Legislator Case Law & Legislation
1189/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership, rejecting arguments regarding illegal construction and lack of water access.

Case Number 1189/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's rejection of the defendants' ownership claim. The appellant argued that the property was illegally constructed and lacked water, while the defendants maintained their title based on historical documents. The court rejected these claims as they constituted substantive defenses rather than procedural errors, leading to the dismissal of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 569, 573, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that arguments denying the opponent's claim or challenging the assessment of evidence constitute substantive defenses and are inadmissible on appeal unless they allege specific violations of substantive law.

Keywords

AI generated
property ownership dispute illegal construction defense admissibility of appeal substantive defense on appeal Code of Civil Procedure evidence assessment review dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1189 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1189/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Π. του Γ. και Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Διαλυνά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. συζύγου Γ. Γ., το γένος Ε. Ζ., κατοίκου ..., 2) Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Ε. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 4) Μ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κουντούρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 106/2020 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-10-2020 αίτηση και τον από 27-10-2021 πρόσθετο λόγο αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12-10-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 106/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που απέρριψε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 15/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία είχε γίνει δεκτή αρνητική της κυριότητας αγωγή του άρθρου 1108 ΑΚ των αναιρεσιβλήτων, στην οποία είχε σωρευθεί και αναγνωριστική αγωγή του δικαιώματος της κυριότητας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ,), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ). Παραδεκτός εξάλλου, είναι και ο πρόσθετος λόγος αυτής, ο οποίος ασκήθηκε εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσιβλητους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ . Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αναίρεσης και του πρόσθετου αυτής λόγου να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα, η δε απόκρουση της νομιμοποίησης από τον εναγόμενο αποτελεί άρνηση, και όχι ένσταση (ΑΠ 455/2017, Π 772/2014).

Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αν όμως ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως σύμφωνα με το νόμο, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως από την έλλειψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 657/2020, ΑΠ 126/2019, ΑΠ 746/2018).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 225 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου. Η μεταβίβαση όμως του επίδικου πράγματος ή δικαιώματος, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης, αλλά η δίκη συνεχίζεται μεταξύ των διαδίκων, εωσότου, νομίμως περατωθεί.

Μέχρι τότε μόνος νομιμοποιούμενος να διεξαγάγει τη δίκη είναι ο διάδικος που μεταβίβασε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα. Ο ειδικός διάδοχος του δεν αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και δεν εισέρχεται στη θέση του δικαιοπαρόχου του, αλλά έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, ν' ασκήσει παρέμβαση, ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 404/2018, ΑΠ 1136/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.

Α.Π 3/1997, ΑΠ 559/2020). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ομολογία, η μη λήψη υπόψη των οποίων ή του περιεχομένου αυτών δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του αριθμό 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 237/2019, ΑΠ 261/2016).

Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ'του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 346 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη κλπ), από δε την ειδική αναφορά της αποφάσεως σε κάποιο από αυτά, δεν συνάγεται ότι τα λοιπά δεν λήφθηκαν υπόψη.

Μόνον αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 407/2020, ΑΠ 112/2020).

Δεν αρκεί η προσκόμιση του εγγράφου ή άλλου αποδεικτικού μέσου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού με σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να αναγνωρίζεται η ταυτότητα του εγγράφου, η δε επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε, κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και όχι με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, εκτός εάν προσκομίζεται προς απόκρουση ισχυρισμών, που προβλήθηκαν κατά τη συζήτηση (ΑΠ 759/2018, ΑΠ 1565/2014).

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 2/1999).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με τη συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1099/2020, ΑΠ 563/2020, ΑΠ321/2019, ΑΠ 842/2014).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 976/2020, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 69/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω μέρος, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, τα εξής: "Οι ενάγοντες είναι αποκλειστικοί συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός ακινήτου, επιφανείας 112,56 τ.μ., μετά της ευρισκόμενης εντός αυτού οικίας, επιφανείας 54,45 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." στην πόλη της ...

του Δήμου ..., εμφαίνεται δε με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από 23/7/2001 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Σ. και συνορεύει ανατολικά, σε πλευρά Α-Β, μήκους 7,05 μέτρων, με παραλιακή δημοτική οδό, βόρεια, σε τεθλασμένη πλευρά Β-Γ-Δ, μήκους 15,85 μέτρων, με ακίνητο συνιδιοκτησίας Γ. και Π. Γ., δυτικά σε πλευρά Δ-Ε, μήκους 7,50 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας Ν.

Β. και νότια, σε τεθλασμένη πλευρά Ε-Ζ-Α, μήκους 16 μέτρων, με ακίνητο ιδιοκτησίας της εναγομένης. Οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του ως άνω ακινήτου, με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../24-8-2004 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ..., που έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 157 και με αριθμό 25.

Ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων κατέστη κύριος του επίδικου ακίνητου με παράγωγο τρόπο, δυνάμει συμβάσεως δωρεάς εν ζωή και μεταβιβάσεως ακινήτου, με δωρήτρια τη μάμμη του, Ν. Ξ. και συγκεκριμένα του υπ' αριθμ. .../3-8-2001 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ..., Σπυρίδωνος Μπούα, το οποίο έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 146 και με αριθμό 30.

Ακολούθως, η ως άνω δωρήτρια είχε καταστεί κυρία του ανωτέρω ακινήτου, βάσει των προσόντων της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς είχε υπεισέλθει στη νομή του ανωτέρω ακινήτου, ως καθολική διάδοχος του προαποβιώσαντος αυτής συζύγου της, Ν. Ξ., ο οποίος είχε αποκτήσει την κυριότητα του εν λόγω ακίνητου με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../ 4-5-1938 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Ιωάννη Κατσουρού, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο … και με αριθμό ….

Ακολούθως, η εναγομένη είναι κυρία ενός ακινήτου, εκτάσεως 131 τ.μ., μετά της εντός αυτού υπάρχουσας διωρόφου παλαιάς οικίας, αποτελούμενης από ισόγειο, επιφανείας 64 τ.μ. και από πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, επιφανείας 64 τ.μ., το οποίο (ακίνητο) συνορεύει βόρεια με το ανωτέρω ακίνητο των εναγόντων. Το ακίνητο αυτό απέκτησε η εναγομένη λόγω δωρεάς εν ζωή από τη Χ.

χήρα Κ. Π., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../25-8-2006 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Κυριάκου Μπούα, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ... και με αριθμό …. Στο εν λόγω συμβόλαιο αναγράφεται ότι το ανωτέρω ακίνητο της εναγομένης συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους μέτρων 14,95 εν μέρει με κοινή δίοδο και πέραν αυτής με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Ν.

Ξ. και εν μέρει με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων Ν. Ξ. (δικαιοπάροχο των εναγόντων). Η επίδικη εδαφική λωρίδα, που κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης, δεν ανήκει στην ιδιοκτησία των εναγόντων, άλλως αποτελεί κοινή δίοδο, εμφαίνεται στο από 23/7/2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Σ., με τα αριθμητικά στοιχεία 1-2-3-4 (με κίτρινη διαγράμμιση) και συνορεύει κατά πλευρά 1-2 με δημόσιο δρόμο, κατά πλευρά 2-3 με την οικία και την αυλή του ακινήτου των εναγόντων, κατά πλευρά 3-4 με ιδιοκτησία Ν.

Β. και κατά πλευρά 4-1 με το ακίνητο της εναγομένης και αποτελεί δίοδο επικοινωνίας του οπίσθιου μέρους του ακινήτου των εναγόντων με το δημόσιο δρόμο. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες το έτος 2016 ανέθεσαν στο μεσίτη αστικών ακινήτων, Σ. Δ., την πώληση του ανωτέρω ακινήτου τους, ενώ τον Ιούλιο 2016 βρέθηκε αγοραστής, ο Γ.

Τ., ο οποίος συμφώνησε με τους ενάγοντες τη μεταβίβαση του ακινήτου τους, αντί τιμήματος, ποσού 98.000 ευρώ. Κατά την επίσκεψη του ανωτέρω υποψήφιου αγοραστή με τον ως άνω μεσίτη στο ακίνητο των εναγόντων, συνάντησαν το σύζυγο της εναγομένης, ο οποίος τους δήλωσε ότι το ανωτέρω εδαφικό τμήμα, εκτάσεως 16 τ.μ.

δεν ανήκει στην ιδιοκτησία των εναγόντων, αλλά αποτελεί κοινή δίοδο, λόγος για τον οποίο έχουν τοποθετήσει καγκελένια πόρτα φράσσοντας την είσοδο αυτού. Ταυτόχρονα, σε έλεγχο τίτλων που διενήργησε πληρεξούσια δικηγόρος, κατόπιν εντολής του ανωτέρω υποψήφιου αγοραστή, διαπιστώθηκε ότι στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. .../25-8-2006 πράξη δωρεάς του συμβολαιογράφου ...

Σπυρίδωνα Μπούα αναφέρεται ότι το ακίνητο της εναγομένης συνορεύει βόρεια εν μέρει με κοινή δίοδο και πέραν αυτή με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονομούν Ν. Ξ., ήτοι το ακίνητο των εναγόντων, η δε διένεξη που δημιουργήθηκε εξ αυτού του λόγου, λόγω της αμφισβήτησης της κυριότητας του επίδικου τμήματος εκ μέρους της εναγομένης, οδήγησε τον ανωτέρω υποψήφιο αγοραστή σε υπαναχώρηση από την εκτέλεση της σύμβασης πώλησης.

Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη, αν και ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν είναι κύριοι της επίδικης εδαφικής λωρίδας, επικουρικά ισχυρίζεται ότι η κοινή δίοδος που αναφέρεται στον τίτλο κτήσης της αποτελεί από το έτος 1950 δίοδο που χρησιμοποιούσαν οι δικαιοπάροχοι της και μετέπειτα και η ίδια, καθώς αποτελεί τη μοναδική πρόσβαση στο πίσω μέρος του ακινήτου της, όπου και μετέφεραν τρόφιμα στην εκεί ευρισκόμενη αποθήκη, όπως λάδι, κρασί, αλλά και εργαλεία και λοιπά αντικείμενα, αλλά και τη μόνη πρόσβαση στον κήπο, που βρίσκεται εκεί μέχρι σήμερα και εξακολουθεί να καλλιεργεί η εναγομένη, όπως και οι δικαιοπάροχοι της.

Ο ισχυρισμός, όμως, της εναγομένης, ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς στο αναφερόμενο ανωτέρω και προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. .../4- 5-1938 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Ιωάννη Κατσουρού αναφέρονται τα εξής: "Ο Ν. Ξ. (σημ. απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων) λαμβάνει ωσαύτως εις την κυριότητα του τα εξής κτήματα: 1) Το ήμισυ μίας οικίας και δη το προς ανατολάς μέρος αυτής μετά του όπισθεν αυτής κήπου μετά του στενού του χωρίζοντος την οικίαν ταύτην από την οικία του Σ.

Ξ. (σημ. απώτερο δικαιοπάροχο της εναγομένης) και αναλαμβάνει ούτως την υποχρέωσιν να μην κλείσει τα παράθυρα της οικίας του Σ. Ξ. (τα κείμενα) και προβλέποντα προς το στενό, ο δε Σ. Ξ. δεν θα έχει δικαίωμα να διέρχεται εκ του στενού της ανωτέρω οικίας". Επιπλέον, ούτε στον τίτλο κτήσης των εναγόντων, ήτοι στο υπ' αριθμ. .../24-8- 2004 συμβόλαιο αγοραπωλησίας περιγράφεται κοινή δίοδος ανάμεσα στα δύο ακίνητα, αντίθετα το προς νότο όριο περιγράφεται ως εξής: "Το μεταβιβαζόμενο με το παρόν ακίνητο.....συνορεύει....νότια στην τεθλασμένη πλευρά Ε-Ζ-Η, συνολικού μήκους 16 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας Χ.

Ξ.". Εξάλλου, η δικαιοπάροχος της εναγομένης, Χ. χήρα Κ. Π., κατέστη κυρία του ακινήτου της, δυνάμει κληρονομικής διαδοχής, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της, Σ. Ξ., αποδέχθηκε δε την κληρονομιά αυτή με την υπ' αριθμ. .../20-11-1984 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ... Ευστάθιου Σύρμη, νομίμως μεταγραφέντος του συμβολαίου αυτού, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ....

Στην εν λόγω συμβολαιογραφική πράξη το ακίνητο που περιήλθε το έτος 2006 στην εναγομένη περιγράφεται ως "οριζόμενο.... προς Βορράν υπό οικίας κληρονόμων Ν. Ξ.".

Συνεπώς, σε κανένα από τα ανωτέρω συμβολαιογραφικά έγγραφα, που έχουν συνταχθεί σε ανύποπτο, σε σχέση με την ισχυριζόμενη διατάραξη, χρόνο δεν περιγράφεται δίοδος, η οποία να βρίσκεται ανάμεσα στις ιδιοκτησίες των διαδίκων και να διαχωρίζει αυτές. Εξάλλου, από τη ρητή και σαφή δήλωση που περιέχεται στο αριθμ. .../4-5-1938 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Ιωάννη Κατσουρού αποδεικνύεται ότι στον απώτερο δικαιοπάροχο της εναγομένης, Σ.

Ξ., είχε απαγορευθεί ρητά να διέρχεται από το αδόμητο τμήμα (στενό) της ιδιοκτησίας του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων, όρος που τηρήθηκε στην πάροδο των ετών, λόγος για τον οποίο δεν αναφέρεται η ύπαρξη διόδου σε μεταγενέστερες συμβολαιογραφικές πράξεις, που αφορούν τα ακίνητα των διαδίκων, παρά μόνο στον προαναφερόμενο τίτλο κτήσης της εναγομένης, προς το σκοπό θεμελίωσης εμπραγμάτου δικαιώματος επί του επίδικου εδαφικού τμήματος.

Επιπλέον, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελεί τη μοναδική πρόσβαση στο πίσω μέρος του ακινήτου της ουδόλως αποδείχθηκε, καθώς αφενός δεν αποδείχθηκε η χρήση του επίδικου τμήματος από την ίδια και τους δικαιοπαρόχους της, αφετέρου από τις προσκομισθείσες φωτογραφίες αποδεικνύεται ότι στο νότιο τμήμα του ακινήτου της εναγομένης υπάρχει σκάλα με πλατύσκαλο που οδηγεί στο πίσω μέρος της οικίας της, ενώ δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε όχληση εκ μέρους της εναγομένης ή των δικαιοπαρόχων αυτής μέχρι το 2006, οπότε η εναγομένη τοποθέτησε την καγκελένια πόρτα στην είσοδο του επίδικου εδαφικού τμήματος.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται α) από την προσκομισθείσα από την εναγομένη από Φεβρουαρίου 2017 τεχνική έκθεση του μηχανικού, Δ. Λ., η οποία αποφαίνεται ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα είναι κοινόχρηστη και ότι δεν ανήκει σε καμία ιδιοκτησία, πόρισμα όμως, που έρχεται σε αντίθεση με τα αποδειχθέντα ανωτέρω, αλλά και με τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι επ" αυτής έχει, συσταθεί πραγματική δουλεία διόδου, καθώς τούτο προϋποθέτει την κυριότητα των εναγόντων επί του τμήματος αυτού, ως κυρίων του δουλεύοντος ακινήτου, όπως και με την ενέργειά της να τοποθετήσει καγκελένια πόρτα στην είσοδο του τμήμα αυτής, το οποίο δε θα έπραττε επί κοινόχρηστου πράγματος, β) από το από Μαΐου 2016 προσκομισθέν από την εναγομένη τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε.

Π., το οποίο αναγράφει ότι οι ενάγοντες δήλωσαν ότι υπέδειξαν τα όρια αυτού, προς το σκοπό σύνταξής του από τον ανωτέρω πολιτικό μηχανικό και στο οποίο αναγράφεται ως εμβαδόν του ακινήτου τους μικρότερο από αυτό που αναφέρουν στην αγωγή τους, καθώς, αφενός τη δήλωση αυτή δεν ακολουθεί υπογραφή των εναγόντων, παρά μόνο η υπογραφή του ως άνω πολιτικού μηχανικού, αφετέρου κατά τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 352 του ΚΠολΔ, εξώδικη ομολογία, εκτιμωμένη ελεύθερα, είναι η μονομερής άτυπη δήλωση διαδίκου και όχι τρίτου προσώπου, που αφορά αμφισβητούμενο και επιβλαβές για τον ομολογούντα πραγματικό περιστατικό, η οποία απευθύνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου, από εκείνο που δικάζει την υπόθεση ή περιέχεται σε άλλα έγγραφα, που εκδίδονται από το διάδικο που δεν απευθύνονται ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου....περίσταση που δε συντρέχει εν προκειμένω.

Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι στον τέταρτο λόγο της υπό κρίση έφεσης η εναγομένη διηγηματικά και σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται ανωτέρω, αναφέρει, επιπλέον των ανωτέρω, ότι το επίδικο τμήμα των 16 τ.μ., όπως περιγράφεται ανωτέρω, ανήκει στην ιδιοκτησία της. ισχυρισμός, ο οποίος, εκτός του ότι έρχεται σε αντίφαση με όσα έχει ήδη εκθέσει περί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, ουδόλως αποδείχθηκε, βάσει όσων εκτέθηκαν ανωτέρω.

Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων οι ενάγοντες έχουν καταστεί κύριοι τόσο του μείζονος ακινήτου (για το οποίο δεν υπάρχει αμφισβήτηση εκ μέρους της εναγομένης), όσο και του επίδικου εδαφικού τμήματος, απορριπτομένων των ισχυρισμών της εναγομένης, ως ουσιαστικά αβασίμων. Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή των εναγόντων, νυν εφεσιβλήτων, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε αντίθετοι λόγοι έφεσης, με τους οποίους η εκκαλούσα, υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".

Στη συνέχεια το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της ηττηθείσας πρωτοδίκως, ενάγουσας.

Με τον πρώτο κατ'εκτίμηση από τους αριθμ. 1 (και όχι 19) 8β' και 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη - απόφαση οι αιτιάσεις ότι: α) προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 68 ΚΠολΔ, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης την 17-10-2019 δεν νομιμοποιούνταν να παραστούν ενώπιον του Εφετείου, διότι από 29-3-2019 έπαυσαν να είναι κύριοι του ακινήτου, έκτασης 112,56 τ.μ.

μετά της επ' αυτού υπάρχουσας οικίας, το οποίο με το υπ' αριθμ. .../29-3-2019 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Παπαθεοδώρου, πώλησαν στον Π. Δ., αντί τιμήματος 80.000 ευρώ, β) δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα ως άνω ισχυρισμό της και γ) δεν έλαβε υπόψη το προαναφερόμενο συμβόλαιο που η αναιρεσείουσα προσκόμισε και επικαλέσθηκε ενώπιον του Εφετείου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, διότι οι αναιρεσίβλητοι, κατά τα αναφερθέντα στην πιο πάνω νομική σκέψη, νομιμοποιούνταν να παραστούν ως εφεσίβλητοι στην κατ' έφεση δίκη, δεδομένου ότι αυτοί μεταβίβασαν την κυριότητα του επίδικου ακινήτου μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί, όπως εκείνος της έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, ενώ, επίσης, απαράδεκτος είναι ο λόγος αυτής αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, η επίκληση του εν λόγω εγγράφου έγινε με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεων χωρίς να αφορά απόκρουση ισχυρισμού που προβλήθηκε κατά τη συζήτηση και συνακόλουθα η λήψη υπόψη του εγγράφου αυτού από το Εφετείο δεν ήταν επιτρεπτή και νόμιμη.

Με το δεύτερο λόγο του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης από τους αριθ. 8β', 11γ' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι: α) παρέλειψε να λάβει υπόψη τους ουσιώδεις νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας σχετικά με την κυριότητα της επίδικης έκτασης των 16 τ.μ.

και ειδικότερα ότι έπρεπε να λάβει υπόψη και να κάνει δεκτούς τους ισχυρισμούς της ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός των αναιρεσίβλητων ότι η εδαφική έκταση των 16 τ.μ. ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στο ακίνητο τους και ότι σε κάθε περίπτωση έχουν καταστεί κύριοι της έκτασης αυτής με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, προσμετρουμένου στο πρόσωπο τους του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει σαφώς από το αποδεικτικό υλικό, η άνω έκταση δεν ανήκει στην κυριότητά τους και ουδέποτε άσκησαν οποιεσδήποτε πράξεις νομής και κατοχής επ' αυτής, όπως αποδεικνύεται από το από Μαΐου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε.

Π., που είχε συνταγεί κατ' εντολή τους, σύμφωνα με το οποίο το εμβαδόν του οικοπέδου των αναιρεσίβλητων είναι 99, 38 τ.μ και όχι 112,56 τ.μ., όπως αναγράφεται στην αγωγή τους, στο οποίο μάλιστα υπάρχει δήλωση αυτών ότι τα όρια του οικοπέδου τους με το παραπάνω εμβαδόν υπεδείχθησαν από αυτούς και ότι ευθύνονται για την ακρίβειά τους.

Επίσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι οι αναιρεσίβλητοι ουδέποτε είχαν περιτοιχίσει το τμήμα αυτό της προσόψεως, όπου υπήρχε από το 1950 ξύλινη πόρτα, η οποία μετά το 1970 αντικαταστάθηκε με σιδερένια, ενώ στην αποτύπωση του ως άνω διαγράμματος εμφαίνεται παραστατικά η δίοδος που μεσολαβεί μεταξύ της κατοικίας των αναιρεσίβλητων και της αναιρεσείουσας και είναι εκτός των ορίων της ιδιοκτησίας τους, οι δε αναιρεσίβλητοι είχαν πάντα πρόσβαση στο οπίσθιο τμήμα του οικοπέδου τους από τον ισόγειο όροφο, β) δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό του δικαστικού της πορίσματος τις νομίμως προσκομισθείσες υπ' αριθ. 2687/2017, 2688/2017, 2689/2017 και 2690/2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Π.

Β., Γ. Π., Χ. Β. και Χ. Π., αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών και γ) εσφαλμένα και κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι ουδέποτε η αναιρεσείουσα ή οι δικαιοπάροχοι της χρησιμοποιούσαν τμήμα του ακινήτου των αναιρεσίβλητων ως δίοδο για το ακίνητο τους, πράγμα που αποδεικνύεται και από την επισκόπηση των προσκομιζομένων φωτογραφιών στις οποίες αποτυπώνεται καθαρά ότι το ακίνητο των αναιρεσίβλητων και το ακίνητο της αναιρεσείουσας έχουν όψη στο δρόμο, ενώ το δικό της ακίνητο διαθέτει είσοδο από τη νότια πλευρά του, η οποία επιτρέπει την ακώλυτη επικοινωνία του οπισθίου τμήματος του ακινήτου της με τον δρόμο και από τις ανωτέρω φωτογραφίες προκύπτει ότι όλες οι οικίες στην ανωτέρω περιοχή διαθέτουν μία δίοδο στην αριστερή πλευρά τους, προκειμένου το οπίσθιο τμήμα τους να επικοινωνεί με το δρόμο, κρίση, όμως, που αναιρεί την προηγούμενη αυτής, με αποτέλεσμα η απόφαση να περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες.

Τούτο δε διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, αν υπάρχει ανάγκη επικοινωνίας των οπισθίων τμημάτων των οικιών της περιοχής με το δρόμο, τότε δεν αιτιολογείται η ανυπαρξία τέτοιας διόδου για την οικία αυτής (αναιρεσείουσας) και δεν αιτιολογείται η ακώλυτη επικοινωνία του οπισθίου τμήματος του ακινήτου της με το δρόμο ενόψει του ότι καμία είσοδος δεν υπάρχει από τη νότια πλευρά του ακινήτου της ούτε βεβαίως κάτι τέτοιο αποδεικνύεται από φωτογραφίες, σχεδιαγράμματα ή οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο και η μοναδική οδός επικοινωνίας του οπισθίου η τμήματος του ακινήτου της (αναιρεσείουσας) με το δρόμο είναι η επίδικη εδαφική λωρίδα.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι είναι εσφαλμένη και δεν αποδεικνύεται από αποδεικτικά στοιχεία η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η ίδια το 2006 τοποθέτησε καγκελόπορτα, όπως επίσης και ότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν καταστεί κύριοι τόσο του μείζονος τμήματος του ακινήτου όσο και του επιδίκου τμήματος με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο δικό τους χρόνο νομής το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων αυτών, κρίση, η οποία είναι και αναιτιολόγητη, αφού δεν αναφέρονται συγκεκριμένες πράξεις νομής των αναιρεσίβλητων και των δικαιοπαρόχων τους, με την άσκηση των οποίων κατέστησαν κύριοι του επιδίκου με τον παραπάνω τρόπο.

Ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, διότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν είναι αυτοτελείς, αλλά συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης αγωγής και επιχειρήματα αυτής από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος, και απορριπτέος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και την ιδιαίτερη αναφορά που γίνεται σ' αυτήν, λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και οι προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις της εναγομένης, που έγιναν κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των εναγόντων και δεν γεννιέται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος.

Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου, σύμφωνα με τις οποίες από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, είναι απαράδεκτες, καθόσον αυτές πλήττουν την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ., αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Τέλος, προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας του είναι και ο λόγος αυτός, ως προς το τρίτο σκέλος του (αρ. 19), επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτόν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ούτε το κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.

Με τον τρίτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης από τους αριθ. 8β' 11 γ'και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι: α) απέρριψε τον προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η εδαφική έκταση των 16 τ.μ. δεν ανήκει στην κυριότητα των αναιρεσίβλητων και ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής και κατοχής επ' αυτής, χωρίς να λάβει υπόψη την περιεχομένη στο από Μαίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε.

Π. δήλωση του ως άνω μηχανικού, η οποία αποτελεί εξώδικη ομολογία των αναιρεσίβλητων, ότι το οικόπεδο των τελευταίων έχει εμβαδόν 99,38 τ.μ και όχι 112,56 τ.μ., β) δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό του δικαστικού της πορίσματος σχετικά με την κυριότητα των αναιρεσίβλητων στο επίδικο ακίνητο, το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με την περιεχόμενη σ' αυτό δήλωση του ως άνω μηχανικού και την εξώδικη ομολογία των αναιρεσίβλητων που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα και γ) προέβη σε πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και σε εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του ν. 651/1977 και ιδίως του άρθρου 5 αυτού και απέρριψε τον προαναφερθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, μη λαμβάνοντας υπόψη την δήλωση του πολιτικού μηχανικού Ε.

Π. και υιοθετώντας όλως εσφαλμένως και αναιτιολογήτως την άποψη ότι, αφού λείπει η υπογραφή των εναγόντων - αναιρεσίβλητων και δεν πρόκειται για εξώδικη ομολογία διαδίκου, δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, διότι η μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, ήτοι των εγγράφων από τα οποία κατά τους ισχυρισμούς της συνάγεται η εξώδικη ομολογία των αναιρεσίβλητων περί μη κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο δεν ιδρύει, κατά τα αναφερθέντα στη σχετική νομική σκέψη, τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και, ιδιαίτερα, από την περιεχόμενη σ' αυτή διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της, όπου γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην περιεχόμενη στο από Μάϊου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα δήλωση του προαναφερθέντος πολιτικού μηχανικού και την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα εξώδικη ομολογία των αναιρεσίβλητων, (φύλλο 9), δεν γεννιέται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη, ως προς το παραπάνω ζήτημα, του αποδεικτικού του πορίσματος.

Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του ερευνώμενου λόγου, σύμφωνα με τις οποίες από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, είναι απαράδεκτες, καθόσον αυτές πλήττουν την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, ως προς την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Τέλος και ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, διότι οι περιεχόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας, προκειμένου να στηρίξει το ως άνω σαφές αποδεικτικό του πόρισμα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με τον τέταρτο λόγο του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης, επίσης από τους αριθ. 8β', 11 γ' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 11 γ' του ίδιου άρθρου κατ' ορθή εκτίμηση αυτού (4ου), αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι: α) δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα ανήκει στην κυριότητα των εναγόντων - αναιρεσίβλητων, έχει συσταθεί επ' αυτής, με νόμιμο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, αφού έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας, πραγματική δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου της (αναιρεσείουσας)και σε βάρος του ακινήτου των αναιρεσίβλητων με την συνεχή, αδιατάρακτη και διανοία δικαιούχου, φυσική εξουσία, η οποία και απέκτησε εμπράγματο δικαίωμα επί του ως άνω ακινήτου (λόγος του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης), β) δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό του δικαστικού της πορίσματος σχετικά με το παραπάνω ζήτημα, την από μηνός Νοεμβρίου 2017 τεχνική έκθεση - φωτοερμηνεία του πολιτικού μηχανικού Δ.

Λ. και το υπ' αριθ. πρωτ. 4859/2019 έγγραφο του Δήμου ..., που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα (λόγος του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης και πρόσθετος λόγος) και γ) προέβη σε πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και δεν περιλαμβάνει αιτιολογία και ουδόλως τοποθετείται επί των ισχυρισμών της εναγομένης-αναιρεσείουσας ότι η ίδια και οι δικαιοπάροχοι της χρησιμοποιούσαν αδιαλείπτως και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας την επίδικη έκταση ως δίοδο προς το οπίσθιο τμήμα του ακινήτου της και έχει συσταθεί επ' αυτής, με νόμιμο τρόπο, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, αφού έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας, πραγματική δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου της αναιρεσείουσας και σε βάρος του ακινήτου των αναιρεσίβλητων (λόγος του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης (4ος) κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ρητά ως ουσία αβάσιμο. Ομοίως, ο ίδιος λόγος, και ο πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος τους, είναι επίσης αβάσιμοι, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και, ιδιαίτερα, από την περιεχόμενη σ' αυτή διαβεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία εκτιμήθηκαν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της όπου γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην παραπάνω τεχνική έκθεση-φωτοερμηνεία (φύλλο 9°), δεν γεννιέται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος.

Τέλος, απαράδεκτος λόγω αοριστίας είναι και ο λόγος αυτό (4ος) ως προς το τρίτο σκέλος του, επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτόν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ούτε το κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.

Με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, από τους αριθ. 8β'και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι δεχόμενη η ως άνω απόφαση ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, δυνάμει συμβάσεως δωρεάς εν ζωή και μεταβιβάσεως ακινήτου, με δωρήτρια τη μάμμη του, Ν.

Ξ. και συγκεκριμένα του υπ' αριθ. .../3-8-2001 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ..., Σπυρίδωνος Μπούα, το οποίο έχει μεταγραφεί νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 146 και με αριθμό 30 και ότι η ως άνω δωρήτρια είχε καταστεί κυρία του ανωτέρω ακινήτου, βάσει των προσόντων της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς είχε υπεισέλθει στη νομή του ανωτέρω ακινήτου, ως καθολική διάδοχος του προαποβιώσαντος αυτής συζύγου της, Ν.

Ξ., ο οποίος είχε αποκτήσει την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του υπ' αριθ. .../4-5-1938 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Ιωάννη Κατσουρού, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 37 και με αριθ. 10, προέβη σε πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και όλως αναιτιολόγητα παρέλειψε να λάβει υπόψη νομίμως προταθέντες ουσιώδεις ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα δε, δεν έλαβε υπόψη ότι, ούτε στο αριθ. 736/10.9.1940 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Κ. I. Μαζαράγκα, με το οποίο ο Σ. Ξ. πώλησε και μεταβίβασε στη Ν. Ξ. "το προς δυτικό μέρος ήμισυ 1/2 οικίας μετά του ημίσεως 1/2 κήπου έως του οικοπέδου της ή παντός παραρτήματος, παρακολουθήματος ως εξαρτήματος αυτού", ούτε στο υπ' αριθ. .../17.9.1942 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κ.

Μαζαράγκα, με το οποίο η Ν. Ξ. πώλησε και μεταβίβασε στο Φ. Γ. το ανωτέρω ακίνητο, ούτε στο υπ' αριθ. .../19.4.1950 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Παϊζη, με το οποίο η Ε. χήρα Φ. Γ., ατομικά και ενεργούσα για λογαριασμό των παιδιών της, κατέβαλε συμπληρωματικό τίμημα στη Ν. Ξ. για την παραπάνω αγοραπωλησία του υπ' αριθ. .../17.9.1942 συμβολαίου, δεν γίνεται λόγος για δίοδο αλλά ούτε και για συγκεκριμένη έκταση του επιδίκου ακινήτου.

Επίσης, ότι όταν συνέβησαν οι σεισμοί του έτους 1953 και κατέρρευσαν οι οικίες του Ν. Ξ. και της οικογένειας Γ., αυτοί έλαβαν αρωγή από το κράτος για να οικοδομήσουν εκ νέου την οικία τους, πλην όμως, δεν τήρησαν τους οικοδομικούς κανονισμούς ως προς τη θέση της οικίας, ούτε τις πλαϊνές αποστάσεις από την οικία Σ.

Ξ., εγκαταλείποντας το ακίνητο τους στο αρχικό στάδιο και μετατοπίζοντας τα όρια αυτού, κατά παράβαση του κτιριοδομικού και πολεοδομικού κανονισμού που ίσχυε την εποχή εκείνη, με αποτέλεσμα η οικοδομική κατάσταση του ακινήτου να μην έχει καμία απολύτως σχέση με εκείνη του έτους 1938, το δε συγκεκριμένο ερειπωμένο ακίνητο στην περιοχή ...

του Δήμου ... δεν υδροδοτήθηκε ποτέ από την υπηρεσία ύδρευσης του Δήμου .... Τέλος δε ότι, όταν ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων, Ν. Ξ., με το υπ' αριθ. .../3-8-2001 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..., Σπυρίδωνος Μπούα, απέκτησε την κυριότητα του επίμαχου ακινήτου από τη μάμμη του Ν. Ξ., δυνάμει του υπ' αριθ. .../31-7-1997 πληρεξουσίου της, αυτή εμφανίζεται ως κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να μνημονεύονται σε κανένα έγγραφο ή να αποδεικνύονται με κανένα τρόπο, οι πράξεις νομής και κατοχής, οι οποίες την κατέστησαν ως τέτοια, η οποία, άλλωστε, από το έτος 1955 ζει στην Αυστραλία, δεν επισκέφθηκε ποτέ την Ελλάδα και δεν προέβη σε καμία διακατοχική πράξη επί του ακινήτου, το οποίο ούτε υδροδοτήθηκε ούτε ηλεκτροδοτήθηκε ποτέ, ενώ, ούτε στο προαναφερόμενο υπ' αριθ. .../3-8-2001 δωρητήριο συμβόλαιο, ούτε στο υπ' αριθ. .../24.8.2004 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..., Σπυρίδωνα Μπούα, με το οποίο οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του ένδικου ακινήτου αλλά ούτε και στο υπ' αριθ. .../31-7-1997 πληρεξούσιο της Ν.

Ξ. γίνεται οποιαδήποτε μνεία στην επίμαχη δίοδο και στο υπ' αριθ. .../4-5.1938 συμβόλαιο. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος του (αρ. 8β) είναι απαράδεκτος, διότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν είναι αυτοτελείς, αλλά συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης αγωγής και επιχειρήματα αυτής από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επίσης, απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος και κατά το δεύτερο σκέλος του (αρ. 19), αφ' ενός μεν καθόσον υπό την επίφαση της επίκλησης της ελλείψεως νομίμου βάσεως πλήττεται η ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων και η αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Εφετείου, αφ' ετέρου δε λόγω αοριστίας, επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτόν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου.

Επομένως και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής πρέπει να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176 , 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-10-2020 αίτηση και τον πρόσθετο επ' αυτής λόγο, της Χ. Π., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 106/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ