1189/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1189/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, αφού δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της, ως εάν και αυτή ήταν παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Full text
Απόφαση 1189 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1189/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: Ι. Π. του Α., συζ. Ι. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο που δεν δήλωσε το όνομά της.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Ι. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Ζαγορίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, η δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης κατά την οποία η αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/1/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4948/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 1749/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 30/11/2011 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 744/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει ο καλών με την από 11/6/2013 κλήση του. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 28/1/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Μετά την έκδοση της 744/2013 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 6-2-2013, νομίμως φέρεται προς συζήτηση με κλήση του αναιρεσιβλήτου η υπόθεση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (22-1-14). Όπως δε προκύπτει από την 6896/18-11-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ..., με τις προσαρτημένες σ' αυτήν απόδειξη παράδοσης αντιγράφου της αναιρέσεως στο αστυνομικό τμήμα και βεβαίωσης ταχυδρόμησης ειδοποίησης, που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσίβλητος, η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης στην τελευταία αυτή δικάσιμο.
Συνεπώς, αφού δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της, ως εάν και αυτή ήταν παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 10/2011).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Από τη διάταξη αυτή, η οποία, όπως προκύπτει από τα άρθρα 785 επ, 1000 και 1113 ΑΚ, μπορεί να προταθεί και επί δίκης διανομής κοινού πράγματος, συνάγεται ότι για την εφαρμογή της απαιτείται η ύπαρξη δικαιώματος, η μη άσκηση του δικαιώματος από το δικαιούχο για μεγάλο χρονικό διάστημα και η συνδρομή περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει, ότι ο δικαιούχος δημιούργησε με τη συμπεριφορά του εύλογα την πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, έτσι ώστε η άσκησή του μετά την παραπάνω συμπεριφορά του δικαιούχου να τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559παρ.1 Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα της ευθείας παραβίασης από το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη αγωγή διανομής του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της τελευταίας, επικοίνου ακινήτου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ κατά την απόρριψη ως μη νόμιμης της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθ' όσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) η αναιρεσείουσα, ως εναγομένη, προς απόκρουση της αγωγής πρόβαλε την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, προς δικαστική διανομή του κοινού ακινήτου τους, επικαλούμενη προς θεμελίωση της ιστορικής βάσης αυτής ότι "η έγγαμη συμβίωση με τον ενάγοντα διασπάστηκε στις 15-8-2005, λόγω του ότι ο ενάγων συνήψε ερωτικό δεσμό με άλλη γυναίκα, όπως έγινε δεκτό με τη 1818/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου (διαδικασία γαμικών διαφορών), η οποία εκδόθηκε επί αντίθετων αγωγών διαζυγίου.
Ότι ο εναγόμενος, από την αποχώρηση του από το κοινό ακίνητο, που χρησιμοποιείτο ως οικογενειακή στέγη, μέχρι αρχές Φεβρουαρίου 2007, της κατέβαλε 600 ευρώ το μήνα για διατροφή, εντελώς δε ξαφνικά της κοινοποίησε στις 21-2-2007 την ένδικη αγωγή, χωρίς να μεσολαβήσει οποιαδήποτε συζήτηση για τη διανομή των περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου, ήτοι του κοινού ακινήτου και του ταξί, το οποίο ο εναγόμενος έχει αποκτήσει στο όνομα του και εκμεταλλεύεται.
Ότι κατόπιν αγωγής της κατά του συζύγου της, εκδόθηκε η 1136/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία της παραχώρησε τη χρήση του ένδικου ακινήτου και υποχρέωσε τον τελευταίο να της καταβάλει ως διατροφή το ποσό των 650 ευρώ το μήνα από 27-6-2007 και εφεξής, πλην όμως ο εναγόμενος ουδέν ποσό της έχει καταβάλει από 27-6-2007 και ως εκ τούτου μόνο το οφειλόμενο κεφάλαιο ανέρχεται σε 17.550 ευρώ (650 ευρώ το μήνα Χ 27 μήνες).
Ότι ο εναγόμενος, ασκώντας το δικαίωμα διανομής, δεν στοχεύει στην οικονομική του ικανοποίηση, αφού δεν συναινεί να της μεταβιβάσει το ποσοστό του επί του ακινήτου, με βάση την αξία που ο ίδιος προσδιόρισε συμψηφίζοντας μέρος του τιμήματος με τις αξιώσεις διατροφής που διατηρεί σε βάρος του, αλλά στην οικονομική της εξόντωση και ψυχολογική της καταβαράθρωση, αφενός στερώντας της τη διατροφή και αναγκάζοντας την να δανείζεται για να ζήσει και αφετέρου επιχειρώντας να της στερήσει την οικία που διαμένει και να διαμέρισμα, καίτοι δεν διαθέτει κανένα οικονομικό πόρο, παρά μια εξοχική κατοικία στα ...".
Το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση αυτή δεχόμενο ειδικότερα ότι και αληθή υποτιθέμενα τα παραπάνω περιστατικά δεν προσκρούουν στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενόψει του ότι "α) Μετά τη διάσταση των διαδίκων, από τον Αύγουστο του 2005, υπάρχει συνεχής αντιδικία, αφού ασκήθηκαν αντίθετες αγωγές διαζυγίου, με δικαστική απόφαση παραχωρήθηκε η χρήση του κοινού διαμερίσματος στην εναγομένη και ο ενάγων υποχρεώθηκε να της καταβάλει μηνιαία διατροφή, με συνέπεια να μη μπορεί να θεωρηθεί ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα η συμπεριφορά του ενάγοντος, που μεσολάβησε από τη διάσταση μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, ήταν τέτοια, που δημιούργησε στην εναγομένη την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμα διανομής του κοινού, με επακόλουθο η άσκηση της αγωγής να έχει επαχθείς συνέπειες γι' αυτήν, β) Το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του κοινού από την εναγομένη είναι προσωρινό, αφού η τελευταία διατηρεί τούτο μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου, κατ' άρθρο 1393 ΑΚ , ενώ μετά τη λύση του γάμου το ένδικο ακίνητο θα πρέπει να χρησιμοποιείται από κοινού από τους διαδίκους, κατ' άρθρο 787 Α.Κ. (το αντίθετο θα ισοδυναμούσε με στέρηση του συνταγματικά προστατευόμενου δικαιώματος ιδιοκτησίας για τον ενάγοντα).
Όμως, η από κοινού χρήση, δεδομένων των μεταξύ των διαδίκων κακών σχέσεων και της μικρής έκτασης του διαμερίσματος, που δεν επιτρέπει την αυτοτελή διαβίωση καθενός διαδίκου, θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα. Εξάλλου η εξοχική κατοικία που διαθέτει η εναγομένη μπορεί να καλύψει τις στεγαστικές της ανάγκες, αφού δεν εργάζεται και συνεπώς δεν εμποδίζεται να εγκατασταθεί μόνιμα στην περιοχή ..., όπου βρίσκεται η εξοχική της κατοικία.
γ) Η εναγομένη διατηρεί αξίωση διατροφής κατά του ενάγοντος με βάση την ανωτέρω αναφερόμενη δικαστική απόφαση από 27-6-2007 και εφεξής, την οποία μπορεί να ικανοποιήσει επισπεύδοντας αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος (ταξί και πλειστηρίασμα) και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η διανομή θα έχει ως συνέπεια την οικονομική εξόντωση και ψυχολογική καταβαράθρωση της εναγομένης.
δ) Ακόμη και αν ο ενάγων αρνήθηκε να μεταβιβάσει στην εναγομένη το ποσοστό του επί του ακινήτου με συμψηφισμό της οφειλόμενης διατροφής με μέρος του τιμήματος, και πάλι η ένδικη αγωγή δεν ασκείται καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ., καθόσον μόνο τούτο το πραγματικό περιστατικό, αλλά και σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται, δεν αρκούν για την θεμελίωση του ανωτέρω δικαιώματος, αφού δεν εκτίθενται και οι λοιπές προϋποθέσεις που απαιτούνται, αδράνεια του ενάγοντος για μεγάλο χρονικό διάστημα, δημιουργία πεποίθησης ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμα κλπ) ώστε να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική η άσκηση της υπό κρίση αγωγής".
Συνεπώς το Εφετείο με το να απορρίψει ως μη νόμιμη τη ίδια ένσταση, ορθώς δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού τα προαναφερόμενα περιστατικά, που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα και αληθή υποτιθέμενα δεν πληρούν το πραγματικό της διάταξης αυτής. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-11-2011 αίτηση της Ι. Π. περί αναιρέσεως της 1749/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ