Legislator Case Law & Legislation
1189/2010 AI generated

1189/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1189/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1189/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως καλή πίστη νοείται η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγει το δικαστήριο της ουσίας από τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), 27 πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 πανδ. (41,3), 11 πανδ. (51.4) και 109 πανδ. (50.16).

Keywords

AI generated
public domain standing of the municipality public-law restriction on property action for disturbance of possession public utility zone property ownership
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1189 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1189/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, με έδρα την ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Σοφία Διαμαντοπούλου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ψ1 συζ. Ζ, το γένος Β3, κατοίκου ... και 2. Ψ2 συζ. Ξ, το γένος Β3, κατοίκου ..., οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-1992 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2323/1994 μη οριστική, 3693/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 9152/2001 μη ορστική και 1780/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 2-10-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 3-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 8 Κωδ. (7-39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50-4), ν. 2 παρ. 20, πανδ. (41-4), ν. 6 πρ. πανδ. (44-3), ν. 76 παρ. 1, πανδ. (18-1) και ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23-3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα άρθρα 51 και 64 του Εισ Ν. ΑΚ, αφού η επικαλούμενη κτήση της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου έλαβε χώρα πριν από την έναρξη της ισχύος του Αστικού Κώδικα, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού, ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του προκατόχου του.

Ως καλή πίστη νοείται η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγει το δικαστήριο της ουσίας από τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), 27 πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 πανδ. (41,3), 11 πανδ. (51.4) και 109 πανδ. (50.16).

Για το συνυπολογισμό δε του χρόνου νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στο χρόνο της δικής του νομής, προς συμπλήρωση της αξιούμενης από το προϊσχύσαν αυτό δίκαιο, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, τριακονταετίας, απαιτείτο, όπως συνάγεται από τις παραπάνω διατάξεις των ν.2 §2 Πανδ (41.4) ν.6 Πανδ. (44.3) ν. 76 §1 Πανδ. (18.1) και 7 §3 Πανδ. (23.3), νόμιμη αιτία μεταβίβασης της νομής από τον προκάτοχο στο νέο νομέα, ήτοι ειδική ή καθολική διαδοχή.

Στην περίπτωση της ειδικής διαδοχής, η οποία συνίστατο μόνο με έγκυρη εν ζωή δικαιοπραξία, υποβαλλόμενη στο συμβολαιογραφικό τύπο, ο ειδικός διάδοχος μπορούσε να συνυπολογίσει το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του στο δικό του χρόνο νομής, μόνον εφόσον συνέτρεχαν και στο πρόσωπο αυτού οι προϋποθέσεις της χρησικτησίας, δηλαδή αν διατελούσε και αυτός, όπως και ο δικαιοπάροχος του, σε καλή πίστη κατά την άσκηση της νομής χρησικτησίας.

Αντιθέτως, επί καθολικής διαδοχής, όπως προκύπτει από τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 2 παρ. 20, πανδ. (41-4), ν. 6 πρ. πανδ. (44-3), ν. 76 παρ. 1, πανδ. (18-1) και ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23-3), ο κληρονόμος διαδεχόταν την κατάσταση χρησικτησίας του αποβιώσαντος και συνέχιζε αυτήν, χωρίς να είναι ανάγκη να έχει και αυτός τα προσόντα της χρησικτησίας, εφόσον είχε αυτά ο κληρονομούμενος.

Έτσι, εφόσον στο πρόσωπο του αποβιώσαντος αρχικού νομέα συνέτρεχε το στοιχείο της καλής πίστης, ο καθολικός διάδοχος του, προκειμένου να συμπληρώσει τον απαιτούμενο από το νόμο χρόνο χρησικτησίας, μπορούσε να προσθέσει στο δικό του χρόνο χρησικτησίας και το χρόνο χρησικτησίας του κληρονομηθέντος, ανεξαρτήτως του εάν ο ίδιος τελούσε σε καλή ή κακή πίστη.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των παραπάνω αναφερομένων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν.δ/τος της 21.6/1.0.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.9.1915.

Τούτο συνάγεται από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και του άρθρου 21 του ν. δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματα του και συνεπώς και η χρησικτησία τρίτων σ' αυτά (Ολ.

ΑΠ 75/1987). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, που είναι έκταση εμβαδού εβδομήντα πέντε στρεμμάτων και κατά νεότερη καταμέτρηση του 77.394 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "...Ι", εντός των διοικητικών ορίων του Δήμου ..., εκτός σχεδίου πόλης, εμφαίνεται στο από μηνός Ιανουαρίου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού ..., που ορίσθηκε ως πραγματογνώμονας με την 2323/1994 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με στοιχεία ΣΤ 10-79-66-67-69-73-2-3-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-81-21-22-23-25-26-28-2930-31-40-41-42-43-44-45-46-47-48-80-ΣΤ10 και συνορεύει, όπως αναφέρεται στην απόφαση.

Το ακίνητο αυτό περιήλθε, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθεμιά από τις ενάγουσες, σε μεγαλύτερη έκταση, από κληρονομιά του αποβιώσαντος κατά το έτος 1950 πατέρα τους Β3, δυνάμει της από ... ιδιόγραφης διαθήκης αυτού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, την οποία (κληρονομιά) οι ενάγουσες αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ....

πράξη του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Αθανασίου Αδάμ, που μεταγράφηκε νόμιμα, και αφού επακολούθησε η έξοδος από τη συγκυριότητα της συγκληρονόμου μητέρας τους Β1, με το υπ' αριθμ. ... διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Αθανασίου Παπαστεργίου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο δικαιοπάροχο πατέρα τους περιήλθε το επίδικο ακίνητο, σε μεγαλύτερη έκταση, από κληρονομιά του πατέρα του Β2, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...8 δημόσιας διαθήκης αυτού, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Αθανασίου Αδάμ και δημοσιεύθηκε νόμιμα στις 23-3-1939 από το Πρωτοδικείο Αθηνών με το υπ' αριθμ. 1923/1939 πρακτικό του.

Στον πάππο των εναγουσών Β2 είχε περιέλθει το επίδικο ακίνητο σε μεγαλύτερη έκταση με αγορά από τον Σ1 ή Σ2, δυνάμει του υπ' αριθμ.... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Βασιλείου Παπαβασιλοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο τελευταίο συμβόλαιο αναφέρεται ότι ο Σ2 ή Σ1 έχει στην κυριότητά του ακίνητο έκτασης τριακοσίων πενήντα στρεμμάτων στη θέση "...

από κληρονομιά του κατά το έτος 1875 αποβιώσαντος πατέρα του. Κατά την περιγραφή στο συμβόλαιο αυτό του ακινήτου που αγόρασε ο πάππος των εναγουσών Β2 αναφέρονται ως όρια "προς ανατολάς με Π, προς δυσμάς με δρόμο, προς βορρά με Β2 και προς νότο με ελαιόδεντρα ...". Από το εν λόγω συμβόλαιο προκύπτει ότι ο Β2, που αγόρασε την έκταση των 350 στρεμμάτων, ήταν ήδη κύριος και συνεχόμενης προς βορρά αυτής έκτασης, την οποία είχε αποκτήσει με το προγενέστερο υπ' αριθμ.

... συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου Ελευσίνας, που μεταγράφηκε νόμιμα. Με το τελευταίο αυτό συμβόλαιο ο Β2 φέρεται να αγοράζει ακίνητο, έκτασης 150 στρεμμάτων, που περιγράφεται ως "βουνό μετ' αγρού", στη θέση ..., το οποίο συνορεύει προς ανατολάς με ..., προς δυσμάς με ... και δρόμο ..., προς βορρά με ... και προς νότο με Π και κληρονόμους Σ2.

Ακόμη, με το υπ' αριθμ....συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Οικονομόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Β2 φέρεται να αγοράζει από τον Π ένα κτήμα χαρακτηριζόμενο ως "βουνότοπο και λειβάδι", όσης εκτάσεως και αν είναι, στη θέση .... Η έκταση αυτή, σύμφωνα με την περιγραφή που γίνεται στο άνω συμβόλαιο, συνορεύει γύρωθεν με ακίνητα Β2, ....

Από τα προμνημονευόμενα συμβόλαια, που συντάχθηκαν σε ανύποπτους και τόσο παλαιούς χρόνους (1909, 1915, 1918), προκύπτει ότι ο πάππος των εναγουσών Β2 είχε αγοράσει τρία συνεχόμενα, μεγάλης έκτασης το καθένα, ακίνητα, κείμενα στις θέσεις "..." και "..." ..., που είναι συνεχόμενες ή ταυτίζονται, και ότι οι αγορασθείσες εκτάσεις χαρακτηρίζονται, στο ...

συμβόλαιο ως "βουνό μετ' αγρούς", στο ... συμβόλαιο ως "βουνό" και στο ... συμβόλαιο ως "βουνότοπος-λιβάδι", και όχι ως δάσος ή δασική έκταση. Περαιτέρω, όσον αφορά τη μορφή της επίδικης έκτασης, αυτή χαρακτηρίζεται ως άγονη και βραχώδης με παρατηρούμενη σε αυτή αραιή φυτοκάλυψη χορτολιβαδικού τύπου. Ειδικότερα, ο προαναφερόμενος πραγματογνώμονας, με βάση τη φωτοερμηνεία του ζεύγους αεροφωτογραφιών με αριθμ. ...

του ΓΥΣ, έτους 1945, μετά από στερεοσκοπική παρατήρηση, γνωμοδοτεί ότι η επίδικη έκταση σχεδόν στο σύνολο της έχει τη μορφή χορτολιβαδικού τύπου, με κλίσεις μέτριες έως μεγάλες, και ότι είναι άγονη και βραχώδης, με αραιή φυτοκάλυψη. Αλλά και στις αεροφωτογραφίες του ΓΥΣ έτους 1960 παρατηρεί ότι η επίδικη έκταση είχε, σε σχέση με το έτος 1945, την ίδια μορφή, με ελάχιστα αυξημένη φυτοκάλυψη από χαμηλή βλάστηση.

Ακόμη, στις αεροφωτογραφίες του έτους 1969 αυτός διαπιστώνει ότι το ανάγλυφο της λοφώδους έκτασης έχει αλλοιωθεί με τη δημιουργία λατομείου στο ανατολικό και νοτιοανατολικό τμήμα και παρατηρεί ότι υπάρχει μαντρί με περίφραξη στο νότιο τμήμα και λατομείο. Τέλος, και από τη φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών των ετών 1979 και 1988 διαπίστωσε την ίδια φυτοκάλυψη με εκείνη του έτους 1945 και τη διατήρηση της στάνης.

Την επίδικη έκταση την κατείχε ο πατέρας του απώτατου δικαιοπαρόχου των εναγουσών Σ1 ή Σ2 μέχρι το θάνατό του, που συνέβη το 1875. Αυτός κληρονομήθηκε από το γιό του , Σ2, ο οποίος κατά το ίδιο έτος υπεισήλθε στην κληρονομιά εκείνου με ανάμειξη και δη με την άσκηση επί του επιδίκου ακινήτου εμφανών πράξεων νομής.

Ειδικότερα ο Σ1 ή Σ2 κατείχε και νεμόταν το επίδικο ακίνητο σε μεγαλύτερη έκταση μέχρι το έτος 1915, που με το ... συμβόλαιο το μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, στον πάππο των εναγουσών Β2, και συγκεκριμένα ασκούσε επ' αυτού επίβλεψη και εκμίσθωνε την αυτοφυή χορτονομή του σε ποιμένες της περιοχής, ενόψει του ότι το επίδικο, λόγω της προαναφερθείσης μορφής του, δεν προσφερόταν για καλλιέργεια.

Έτσι ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγουσών Σ1 ή Σ2 ασκούσε επί του επιδίκου ακινήτου και στη μεγαλύτερη έκταση που κληρονόμησε από τον πατέρα του τις προσιδιάζουσες στη φύση αυτού πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη από το έτος 1875, που αναμίχθηκε στην κληρονομιά του πατέρα του, μέχρι το έτος 1915, που μεταβίβασε το επίδικο στον Β2, ήτοι επί τριάντα τουλάχιστον συνεχή χρόνια μέχρι τις 11-9-1915".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων Σ1 ή Σ2 απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, που είχε συμπληρωθεί στις 11-9-1915, ότι, συνεπώς, και ο απώτερος δικαιοπάροχος και παππούς των εναγουσών Β2 κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσας, με το ...

αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, την κυριότητα αυτού από αληθινό κύριο και ότι, μετά τις προαναφερθείσες κληρονομικές διαδοχές, οι αναιρεσίβλητες ενάγουσες, έγιναν κυρίες του επιδίκου, η καθεμιά κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, με παράγωγο τρόπο, αλλά και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ενώ έκρινε αβάσιμο τον ισχυρισμό του Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας αυτού κυριότητας στο επίδικο ακίνητο.

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου ..., επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε δεχθεί, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων για αναγνώριση της κυριότητας τους στο επίδικο ακίνητο.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες περί έκτακτης χρησικτησίας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, ούτε του άρθρου 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ/1912, και του άρθρου 21 του από 22-4/16-5-1926 ν.δ/τος, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα της ύπαρξης καλής πίστης στο πρόσωπο του απωτάτου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Σ1 ή Σ2 και της κτήσης από αυτόν της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.

Ειδικότερα από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, "ότι το επίδικο ακίνητο το κατείχε αρχικά, ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης τριακοσίων πενήντα στρεμμάτων, ο πατέρας του απώτατου δικαιοπαρόχου των εναγουσών Σ1 ή Σ2 μέχρι το θάνατο του, κατά το έτος 1875, ότι αυτός κληρονομήθηκε από το γιό του Σ1 ή Σ2 και ότι ο τελευταίος, αφού κατά το ίδιο έτος υπεισήλθε στην κληρονομιά του πατέρα του με ενεργό ανάμειξη, ασκούσε έκτοτε στο επίδικο ακίνητο και στη μεγαλύτερη έκταση που κληρονόμησε από εκείνον τις αναφερόμενες εμφανείς πράξεις νομής συνεχώς μέχρι το έτος 1915, που με το ...

πωλητήριο συμβόλαιο το μεταβίβασε στον πάππο των εναγουσών Β2, και ειδικότερα επέβλεπε την έκταση αυτή και εκμίσθωνε την αυτοφυή χορτονομή της σε ποιμένες της περιοχής, ενόψει του ότι, λόγω της προαναφερθείσης μορφής της, δεν προσφερόταν για καλλιέργεια", προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του τα απαιτούμενα, κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, περιστατικά, από τα οποία συνάγεται η ύπαρξη καλής πίστης στο πρόσωπο του απωτάτου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Σ1 ή Σ2, ήτοι η ειλικρινής πεποίθηση αυτού ότι με την απόκτηση της νομής του επιδίκου ακινήτου κατά το έτος 1875, ως κληρονόμος του ρηθέντος πατέρα του, δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου.

Εξάλλου, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ανωτέρω απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων νεμόταν το επίδικο ακίνητο και τη μεγαλύτερη έκταση που κληρονόμησε από τον πατέρα του με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη από το έτος 1875 μέχρι το έτος 1915, δηλαδή για χρονικό διάστημα τουλάχιστον μιας συνεχούς τριακονταετίας που είχε συμπληρωθεί αποκλειστικά στο πρόσωπο του πριν από τις 11-9-1915, αυτός απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, σε συνδ.

με το άρθρο 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 και το ν. ΔΞΗ/1912, με έκτακτη χρησικτησία, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη καλής πίστης και στο πρόσωπο του αποβιώσαντος κατά το έτος 1875 καθολικού δικαιοπαρόχου πατέρα του Σ1 ή Σ2, η συνδρομή της οποίας (καλής πίστης) και στο πρόσωπο του τελευταίου θα ήταν αναγκαία μόνο στην περίπτωση συνυπολογισμού, για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου από το νόμο χρόνου χρησικτησίας των τριάντα ετών στο πρόσωπο του καθολικού διαδόχου του Σ1 ,Σ2, και του χρόνου χρησικτησίας του κληρονομηθέντος πατέρα του, η οποία, όμως, περίπτωση, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν υφίσταται εν προκειμένω.

Επομένως και οι δύο λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΒΡ δικαίου και των ειδικών νόμων που αναφέρθηκαν και ότι σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τα ανωτέρω ζητήματα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-10-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1780/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ