις οποίες προσδιόρισε κατ' αριθμό, προκειμένου να καταλήξει στην ουσιαστική κρίση του ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη κατέβαλε μέρος του ασφαλίσματος για την πληρωμή ασφαλίστρων και εξόδων επιθεώρησης, επομένως δεν το ιδιοποιήθηκε παράνομα.

Επομένως οι από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος, δέκατος, δέκατος όγδοος και εικοστός δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι χωρίς απόδειξη δέχτηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη προέβη πράγματι σε πληρωμή ασφαλίστρων και εξόδων επιθεώρησης, ότι ενεργοποιήθηκε ο όρος περί εκχώρησης του ασφαλίσματος στην ...

Τράπεζα και ότι ειδοποιήθηκαν οι ασφαλιστές για την εκχώρηση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο όγδοος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το Εφετείο χωρίς απόδειξη δέχτηκε ότι η ασφάλιση του πλοίου είχε συναφθεί με τον όρο της ασφάλισης στόλου, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται δεκτό ότι υπήρχε τέτοιος όρος στη σύμβαση ασφάλισης μεταξύ της αναιρεσείουσας και της κοινοπραξίας ασφαλιστών, αλλά ότι η πρώτη αναιρεσείουσα κατέβαλε μέρος του ασφαλίσματος για την πληρωμή ασφαλίστρων και εξόδων επιθεώρησης πλοίων του ομίλου ..., κατόπιν οδηγιών της ...

Τράπεζας, και συνεπώς δεν ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 686/2021) και δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποιο μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 911/2021, Α.Π. 1058/2020, Α.Π. 374/2019).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (Α.Π. 686/2021, Α.Π. 218/2020, Α.Π. 374/2019, Α.Π. 315/2008, Α.Π. 1510/2011, Α.Π. 263/1989).

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 340 § 1 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις υποθέσεις, που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα τα οποία πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία εκάστου, όσο και αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνον εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.

Έτσι, στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα, ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων, και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον νόμο διαδικασία (Α.Π. 124/2023, Α.Π. 150/2022, Α.Π. 1721/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους έκτο και δωδέκατο λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη προς απόδειξη του ισχυρισμού των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων περί εξόφλησης εκ μέρους τους υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας προς τρίτους, έγγραφα χρεωστικά σημειώματα εκδόσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης, που προσκομίστηκαν από τους αναιρεσίβλητους και συνεπώς δεν μπορούν να έχουν αποδεικτική δύναμη υπέρ αυτών κατ' άρθρο 447 ΚΠολΔ.

Οι λόγοι είναι αβάσιμοι επειδή το Εφετείο, δικάζοντας την επίδικη διαφορά κατά την τακτική διαδικασία, κατά την οποία λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου κατ' άρθρο 340 § 1 ΚΠολΔ, νομίμως έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω ιδιωτικά έγγραφα ως απόδειξη υπέρ του εκδότη τους, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 στοιχ. β' , 453 και 524 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.Α.Π. 14/2005). Για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 173/2015).

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (Α.Π. 492/2015).

Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 1761/2017, Α.Π. 1741/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 335 και 339 KΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη, είναι η ομολογία που γίνεται, προφορικά ή γραπτά, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη.

Ομολογία δε είναι η παραδοχή της αλήθειας ενός ουσιώδους πραγματικού γεγονότος, επιβλαβούς για τον ομολογούντα, με την επίκληση και απόδειξη του οποίου βαρύνεται ο αντίδικός του, η οποία πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη και πρέπει να γίνεται με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος (Α.Π. 898/2015, Α.Π. 1187/2015, Α.Π. 947/2014, Α.Π. 373/2011). Εξάλλου, ο λόγος αυτός για τη μη λήψη υπόψη της δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας, ιδρύεται εφόσον ο αναιρεσείων επικαλείται νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου, όσο και του εγγράφου στο οποίο περιέχεται (Α.Π. 33/2014, Α.Π. 1356/2010, Α.Π. 1014/2010).

Για την επίκληση αυτή πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (Α.Π. 1306/2021, Α.Π. 81/2020, Α.Π. 1291/2019, Α.Π. 83/2014). Η παράλειψη, πάντως, του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του δικαστική ομολογία ώστε να ιδρυθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αφορά ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1306/2021, Α.Π. 1652/2009) και τέτοιος δεν είναι ο μη νόμιμος ή απαράδεκτος ισχυρισμός (Α.Π. 462/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους ένατο, δέκατο πέμπτο και εικοστό λόγους αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφέροντας ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αντίγραφα του σημειώματος ασφάλισης (cover note), εκδόσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης, και της από 16-11-2007 έγκρισης ασφάλισης της εταιρίας ...

σχετικά με την ασφάλιση των πλοίων του ομίλου ..., τα οποία η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει με επίκληση προκειμένου να αντικρούσει τον ισχυρισμό των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων ότι είχε συναφθεί ασφάλιση στόλου και ότι κατά συνέπεια νομίμως η πρώτη προέβη σε καταβολές για προς εξόφληση οφειλόμενων ασφαλίστρων των πλοίων του ομίλου, τις από 9-7-2009, 29-7-2009 και 31-8-2009 τηλεομοιοτυπίες της ...

Τράπεζας και την από 26-11-2009 επιστολή ασφάλισης της εταιρίας ..., τις οποίες η αναιρεσείουσα είχε προσκομίσει με επίκληση προκειμένου να αντικρούσει τον ισχυρισμό τους ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη προέβη σε πληρωμή εξόδων επιθεώρησης, ασφαλίστρων και νέων ασφαλειών των πλοίων του ομίλου, και την από 26-2-2009 ηλεκτρονική επιστολή της πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία είχε προσκομίσει η τελευταία με επίκληση προς ενίσχυση του ισχυρισμού της περί καταβολής χρηματικού ποσού στην ...

Τράπεζα κατόπιν εντολής της. Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς επισκοπείται, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί νόμιμης καταβολής από την πρώτη αναιρεσίβλητη μέρους του εισπραχθέντος ασφαλίσματος για την εξόφληση καθυστερούμενων ασφαλίστρων και λοιπών εξόδων των πλοίων του ομίλου ..., έλαβε υπόψη του όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, καθώς και τις 3529 και 19816/2016 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των διαδίκων.

Από τη βεβαίωση αυτή προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα έγγραφα, που αναφέρει η αναιρεσείουσα, χωρίς να δημιουργούνται αμφιβολίες περί αυτού, επομένως οι λόγοι είναι αβάσιμοι. Όσον αφορά δε τις λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις, ότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο σχετικά με την πληρωμή εξόδων επιθεώρησης και ασφαλίστρων εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης, και σχετικά με την νομιμότητα της εκχώρησης του ασφαλίσματος στην Τράπεζα, οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι, αφού οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται στην πραγματικότητα σε εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγηση των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.

Επίσης, με τον εικοστό τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του κατά το σχηματισμό του πορίσματός του την περιεχόμενη στην από 21-11-2017 έφεση των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων δικαστική ομολογία τους, κατά την οποία αυτοί πληροφορήθηκαν την εκχώρηση του ασφαλίσματος στην ...

Τράπεζα το πρώτον το φθινόπωρο 2008, όταν η αναιρεσείουσα τους παρέδωσε φάκελο με τα έγγραφα της υπόθεσης, στον οποίο περιλαμβανόταν βεβαίωση κάλυψης της ασφαλιστικής εταιρίας "..." με συνημμένη ειδοποίηση περί εκχώρησης των ασφαλίσεων στην ανωτέρω Τράπεζα, γεγονός που εν συνεχεία τους επιβεβαίωσε η αναιρεσείουσα και η Τράπεζα, και ότι δεν τέθηκε υπόψη τους το συμβόλαιο παραχώρησης υποθήκης με τους όρους του, ούτε ενημερώθηκαν για την τυχόν ύπαρξη αναβλητικής αίρεσης που δεν πληρώθηκε, ισχυρισμοί από τους οποίους προκύπτει ομολογία τους περί του ότι δεν γνώριζαν την εκχώρηση των ασφαλισμάτων που όφειλαν οι υπόλοιποι ασφαλιστές και συνεπώς παράνομα κατέβαλαν τα σχετικά ποσά στην ...

Τράπεζα. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, επειδή το ανωτέρω γεγονός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στην οποία κρίσιμο στοιχείο είναι η παράνομη ιδιοποίηση και ενσωμάτωση στην περιουσία της πρώτης αναιρεσίβλητης του ασφαλίσματος, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα στο εφετήριο οι αναιρεσίβλητοι, με αφορμή την ειδοποίηση εκχώρησης της εταιρίας ..., ενημερώθηκαν για την ύπαρξη της ρήτρας εκχώρησης τόσο από την ...

Τράπεζα, όσο και από την αναιρεσείουσα, δεν συνάγεται δηλαδή από τα ως άνω αναφερόμενα το γεγονός, που εκλαμβάνει ως ομολογημένο η αναιρεσείουσα.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 KΠολΔ ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, αν και την είχε κατά το νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 12 KΠολΔ για την παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν α) ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου, καθώς και ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, γ) ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σε αυτό ο νόμος, και δ) πού έγκειται ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 570/2016, Α.Π. 491/2014).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο σύμφωνα με το νόμο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης. Έτσι, ο λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα κατ' άρθρο 340 KΠολΔ, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (Α.Π. 510/2022, Α.Π. 1306/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με σκέλη των έκτου και δωδέκατου λόγων αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, λαμβάνοντας υπόψη του, προς απόδειξη του ισχυρισμού των αναιρεσίβλητων περί εξόφλησης εκ μέρους τους υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας προς τρίτους, έγγραφα χρεωστικά σημειώματα εκδόσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης, που προσκομίστηκαν από τους αναιρεσίβλητους και δεν μπορούν να έχουν αποδεικτική δύναμη υπέρ αυτών κατ' άρθρο 447 ΚΠολΔ.

Οι λόγοι είναι αβάσιμοι, επειδή η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι το Εφετείο προσέδωσε στα εν λόγω έγγραφα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχαν κατά νόμο, ούτε ότι δεν προσέδωσε σε αυτά τέτοια δύναμη, αν και την είχαν κατά το νόμο, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού λόγου από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτό. Ως τρίτος κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοείται εκείνος, ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως, ενώ σύμφωνα με την ίδια διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη άμεσου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.

Άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της.

Επομένως για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης δεν αρκεί το ότι σε δίκη, εκκρεμή μεταξύ άλλων, πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, επειδή υφίσταται ή ενδέχεται να ανακύψει σε δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει ευθέως, από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος, τα έννομα συμφέροντά του (Ολ.Α.Π. 1/2023, Ολ.Α.Π. 11/2011, Ολ.Α.Π. 9/2007, Ολ.Α.Π. 13/2006, Α.Π. 663/2023, Α.Π. 456/2023).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π. 1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχονται, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 2081/2018).

Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος την πρόσθετη παρέμβαση, που άσκησε το πρώτον ενώπιόν του η τρίτη αναιρεσίβλητη ...

Τράπεζα υπέρ των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων. Από την από 28-11-2018 πρόσθετη παρέμβαση της τρίτης αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου, που παραδεκτώς επισκοπείται κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η παρεμβαίνουσα επικαλέστηκε για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντος το γεγονός ότι, σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής με την αιτιολογία ότι η ...

Τράπεζα, δικαιοπάροχος της παρεμβαίνουσας, δεν ήταν δικαιούχος του ασφαλίσματος λόγω εκχώρησης και δεν είχε δικαίωμα διάθεσής του, οι εναγόμενοι μπορούν να στραφούν εναντίον της και να διεκδικήσουν ως αποζημίωση τα ποσά, που θα κληθούν να καταβάλουν στην ενάγουσα-αναιρεσείουσα. Τα ανωτέρω συνιστούν άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση απλής πρόσθετης παρέμβασης, αφού γίνεται επίκληση διακινδύνευσης των δικαιωμάτων της παρεμβαίνουσας λόγω των αντανακλαστικών συνεπειών από την έκδοση απόφασης με το ανωτέρω περιεχόμενο, επομένως το Εφετείο ορθώς έκρινε παραδεκτή την παρέμβαση και είναι αβάσιμος ο εξεταζόμενος λόγος.

Κατά το άρθρο 520 § 2 ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της εφετειακής απόφασης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφέροντας ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους εφέσεως, που άσκησαν οι εκκαλούντες-δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι, επειδή αυτοί δεν αφορούσαν τα κεφάλαια της απόφασης, που είχαν προσβληθεί με την έφεση.

Από το παραδεκτώς επισκοπούμενο δικόγραφο της από 21-11-2017 έφεσης των δύο πρώτων αναιρεσίβλητων προκύπτει ότι με τον πρώτο λόγο εφέσεως αυτοί παραπονέθηκαν ότι κατά κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό τους ότι δικαιούχος είσπραξης του ασφαλίσματος λόγω εκχώρησης είναι η ...

Τράπεζα και ακολούθως δέχτηκε ότι η διάθεση αυτού κατά τις οδηγίες της ήταν αντισυμβατική και παράνομη, ενώ από την επισκόπηση του δικογράφου των από 5-12-2018 πρόσθετων λόγων προκύπτει ότι με τους περιεχόμενους σε αυτό δύο λόγους οι εκκαλούντες παραπονέθηκαν ότι κατά κακή εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων η πρωτόδικη απόφαση έκρινε ότι η αναιρεσείουσα νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής, επειδή οι απαίτησή της στο ασφάλισμα είχε εκχωρηθεί στην ...

Τράπεζα. Εφόσον οι εκκαλούντες με το δεύτερο λόγο της έφεσης είχαν θίξει το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο είχε απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός τους περί εκχώρησης του ασφαλίσματος στην ... Τράπεζα και περί νόμιμης διάθεσής του σε τρίτους κατόπιν οδηγιών της, οι πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους οι εκκαλούντες έθιγαν το ίδιο κεφάλαιο, έστω υπό την επίκληση διαφορετικής συνέπειας του ίδιου ισχυρισμού, ήτοι της έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, ήταν παραδεκτοί.

Επομένως το Εφετείο, που δέχτηκε τα ίδια, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (Α.Π. 1004/2020, Α.Π. 867/2019, Α.Π. 1665/2018).

Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου κρίσιμες, δηλαδή που να μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά το συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 464/2019, Α.Π. 296/2019, Α.Π. 595/2016).

Αν το δικαστήριο εκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει την αποδεικτική του αξία, ο λόγος είναι αβάσιμος (Α.Π. 1416/2017, Α.Π. 595/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 14-11-2008 τηλεομοιοτυπίας της εταιρίας ...

Ασφαλίσεων, της από 18-3-2009 ηλεκτρονικής επιστολής της εταιρίας ... και των χρεωστικών σημειωμάτων της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεχόμενο εσφαλμένα ότι από το πρώτο έγγραφο προκύπτει η πληρωμή ασφαλίστρων ύψους 45.172,09 ευρώ στην εταιρία ..., από το δεύτερο έγγραφο η πληρωμή ποσών 7.636,44 και 35.220,70 ευρώ από την εταιρία ..., και από τα χρεωστικά σημειώματα η πληρωμή 58.223,76 και 2.835 ευρώ.

Επίσης, με τον ενδέκατο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει παραμόρφωση από το Εφετείο του περιεχομένου εννέα χρεωστικών σημειωμάτων της πρώτης αναιρεσίβλητης, του από 13-7-2009 ηλεκτρονικού μηνύματος της εταιρίας ... και του από 14-7-2009 εντάλματος πληρωμής της πρώτης αναιρεσίβλητης, με την εσφαλμένη παραδοχή ότι από αυτά προκύπτουν πληρωμές ασφαλίστρων.

Οι λόγοι αυτοί, καθ' όσον γίνεται επίκληση παραμόρφωσης των χρεωστικών σημειωμάτων της πρώτης αναιρεσίβλητης, του από 13-7-2009 ηλεκτρονικού μηνύματος της εταιρίας ... και του από 14-7-2009 εντάλματος της πρώτης αναιρεσίβλητης, είναι αόριστοι και επομένως απαράδεκτοι, επειδή στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, και μάλιστα λέξη προς λέξη, όπως απαιτείται κατά τα προεκτεθέντα, προκειμένου από τη σύγκριση με το αναφερόμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο, που τους προσέδωσε το Εφετείο, να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα.

Καθ' όσον γίνεται επίκληση παραμόρφωσης της από 14-11-2008 τηλεομοιοτυπίας της εταιρίας ... και της από 18-3-2009 ηλεκτρονικής επιστολής της εταιρίας ..., το περιεχόμενο των οποίων παρατίθεται στο αναιρετήριο, ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ανωτέρω έγγραφα, ούτε εξαίρει στο σκεπτικό του την αποδεικτική τους αξία, αλλά συνεκτίμησε αυτά μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, δηλαδή το σύνολο των εγγράφων, που προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, και τις ένορκες βεβαιώσεις.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-3-2022 αίτηση της εταιρίας "... ... Ν.Ε." για αναίρεση της 444/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ