1189/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη)-Εισηγήτρια, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1189/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού προς το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείτο να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποίο συγκεκριμένως αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1189 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1189/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη)-Εισηγήτρια, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Δ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βραχά, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.10187/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγουσα την Σ.-Ε. Σ. του Α., κάτοικο ..., που δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 782/27-1-2015 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 178/2015.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 1 §1 Ν.3.500/2006 (ΦΕΚ Α’ 232 24-10-2006) που ισχύει από 24/1/2007, ως ενδοοικογενειακή βία, για την εφαρμογή του νόμου τούτου θεωρείται "Η τέλεση αξιόποινης πράξης σε βάρος μέλους της οικογένειας, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος, ενώ σύμφωνα δε με την §2 στοιχ. α θεωρείται ως οικογένεια η κοινότητα που αποτελείται από συζύγους ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους"..
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6 §1 ιδίου Νόμου "Το μέλος της οικογένειας το οποίο προξενεί σε άλλο μέλος αυτής σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, υπό την έννοια του εδαφίου α της παρ. 1 του άρθρου 308 του Ποινικού Κώδικα, ή με συνεχή συμπεριφορά προξενεί εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με την έννοια του εδαφίου β της παραπάνω διάταξης, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, ενός έτους.
Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού προς το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείτο να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποίο συγκεκριμένως αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή.
Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ’ όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ’ επιλογή, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 187 Κ.Π.Δ. (Ολ.ΑΠ 1/2005).
Έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της αποφάσεως που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου.
Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρ. 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ‘ Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη με αριθμό 10187/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος καταδικάστηκε για την αξιόποινη της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβη (αρ. 6 παρ. 1 του Ν.3500/2006 σε συνδ. με αρ. 308 παρ. 1) και επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του το δικάσαν δικαστήριο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία) δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "‘ Εχει τελέσει την πράξη της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στις 5 Ιουλίου 2008 επιτέθηκε κατά της πολιτικώς ενάγουσας συζύγου του Σ.-Ε. Σ., εντός της επί της οδού ..., εξοχικής κατοικίας τους και τη χτύπησε με τα χέρια και τα πόδια του, προκαλώντας της εκχύμωση διαστάσεων 6χ3,5 cm στην πρόσθια επιφάνεια του άνω τριτημορίου της δεξιάς κνήμης, μικρή εκχύμωση στη μεσότητα του δεξιού μηρού, μικρή εκχύμωση στην πλάγια έσω επιφάνεια του κάτω τριτημορίου του δεξιού βραχίονος, διάσπαρτες εκδορές στο αριστερό αντιβράχιο, καθώς και μικροεκχύμωση στο κάτω τριτημόριο αυτού (βλ.
την υπ’ αρ. .../8-7-2008 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Αθηνών Γ. Ν.-Λ.). Ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε ευρισκόμενος σε νόμιμη άμυνα ή από δικαιολογημένη αγανάκτηση λόγω προηγηθείσας (φραστικής και σωματικής) επίθεσης εκ μέρους της παθούσας, αφού τα όσα περί τούτου κατέθεσε ο μάρτυρας υπεράσπισης Ε.
Κ. δεν κρίνονται πειστικά και έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όσα ρητά και κατηγορηματικά κατέθεσαν η ίδια η παθούσα και η μητέρα αυτής Μ. Σ., η οποία μάλιστα δέχθηκε και η ίδια βίαιη επίθεση εκ μέρους του κατηγορουμένου κατά το ίδιο επεισόδιο.
Συνεπώς, οι με το παραπάνω περιεχόμενο αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Στη συνέχεια κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στο ..., στις 5 Ιουλίου 2008, με πρόθεση προξένησε σε άλλο μέρος της οικογένειάς του σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, δηλαδή επετέθη κατά της εγκαλούσης συζύγου του Σ.-Ε. Σ., ενώ βρισκόταν εντός της επί της οδού ... εξοχικής οικίας τους και χτυπώντας αυτήν βιαίως με τα χέρια και τα πόδια του την τραυμάτισε σε διάφορα σημεία του σώματός της, προξενώντας της μώλωπες στα χέρια και στα πόδια".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ’ αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 98, 308 και 6 παρ. 1 του Ν.3500/2006 που εφάρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή αιτιολογία και να στερήσει την απόφαση νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα αναφέρει η απόφαση όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπ’ όψη και τα οποία αξιολόγησε και εκτίμησε για να εξάγει την κρίση του χωρίς να είναι απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρει σε ποία συγκεκριμένη απόδειξη στήριξε την κάθε παραδοχή της. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι το δικαστήριο δεν αιτιολογεί το δόλο του, είναι αβάσιμη γιατί η αιτιολόγηση του δόλου προκύπτει ως άμεση συνέπεια της παραδοχής του δικαστηρίου ότι ο αναιρεσείων επιτέθηκε και κτύπησε με γροθιές και κλωτσιές την σύζυγό του, παραδοχή η οποία δεν σημαίνει άλλο τι, παρά μόνο πρόθεση πρόκλησης σωματικών κακώσεων με την συμπεριφορά του αυτή.
Η αιτίαση του αναιρεσείοντα σχετικά με την μαρτυρία του Ε. Κ., την κατάθεση του οποίου το δικαστήριο έκρινε ως αναξιόπιστη, είναι απαράδεκτη, διότι υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η σωματική βλάβη της πολιτικώς ενάγουσας ήταν όλως ελαφρά και δεν εμπίπτει στην ενδοοικογενειακή βία είναι απορριπτέα, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως όλως ελαφρά.
Επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Δ και Ε’ λόγοι της κρινόμενης αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και της στέρησης νόμιμης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω από το άρθρο 22 του Π.Κ. προκύπτει ότι για να υπάρξει άμυνα, η οποία αποτελεί λόγο, που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως απαιτείται:
α) άδικη επίθεση που αντικειμενικά αντιφάσκει προς το δίκαιο και β) η επίθεση να είναι παρούσα και ως τέτοια θεωρείται εκείνη που έχει αρχίσει να πραγματοποιείται και να εξακολουθεί καθώς, και όταν αμέσως και ασφαλώς επίκειται η πραγμάτωσή της και γ) η προσβολή του επιτιθεμένου να είναι αναγκαία προς υπεράσπιση του ατόμου.
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης ο αναιρεσείων πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, πρότεινε, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του εγγράφως ανέπτυξε δε και προφορικώς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς ότι τέλεσε την πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ευρισκόμενος σε νόμιμη άμυνα και ότι παρασύρθηκε στην πράξη από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας της επίθεσης εναντίον του της πολιτικώς ενάγουσας.
Για την θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού επικαλέστηκε τα εξής: Α) .... "ενώ συνέτρωγα με την οικογένεια των κουμπάρων μας Ε. Κ. και Ε. Τ. στην πίσω βεράντα του ισογείου της οικίας μας, έχοντας μάλιστα στην αγκαλιά μου την ηλικίας τότε τριών ετών βαπτιστήρα μου, η σύζυγός μου κατέβηκε από τον πρώτο όροφο, όπου τηλεφωνούσε σε άγνωστο σε εμένα πρόσωπο, σε έξαλλη κατάσταση και μου επιτέθηκε λεκτικά με βαριές ύβρεις (παλιομαλάκα χαμένε), με απειλές (θα σε καταστρέψω και θα δεις τι θα πάθεις) και με τα χέρια της καταφέροντας κτυπήματα στο πρόσωπο και στο κεφάλι μου και λακτίσματα στο τραπέζι και τις καρέκλες ...
Αμυνόμενος, όπως είχα νόμιμο δικαίωμα απέκρουσα την άδικη και αδικαιολόγητη επίθεσή της... πιάνοντάς την από τα χέρια εξ ού και οι εκχυμώσεις ...". Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την εξής αιτιολογία "... ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε ευρισκόμενος σε νόμιμη άμυνα ή από δικαιολογημένη αγανάκτηση λόγω προηγηθείσας (φραστικής και σωματικής) επίθεσης εκ μέρους της παθούσας, αφού τα όσα περί τούτου κατέθεσε ο μάρτυρας υπεράσπισης Ε.
Κ. δεν κρίνονται πειστικά και έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όσα ρητά και κατηγορηματικά κατέθεσαν η ίδια η παθούσα και η μητέρα αυτής Μ. Σ., η οποία μάλιστα δέχθηκε και η ίδια βίαιη επίθεση εκ μέρους του κατηγορουμένου κατά το ίδιο επεισόδιο.
Συνεπώς, οι με το παραπάνω περιεχόμενο αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη και το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να αναφέρει για ποιόν λόγο δεν πείστηκε από την κατάθεση του μάρτυρα Ε. Κ. αλλά πείσθηκε από τις καταθέσεις της πολιτικώς ενάγουσας και της μητέρας της καθόσον για την πληρότητα της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους των αποδεικτικών μέσων ούτε είναι αναγκαίο προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου αποδεικτικού μέσου καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Β) Τέλος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η πράξη του πρέπει να μείνει ατιμώρητη, διότι παρασύρθηκε σ’ αυτήν από δικαιολογημένη εξαιτίας της ισχυριζομένης από αυτόν επιθέσεως της πολιτικώς ενάγουσας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι καμία επίθεση δεν προηγήθηκε σε βάρος από την πλευρά της παθούσας συζύγου του.
Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση στο σύνολό της, ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-1-2015 αίτηση του Δ. Λ. του Ι. για αναίρεση της με αριθμό 10187/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ