Legislator Case Law & Legislation
1189/2020 AI generated

1189/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1189/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/10/2018 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1189/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στις περιπτώσεις αυτές της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης, που στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρείας, την προς αποζημίωση αξίωση έχει το αμέσως ζημιωθέν νομικό πρόσωπο της εταιρείας το οποίο νομιμοποιείται να ασκήσει τη σχετική αγωγή κατά των μελών της διοικήσεως κατά τους όρους του άρθρου 22β του ιδίου νόμου 2190/1920 (ΑΠ 320/2015, ΑΠ 1483/2010, ΑΠ 1698/2013, ΑΠ 1298/2000).

Keywords

AI generated
inadequate service provision unpaid cost advance outstanding balance deferral of payment failure to keep accounts duty to make supplementary contributions
AI generated
989/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
847/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1220/2014
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ.
1012/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 20-12-2002 αγωγή-ανταγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6461/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1937/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Απριλίου 2005 αίτησή της και τους από 16 Νοεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 6 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
985/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1189 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1189/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Χ. του Α., κατοίκου ..., 2) Μ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Δ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 4) Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Τσελεμπή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννοπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/10/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 22-10-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 118/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που απέρριψε, εκτός των άλλων, την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 6/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την από 22-4-2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα για την καταβολή του ποσού των 51.587,62 ευρώ, εις ολόκληρον από καθένα των αναιρεσειόντων. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται και όταν ελήφθησαν υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα που δεν περιέχονται σ' αυτήν, ούτε στις προτάσεις του ενάγοντος, υπό τους όρους των διατάξεων του άρθρου 224 ΚΠολΔ (ΑΠ 301/2001), σύμφωνα με τις οποίες απαγορεύεται η μεταβολή της βάσης της αγωγής με ποινή απαραδέκτου.

Η απαγόρευση αυτή αναφέρεται στη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν το επικαλούμενο δικαίωμα με την έννομη συνέπεια του οικείου κανόνα δικαίου (ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 1616/2007, ΑΠ 698/2005). Εξάλλου, η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα.

Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή. Αντίθετα, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αίτιας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 910/2017, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 1854/2011).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18, 22α και 22β του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 189 του ν. 4548/2018, 68, 714, 297 και 298 του ΑΚ, προκύπτει ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας ευθύνονται έναντι του νομικού προσώπου της εταιρείας, για την ζημία που προξενείται στην εταιρεία συνεπεία πταίσματός τους από δόλο ή από αμέλεια κατά την παραβίαση των υποχρεώσεών τους που επιβάλλονται από τη σύμβαση μεταξύ αυτών και της εταιρείας, τη νομοθεσία και το καταστατικό της εταιρείας, αλλά και την αυτοτελή υποχρέωσή τους πίστης, και ότι η ευθύνη τους αυτή υπάρχει και κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών του Αστικού Κώδικα (άρθρ. 914 και 919), όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψή τους αποτελεί και αδικοπραξία, που θεμελιώνει άμεση και αυτοτελή υποχρέωση προς αποζημίωση.

Στις περιπτώσεις αυτές της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης, που στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρείας, την προς αποζημίωση αξίωση έχει το αμέσως ζημιωθέν νομικό πρόσωπο της εταιρείας το οποίο νομιμοποιείται να ασκήσει τη σχετική αγωγή κατά των μελών της διοικήσεως κατά τους όρους του άρθρου 22β του ιδίου νόμου 2190/1920 (ΑΠ 320/2015, ΑΠ 1483/2010, ΑΠ 1698/2013, ΑΠ 1298/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσίβλητη με την ένδικη από 22-4-2013 αγωγή της, η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, αξίωσε να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες, και με προσωπική τους κράτηση λόγω της αδικοπραξίας, να της καταβάλουν το ποσό των 1.171,937,04 ευρώ νομιμοτόκως και ειδικότερα για αποζημίωση 971.934,04 ευρώ (λογιστικό υπόλοιπο του ταμείου της εταιρείας) και 200.000 ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της εξέθεσε ότι "στοιχειοθετείται η κατ' άρθρο 914 ΑΚ έννοια της αδικοπραξίας και γεννιέται έτσι στα πρόσωπα των εναγομένων υποχρέωση προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της εταιρίας μας ... Α.Ε.. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας μας από 03.09.2008 μέχρι και σήμερα παρά την υποχρέωση πίστης που υπείχαν και υπέχουν απέναντι στο νομικό πρόσωπο της εταιρίας ως Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και Ταμίας αυτής, προέβησαν σε πλημμελή διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας με ατομικά τους συμφέροντα και την εξυπηρέτηση προσωπικών οφειλών τους, δεδομένου ότι ενώ παρακρατούσαν τις εισφορές των ποσοστών 1% και 3% των παρ. 1β και 1γ του άρθρου 13 του Νόμου 2963/2001 στα ακαθάριστα έσοδα της εταιρίας κάθε τριμήνου για το σχηματισμό "ειδικών αποθεματικών", δεν τα κατέθεσαν, ως όφειλαν, στους ειδικούς τραπεζικούς λογαριασμούς ούτε και στο ταμείο της εταιρίας, αλλά αυτοί δολίως ενεργούντες αποσπούσαν και διασπάθιζαν τα παραπάνω χρηματικά ποσά της εταιρίας μας που παρακρατούσαν κάθε τρίμηνο και τις δαπανούσαν αποδεδειγμένα σε δικές τους ατομικές ανάγκες ή τρίτων και όχι για ανάγκες και υποχρεώσεις της εταιρίας, με αποτέλεσμα το σκέλος του παθητικού στη στήλη "ειδικά αποθεματικά" της εταιρίας μας να εμφανίζεται "εικονικά" αυξημένο με το ποσό των 971.937,04 ευρώ, όπως αυτό προκύπτει από τους Ισολογισμούς που τα εναγόμενα μέλη έφεραν στις Τακτικές Συνελεύσεις και ζήτησαν και πήραν με απατηλό τρόπο την έγκριση των Γενικών Συνελεύσεων των μετόχων, παρότι αυτοί οι ισολογισμοί ήταν ανακριβείς ως προς την αναγραφή στο σκέλος του παθητικού ανύπαρκτων ποσών "ειδικών αποθεματικών", μολονότι η εταιρία με βάση των πραγματικών στοιχείων έπρεπε να εμφανίζει το σκέλος του παθητικού διαφορετικό-ελλειμματικό στο ύψος του ποσού των ευρώ 971.937,04.

Το ως άνω χρηματικό ποσό των ευρώ 971.937,04 "ειδικών αποθεματικών" σχηματίστηκε από τη μεταφορά των ποσών των ειδικών αποθεματικών του άρθρου 13 του νόμου 2963/2001 στον ισολογισμό του διαχειριστικού έτους 2011 από τα προηγούμενα έτη 2010, 2009 και 2008, ήτοι: α) χρηματικό ποσό των "ειδικών αποθεματικών" χρονικής περιόδου 1/1/2008 μέχρι 31/12/2008 ευρώ 327.680,48, β) χρηματικό ποσό χρονικής περιόδου 01/01/2009 έως 31/12/2009 ευρώ 498.068,67 (ήτοι 327.680,48 προηγούμενης περιόδου+170.388,19 τρέχουσας περιόδου=498.068,67), γ) χρηματικό ποσό χρονικής περιόδου 01/01/2010 έως 31/12/2010 ευρώ 752.432,47, ήτοι 498.432,47 προηγούμενης περιόδου + 254.363,80 τρέχουσας περιόδου = 752.432,47, και δ) χρηματικό ποσό χρονικής περιόδου 01/01/2011 έως 31/12/2011 ευρώ 971.937,04 (ήτοι 752.432,47 προηγούμενης περιόδου + 219504,57 τρέχουσας περιόδου = 971.937,04), το οποίο χρηματικό ποσό έπρεπε να βρίσκεται κατατεθειμένο σε ειδικούς τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα της εταιρίας μας "...

Α.Ε." μαζί με τους νόμιμους τόκους. Από την ως άνω παράνομη και υπαίτια (δόλια) συμπεριφορά των εναγομένων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου η εταιρία μας "ΚΤΕΛ Ν ... Α.Ε." έχει υποστεί περιουσιακή ζημία η οποία ανέρχεται μέχρι στις 31/12/2011 στο συνολικό ποσό των εννιακοσίων εβδομήντα μία χιλιάδες εννιακόσια τριάντα επτά ευρώ και τεσσάρων λεπτών (971.937,04) (λογιστικό υπόλοιπο του ταμείου της εταιρίας)".

Επίσης, στην ίδια αγωγή η αναιρεσίβλητη επανειλημμένα κάνει λόγο για εξαφάνιση των ως άνω χρηματικών ποσών των ειδικών αποθεματικών της ίδιας, καθώς και για παράνομη υπεξαίρεση αυτών από τους αναιρεσείοντες. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Οι εναγόμενοι εκλέχθηκαν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εδρεύουσας στη ...

ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", στη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης, που συνήλθε στις 20-8-2011, συνταχθέντος του υπ' αριθ. 3/2011 πρακτικού. Στις 27-8-2011 έγινε η συγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου σε σώμα και η ανάθεση καθηκόντων μεταξύ των εναγομένων, συνταχθέντος του υπ' αριθ. 8/2011 πρακτικού.

Ειδικότερα, ανατέθηκαν στον ... εναγόμενο καθήκοντα Προέδρου, στον ... Αντιπροέδρου και στους λοιπούς καθήκοντα μελών. Στην πραγματικότητα, όμως, οι εναγόμενοι, υπό τις ανωτέρω ιδιότητές τους, βρίσκονται στη διοίκηση της εταιρείας από την 3-9-2008, ενώ από το υπ' αριθ. 5/24-5-2007 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας εμφαίνεται ότι έλαβε χώρα ανασυγκρότηση του τότε υφιστάμενου διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας, βάσει της οποίας ανέλαβαν τη θέση του Προέδρου του "...

ΑΕ" ο ... εναγόμενος ...., τη θέση αντιπροέδρου και διευθύνοντος συμβούλου ο ... εναγόμενος ..., και τη θέση μελών στο διοικητικό συμβούλιο οι λοιποί εναγόμενοι ... και .... Υπό τη νέα της μορφή η ειτουργία της εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." διέπεται, μεταξύ άλλων, από τις διατάξεις του ν. 2190/1920 και του ν. 2963/2001. Στο άρθρο 13 του τελευταίου, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 42 του ν. 4530/2018, προβλέπεται η υποχρέωση του ΚΤΕΛ για υποχρεωτική εισφορά ποσοστού 5% επί των ετησίων ακαθαρίστων εισπράξεων.

Συγκεκριμένα, στο άρθρο 13, προβλέπεται ότι: 1. Για την ανανέωση των λεωφορείων και την υλοποίηση έργων υποδομής αστικών και υπεραστικών Κ.Τ.Ε.Λ., καθώς και την ενίσχυση των ασθενέστερων Κ.Τ.Ε.Λ., επιβάλλεται εισφορά πέντε τοις εκατό (5%) επί του συνόλου των ετήσιων ακαθάριστων εισπράξεων των αστικών και υπεραστικών Κ.Τ.Ε.Λ.

Ειδικότερα: α. Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) κατατίθεται σε ειδικό λογαριασμό, ο οποίος συνιστάται στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Η λειτουργία του ειδικού αυτού λογαριασμού και κάθε άλλη λεπτομέρεια θα καθοριστούν με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Οικονομικών.

Από το ανωτέρω ποσό το ογδόντα τοις εκατό (80%) τουλάχιστον διατίθεται αποκλειστικά για την ενίσχυση ασθενέστερων Κ.Τ.Ε.Λ. και το υπόλοιπο δύναται να διατεθεί για μελέτες και έργα εκσυγχρονισμού των Κ.Τ.Ε.Λ., β. Ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) κατατίθεται σε ειδικό λογαριασμό εκάστου Κ.Τ.Ε.Λ. και διατίθεται αποκλειστικά για την ανανέωση του στόλου, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 12 του παρόντος, γ.

Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) τηρείται σε ειδικό λογαριασμό εκάστου Κ.Τ.Ε.Λ., με αποκλειστικό σκοπό τη χρηματοδότηση έργων υποδομής και εκσυγχρονισμού του Κ.Τ.Ε.Λ., ιδίως σταθμών ή πρακτορείων άφιξης και αναχώρησης λεωφορείων, σταθμών στέγασης και συντήρησης, μηχανοργάνωσης, κατασκευής εγκαταστάσεων εξυπηρέτησης και πληροφόρησης κοινού, δ.

Τα ποσά των περιπτώσεων β' και γ' της παρούσας παραγράφου δύνανται να μεταφέρονται από τον ένα λογαριασμό στον άλλον, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Κ.Τ.Ε.Λ., ανάλογα με τις ανάγκες και τον προγραμματισμό κάθε Κ.Τ.Ε.Λ. 2. Η εισφορά της παραγράφου 1 καταβάλλεται ανά τρίμηνο και το αργότερο εντός των επόμενων τριών μηνών από τη λήξη του, αρχής γενομένης από την 1η Ιανουαρίου 2002.

Για την είσπραξη των προβλεπόμενων στην παράγραφο 3 του άρθρου 12 του παρόντος ενισχύσεων, οι δικαιούχοι οφείλουν να αποδείξουν ότι κατέβαλαν εμπροθέσμως την ως άνω εισφορά. Σε περίπτωση μη καταβολής της εισφοράς της παραγράφου 1α, το ποσό αυτής καταλογίζεται σε βάρος του υπόχρεου Κ.Τ.Ε.Λ. και βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο, που εισπράττεται κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. 3.

Με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών τίθενται τα κριτήρια καθορισμού των ασθενέστερων Κ.Τ.Ε.Λ., η διαδικασία επιβολής, είσπραξης και διάθεσης της εισφοράς, ο τρόπος κατάθεσης και αξιοποίησης αυτής, η διαδικασία ελέγχου κατάθεσης και αξιοποίησης αυτών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Στο άρθρο 3 της εκδοθείσης κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 3 του άρθρου 13 του ν. 2963/2001 ΥΑ υπ' αριθ. Β-1188/36 ΦΕΚ Β' 24/17.1.2003 "Διαδικασία λειτουργίας του ειδικού λογαριασμού 5% του άρθρου 13Β του ν. 2963/2001" προβλέπεται ότι: α. Τα χρηματικά ποσά της παρακρατηθείσης εισφοράς, που αντιστοιχούν σε ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) επί των ακαθαρίστων εισπράξεων της περίπτωσης 1α του άρθρου 13 της ίδιας ως άνω διάταξης και προορίζονται για την ενίσχυση των ασθενέστερων ΚΤΕΛ και την εκπόνηση μελετών και τη δημιουργία έργων εκσυγχρονισμού των συγκοινωνιακών φορέων, κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό, η σύσταση του οποίου έγινε με την Απόφαση 2/8014/0024/7-3-2002 (Β' 327) του Υπουργού Οικονομίας & Οικονομικών και η λειτουργία του προβλέπεται από την κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών της περιπτώσεως α' της παραγράφου 1 του ν. 2963/2001 (Α' 268).

Ήδη, δυνάμει του ν. 3697/2008 και της απόφασης 2/82565/12.11.2008 του Υπουργείου Οικονομίας & Οικονομικών τα Έσοδα καταργηθέντος ειδικού λογαριασμού Υπ. Μεταφορών και Επικοινωνιών εισφοράς "E.Λ. 1% του άρθρου 13 του ν. 2963/01 για οικονομική ενίσχυση και εκσυγχρονισμό των ΚΤΕΛ" εγγράφονται στον κώδικα κατάταξης εσόδων και εξόδων του κρατικού προϋπολογισμού υπό τον κωδικό 3443.

β. Τα χρηματικά ποσά της παρακρατηθείσης εισφοράς που αντιστοιχούν σε ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) των ακαθαρίστων εισπράξεων της περίπτωσης β' της ίδιας ως άνω διάταξης και προορίζονται για την ανανέωση του στόλου των λεωφορείων, κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό στο όνομα του νομικού προσώπου του κάθε συγκοινωνιακού φορέα, σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα της επιλογής του.

Ο παραπάνω λογαριασμός θα φέρει την ονομασία "Ατομικός λογαριασμός εισφοράς 3% του άρθρου 13 (παράγραφος 1 β) του ν. 2963/2001 για την ανανέωση του στόλου των λεωφορείων", γ. Τα χρηματικά ποσά της παρακρατηθείσης εισφοράς που αντιστοιχούν σε ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) των ακαθαρίστων εισπράξεων της περίπτωσης γ', της ίδιας ως άνω διάταξης και προορίζονται για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής και εκσυγχρονισμού των ΚΤΕΛ κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό στο όνομα του νομικού προσώπου του κάθε συγκοινωνιακού φορέα, σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα της επιλογής του.

Ο παραπάνω λογαριασμός θα φέρει την ονομασία "Ατομικός λογαριασμός εισφοράς 1% του άρθρου 13 (παράγραφος 1γ) του ν. 2963/2001 για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής και εκσυγχρονισμού". Στο άρθρο 2 παρ. 3 της ίδιας ΥΑ προβλέπεται ότι όλοι οι αναφερόμενοι στην ίδια απόφαση συγκοινωνιακοί φορείς υποχρεούνται να ανοίξουν άμεσα τους παραπάνω λογαριασμούς και να κοινοποιήσουν ταυτόχρονα στις υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, όπου η έδρα τους και στη Διεύθυνση Επιβατικών Μεταφορών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, το όνομα του πιστωτικού ιδρύματος και τους αριθμούς των αντίστοιχων λογαριασμών.

Με το άρθρο 4 της ίδιας ΥΑ ο έλεγχος κατάθεσης των εισφορών στους δύο ατομικούς λογαριασμούς που τηρεί κάθε συγκοινωνιακός φορέας ανατίθεται στην αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (ήδη Περιφέρειας) της έδρας του. Επιπλέον, ορίζεται ότι κάθε συγκοινωνιακός φορέας υποχρεούται να υποβάλει ανά τρίμηνο το αποδεικτικό κατάθεσης των εισφορών που αντιστοιχούν στους δύο αυτούς λογαριασμούς, συνοδευόμενο με κατάσταση των εισπράξεων που αντιστοιχούν σε αυτούς δεόντως υπογεγραμμένη.

Η αρμόδια υπηρεσία ελέγχει το εμπρόθεσμο των καταθέσεων και το ύψος του προς κατάθεση ποσού συγκρίνοντάς το με τις αντίστοιχες εισπράξεις. Ο έλεγχος για την αξιοποίηση της εισφοράς των δύο ατομικών λογαριασμών πραγματοποιείται από την αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (ήδη Περιφέρειας) της έδρας του με την προσκόμιση των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων για την πιστοποίηση υλοποίησης αυτών από κάθε συγκοινωνιακό φορέα.

Μέτοχοι της εταιρείας υπέβαλαν την υπ' αριθ. πρωτ. 5407/18-11-2011 αίτηση προς το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας, ζητώντας τη σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, προκειμένου να ληφθούν αποφάσεις και να δοθούν απαντήσεις, πρώτον, στο ζήτημα εκλογής υπαλλήλων της εταιρείας σε θέσεις μελών του διοικητικού συμβουλίου αυτής, και δεύτερον, στο ζήτημα της τήρησης του άρθρου 13 του ν. 2963/2001 με τη συσσώρευση χρηματικών ποσών στους προβλεπόμενους ειδικούς τραπεζικούς λογαριασμούς.

Επί της αιτήσεως αυτής ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και νυν ... εναγόμενος-εφεσίβλητος-εκκαλών απάντησε αρνητικά, ζητώντας από τους μετόχους να επανέλθουν εκ νέου λόγω ανακριβούς αναφοράς των θεμάτων ημερήσιας διάταξης που επιθυμούσαν να συζητηθούν. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μέτοχοι της ενάγουσας εταιρείας, την 12-12-2011, απέστειλαν έγγραφο προς την εποπτεύουσα υπηρεσία της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Περιφερειακής Ενότητας ..., το οποίο κοινοποίησαν και στη Διεύθυνση Επιβατικών Μεταφορών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, στο οποίο αναφέρουν ότι η διοίκηση δεν τηρεί τις ως άνω διατάξεις για τις εισφορές των περιπτώσεων 1β' και 1γ' της παρ. 3 του άρθρου 13 του ν. 2963/2001 και ότι τα σχετικά χρηματικά ποσά χρησιμοποιήθηκαν για αλλότριους σκοπούς.

Η Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών ... με το υπ' αριθ. 21660/20-12-2011 έγγραφό της, απάντησε ότι δεν έχουν κατατεθεί τα παραστατικά κατάθεσης των ειδικών λογαριασμών πρώτου, δευτέρου και τρίτου τριμήνου 2011, όπως προβλέπεται από το άρθρο 4 της ΥΑ 1188/36/2003. Η απάντηση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου προς την ανωτέρω υπηρεσία που δόθηκε με το από 11-1-2012 έγγραφο (όπως ενσωματώθηκε στο υπ' αριθ. 2/2012 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης) συνίστατο στο ότι οι εισφορές δεν καταβλήθηκαν λόγω αντικειμενικής αδυναμίας, ελλείψει ρευστότητας επαρκούς για την κάλυψη των μερισμάτων και των εξόδων των μετόχων και των λειτουργικών εξόδων της εταιρείας.

Ωστόσο, στον ισολογισμό της 31-12-2011 υπάρχει εγγραφή ποσού 971.937,04 ευρώ που αναφέρεται στα ειδικά αποθεματικά του άρθρου 13 του ν. 2963/2001. Στον ίδιο ισολογισμό αναφέρεται ότι στην αντίστοιχη εγγραφή της προηγηθείσης χρήσης (2010) το εν λόγω ποσό ανερχόταν στο ύψος των 752.432,47 ευρώ. Περαιτέρω, κατατέθηκε για τα ίδια ζητήματα από τους Σ.

Μ. και Κ. Ε. η από 23-1-2012 μηνυτήρια αναφορά ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Δράμας κατά παντός υπευθύνου. Στη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης της από 25-2-2012 τα μέλη του Δ.Σ. ισχυρίστηκαν, απαντώντας σε υποβληθέν αίτημα μετόχων, εκπροσωπούντων ποσοστό μεγαλύτερο του 1/5 του μετοχικού κεφαλαίου, ότι ουδέποτε διατέθηκαν χρήματα από τους ειδικούς λογαριασμούς του άρθρου 13 του ν. 2963/2001 και ότι ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα χορήγησης κατάστασης των μετόχων που έλαβαν ποσά από τους ανωτέρω λογαριασμούς.

Μετέπειτα, επακολούθησε η δημοσίευση της υπ' αριθ. 149/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, κατόπιν αιτήσεως μετόχων της εταιρείας, με την οποία διορίστηκαν ως ειδικοί εκπρόσωποι της ενάγουσας εταιρείας οι μέτοχοι..., προκειμένου να ασκήσουν την ένδικη αγωγή αδικοπραξίας για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρείας κατά των εναγόμενων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας.

Με την αγωγή αυτή η ενάγουσα ισχυρίζετο ότι οι εναγόμενοι ευθύνονται έναντι της εταιρείας για πταίσμα τους κατά τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων και δη για πταίσμα τους ως προς τη διαχείριση χρηματικών ποσών που θα έπρεπε να παρακρατηθούν για το σχηματισμό των ως άνω ειδικών αποθεματικών και ότι τα χρήματα αυτά δεν κατατέθηκαν από τα μέλη του Δ.Σ.

σε τραπεζικούς λογαριασμούς, όπως προβλέπεται από το νόμο, αλλά, ενώ κρατήθηκαν από τις ακαθάριστες εισπράξεις, είτε υπεξαιρέθηκαν είτε διατέθηκαν κατά το δοκούν σε μετόχους της εταιρείας χωρίς την τήρηση των κανόνων της σύννομης και σύμφωνης με το καταστατικό διαχείρισης και χωρίς τήρηση παραστατικών εγγράφων και πάντως όχι για τους σκοπούς του άρθρου 13 του ν. 2963/2001 (ανανέωση στόλου, χρηματοδότηση έργων υποδομής και εκσυγχρονισμού του Κ.Τ.Ε.Λ.).

Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν ότι υπήρξε οιαδήποτε πλημμέλεια στην οικονομική διαχείριση της εταιρείας και ισχυρίστηκαν ότι η παρακράτηση των αποθεματικών του άρθρου 13 και η διατήρησή τους σε τραπεζικούς λογαριασμούς θα δημιουργούσε ανεπίλυτα προβλήματα στη λειτουργία της Α.Ε., λόγω έλλειψης ρευστότητας και λόγω του μεγέθους των ανείσπρακτων απαιτήσεων της ΑΕ και επιπλέον ότι δεν θα ήταν δυνατή η "εξαφάνιση" ποσού τόσο μεγάλου μεγέθους (971.937,04 ευρώ) χωρίς την οικονομική κατάρρευση της ΑΕ, η λειτουργία της οποίας θα ήταν αδύνατη με τέτοιο έλλειμμα.

Υποστήριξαν ακόμη ότι οι αιτιάσεις των εκπροσώπων της ενάγουσας είναι αβάσιμες, για το λόγο ότι αποτελούσε πάγια τακτική όλων των διοικήσεων της εταιρείας να μην κατατίθενται ανά τρίμηνο στους δύο ως άνω ειδικούς τραπεζικούς λογαριασμούς τα προαναφερόμενα ποσοστά επί των ακαθάριστων εσόδων, αφενός μεν για να μην παραμένουν αναξιοποίητα τόσο μεγάλα ποσά, αφετέρου δε και για να αντιμετωπιστούν άμεσα τα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετώπιζε η εταιρεία.

Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μην επισημανθεί η αταξία στην τήρηση του ισολογισμού για τη χρήση του 2011 και δη η εμφάνιση του αποθεματικού των 971.937,04 ευρώ, το οποίο, όπως συνομολογείται από τους εναγομένους, δεν είναι κατατεθειμένο σε κανέναν τραπεζικό λογαριασμό. Από τα ανωτέρω είναι προφανές ότι ανακύπτουν θέματα διαχείρισης από μέρους των εναγόμενων μελών του ΔΣ, που ενδέχεται να συνεπάγονται υποχρέωση αποζημίωσης της ΑΕ.

Στο πλαίσιο διενεργηθείσας ανάκρισης για τα αδικήματα της υπεξαίρεσης τελεσθείσας από κοινού και κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας εμπιστευμένου στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας με το συνολικό αντικείμενο της πράξης να υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και της απιστίας τελεσθείσης από κοινού κατ' εξακολούθηση, από την οποία η περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, διατάχθηκε η διεξαγωγή διπλής οικονομοτεχνικής πραγματογνωμοσύνης με τις υπ' αριθ. 15/28-2-2014 και 72/17-11-2014 διατάξεις του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Δράμας για τα αναφερόμενα σε αυτές ζητήματα.

Ο ορισθείς πραγματογνώμονας Γ. Π. συνέταξε τις σχετικές από 4-11-2014 και 19-12-2014 εκθέσεις του, με τις οποίες γνωμοδοτεί για τα θέματα που ετάχθησαν ως αντικείμενα της πραγματογνωμοσύνης. Όπως αποδεικνύεται προεχόντως από τις εν λόγω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης στις 31-12-2007 η εταιρεία εμφανίζει στα βιβλία της για την επίμαχη περίπτωση β' και γ' του άρθρου 13 του ν. 2963/2001, ειδικά αποθεματικά συνολικού ποσού 296.381.15 ευρώ, ενώ στους ειδικούς για την κατάθεση των συγκεκριμένων αποθεματικών λογαριασμούς όψεως της τράπεζας Πειραιώς με αριθμό 5241 ... 364 υφίστατο στις 31-12-2007 το ποσό των 1.406,66 ευρώ (για την περίπτωση β') και με αριθμό 5241 ... 291 το ποσό των 6.068,68 ευρώ (για την περίπτωση γ').

Το άθροισμα των ποσών στους δύο λογαριασμούς θα έπρεπε να είναι 296.381,15 ευρώ, αλλά αντ' αυτών υπήρχαν διαθέσιμα, ανερχόμενα συνολικά σε (1.406,66 + 6.068,68) 7.475,34 ευρώ.

Συνεπώς είναι εύλογο το συμπέρασμα ότι κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους οι εναγόμενοι παρέλαβαν στους ειδικούς τραπεζικούς λογαριασμούς ως αποθεματικά που προβλέπει το άρθρο 13 του ν. 2963/2001 περ. β' και γ' συνολικά το ποσό των 7.475,34 ευρώ και πάντως όχι το αναγραφόμενο στα βιβλία της εταιρείας ποσό των 296.381,15.

Στον ισολογισμό της 31-12-2011 περιλαμβάνεται εγγραφή ποσού 971.937,04 ευρώ που αναφέρεται στα ειδικά αποθεματικά των περ. β' και γ' του άρθρου 13 του ν. 2963/2001. Ο πραγματογνώμονας επισημαίνει ότι από τη χρήση 2007 και μέχρι τη χρήση 2011, τα ποσά που παρακρατούνταν από τα ακαθάριστα έσοδα (3% και 1%) για τον σχηματισμό των επίμαχων ειδικών αποθεματικών δεν κατατίθεντο στους ειδικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, αλλά κάθε φορά που, σύμφωνα με τους σκοπούς της περ.

β' του ανωτέρω νόμου, όφειλε (η εταιρεία) να αποδώσει δαπάνες σε κάποιον μέτοχο για την ανανέωση του στόλου, κατέβαλε τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά στον τραπεζικό λογαριασμό την παραμονή της ημέρας που γινόταν ανάληψη αυτών από την ίδια και η απόδοσή τους στους δικαιούχους. Για τους σκοπούς της περ. γ' του άρθρου 13 του ανωτέρω νόμου οι καταβολές προς τους προμηθευτές των παγίων γινόταν κατευθείαν από τα χρηματικά διαθέσιμα της εταιρείας, χωρίς να έχει προηγηθεί κατάθεση στον τηρούμενο και δηλωθέντα λογαριασμό της περ.

γ' του άρθρου 13. Επομένως το ποσό των 971.937,04 ευρώ, το οποίο εμφανίζεται στον ισολογισμό της 31-12-2011, αποτελεί λογιστική εγγραφή και όχι χρηματικό ποσό πράγματι κατατεθειμένο στους ειδικούς τραπεζικούς λογαριασμούς των ειδικών αποθεματικών. Ο πραγματογνώμονας υπολογίζει το χρηματικό ποσό που θα έπρεπε να υφίσταται στους τηρούμενους λογαριασμούς του άρθρου 13 (περ.

β' και γ') με την εξής συλλογιστική: Στις 31-12-2011 η εταιρεία θα έπρεπε να έχει στους ανωτέρω λογαριασμούς τις εισφορές του 3% και 1%, αντίστοιχα, των πραγματικά εισπραχθέντων ακαθαρίστων εσόδων, δεδομένου ότι η εταιρεία κατά τον ανωτέρω χρόνο είχε απαιτήσεις από πελάτες της ποσού 692.058,99 ευρώ που δεν είχαν εισπραχθεί ακόμη, αφαιρουμένων των ποσών:

α) του τετάρτου τριμήνου 2011 ποσού 87.605,51 ευρώ, β) ποσά για τις αγορές παγίων των χρήσεων 2008 έως 2011, συνολικού ποσού 437.969,91 ευρώ, και γ) το ποσό των 27.682,36 ευρώ που αφορά το 3% και 1% των ανείσπρακτων απαιτήσεων (692.058.99 Χ 4%) της εταιρείας και δ) την κατά τα ανωτέρω διαφορά από τη χρήση 2007 (296.381,15-7.475,34) 288.905,81 ευρώ. Βάσει των ανωτέρω καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στους λογαριασμούς όψεως του 3 % και 1 % των τραπεζών, θα έπρεπε στις 31-12-2011 να εμφανίζεται ποσό ύψους 137.418,48 ευρώ.

Αντ' αυτού υφίσταντο κατά την ανωτέρω ημερομηνία: α) στο λογαριασμό όψεως της Τράπεζας Πειραιώς ποσό 1.286,44 ευρώ και β) στο λογαριασμό όψεως της Εθνικής Τράπεζας ποσό 30.213,97 ευρώ, ήτοι 1,286,44 + 30.213,97 = 31.500,41 ευρώ. Στη συλλογιστική του πραγματογνώμονα πρέπει να γίνουν οι ακόλουθες επισημάνσεις και διορθώσεις. Ορθά αφαιρεί το ποσοστό (4%) που αναλογεί στις ανείσπρακτες κατά τον κρίσιμο χρόνο (31-12-2011) απαιτήσεις (692.058,99) που αναλογεί σε ποσό 27.682,36 ευρώ.

Ορθά ομοίως αφαιρεί το ποσό της διαφοράς των 288.905,81 ευρώ, που ναι μεν αναγραφόταν, αλλά δεν υπήρχε στους ειδικούς λογαριασμούς της εταιρείας, όταν ανέλαβαν καθήκοντα οι εναγόμενοι. Ωστόσο εσφαλμένα αφαιρείται το ποσό που αναλογεί στο 4% από τις ακαθάριστες εισπράξεις του τετάρτου τριμήνου 2011 (87.605,51 ευρώ), αφού το ποσό αυτό παρακρατήθηκε μεν πριν από την 31-12-2011, αλλά δεν κατατέθηκε στους ειδικούς λογαριασμούς ούτε μέσα στο επόμενο τρίμηνο.

Επιπλέον, το ορθό ποσό που διατέθηκε για την αγορά παγίων κατά τις χρήσεις 2008 έως 2011, όπως προκύπτει από τον πίνακα 2 που επισυνάπτει στην έκθεσή του ο πραγματογνώμονας, δεν ήταν 437.969,91 ευρώ, αλλά 430.324,87 ευρώ. Ακόμη, υπολογίζει το ποσό που θα έπρεπε να υπάρχει στους ειδικούς τραπεζικούς λογαριασμούς στις 31-12-2011 σε ποσό 137.418,48 ευρώ, ενώ το σωστό αποτέλεσμα του μαθηματικού υπολογισμού δίνει υπόλοιπο 129.773,45 ευρώ.

Επιπλέον στο ποσό για την αγορά παγίων περιλαμβάνει και τη δαπάνη των 350.364,40 ευρώ, που διατέθηκαν το 2010 για την αγορά του ακινήτου που προοριζόταν για τις νέες εγκαταστάσεις της εταιρείας, καίτοι το ποσό αυτό καλύφθηκε με ισόποσο τραπεζικό δανεισμό. Η συλλογιστική για τον υπολογισμό του υπολοίπου που θα έπρεπε να υπάρχει στις 31-12-2011 πρέπει να διορθωθεί ως εξής:

Από το ποσό της λογιστικής εγγραφής των 971.937,04 ευρώ (στον ισολογισμό της 31.12.2011) πρέπει να αφαιρεθεί α) το ποσό των 27.682,36 ευρώ (για το 4% των ως άνω ανείσπρακτων απαιτήσεων), β) το ποσό των 288.905,81 ευρώ (της διαφοράς των διαθεσίμων που υπήρχαν στα βιβλία, αλλά όχι στους λογαριασμούς κατά την ανάληψη καθηκόντων από τους εναγομένους), γ) το (σωστό ποσό) των 430.324,87 ευρώ που διατέθηκε για την αγορά παγίων κατά τις χρήσεις 2008-2011.

Στη συνέχεια πρέπει να προστεθεί το ποσό των 350.364,40 ευρώ, το οποίο ναι μεν διατέθηκε αποδεδειγμένα για αγορά παγίου (οικοπέδου), αλλά καλύφθηκε όχι από την αποταμίευση της εταιρείας, αλλά από ισόποσο τραπεζικό δανεισμό, ενώ δεν πρέπει να αφαιρεθεί (κατά τα ανωτέρω) το ποσό που αναλογεί στο 4% επί των ακαθαρίστων εσόδων του τετάρτου τριμήνου 2011.

Το (σωστό) υπόλοιπο ανέρχεται σε 575.388,40 ευρώ. Αντ' αυτών υπήρχαν 1.286,44 ευρώ + 30.213,97 ευρώ, ήτοι 31.500,41 και επομένως η διαφορά υπολογίζεται σε 575.388,40 - 31.500,41, ήτοι 543.887,99 ευρώ. Ζητούμενο είναι στα χέρια ποιών βρισκόταν το χρηματικό αυτό ποσό κατά τον κρίσιμο χρόνο (31-12-2011). Όπως στην έκθεση του πραγματογνώμονα αναφέρεται στις 31-12-2011 υφίστατο υποχρέωση εβδομήντα τριών (73) μετόχων της εταιρείας (από το σύνολο των 136 μετόχων) να αποδώσουν στην εταιρεία συνολικό ποσό 456.490,85 ευρώ και επιπλέον υποχρέωση σαράντα δύο (42) τρίτων πιστωτών-συνεργατών της εταιρείας να αποδώσουν σ' αυτήν ποσό 71.540,17 ευρώ.

Ο πραγματογνώμονας χαρακτηρίζει τις σχέσεις, συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκαν οι απαιτήσεις της εταιρείας έναντι των 73 μετόχων, ως δάνεια και βεβαιώνει θετικά ότι από τον έλεγχο των παραστατικών αποδεικνύεται επαρκώς η οφειλή των μετόχων. Επιπλέον η διάθεση του ποσού των 456.490,85 στους εν λόγω μετόχους επιβεβαιώνεται και από την έκθεση του τεχνικού συμβούλου των εγκαλούντων Τ.

Χ.. Επομένως, οι εν λόγω πιστώσεις, που χαρακτηρίζονται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως (άτοκα) "δάνεια" και από τους ίδιους τους εναγομένους ως "προκαταβολές μισθωμάτων", ναι μεν δεν εμφανίζονται στους ισολογισμούς, αλλά προκύπτουν από τα εκκαθαριστικά τριμήνου στις στήλες "σύνολο πληρωτέο", "χρεώσεις περιόδου" "υπόλοιπο πληρωτέο", τα οποία είναι προσβάσιμα σε όλους τους μετόχους.

Επομένως, συνάγεται με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι από το επίμαχο ποσό των 543.887,99 ευρώ το μεγαλύτερο μέρος, ανερχόμενο σε 456.490,85 ευρώ, είχε πιστωθεί σε εβδομήντα τρεις (73) μετόχους της εταιρείας. Εξάλλου, μέρος από το υπόλοιπο των 87.397,14 ευρώ εντοπίζεται στο ανοιχτό υπόλοιπο των απαιτήσεων της εταιρείας από πιστωτές-συνεργάτες, που υπολογίστηκε από τον πραγματογνώμονα σε 71.540,17 ευρώ, ενώ απομένει μια διαφορά προς διερεύνηση της τάξεως των 15.856,97 ευρώ.

Περαιτέρω ο πραγματογνώμονας στη συμπληρωματική από 19-12-2014 έκθεσή του, συνεισφέρει τα στοιχεία που ζητήθηκαν στην ανάκριση α) για το σύνολο των απαιτήσεων της εταιρείας από τρίτους κατά τα έτη 2008 έως 2011, όπως συνάγονται από τους ισολογισμούς, β) για το ύψος των υποχρεώσεων της εταιρείας από δανεισμό κατά τα αυτά έτη που αναλύει σε σύνολο υποχρεώσεων και βεβαιωθέντες τόκους και γ) το μέσο επιτόκιο δανεισμού ανά έτος (από το 2008 έως το 2011).

Στην έκθεση επισημαίνεται ακόμη η κλιμακούμενη αύξηση των απαιτήσεων από πιστωτές-συνεργάτες και πιστωτές-μετόχους, που ανέρχονταν σε 46.597,56 ευρώ (το 2007), σε 69.546,01 ευρώ (το 2008), σε 72.307,23 ευρώ (το 2009), σε 278.069,54 ευρώ (το 2010) και σε 481.433.56 ευρώ (το 2011). Από όλα τα ανωτέρω έπεται ότι η κρίσιμη, ελεγχόμενη συμπεριφορά των εναγομένων είναι η διάθεση χρημάτων από τα κεφάλαια της εταιρείας για παροχή πιστώσεων προς ορισμένους από τους μετόχους της εταιρείας.

Τα χρήματα αυτά δεν αποτέλεσαν αντικείμενο υπεξαίρεσης, αφού δεν τα ιδιοποιήθηκαν οι εναγόμενοι. Σκοπός τους ήταν η ταμειακή διευκόλυνση κάποιων μετόχων. Βεβαίως πρόδηλο τυγχάνει ότι το (ατομικό) συμφέρον των εν λόγω ευνοημένων μετόχων δεν ταυτίζεται με το οικονομικό συμφέρον της εταιρείας. Για τη διάθεση των ποσών αυτών προς τους μετόχους δεν υπήρχε πλαίσιο κανόνων (στο νόμο ή τη σύμβαση) που να ρυθμίζουν το ποιος, πότε, υπό ποιες προϋποθέσεις, μέχρι ποιο όριο, για πόσο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να διατηρεί υπόλοιπο οφειλής προς την εταιρεία.

Επιπλέον, κάποιοι μέτοχοι καρπώθηκαν μεγαλύτερο όφελος από την πρακτική αυτή, άλλοι μικρότερο και άλλοι καθόλου. Τονίζεται πάντως με έμφαση ότι το όφελος του μετόχου δεν ήταν το ποσό του κεφαλαίου της οφειλής, αφού γι' αυτό υπήρχε ως αντιστάθμισμα η απαίτηση της εταιρείας για την επιστροφή του, που διασφαλιζόταν με τη δυνατότητα του συμψηφισμού με τα επόμενα μερίσματα.

Το όφελος του μετόχου συνίστατο στους καρπούς του κεφαλαίου, διότι επέστρεφε το κεφάλαιο άτοκο. Κατά τις ίδιες χρήσεις η εταιρεία διατηρούσε οφειλές από τραπεζικό δανεισμό και επιβαρυνόταν με τα τραπεζικά επιτόκια δανεισμού. Αντί λοιπόν η διοίκηση να φροντίσει, σύμφωνα με τους κανόνες συνετής διαχείρισης για την αποπληρωμή (μέρους) των δανειακών της υποχρεώσεων και να απαλλάξει την εταιρεία από το βάρος τραπεζικών τόκων, προτίμησε να κάνει διευκολύνσεις σε ορισμένους από τους μετόχους, επιτρέποντάς τους να λαμβάνουν προκαταβολές έναντι μελλοντικών μερισμάτων, οι οποίες στην πράξη ταυτίζονται με άτοκο δανεισμό.

Κατ' αυτόν τον τρόπο οι εναγόμενοι ζημίωσαν εν γνώσει τους την εταιρεία με το ποσό των τόκων που επιβαρύνθηκε η εταιρεία επιπλέον και που δεν θα πλήρωνε, αν τα κεφάλαια αυτά είχαν διατεθεί για την αποπληρωμή των χρεών προς τις τράπεζες. Σημειώνεται ότι μόνον για την αγορά ακινήτου η εταιρεία δανείστηκε το έτος 2010 ποσό 350.364,40 ευρώ, ενώ στο τέλος του 2011 η πίστωση προς τους μετόχους είχε φτάσει στο ύψος των 456.490,85 ευρώ.

Η επιβάρυνση της εταιρείας για τόκους μόνον από τον τραπεζικό δανεισμό που έγινε (με χρέωση του λογαριασμού 337/4577003366/10-4-2008 κατά το ανωτέρω ποσό) για την αγορά του ακινήτου υπολογίζεται ότι θα ανέλθει συνολικά μέχρι το έτος 2017 σε ύψος περί τις 34.000 ευρώ. Σημειώνεται ότι στις δανειακές συμβάσεις της εταιρείας προβλέπεται ως συμβατικός όρος η δυνατότητα προεξόφλησης.

Κατά τα ανωτέρω οι εναγόμενοι εν γνώσει τους ενήργησαν κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής τους εξουσίας και παραβίασαν τους κανόνες επιμελούς διαχείρισης, αφού υπήρχε κατά τα ανωτέρω δυνατότητα επωφελέστερης διαχείρισης, επιφέροντας ζημία στην (αλλότρια) περιουσία της ... Α.Ε.. Γνώριζαν ότι επιβάρυναν την εταιρεία και το αποδέχονταν.

Σημειώνεται ότι η διάταξη του άρθρου 13 του ν. 2963/2001 τροποποιήθηκε αργότερα με την προσθήκη περίπτωσης ε' με το άρθρο 52 παρ. 4 ν. 4199/2013 (ΦΕΚ Α 216/11-10-2013), στην οποία ορίζεται ότι: "ε. Τα ποσά των περιπτώσεων β' και γ' της παραγράφου αυτής δύνανται να χρησιμοποιούνται και για άλλους σκοπούς, οι οποίοι ανάγονται στην εύρυθμη λειτουργία του ΚΤΕΛ Α.Ε.

ή ΚΤΕΛ, λόγω αντιμετώπισης εκτάκτων συνθηκών και ταμειακών αναγκών. Η χρήση των ποσών αυτών είναι δυνατή, εφόσον δεν έχει ληφθεί απόφαση που ορίζει η περίπτωση δ' του παρόντος άρθρου". Η εν λόγω νομοθετική αλλαγή δεν επιδρά στην απαξία της ελεγχόμενης πράξης, διότι οι "άλλοι σκοποί" που ανάγονται σε "εύρυθμη λειτουργία του ΚΤΕΛ Α.Ε." πρέπει να αποβλέπουν στην αντιμετώπιση εκτάκτων συνθηκών και ταμειακών αναγκών (της εταιρείας) και δεν μπορεί να αφορούν στην εξυπηρέτηση (ατομικών) οικονομικών συμφερόντων μερίδας των μετόχων της εταιρείας.

Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι 1) κατά την οικονομική χρήση του έτους 2008 (1-1-2008 έως 31-12-2008) παρείχαν στους ακόλουθους 24 συνολικά μετόχους - πιστωτές - της ... ΑΕ (που εκμισθώνουν τα λεωφορεία τους προς την εταιρεία αυτή) πιστώσεις (με την μορφή άτοκων δανείων), συνολικού ύψους 58.933,63 ευρώ, και δη στους...2) Κατά την οικονομική χρήση του έτους 2009 (1-1-2009 έως 31-12-2009) παρείχαν στους ακόλουθους 19 συνολικά μετόχους - πιστωτές - της ...

ΑΕ (που εκμισθώνουν τα λεωφορεία τους προς την εταιρεία αυτή) πιστώσεις (με την μορφή άτοκων δανείων), συνολικού ύψους 57.350,34 ευρώ, και δη στους...3) Κατά την οικονομική χρήση του έτους 2010 (1-1-2010 έως 31-12-2010) παρείχαν στους ακόλουθους 61 συνολικά μετόχους - πιστωτές - της ... ΑΕ (που εκμισθώνουν τα λεωφορεία τους προς την εταιρεία αυτή) πιστώσεις (με την μορφή άτοκων δανείων), συνολικού ύψους 274.946,58 ευρώ, και δη στους...

Και 4) Κατά την οικονομική χρήση του έτους 2011 (1-1-2011 έως 31-12-2011) παρείχαν στους ακόλουθους 73 συνολικά μετόχους - πιστωτές - της ... ΑΕ (που εκμισθώνουν τα λεωφορεία τους προς την εταιρεία αυτή) πιστώσεις (με την μορφή άτοκων δανείων), συνολικού ύψους 456.490,85 ευρώ, και δη στους.... Παράλληλα, την 31-12-2008 η ... ΑΕ όφειλε για δανειακές συμβάσεις (βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες), που είχε καταρτίσει με τράπεζες τα ακόλουθα χρηματικό ποσά: 1) Όσον αφορά τις βραχυπρόθεσμες δανειακές συμβάσεις όφειλε (α) στην Τράπεζα Πειραιώς (πρώην Κύπρου) το ποσό των 1.278.039,28 ευρώ (αριθμός λογαριασμού δανείου ...391), (β) στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 77.942,52 ευρώ (αριθμός λογαριασμού δανείου 457/...043). 2) Όσον αφορά τις μακροπρόθεσμες δανειακές συμβάσεις όφειλε (α) στην Τράπεζα Πειραιώς (πρώην Κύπρου) το ποσό των 7.670,23 ευρώ (αριθμός λογαριασμού δανείου ...510), (β) στην Τράπεζα Πειραιώς (πρώην Κύπρου) το ποσό 17.173,18 ευρώ (αριθμός λογαριασμού δανείου ...039), (γ) στην Τράπεζα Πειραιώς (πρώην Κύπρου) το ποσό των 38.830,79 ευρώ (αριθμός λογαριασμού δανείου ...932) και (δ) στην Τράπεζα Πειραιώς (πρώην Κύπρου) το ποσό των 59.772,77 ευρώ (αριθμό λογαριασμού δανείου ...559), ήτοι το συνολικό ποσό των 1.479.428,77 (1.278.039,28 + 77.942,52 + 7.670,23 + 17.173,18 + 38.830,79 + 59.772,77) ευρώ, για το οποίο βεβαιώθηκαν τόκοι, ύψους 118.183,39 ευρώ.

Σε περίπτωση δε που δεν είχαν καταβάλει (οι εναγόμενοι) σε πιστωτές-μετόχους το συνολικό ποσό των 58.933,63 ευρώ θα αφαιρείτο από το αντίστοιχο ποσό που το ... όφειλε για δανειακές τραπεζικές συμβάσεις για την οικονομική χρήση του 2008 και, ως εκ τούτου, δεν θα είχε επιβαρυνθεί (από το σύνολο των τόκων που βεβαιώθηκαν για την οικονομική χρήση του 2008 ύψους 118.185.39 ευρώ, κατά τα προαναφερόμενα) τους αναλογούντες, για το ποσό αυτό (58.933,63 ευρώ), τόκους, ύψους 4.832,55 ευρώ (58.933,63 Χ 8,20% που αποτελεί το μέσο επιτόκιο δανεισμού του ..., κατά την οικονομική χρήση 2008), ως προς τους οποίους και επήλθε οικονομική ζημιά στο ... (για την οικονομική χρήση 2008).

Την 31-12-2009, η ... Α.Ε. όφειλε για δανειακές συμβάσεις (βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες), που είχε καταρτίσει με τράπεζες τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1) Όσον αφορά τις βραχυπρόθεσμες δανειακές συμβάσεις όφειλε (α) στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 570.715,47 ευρώ (αριθμός λογαριασμού 457/...34), (β) στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 103.456,51 ευρώ (αριθμός λογαριασμού 457/...0-43) και (γ) στην ALPHA BANK το ποσό των 603.815.90 ευρώ (αριθμός λογαριασμού δανείου ......983270). 2) Όσον αφορά τις μακροπρόθεσμες δανειακές συμβάσεις όφειλε (α) στην Τράπεζα Πειραιώς (πρώην Κύπρου) το ποσό των 3.079,26 ευρώ (αριθμός λογαριασμού δανείου ...932), (β) στην Τράπεζα Πειραιώς (πρώην Κύπρου) το ποσό των 29.397,63 (αριθμός λογαριασμού δανείου ...559), ήτοι το συνολικό ποσό των 1.310.464,77 (570.715,47 + 103.456,51 + 603.815.90 + 3.079,26 + 29.397,63) ευρώ, για το οποίο βεβαιώθηκαν τόκοι, ύψους 70.447,83 ευρώ.

Σε περίπτωση δε που δεν είχαν καταβάλει (οι εναγόμενοι) σε πιστωτές-μετόχους το συνολικό ποσό των 57.350,34 ευρώ θα αφαιρείτο από το αντίστοιχο ποσό που το ... όφειλε για δανειακές τραπεζικές συμβάσεις για την οικονομική χρήση του 2009 και, ως εκ τούτου, δεν θα είχε επιβαρυνθεί (από το σύνολο των τόκων που βεβαιώθηκαν για την οικονομική χρήση του 2008, ύψους 70.447,83 ευρώ, κατά τα προαναφερόμενα) τους αναλογούντες, για το ποσό αυτό (57.350,34 ευρώ), τόκους, ύψους 3.555,72 ευρώ (57.350,34 Χ 6,20%, που αποτελεί το μέσο επιτόκιο δανεισμού του ..., κατά την οικονομική χρήση 2009), ως προς τους οποίους και επήλθε οικονομική ζημιά στο ... (για την οικονομική χρήση 2009).

Παράλληλα, την 31-12-2010 η ... Α.Ε. όφειλε για δανειακές συμβάσεις (μόνο βραχυπρόθεσμες κατά το έτος αυτό), που είχε καταρτίσει με τράπεζες (α) στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 208.867.49 ευρώ (αριθμός λογαριασμού δανείου 457/...2-7), (β) στην Εθνική Τράπεζα, το ποσό 283.757,62 ευρώ (αριθμός λογαριασμού δανείου 337/...5-9), (γ) στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 311.267,55 ευρώ (αριθμός λογαριασμού δανείου 337/...3-3) και (δ) στην ALPHA BANK το ποσό των 262.810,31 ευρώ (αριθμός λογαριασμού δανείου ......983270), ήτοι το συνολικό ποσό του 1.066.702,97 (208.867.49 + 283.757,62 + 311.267,55 + 262.810,31) ευρώ, για το οποίο βεβαιώθηκαν τόκοι, ύψους 81.439,26 ευρώ.

Σε περίπτωση δε που οι εναγόμενοι δεν είχαν καταβάλει σε πιστωτές-μετόχους το συνολικό ποσό των 274.946.58 ευρώ, το εν λόγω χρηματικό ποσό θα αφαιρείτο από το αντίστοιχο ποσό που το ... όφειλε για δανειακές τραπεζικές συμβάσεις για την οικονομική χρήση του 2010 και, ως εκ τούτου, δεν θα είχε επιβαρυνθεί η εταιρεία (από το σύνολο των τόκων που βεβαιώθηκαν για την οικονομική χρήση του 2010, ύψους 81.439,26 ευρώ, κατά τα προαναφερόμενα) τους αναλογούντες, για το ποσό αυτό (274.946,58 ευρώ), τόκους, ύψους 15.809,43 ευρώ (274.946,58 Χ 5,75%, που αποτελεί το μέσο επιτόκιο δανεισμού του ..., κατά την οικονομική χρήση 2010), ως προς τους οποίους και επήλθε οικονομική ζημιά στο ... (για την οικονομική χρήση 2010).

Επίσης την 31-12-2011 η ... Α.Ε. όφειλε για δανειακές συμβάσεις (βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες), που είχε καταρτίσει με τράπεζες τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1) Όσον αφορά τις βραχυπρόθεσμες δανειακές συμβάσεις, όφειλε (α) στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 110.580,67 ευρώ (αριθμός λογαριασμού δανείου 337/...5-9), (β) στην ALPHA BANK το ποσό των 77,37 ευρώ (αριθμός λογαριασμού δανείου ......983270). 2) Όσον αφορά τις μακροπρόθεσμες δανειακές συμβάσεις, όφειλε (α) στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 193.003,78 ευρώ (αριθμός λογαριασμού δανείου 337/...39) και (β) στην Εθνική Τράπεζα το ποσό των 322.248,82 ευρώ (αριθμός λογαριασμού δανείου (337/...33), ήτοι το συνολικό ποσό των 625.910,64 (110.580,67 + 77,37 + 193.003,78 + 322.248,82) ευρώ, για το οποίο βεβαιώθηκαν τόκοι, ύψους 60.553,69 ευρώ.

Σε περίπτωση δε που οι εναγόμενοι δεν είχαν καταβάλει σε πιστωτές-μετόχους το συνολικό ποσό των 456.490,85 ευρώ, το εν λόγω ποσό θα αφαιρείτο από το αντίστοιχο ποσό που το ... όφειλε για δανειακές τραπεζικές συμβάσεις για την οικονομική χρήση του 2011 και, ως εκ τούτου, δεν θα είχε επιβαρυνθεί η εταιρεία (από το σύνολο των τόκων που βεβαιώθηκαν για την οικονομική χρήση του 2011, ύψους 60.553,69 ευρώ, κατά τα προαναφερόμενα) τους αναλογούντες, για το ποσό αυτό (456.490,85 ευρώ), τόκους, ύψους 27.389,45 ευρώ (456.490,85 Χ 6,00%, που αποτελεί το μέσο επιτόκιο δανεισμού του ..., κατά την οικονομική χρήση 2011), ως προς τους οποίους και επήλθε οικονομική ζημιά στο ... (για την οικονομική χρήση 2011).

Κατόπιν των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, ενεργώντας από κοινού, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση της ίδιας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους, εν γνώσει τους, ζημίωσαν κατά τα προαναφερόμενα την περιουσία της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... Α.Ε., της οποίας βάσει του νόμου είχαν τη διαχείριση, η δε περιουσιακή ζημιά που προκάλεσαν, κατά τις οικονομικές χρήσεις των ετών 2008, 2009, 2010 και 2011 ανέρχεται στο ποσό των 51.587,62 (4.832,55 + 3.555,72 + 15.809,43 + 27.389,45) ευρώ.

Εξάλλου, το γεγονός ότι η Γενική Συνέλευση της εταιρείας απαλλάσσει από κάθε ευθύνη αποζημίωσης τα μέλη του Δ.Σ. και τους ελεγκτές για τις χρήσεις 2008 - 2011 δεν επηρεάζει την ελεγχόμενη πράξη και τούτο διότι επί ΑΕ η έγκριση από τη ΓΣ των πράξεων του ΔΣ δεν αίρει την ευθύνη των μελών του, αφού με την έγκριση απλώς επαναλαμβάνεται η απιστία.

Ως προς τις φερόμενες πιστώσεις προς τρίτους, προμηθευτές - συνεργάτες της εταιρείας λεκτέα είναι τα εξής: Κανονικά πρόκειται για απαιτήσεις της εταιρείας από τρίτους, οι οποίοι κανονικά θα έπρεπε να είναι δανειστές και όχι οφειλέτες της εταιρείας, αφού αυτοί προβαίνουν σε παροχή υπηρεσιών ή προμηθειών προς την εταιρεία και όχι το αντίστροφο.

Συγκεκριμένα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης επισημαίνεται ότι: 1) Κατά την οικονομική χρήση του έτους 2008 (1-1-2008 έως 31-12-2008) υπήρχαν τέτοιες απαιτήσεις συνολικού ύψους 57.119,94 ευρώ από τους ακόλουθους 40 συνολικά πιστωτές-συνεργάτες της εταιρείας και δη από τους...2) Κατά την οικονομική χρήση του έτους 2009 (1-1-2009 έως 31-12-2009) υπήρχαν απαιτήσεις, ύψους 61.554,45 ευρώ, από τους ακόλουθους 43 συνολικά πιστωτές - συνεργάτες της εταιρείας και δη από τους....3) Κατά την οικονομική χρήση του έτους 2010 (1-1-2010 έως 31-12-2010) υπήρχαν απαιτήσεις, ύψους 49.720,52 ευρώ, από τους ακόλουθους 36 συνολικά πιστωτές - συνεργάτες της εταιρείας και δη από τους... 4) Κατά την οικονομική χρήση του έτους 2011 (1-1-2011 έως 31-12-2011) υπήρχαν απαιτήσεις, ύψους 71.540,17 ευρώ, από τους ακόλουθους 42 συνολικά πιστωτές - συνεργάτες της εταιρείας και δη από τους....

Το ανωτέρω ποσό των 71.540,17 ευρώ αναφέρθηκε ανωτέρω ως το ένα από τα επιμέρους ποσά, στα οποία εντοπίστηκε το ερευνώμενο συνολικά λογιστικό κενό. Σε αντίθεση ωστόσο με τις πιστώσεις προς τους μετόχους το εν λόγω ποσό και τα μικρότερα υπόλοιπα των φερομένων ως "πιστώσεων" προς τους προμηθευτές - συνεργάτες των προηγούμενων χρήσεων δεν πρέπει να καταλογισθούν σε ευθύνη των εναγομένων, διότι αφορούν εγγραφές για υπηρεσίες ή παροχές που είχαν πράγματι παρασχεθεί προηγουμένως προς την εταιρεία και εκκρεμούσε η έκδοση και παράδοση παραστατικού προς την εταιρεία και όχι πίστωση (υπό την μορφή άτοκου δανείου ή προκαταβολής) που θα αποπληρωνόταν από μελλοντικές παροχές ή υπηρεσίες.

Η πράξη αυτή διαχείρισης των εναγομένων, να πληρώνουν τα οφειλόμενα στους προμηθευτές-παρόχους υπηρεσιών προς την εταιρεία πριν τους παραδοθούν τα αντίστοιχα φορολογικά στοιχεία, παρότι λογιστικά δημιουργεί αταξία, ωστόσο δεν προκαλεί ζημία στην περιουσία της εταιρείας. Τέλος, όσον αφορά την απολειπόμενη διαφορά των 15.856,97 ευρώ, υπερκαλύπτεται από τα διαθέσιμα (εκτός των δύο ειδικών τραπεζικών λογαριασμών) κατά τον κρίσιμο χρόνο στο ταμείο της.

Συμπερασματικά, η ευθύνη των εναγομένων εστιάζεται στην κατά τα ανωτέρω παροχή πιστώσεων στους ανωτέρω αναφερόμενους μετόχους της εταιρείας. Οι εναγόμενοι ικανοποιώντας το ατομικό συμφέρον σημαντικού αριθμού μετόχων έκαναν δημόσιες σχέσεις σε βάρος της εταιρικής περιουσίας, αποβλέποντας στην επανεκλογή τους στη διοίκηση της εταιρείας.

Σε κάθε περίπτωση, είχαν τη διάκριση και την ικανότητα να αντιλαμβάνονται ότι το ατομικό συμφέρον ορισμένου αριθμού μετόχων δεν ταυτίζεται με το συμφέρον της εταιρείας. Τα υποστηριζόμενα από τους εναγόμενους ότι η προκαταβολή μισθωμάτων προς τους μετόχους ήταν πάγια πρακτική όλων των διοικήσεων του ...

και προβλεπόταν από τη σύμβαση μίσθωσης λεωφορείου που είχε συνάψει το ... με κάθε ιδιοκτήτη και μέτοχο λεωφορείου, αλλά και από το καταστατικό δε δύναται να οδηγούν σε αντίθετη κρίση, καθότι α) ουδόλως προσκομίζονται εκ μέρους τους οι αναφερόμενες συμβάσεις μίσθωσης ούτε το καταστατικό της εταιρείας προκειμένου να ελεγχθεί η βασιμότητα των υποστηριζόμενων από αυτούς, αλλά και οι προϋποθέσεις με τις οποίες εδύνατο να χορηγηθούν οι ως άνω επικληθείσες προκαταβολές μισθωμάτων προς τους μετόχους, β) δεν προσδιορίζονται τα κριτήρια με τα οποία επιλέχθηκαν ορισμένοι εκ των μετόχων να λάβουν τις επικληθείσες προκαταβολές μισθωμάτων ούτε δικαιολογείται ο αποκλεισμός λοιπών, ενώ ουδόλως αιτιολογούνται οι ανάγκες των μετόχων -ιδιοκτητών λεωφορείων- που έπρεπε να λάβουν τα ανωτέρω αναφερόμενα για καθένα εξ αυτών ποσά ούτε το ακριβές ύψος αυτών (των αναγκών), γ) δε συνάδει με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής να εκκρεμούν προκαταβολές μισθωμάτων για τα έτη 2008, 2009, 2010, 2011 δίχως να έχει πραγματοποιηθεί εκκαθάριση, ώστε να προκύψει το τελικό ποσό που δικαιούταν στην πραγματικότητα ο κάθε μέτοχος-ιδιοκτήτης λεωφορείου, και δ) δε δύναται να νομιμοποιηθεί η ως άνω εσφαλμένη τακτική για το λόγο ότι πιθανώς ακολουθείτο στο παρελθόν από άλλες διοικήσεις της ενάγουσας.

Συνεπώς εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι εκ της ως άνω περιγραφείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων η ενάγουσα εταιρεία υπέστη ζημία ύψους 51.587,62 ευρώ... Η εκκαλουμένη άρα που δέχθηκε τα ίδια ως άνω και έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή για το ως άνω συνολικό ποσό των 51.587,62 ευρώ, δεν έσφαλε και τα αντιθέτως συνεπώς υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι υπό κρίση εφέσεις και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως κατ' ουσίαν αβάσιμες στο σύνολο τους".

Έτσι που έκρινε όμως το Εφετείο ως προς την εν μέρει κατ' ουσίαν βασιμότητα της ένδικης αγωγής, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε πραγματικά περιστατικά διάφορα εκείνων που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής αυτής και επομένως παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, κατά την αγωγή η αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων (εναγομένων) συνίστατο στη με τις αναφερόμενες ιδιότητές τους ως άνω παρακράτηση των εισφορών του άρθρου 13 του ν. 2963/2001 από τα ακαθάριστα έσοδα της εταιρείας, τα οποία δεν κατέθεσαν στους ειδικούς λογαριασμούς αυτής ούτε και στο ταμείο της, αλλά αυτοί δολίως τα υπεξαίρεσαν και ειδικότερα τα αποσπούσαν, τα διασπάθιζαν και τα εξαφάνισαν, με αποτέλεσμα τη δημιουργία λογιστικού υπολοίπου, δηλαδή ελλείμματος του ταμείου αυτής, ύψους 971.937,04 ευρώ.

Αντί αυτών όμως το Εφετείο δέχθηκε ότι ως άνω ποσό των 971.937,04 ευρώ, το οποίο εμφανίζεται στον ισολογισμό της 31-12-2011, αποτελεί λογιστική εγγραφή και όχι χρηματικό ποσό πράγματι κατατεθειμένο στους ειδικούς τραπεζικούς λογαριασμούς των ειδικών αποθεματικών. Επίσης, (δέχθηκε) ότι το ποσό το οποίο θα έπρεπε να υπάρχει στους ως άνω λογαριασμούς στις 31-12-2011 ανερχόταν σε 543.887,99 ευρώ, το οποίο όμως δεν αποτέλεσε αντικείμενο υπεξαίρεσης, αφού δεν το ιδιοποιήθηκαν οι αναιρεσείοντες, αλλά μέρος αυτού ύψους 456.490,85 ευρώ είχε πιστωθεί από τους τελευταίους σε 73 από τους συνολικά 136 μετόχους της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Συγκεκριμένα ως προς το ποσό αυτό των 456.490,85 ευρώ το Εφετείο δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες το διέθεσαν για ταμειακή διευκόλυνση κάποιων μετόχων ζημιώνοντας έτσι εν γνώσει τους την εταιρεία με το ποσό των τόκων ύψους 51.587,62 (4.832,55 + 3.555,72 + 15.809,43 + 27.389,45) ευρώ κατά τις οικονομικές χρήσεις των ετών 2008, 2009, 2010 και 2011, κατά το οποίο επιβαρύνθηκε η εταιρεία επιπλέον και που δεν θα πλήρωνε, εάν τα σχετικά κεφάλαια είχαν διατεθεί για την αποπληρωμή των χρεών αυτής προς τις τράπεζες.

Τα περιστατικά όμως αυτά που δέχθηκε το Εφετείο είναι εντελώς διαφορετικά από αυτά που περιλαμβάνονται στην αγωγή και ουδόλως δύναται να θεωρηθεί ότι αποτελούν συγκεκριμενοποίηση, συμπλήρωση και διευκρίνιση των τελευταίων. Ειδικότερα, ενώ η αγωγή αναφέρεται στη δημιουργία από τους αναιρεσείοντες με την υπεξαίρεση και ειδικότερα την απόσπαση, διασπάθιση και εξαφάνιση χρηματικών ποσών καθώς και στη δημιουργία ελλείμματος ύψους 971.937,04 ευρώ στους σχετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς ειδικών αποθεματικών και στο ταμείο της εταιρείας και στην ύπαρξη αντίστοιχης ζημίας του νομικού προσώπου αυτής, το Εφετείο δέχεται διαφορετικό βασικό βιοτικό συμβάν που στηρίζει το αίτημα της αγωγής, δηλαδή διαφορετική αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτών με την παροχή πιστώσεων σε μετόχους από τα κεφάλαια της εταιρείας ύψους 456.490,85 ευρώ και την εν γνώσει πρόκληση εντελώς διαφορετικής ζημίας στην εταιρεία με το ποσό των τόκων ύψους 51.587,62 ευρώ, κατά το οποίο επιβαρύνθηκε η εταιρεία επιπλέον και που δεν θα πλήρωνε, εάν τα σχετικά κεφάλαια είχαν διατεθεί για την αποπληρωμή των χρεών αυτής προς τις τράπεζες.

Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι έτσι τροποποιείται εξ ολοκλήρου η ιστορική βάση της αγωγής και ως εκ τούτου πρόκειται για διαφορετικό αντικείμενο δίκης με εντελώς διαφορετική ζημία. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση συντρέχει περίπτωση απαράδεκτης μεταβολής της βάσης της αγωγής και το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ως εκ τούτου υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 πλημμέλεια.

Κατά συνέπεια τούτων είναι βάσιμος ο συναφής τέταρτος (κατ' εκτίμηση) αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση, περιέχει μόνο την ως άνω αιτίαση από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και από τον αριθ. 14 και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα αντιφατικότητας των σχετικών αιτιάσεων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω γενόμενου δεκτού. Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 ΚΠολΔ και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Κατά το άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Η επαναφορά ζητείται και όταν η εκτέλεση έγινε με βάση την πρωτόδικη απόφαση, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του Εφετείου. Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων, όμως, μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής ο αναιρεσίβλητος καθίσταται, κατ' άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 810/2019, ΑΠ 146/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις που κατέθεσαν, ζητούν την επιστροφή του ποσού των 83.703,87 ευρώ, το οποίο, κατέβαλαν στην αναιρεσίβλητη, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 211/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, που επικυρώθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα ποσό 51.587,62 ευρώ για κεφάλαιο, ποσό 21.284,19 ευρώ για νόμιμους τόκους υπερημερίας και ποσό 10.832,06 για δικαστικά και λοιπά έξοδα καθώς και για λοιπούς τόκους.

Το εν λόγω αίτημα των αναιρεσειόντων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση, το οποίο παραδεκτώς κατά τα ανωτέρω υποβάλλεται, πρέπει να γίνει δεκτό κατά το ως άνω ποσό, το οποίο πράγματι οι αναιρεσείοντες κατέβαλαν στην αναιρεσίβλητη, σε εκτέλεση της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 211/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, αφού η καταβολή αυτού προαποδεικνύεται από τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα και συγκεκριμένα το Νο 1166/11-12-2018 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και τα υπ' αριθ.

πρωτ. 36754/18-12-2018 και 27689/9-10-2019 έγγραφα της ΑΑΔΕ.

Συνεπώς, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδώσει το εν λόγω ποσό στους αναιρεσείοντες, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. αριθ. 118/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Θράκης, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση των αναιρεσειόντων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στους αναιρεσείοντες το ποσό των ογδόντα τριών χιλιάδων επτακοσίων τριών ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (83.703,87) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης και μέχρι την εξόφληση. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ