Legislator Case Law & Legislation
1189/2017 AI generated

1189/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1189/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1189/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 3-12-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
splitting of pensions for spouses deficit of the marital property dissolution of matrimonial property regime changed financial circumstances modification of spousal maintenance marital standard of living
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1189 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1189/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Π. Ε. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: Λ. Ο. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Παπαζήση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 213/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 136/2014 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-4-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 3-12-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η συζήτηση της υποθέσεως γίνεται με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τα επιδοθέντα αντίγραφα της αιτήσεως αναιρέσεως και της από 16-12-2015 κλήσεως προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 16-5-2016, με επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Ε.Σ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσίβλητη. Στις 16-5-2016 η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (13-2-2017) με επισημείωση στο πινάκιο, που επείχε θέση κλητεύσεως για όλους τους διαδίκους. Επομένως, αφού ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά την εν λόγω δικάσιμο, οπότε και εκφωνήθηκε η υπόθεση στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η υπόθεση όμως θα συζητηθεί ως να ήσαν και αυτός παρών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ο κατά το άρθρο 559 αρ. 1α ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά την μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει ωστόσο να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς διακρίβωση του αληθούς νοήματος της δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του εκείνα τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών. Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθούς βουλήσεως των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων αυτών, εάν και εφόσον στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 28/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, σε σχέση με την αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε αυτή να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος στην καταβολή ποσού 188.891 ευρώ ως συμμετοχή αυτής στα αποκτήματα του συζύγου της κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως μεταξύ τους, και την καταλυτική της αξιώσεως αυτής ένσταση του αναιρεσείοντος περί παραιτήσεως της πρώην συζύγου του από τα αποκτήματα, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον πρώτο αναιρετικό λόγο μέρος της, τα ακόλουθα: "...Από το παραπάνω με ημεροχρονολογία έκδοσης 24-11-2004 προσκομιζόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό, προκύπτει, ότι με αυτό οι διάδικοι ρύθμισαν το δικαίωμα της επιμέλειας και της επικοινωνίας με τα τέκνα τους, χωρίς να συμφωνηθεί η ρύθμιση των αναφερόμενων στην αγωγή αποκτημάτων.

Ουδόλως δε εκ του περιεχομένου αυτού συνάγεται ότι η περιλαμβανόμενη σ’ αυτό ρύθμιση της ιδιοκτησίας των δύο αυτοκινήτων ενέχει παραίτηση από τα λοιπά μη αναφερόμενα σ’ αυτό αποκτήματα. Τέτοια εξάλλου ερμηνεία δεν μπορεί το δικαστήριο να συναγάγει από την περιεχομένη στις με ημεροχρονολογία 8-11-2006 προτάσεις που κατέθεσε η ενάγουσα σε άλλη ανοιγείσα δίκη, στις οποίες αναφέρει επί λέξει: "ότι και κατά το χρόνο υπογραφής στις 24-11-2004 του ιδιωτικού συμφωνητικού με το οποίο αποφασίσαμε τη λύση του γάμου μας και ρυθμίσαμε τις όποιες οικονομικές διαφορές μας ...", δεδομένου ότι ...

η παραίτηση από την αξίωση των αποκτημάτων πρέπει να είναι σαφής και μη επιδεχόμενη αμφισβήτηση, η δε αναφορά της ενάγουσας, ότι έχουν ρυθμισθεί οικονομικές εκκρεμότητες με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ακόμη και αν εκληφθεί ως εξώδικη ομολογία, δεν αρκεί, συνεκτιμώμενη με τα υπόλοιπα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα, ...

για να σχηματίσει το δικαστήριο ασφαλή δικανική πεποίθηση σχετικά με τη βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού". Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, γιατί δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των εν λόγω διατάξεων, και σε κάθε περίπτωση δεν τις εφάρμοσε ορθά, προκειμένου να διακριβώσει την αληθή έννοια του από 24-11-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, υπήρξε παραίτηση της αναιρεσίβλητης από τη συμμετοχή της στα αποκτήματα του γάμου τους, παρά το ότι διαπιστώθηκε αμφιβολία κατά πόσον με το συμφωνητικό αυτό υπήρξε γενικός διακανονισμός των περιουσιακών τους σχέσεων.

Στις παραδοχές όμως του Εφετείου, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, δεν περιέχεται έμμεση -ούτε κατά μείζονα λόγο ρητή- διαπίστωσή του περί υπάρξεως κενού ή ασάφειας ως προς το ζήτημα της παραιτήσεως της αναιρεσίβλητης από το δικαίωμα συμμετοχής της στα αποκτήματα του γάμου, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι η ρύθμιση της ιδιοκτησίας των δύο αυτοκινήτων των διαδίκων με το συμφωνητικό αυτό δεν ενέχει παραίτηση εκ μέρους της από τα λοιπά μη αναφερόμενα σ’ αυτό αποκτήματα, δίχως να προβεί σε καμιά ερμηνευτική προσέγγιση του σχετικού όρου.

Η αναφορά του δικαστηρίου ότι, ακόμη και αν εκληφθεί ως εξώδικη ομολογία της αναιρεσίβλητης η φράση που αναφέρθηκε παραπάνω και περιέχεται στις από 8-11-2006 προτάσεις της σε άλλη μεταξύ των διαδίκων δίκη, δεν αρκεί για να σχηματίσει αυτό ασφαλή δικανική πεποίθηση σχετικά με τη βασιμότητα του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, δεν υποδηλώνει οποιουδήποτε είδους ερμηνεία, αφού δεν έγινε προς αποσαφήνιση του νοήματος συγκεκριμένου όρου, αλλά προς επιβεβαίωση και μόνο της κύριας παραδοχής του και άντληση επιχειρημάτων για την απόρριψη της ενστάσεως του αναιρεσείοντος ότι είχε χωρήσει έγκυρη παραίτηση της αναιρεσίβλητης από τη συμμετοχή της στα αποκτήματα του γάμου.

Επομένως, εφόσον το Εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε εμμέσως κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, δεν υπήρχε ανάγκη να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση όμως, και υπό την εκδοχή ότι το Εφετείο διαπίστωσε εμμέσως ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων ως προς το ζήτημα της παραιτήσεως της αναιρεσίβλητης από τη συμμετοχή της στα αποκτήματα, μολονότι παραλείπει να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση αυτής προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα, με τις παραδοχές του, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι προσέφυγε σ’ αυτούς και ορθά τους εφάρμοσε, παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Επομένως, ο λόγος αυτός αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων δημιουργεί αμφιβολίες και ως προς το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, ισχυριζόμενος ότι αυτή στερείται παντελούς αιτιολογίας σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο δέχθηκε προς απόδειξη της αγωγής της αναιρεσίβλητης ότι η από 8-11-2006 εξώδικη ομολογία της "ότι κατά το χρόνο υπογραφής στις 24-11-2004 του ιδιωτικού συμφωνητικού ...

ρυθμίσαμε τις όποιες οικονομικές διαφορές μας", συνεκτιμάται με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και δεν αρκεί μόνη της για να σχηματίσει το δικαστήριο ασφαλή δικανική πεποίθηση, χωρίς στην προσβαλλόμενη απόφασή του να παρατίθενται ειδικές και εμπεριστατωμένος αιτιολογίες, που να δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου, για ποιο λόγο δεν προσέδωσε στην ομολογία αυτή τη βαρύτητα που θα έπρεπε, αρκούμενη στη γενική αναφορά ότι συνεκτιμάται με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, και ειδικότερα με τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα προσκομιζόμενα έγγραφα.

Οι αιτιάσεις όμως αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετική δε με αυτές κρίση του δικαστηρίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη. Επομένως, ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς το πρώτο μέρος είναι απαράδεκτος.

Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο μέρος του ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, και ειδικότερα για έλλειψη αιτιολογιών, ως προς ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα ως προς την παραδοχή του δικαστηρίου ότι η συνεισφορά του πατέρα του στην επαύξηση της περιουσίας του ανερχόταν σε ποσοστό 2/5 επί της αξίας δύο οριζόντιων ιδιοκτησιών, που αποτελούν στην ουσία και την κυριότερη περιουσία του, χωρίς να εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό του ως άνω ποσοστού.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς το ζήτημα αυτό δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους ο εναγόμενος απέκτησε: α) την κυριότητα οριζόντιας ιδιοκτησίας εμβαδού 83,7 τ.μ. στον πρώτο όροφο οικοδομής ... στο επί της οδού ... ... οικόπεδο, εμβαδού 129,80 τ.μ., ευρισκομένης στο στάδιο σκελετού από σκυρόδεμα, η οποία περιήλθε σ’ αυτόν λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα του Γ.

Π. ... β) την κυριότητα αυθαίρετου διαμερίσματος, εμβαδού 56 τ.μ. ευρισκομένου στον τέταρτο όροφο της ίδιας οικοδομής και γ) την ψιλή κυριότητα ... παλαιού πετρόκτιστου ισόγειου κτίσματος, εμβαδού 28 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό ..., ... το οποίο περιήλθε σ’ αυτόν με ... αποδοχή της κληρονομιάς του πατέρα του. ...

Κατά τα έτη 1992 μέχρι το έτος 1993 οι διάδικοι προέβησαν αυθαιρέτως, χωρίς πολεοδομική άδεια σε κατασκευή διαμερίσματος εμβαδού 56 τ.μ. στον τέταρτο όροφο της ίδιας οικοδομής μετά από άτυπη παραχώρηση του ημίσεως του δικαιώματος ανέγερσης του ορόφου τούτου από τον πατέρα του εναγομένου. ... Κατά την κρίση του δικαστηρίου, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, μετά από συνεκτίμηση και των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων ...

η αξία των παραπάνω διαμερισμάτων ανερχόταν, ... του μεν διαμερίσματος του πρώτου ορόφου στο ποσόν των 75.600 ευρώ (900 Χ 84) και του αυθαιρέτου διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου στο ποσόν των 39.200 ευρώ (700 Χ 56). Από την αξία του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου ... θα πρέπει να αφαιρεθεί η αξία του ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και των αναλογούντων στην έκδοση της άδειας οικοδομής, τις εκσκαφές και την κατασκευή του σκελετού δαπανών, που απαιτήθηκαν για το συγκεκριμένο διαμέρισμα και τις οποίες ...

διέθεσε ο πατέρας του εναγομένου Γ. Π.. Οι δαπάνες αυτές αντιστοιχούσαν στα 2/5 της αξίας ενός πλήρως αποπερατωμένου και έτοιμου προς χρήσιν διαμερίσματος στη συγκεκριμένη περιοχή του Ηρακλείου αποτιμώμενου ... στο ποσόν των 1.000 ευρώ το τ.μ. Επομένως, από την εκτιμώμενη ως άνω τιμή των 900 ευρώ ανά τ.μ. ... πρέπει να αφαιρεθεί το ποσόν των 400 ευρώ (2/5 Χ 1.000).

Ομοίως από την αξία του διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου, πρέπει να αφαιρεθούν οι δαπάνες του σκελετού, οι οποίες αποδείχθηκε ότι καταβλήθηκαν από τον πατέρα του εναγομένου. ... Οι δαπάνες αυτές αντιστοιχούν στο 1/5 της αξίας του διαμερίσματος αυτού πλήρως αποπερατωμένου, ανερχομένης στο ποσόν των 800 ευρώ το τ.μ., και συγκεκριμένα στο ποσόν των 160 ευρώ (1/5 Χ 800).

Ακόμη ο πατέρας του εναγομένου για τις εργασίες κατασκευής των κτιρίων και γενικά των εργασιών που ακολούθησαν για την ολοκλήρωση της κατασκευής των διαμερισμάτων κατέβαλε το ποσόν των 10.000 ευρώ. ... Επισημαίνεται ... ότι αν και ... η αγορά του οικοπέδου και η κατασκευή του σκελετού της όλης οικοδομής έγινε με πρωτοβουλία και δαπάνες του πατέρα του εναγομένου, ο τελευταίος δεν διέθεσε άλλο, πλην του παραπάνω ποσού, για την ολοκλήρωση της κατασκευής των παραπάνω διαμερισμάτων του εναγομένου. ...

Η περιουσία συνεπώς του εναγομένου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου του με την ενάγουσα ... ανήλθε συνολικά στο ποσόν των 124.800 ευρώ. ... Στην επαύξηση όμως αυτή δεν πρέπει να υπολογιστούν τα ποσά που ... αντιστοιχούν στις δαπάνες που κατέβαλε για την κατασκευή των παραπάνω διαμερισμάτων ο πατέρας του εναγομένου, και συγκεκριμένα τα ποσά των 33.600 ευρώ (84 Χ 400), 8.960 ευρώ (56 Χ 160) και 10.000 ευρώ, και συνολικά ποσόν 52.560 ευρώ ...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς αιτιολογίες ως προς τη συνεισφορά του πατέρα του αναιρεσείοντος στην επαύξηση της περιουσίας του και την αποτίμηση των δαπανών αυτών σε σχέση με την αξία των περιουσιακών στοιχείων του αναιρεσείοντος για τα οποία αυτές καταβλήθηκαν, και ως εκ τούτου καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1400 παρ. 3 ΑΚ, την οποία και εφάρμοσε το Εφετείο ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, με σαφήνεια εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η συνεισφορά του πατέρα του αναιρεσείοντος στην εκ μέρους του απόκτηση των δύο αυτών διαμερισμάτων, η αποτίμηση της συνεισφοράς αυτής σε ποσοστό 2/5 για το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου και σε 1/5 για το διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου και ο υπολογισμός της σε χρήμα με βάση την αξία των δύο διαμερισμάτων και ο μη υπολογισμός της αξίας αυτής στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος, έτσι ώστε η συμβολή της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση αυτή να υπολογισθεί στο απομένον υπόλοιπο.

Κατά συνέπεια είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, προβάλλοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εκτίθενται περιστατικά ως προς την παραδοχή του ως άνω ποσοστού συνεισφοράς του πατέρα του στην περιουσία του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24 Απριλίου 2015 αίτηση του Ε. Π. για αναίρεση της 136/2014 αποφάσεως του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ