Legislator Case Law & Legislation
1189/2009 AI generated

1189/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1189/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26 Μαρτίου 2002 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1803/2004,1816/2004 οριστικές του ιδίου Δικαστηρίου και 3974/2006 του Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1189/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί των εν λόγω αγωγών εκδόθηκαν, κατά μερική παραδοχή τους, οι (α) 1816/2004 και (β) 1803/2004 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή των (α) 4217/25-5-2004 και (β) 4216/25-5-2004 εφέσεων του πρώτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντος, που συνεκδικάσθηκαν, και εξαφάνιση των προσβαλλόμενων δι' αυτών αντίστοιχα πρωτοβάθμιων αποφάσεων, η 3974/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1189 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1189/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: x1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέλιο Σταματόπουλο .

Των αναιρεσιβλήτων:1....., δικηγόρου, κατοίκου .., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του και 2. ..., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως εκ της ιδιότητός του, που δεν κατέθεσαν προτάσεις

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26 Μαρτίου 2002 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1803/2004,1816/2004 οριστικές του ιδίου Δικαστηρίου και 3974/2006 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Οκτωβρίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 28 Φεβρουαρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι αυτοπροσώπως παραστάντες δικηγόροι, ως αναιρεσιβλήτοι, την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 1437/24-10-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3974/31-5-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστική διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με τις (α) 41731/2484/26-3-2002 και (β) 41739/2485/26-3-2002 αγωγές των κατά την αντίστοιχη σειρά και αρίθμηση ήδη αναιρεσίβλητων εφέρετο προς διάγνωση αξίωσή τους χρηματικής ικανοποιήσεως, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από τις αποδιδόμενες στους εναγόμενους (ι) x1, ήδη αναιρεσείοντα και (ιι) ..., που δεν είναι διάδικος κατά την παρούσα αναιρετική διαδικασία, άδικες και υπαίτιες πράξεις.

Επί των εν λόγω αγωγών εκδόθηκαν, κατά μερική παραδοχή τους, οι (α) 1816/2004 και (β) 1803/2004 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή των (α) 4217/25-5-2004 και (β) 4216/25-5-2004 εφέσεων του πρώτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντος, που συνεκδικάσθηκαν, και εξαφάνιση των προσβαλλόμενων δι' αυτών αντίστοιχα πρωτοβάθμιων αποφάσεων, η 3974/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς πρώτος των εναγομένων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Και ειδικότερα: Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά την εν λόγω διάταξη νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Αντίθετα δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί ισχυρισμοί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζητήσεως που τους περιέχουν.

Οι προτάσεις της προηγούμενης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι μόνο με τον αμέσως παραπάνω περιγραφόμενο τρόπο επαναφέρονται στην δίκη για την έφεση οι ισχυρισμοί που είχαν προβληθεί στη δίκη ενώπιον του πρώτου βαθμού. Η διάταξη αφορά σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται οι αρνητικοί.

Πρόκειται πάντως για ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις και όχι για τους αγωγικούς ισχυρισμούς. Επομένως, ο από την παράβαση των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, για να είναι ορισμένοι, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, τον οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του, καίτοι δεν είχε επαναφερθεί νομίμως ενώπιον αυτού.

Με τους πρώτο και δεύτερο κατά σειρά λόγους αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στα άρθρα 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσίβλητων τους οποίους, ως εφεσίβλητοι, επανέφεραν χωρίς τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 240 ΚΠολΔ (1ος λόγος), παραλείποντας παράλληλα, παρά το νόμο, να κηρύξει αυτούς απαράδεκτους (2ος λόγος), παρά την προβολή από τον ήδη αναιρεσείοντα του περί τούτου σχετικού ισχυρισμού.

Δεν προσδιορίζονται όμως στο αναιρετήριο οι ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων, στους οποίους αναφέρονται οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια να ελέγχονται ως αόριστοι και άρα απαράδεκτοι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι παραδεκτά προτείνονται από τον εφεσίβλητο στην κατ' έφεση δίκη πραγματικοί ισχυρισμοί που δεν προτάθηκαν πρωτόδικα (ΚΠολΔ 527) και με την έννοια αυτή δεν τίθεται θέμα νόμιμης επαναφοράς τους κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Α' Ολ ΑΠ 71/2006).

Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή ή η ένσταση επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Με βάση τον αναιρετικό αυτό έλεγχο εξετάζεται αν τα επικαλούμενα με τη σχετική ένσταση πραγματικά περιστατικά συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παραβίαση των άρθρων 281, 932 ΑΚ, συνισταμένη στην κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων απόρριψη ως μη νόμιμης της ενστάσεως του, ήδη αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσίβλητων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με θεμελίωση αυτής στην διατύπωση του ισχυρισμού ότι με την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος επιδιώκουν, αντί της καταβολής εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, τον πλουτισμό και εξόντωσή του, ενόψει των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, με ολέθρια γι' αυτόν αποτελέσματα η επιδίκαση του αιτούμενου ποσού του (α) 1000.030,00 και (β) 500.030,00 ευρώ, αντίστοιχα, παρά το γεγονός ότι διατείνονται με ην αγωγή τους ότι η οικονομική τους κατάσταση δεν είναι ιδιαίτερα ανθηρή.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως να ελέγχεται ως αβάσιμος.

IV. Κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι αποκτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.

Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Αν τυχόν έλαβε υπόψη τα γεγονότα που δεν αναφέρονται το δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη παρόμοια γεγονότα εκτιθέμενα εις αυτής, τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 λόγοι αναιρέσεως.

Για να είναι όμως ορισμένοι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, όταν προβάλλεται αιτίαση κατά της προβαλλόμενης αποφάσεως για αοριστία της αγωγής, νομική, ποιοτική ή ποσοτική, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής. Εξάλλου, στην αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, την ποία υπέστη ο ενάγων από την αποδιδόμενη στον εναγόμενο άδικη και υπαίτια πράξη, αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης μετ' αυτής σύνδεσμος και ότι ο προσβαλών τελούσε σε υπαιτιότητα.

Ειδικότερα όμως προσδιορισμοί, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως του υπαιτίου, αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες).

Δηλαδή δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, και το δικαστήριο της ουσίας αποφαίνεται γι' αυτό κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο. Με τον τέταρτο κατά σειρά και τελευταίο λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτες τις αγωγές, λόγω της αοριστίας τους, συνιστάμενης στην παράλειψη αναφοράς της περιουσιακής καταστάσεως των διαδίκων, διαλαμβάνουσες μόνο "η οικονομική του κατάσταση δεν είναι ιδιαίτερα ανθηρή, αντιθέτως οι εναγόμενοι....είναι σε θέση να ικανοποιήσουν πλήρως τις νόμιμες αξιώσεις μου", και επιπροσθέτως, προσδιορισμού των προσώπων, στα οποία κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, έλαβαν γνώση του περιεχομένου της υποβληθείσης κατ' αυτών εγκλήσεως από τον ήδη αναιρεσείοντα.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αξιολογείται προεχόντως ως αόριστος και άρα απαράδεκτος, εφόσον δε εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, αλλά τα αμέσως παραπάνω σημειούμενα αποσπάσματα αυτής. Ανεξαρτήτως τούτου, τα στοιχεία αυτά αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του εύλογου χρηματικού ποσού για την ικανοποίηση του παθόντος (περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων) και κατά συνέπεια δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής και να τίθεται θέμα νομικής αοριστίας της αγωγής, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί το άρθρο 932 ΑΚ, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός, με αναιρετική πράγματι αιτίαση εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, να αξιολογείται σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.

Συνακόλουθα, αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, δικηγόρων, που παρέστησαν αυτοπροσώπως, χωρίς να καταθέτουν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.200,00 ευρώ για έκαστο τούτου (Κ.Πολ.Δ. 163)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 1437/24-10-2006 αίτηση για αναίρεση της 3974/31-5-2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων 1200,000) ευρώ για έκαστο τούτων.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2009 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 18 Μαϊου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ