Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to admissibility issues regarding absent party and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three parties against a final judgment of the Single Court of Appeal in Piraeus. The appellants argued that the lower court erred by considering construction contracts without verifying alleged forgery and failed to address the third appellant's delay. The court rejected these claims, ruling that the appeal was inadmissible because the contested judgment was rendered in absentia, triggering a mandatory suspension for a nullity objection that precluded the appeal. Furthermore, the court found the appellants' arguments based on procedural errors to be unfounded given the established facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 502, 553(1)(b), 577(1) of the Code of Civil Procedure; The appeal against a judgment rendered in absentia is inadmissible if a nullity objection has not been filed within the prescribed period, as the right to appeal is suspended during that time.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1189 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1189/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Α. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Μ. - Α. Δ. του Γ., κατοίκου ... και 3) κοινοπραξίας με την επωνυμία "Α. και Μ. Δ.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Φαλαγκαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Φ. του Δ. - Π., κατοίκου ... και 2) Σ. Φ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Λύτρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1906/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 219/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8-7-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι, η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπομένων ενδίκων μέσων (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 1164/2017).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την συμπροσβαλλομένη υπ' αριθ. 219/2019 απόφασή του, απέρριψε ως ανυποστήρικτη την από 8-6-2018 έφεση των εναγομένων (ήδη αναιρεσειουσών) κατά της, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 1906/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς,.
Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στις εναγόμενες-εκκαλούσες στις 11-6-2019, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 1193Δ και 1194Δ/11-6-2019 εκθέσεις επίδοσης της αρμοδίας δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ν. Π., τις οποίες προσκομίζουν με νόμιμη επίκληση οι αναιρεσίβλητοι. Από την επομένη ημέρα, 12-6-2019, άρχισε να τρέχει η 15νθήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία έληξε στις 26-6-2019, χωρίς η απόφαση να προσβληθεί από τις εκκαλούσες με το ένδικο αυτό μέσο, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 186/4-12-2020 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Εφετείου Πειραιώς.
Κατά της ως άνω απόφασης (219/2019), οι αναιρεσείουσες, που δικάσθηκαν ερήμην (ως εκκαλούσες), άσκησαν την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Η αίτηση, που κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου στις 12-7-2019, ήτοι εντός της προβλεπόμενης 30νθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 495, 564 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή, ως εμπροθέσμως ασκηθείσα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, κατά τη συζήτηση εκείνη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 322/2015, ΑΠ 46/2008, ΑΠ 708/2008).Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος, ο οποίος συνιστά κύρωση της παραβίασης της από τον ΚΠολΔ (άρθρα 111 παρ. 2, 281 επ., 559) και του Συντάγματος (άρθρο 20) κατοχυρωμένης αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, ιδρύεται στην περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, η δε ερημοδικία δεν ήταν νόμιμη. Μη νόμιμη δε είναι η ερημοδικία α) εάν ο μη παραστάς ή θεωρηθείς δικονομικώς απών διάδικος δεν κλητεύθηκε καθόλου, β) όταν ο ερήμην δικασθείς διάδικος δεν κλητεύθηκε νομίμως, που συμβαίνει και στην περίπτωση κατά την οποία δεν τηρήθηκε η υπό του νόμου προπαρασκευαστική προθεσμία εμφάνισής του στο Δικαστήριο προς συζήτηση της υπόθεσης. Για να είναι ορισμένος ο προκείμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να γίνεται αναφορά των πραγματικών γεγονότων, τα οποία καθιστούν παράνομη την ερημοδικία (ΑΠ 1934/2017, ΑΠ 322/2015, ΑΠ 1559/2008).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 124 παρ. 2, 126 παρ. 1 εδ. δ' , 128, 129 και 139 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για να είναι έγκυρη η επίδοση εγγράφου σε νομικό πρόσωπο, όπως είναι και η κοινοπραξία, πρέπει τούτο να παραδοθεί στον κατά το νόμο ή το καταστατικό εκπρόσωπό του, είτε στην κατοικία του, είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου. Αν ο ως άνω εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στο κατάστημα κλπ του νομικού προσώπου, το έγγραφο παραδίδεται στην πρώτη περίπτωση σε ένα από τους συγγενείς, υπηρέτες ή άλλους που συνοικούν με τον παραλήπτη και στη δεύτερη περίπτωση στο διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σε ένα από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες. Αν κανένα από τα προαναφερόμενα πρόσωπα δεν βρίσκεται στην κατοικία ή το κατάστημα κλπ γίνεται θυροκόλληση του προς επίδοση εγγράφου και τηρούνται περαιτέρω οι διατυπώσεις της παρ. 4 του άρθρου 128 ΚΠολΔ (ΑΠ 512/2016).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 126 εδ. γ' του ΚΠολΔ, κρίνοντας ότι αντίγραφο του δικογράφου της από 8-6-2018 έφεσης των εναγομένων-εκκαλουσών με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 7-3-2019, επιδόθηκε νόμιμα προς την εναγόμενη-εκκαλούσα κοινοπραξία με την επωνυμία "Α.
και Μ. Δ." από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσίβλητους. Από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων υπ' αριθ. 10925Δ/10-10-2018 και 10926Δ/10-10-2018 εκθέσεων επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Ν. Π., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της από 8-6-2018 έφεσης των εναγομένων-εκκαλουσών κατά της υπ' αριθ. 1906/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, για την ορισθείσα δικάσιμο της 7-3-2019, επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, που επέσπευσαν τη συζήτησή της, για λογαριασμό της τρίτης εναγομένης-εκκαλούσας κοινοπραξίας, με την επωνυμία "Α.
και Μ. Δ.", που έχει την έδρα της στα ... (οδός ...), στις νομίμους εκπροσώπους και συνδιαχειρίστριες αυτής, Α. Δ. και Μ.-Α. Δ., πρώτη και δεύτερη των εναγομένων-εκκαλουσών αντιστοίχως, κατοίκους ... (οδός ...). Η επίδοση του δικογράφου της έφεσης στην ανωτέρω διάδικο έγινε νομίμως και εγκύρως, σύμφωνα με τα άρθρα 126 εδ.
γ' και 128 παρ. 4 του ΚΠολΔ, δια θυροκολλήσεως του δικογράφου της έφεσης στη δηλωθείσα στο εφετήριο διεύθυνση και τηρήσεως των οριζομένων στη διάταξη του 128 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ διατυπώσεων, ήτοι παράδοση αντιγράφου του δικογράφου στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Α.Τ. Πεντέλης, Υπαστυνόμο Β' Ι. Μ., λόγω απουσίας του Διοικητή αυτού και ταχυδρόμηση της σχετικής έγγραφης ειδοποίησης προς τα μέλη και συνδιαχειριρίστριες της εκκαλούσας κοινοπραξίας (βλ.
τις από 11-10-2018 βεβαιώσεις της ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας που συνυπογράφει η υπάλληλος ΕΛΤΑ Πόρου Ο. Ε.) και, επομένως, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η ίδια πλημμέλεια (από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 128 του ΚΠολΔ, δεν διαλαμβάνει παραδοχή ότι συντάχθηκε απόδειξη κάτω από την έκθεση επίδοσης υπογεγραμμένη από τον προς ον η παράδοση αντιγράφου του δικογράφου της έφεσης Υπαστυνόμο Β' Ι.
Μ. φέρουσα την υπογραφή αυτού και υπηρεσιακή σφραγίδα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, καθόσον τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά της έκθεσης επίδοσης, ωστόσο, τέτοιες ελλείψεις δεν επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, σε κάθε δε περίπτωση, ως αβάσιμος, καθόσον από τις επισυναπτόμενες στις προαναφερόμενες υπ' αριθ. 10925Δ/10-10-2018 και 10926Δ/10-10-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Ν.
Π. από 10-10-2018 αποδείξεις παραλαβής δικογράφου που θυροκολλήθηκε του αξιωματικού υπηρεσίας του Α.Τ. Πεντέλης, Υπαστυνόμου Β' Ι. Μ., προκύπτει ότι οι ως άνω αποδείξεις αναφέρουν τις ημερομηνίες παράδοσης, το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα του παραλαβόντος το αντίγραφο, την υπογραφή του παραλαβόντος τις αποδείξεις και υπηρεσιακή σφραγίδα.
Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007), κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 849/2017).
Η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 416/2018).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 849/2017, ΑΠ 447/2016). Τέλος, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και, ακολούθως, ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της και εντούτοις εκείνο εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή, αντίστοιχα, των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (ΑΠ 1186/2010, ΑΠ 168/2006, ΑΠ 254/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 1906/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία μετά την απόρριψη της έφεσης των αναιρεσειουσών ως ανυποστήρικτης θεωρείται ενσωματωμένη στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 219/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι συγκύριοι και συννομείς, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών, δύο οικοπέδων ...
που βρίσκονται ... Δυνάμει των υπ' αριθμ. .../…-2-2007 και .../…-2-2007 προσυμφώνων και εργολαβικών συμβολαίων της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου ... η τρίτη εναγομένη (τρίτη αναιρεσείουσα) κοινοπραξία, μέλη της οποίας είναι η πρώτη και η δεύτερη των εναγομένων (πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειουσών)... ανέλαβε την κατασκευή πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής επί εκάστου των ως άνω οικοπέδων, έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος, ενώ συμφωνήθηκε πως θα περιέρχονταν στους ενάγοντες-οικοπεδούχους ως αντιπαροχή οι οριζόντιες ιδιοκτησίες που ειδικότερα αναφέρονται στην υπό κρίση αγωγή...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει των προαναφερόμενων προσυμφώνων - εργολαβικών συμβολαίων συμφωνήθηκε ότι η εργολήπτρια κοινοπραξία υποχρεούται να αποπερατώσει και να παραδώσει τις ιδιοκτησίες της αντιπαροχής των οικοπεδούχων ως προς όλα έτοιμες για χρήση και οίκηση (με το κλειδί) σε 24 μήνες και να αποπερατώσει όλους τους κοινόκτητους χώρους της οικοδομής μέσα σε επιπλέον δύο μήνες από την λήψη της άδειας οικοδομής.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθεί ότι στα προαναφερόμενα προσύμφωνα-εργολαβικά συμβόλαια, από παραδρομή της συμβολαιογράφου και σύμφωνα με τα σχέδια που της είχε χορηγήσει η εργολήπτρια, ανεγράφη στα συμβόλαια στον όρο 14 ως χρόνος αποπεράτωσης της οικοδομής 24 μήνες από την "λήξη" αντί του ορθού από την "λήψη" -έκδοση της άδειας οικοδομής.
Είναι πέραν κάθε λογικής και συναλλακτικής πρακτικής η αναγραφή σε εργολαβικό συμβόλαιο ότι ο χρόνος αποπεράτωσης και παράδοσης της οικοδομής θα συναρτάται από το χρόνο λήξης της οικοδομικής άδειας αντί του χρόνου εκδόσεως αυτής. Κάτι τέτοιο θα ήταν άτοπο, παράλογο, πρακτικώς ανεφάρμοστο και αδόκιμο γι'αυτό και ουδέποτε απαντάται τέτοιος όρος σε εργολαβικά συμβόλαια, γι' αυτό και η αναγραφή του στα προαναφερόμενα εργολαβικά συμβόλαια μόνο σε τυπογραφικό λάθος μπορεί να αποδοθεί και σε παραδρομή, και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτό, σύμφωνα και με τα διδάγματα της λογικής και της κοινής πείρας και τις κρατούσες συναλλακτικές συνήθειες στα εργολαβικά συμβόλαια, ότι ήταν αυτή η βούληση των συμβαλλομένων, όπως αβάσιμα και ανεπέρειστα διατείνονται οι εναγόμενοι.
Αυτό επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση της συντάξασας συμβολαιογράφου ..., ενώπιον της 7ης τακτικής ανακρίτριας Αθηνών στα πλαίσια ποινικής δίωξης για κακουργηματική πλαστογραφία, που ασκήθηκε σε βάρος του πρώτου ενάγοντος μετά από μήνυση των εναγομένων, επειδή εκ των υστέρων διορθώθηκε η λέξη "λήξη" με τη λέξη "λήψη", διόρθωση στην οποία προέβη η ίδια η συμβολαιογράφος, όπως η ίδια ομολογεί στην ανακριτική της κατάθεση, διόρθωση, που βέβαια δεν έγινε με τον τρόπο που γίνονται οι διορθώσεις στα συμβολαιογραφικά έγγραφα, αλλά από μόνη τη συντάξασα συμβολαιογράφο, θεωρώντας ότι η διόρθωση αυτή ήταν αυτονόητη ως τυπογραφικό λάθος εκ παραδρομής, οπότε θεώρησε δεδομένη τη συναίνεση των συμβαλλομένων.
Η μαρτυρία της συμβολαιογράφου κρίνεται αξιόπιστη και ειλικρινής, λαμβανομένου υπόψιν ότι η εν λόγω συμβολαιογράφος δεν ήταν των οικοπεδούχων, αλλά ήταν επιλογή της εργολήπτριας και μόνιμη συνεργάτης της σε πολλά εργολαβικά συμβόλαια, γι' αυτό και το Δικαστήριο δεν κρίνει αναγκαία την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης κατά το άρθρο 250 ΚΠολΔ μέχρι την περάτωση της ποινικής διαδικασίας με βάση την με ΑΒΜΓ2014/2557 μήνυση των εναγομένων κατά του πρώτου ενάγοντος για κακουργηματική πλαστογραφία.
Επειδή όμως, η συνεργασία των διαδίκων εκ των προαναφερόμενων εργολαβικών δεν εξελίχθηκε ομαλά, η εργολήπτρια εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές της υποχρεώσεις ως προς το χρόνο παράδοσης των επίδικων οικοδομών και των οριζόντιων ιδιοκτησιών που αποτελούσαν την αντιπαροχή στους οικοπεδούχους, το τυχαίο τυπογραφικό λάθος της αναγραφής της λέξης "λήξη" αντί "λήψη" στα προσύμφωνα αποτέλεσε για την πλευρά των εναγομένων μείζον ζήτημα, και αιτία σφοδρής αντιδικίας με ποινικές προεκτάσεις μεταξύ των διαδίκων, καθόσον οι οικοπεδούχοι απαίτησαν τις ποινικές ρήτρες, στράφηκαν δικαστικά εναντίον της εργολήπτριας και την κήρυξαν έκπτωτη, η οποία εργολήπτρια αρνήθηκε την υπερημερία της επικαλούμενη ότι ακόμη δεν είχαν λήξει οι οικοδομικές άδειες, από τη λήξη των οποίων εξαρτήθηκε η υπερημερία της ως προς την παράδοση των οικοδομών.
Πλέον συγκεκριμένα, ενώ για την πρώτη οικοδομή εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../2009 οικοδομική άδεια της πολεοδομίας ... στις 2-7-2009, οπότε έπρεπε να έχει αποπερατωθεί το αργότερο μέχρι 2-9-2011, και για τη δεύτερη οικοδομή η υπ' αριθμ. .../2009 οικοδομική άδεια της ίδιας πολεοδομίας εκδόθηκε στις 12-1-2009, οπότε έπρεπε να έχει αποπερατωθεί το αργότερο μέχρι 12-3-2011, μέχρι και το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής και οι δυο οικοδομές παρουσιάζουν ελλείψεις, και ακόμα δεν έχουν αποδοθεί οι οριζόντιες ιδιοκτησίες της αντιπαροχής στους οικοπεδούχους.
Μάλιστα, στη δεύτερη οικοδομή, ένα από τα διαμερίσματα του εργολαβικού ανταλλάγματος της εργολήπτριας, ήτοι του διαμερίσματος Δ' τετάρτου ορόφου...πωλήθηκε από την εργολήπτρια κοινοπραξία στον πρώτο ενάγοντα ..., έναντι του αναγραφόμενου τιμήματος ... ευρώ, το οποίο ήταν παραδοτέο στον αγοραστή μέχρι 31-1-2011, και οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι της οικοδομής μέχρι 28-2-2011, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. .../…-11-2010 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά ...
που μεταγράφηκε νόμιμα. Αυτό καταδεικνύει ότι χρόνος παράδοσης των επίδικων οικοδομών και των οριζόντιων ιδιοκτησιών της αντιπαροχής στους οικοπεδούχους ήταν η διετία από την έκδοση των οικοδομικών αδειών και όχι, όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, τα οποία δεν αντέχουν τη βάσανο της κοινής λογικής και κρίνονται παντελώς αβάσιμα και ανεπέρειστα.
Οι ενάγοντες οικοπεδούχοι, ως είχαν δικαίωμα εκ των εργολαβικών συμβολαίων-προσυμφώνων, επέδωσαν στις 11-1-2016 στους εναγομένους την από 7-1-2016 εξώδικη δήλωση έκπτωσης, με την οποία διαμαρτυρήθηκαν για τη μη εμπρόθεσμη αποπεράτωση και παράδοση των επίδικων οικοδομών και οριζόντιων ιδιοκτησιών της αντιπαροχής σε αυτούς, και την ύπαρξη πολεοδομικών παραβάσεων και αυθαιρεσιών σε αυτές και κήρυξαν έκπτωτη την εργολήπτρια εταιρεία, επτά έτη μετά την έκδοση των προαναφερόμενων οικοδομικών αδειών, και την κάλεσαν να εγκαταλείψει τις οικοδομές, να τους παραδώσει τις σχετικές άδειες οικοδομής, τα σχέδια, τα κλειδιά των δυο οικοδομών προκειμένου να προχωρήσουν με άλλο εργολάβο στην ολοκλήρωση των επίδικων οικοδομών και να αποχωρήσουν από αυτές.
Οι εναγόμενοι ωστόσο, καίτοι δεν έχουν αμφισβητήσει δικαστικά το κύρος της γενόμενης υπαναχώρησης των οικοπεδούχων από τη σύμβαση εργολαβίας, αρνούνται να αποχωρήσουν από τις οικοδομές και μάλιστα δεν επιτρέπουν την πρόσβαση στους οικοπεδούχους. Ωστόσο, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, με την άσκηση του συμβατικού δικαιώματος υπαναχώρησης, επέρχεται κατάργηση όλης της ενοχικής σχέσης, δηλαδή τόσο των κύριων όσο και των παρεπόμενων υποχρεώσεων, αποσβήνονται οι υποχρεώσεις από τη σύμβαση προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται αμοιβαίως να αποδώσουν τις ληφθείσες παροχές κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ, αφού η σύμβαση λύεται αναδρομικώς - ex tunc.
Συνεπώς, με την κήρυξη έκπτωτης της εργολήπτριας εταιρείας, η τελευταία ως κάτοχος και αντιπρόσωπος των νομέων-οικοπεδούχων, μετά τη λήξη της έννομης σχέσεως που δικαιολογεί την κατοχή, δεν είχε πλέον νόμιμο δικαίωμα κατοχής των επίδικων οικοδομών, αλλά μόνο αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και εφόσον παρακρατεί πλέον και δεν αποδίδει στους οικοπεδούχους τις επίδικες οικοδομές, νέμεται πλέον ως νομέας και όχι ως κάτοχος.
Η ενέργεια αυτή της κατόχου των επίδικων οικοδομών περιέχει αντιποίηση νομής και συμβολική αποβολή των έμμεσων νομέων-οικοπεδούχων, η οποία δικαιολογεί την έγερση της σε βάρος της ασκηθείσας υπό κρίση αγωγής. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθούν οι ενάγοντες νομείς των αναφερομένων στο διατακτικό οριζόντιων ιδιοκτησιών, την νομή τους επί των οποίων αντιποιούνται οι εναγόμενοι".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και α) αναγνώρισε τους ενάγοντες αποκλειστικά νομείς των αναφερόμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών και β) αναγνώρισε τους ενάγοντες συννομείς, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου οικοπέδων μετά των επ' αυτών υφισταμένων οικοδομών οριζοντίων ιδιοκτησιών.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο, παρά την έμμεση διαπίστωση αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική βούληση των μερών, ως προς το περιεχόμενο του υπ' αριθ. 14 όρου των προσυμφώνων και εργολαβικών συμβολαίων, δηλαδή ως προς το εάν τα μέρη με τον επίμαχο όρο ήθελαν η έναρξη της 24μηνης προθεσμίας προς αποπεράτωση και παράδοση των ιδιοκτησιών της αντιπαροχής, καθώς και των κοινοκτήτων χώρων των οικοδομών, να αρχίζει από το χρόνο έκδοσης των οικοδομικών αδειών ή, αντιθέτως, από το χρόνο λήξης αυτών, παρέλειψε να προσφύγει στις ουσιαστικές διατάξεις των ανωτέρω άρθρων για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση αυτών, ως προς την ορισθείσα προθεσμία προς εκπλήρωση της παροχής της εργολάβου κοινοπραξίας.
Από την εκτίμηση, όμως, του ως άνω περιεχομένου της απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε, ούτε εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων, ως αποτυπώθηκε στον ανωτέρω υπ' αριθ. 14 όρο και δεν προέβη σε ερμηνεία αυτού (όρου), σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Η δε κρίση του Δικαστηρίου, περί του ότι τα μέρη ήθελαν πράγματι να συναρτηθεί η έναρξη της προθεσμίας (προς αποπεράτωση και παράδοση των οικοδομών), με το χρόνο έκδοσης των οικοδομικών αδειών και όχι το χρόνο της λήξης αυτών, αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως της σχετικής διατύπωσης του όρου.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί ανακριβούς προϋποθέσεως. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού σαφώς διευκρινίζεται με τις προαναφερόμενες παραδοχές ότι το Δικαστήριο, μη διαπιστώνοντας κενό ή ασάφεια, στον ως άνω όρο των προσυμφώνων και εργολαβικών συμβολαίων, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άνω διατάξεων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 εδ. α' ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει". Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ "Έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό, ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτήν την βεβαίωση.
Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού". Η πλαστογραφία μπορεί να συνίσταται, είτε στην σύνταξη εξ αρχής πλαστού εγγράφου (κατάρτιση), είτε στην αλλοίωση της εννοίας γνησίου εγγράφου με την εξάλειψη ή προσθήκη λέξεων, αριθμών ή σημείων (νόθευση), είτε, στην περίπτωση του δημοσίου υπαλλήλου ή λειτουργού, στην εκ μέρους του συντάκτη ή του εκδότη βεβαίωση επί του εγγράφου ψευδών περιστατικών (ΑΠ 1163/2015, ΑΠ 714/2014).
Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο πότε προσκομίσθηκε για πρώτη φορά το έγγραφο και αν αμέσως πρότεινε ο αναιρεσείων την ένσταση περί πλαστότητας. Το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου προβλήθηκε παραδεκτά ισχυρισμός για πλαστότητα προσκομισθέντος εγγράφου, χωρίς αυτή να αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, οφείλει να ερευνήσει, εάν εκείνος που το προσκόμισε επιμένει να το χρησιμοποιήσει και το έγγραφο είναι κατά την κρίση του δικαστηρίου ουσιώδες για τη διάγνωση της υπόθεσης, εάν δε περαιτέρω το λάβει υπόψη του χωρίς να εξετάσει την πλαστότητά του, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ.
α' ΚΠολΔ, αφού εκτιμά το έγγραφο πριν διαπιστώσει ως οφείλει, αν εμπίπτει στα μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 714/2014).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11α' του άρθρου 559 αριθμ. ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως, αναφορικά με το ζήτημα της ελλείψεως υπερημερίας της τρίτης αναιρεσείουσας εργολάβου κοινοπραξίας, ως προς την παράδοση των ενδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών της αντιπαροχής στους αναιρεσίβλητους οικοπεδούχους και των κοινοχρήστων χώρων των οικοδομών, παρά το νόμο έλαβε υπόψη τα υπ' αριθ.
…/2007 και …/2007 προσύμφωνα και εργολαβικά συμβόλαια, καίτοι με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου προσκομίστηκαν τα έγγραφα αυτά από τους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι τα προαναφερόμενα συμβόλαια είχαν νοθευθεί, ως προς το χρόνο παράδοσης των οικοδομών αποπερατωμένων και, ειδικότερα, στον όρο 14 αυτών είχε τεθεί η λέξη "λήψη", έτσι ώστε να αναγράφεται "μέσα σε είκοσι τέσσερις μήνες από τη λήψη της άδειας οικοδομής", αντί της λέξης "λήξη", όπως είχε συμφωνηθεί, δηλαδή ότι η παράδοση των οικοδομών αποπερατωμένων ήταν να γίνει είκοσι τέσσερις (24) μήνες από τη λήξη των αδειών των οικοδομών.
Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο κατά την έρευνα του ως άνω ισχυρισμού περί ελλείψεως υπερημερίας της εργολάβου κοινοπραξίας (τρίτης αναιρεσείουσας), έλαβε υπόψη τα εν λόγω έγγραφα, ως είχαν στην αρχική τους μορφή χωρίς να διαλάβει κατάφαση ότι έγινε νόθευση αυτών.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί ανακριβούς προϋποθέσεως.
Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι τελευταίες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-7-2019 αίτηση των 1) Α. Δ. του Γ., 2) Μ. - Α. Δ. του Γ. και 3) της κοινοπραξίας µε την επωνυµία" Α. και Μ. Δ. " για αναίρεση της, ενσωματωμένης στην υπ' αριθ. 219/2019 απόφαση του Μονοµελούς Εφετείου Πειραιώς, υπ' αριθ. 1906/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ