Legislator Case Law & Legislation
1189/2008 AI generated

1189/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1189/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1189/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος και κατά τις δύο αιτιάσεις του, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν ποιες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου, σε τι συνίσταται η παραβίασή τους και ποιες είναι οι πραγματικές παραδοχές στις οποίες το Εφετείο θεμελίωσε την ως άνω εξενεχθείσα κρίση του.

Keywords

AI generated
access to property rural land rights municipal land public domain right of habitation action for exclusion from co-ownership
AI generated
506/2024
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σικυώνος.
190/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1288/2023
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-10-2006 και 8-5-2008 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 202/2013 μη οριστική, 156/2018 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24-12-2018 αίτησή τους.
1507/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
787/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 186/2007 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-8-2010 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1189 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1189/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομέ-νου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Δήμου ....... Τρικάλων, νόμιμα εκπροσωπούμενου, ως καθολικού διαδόχου της Κοινότητας ....... Τρικάλων, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τσιρογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: Α. ....., Β. α) 1. ....., 2. ......, 3. ......, β) ......, γ) ......., δ) ......., Γ. α) ......, β). 1. ......, 2. ....... και Ε. Ψε, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια δικηγόρος Ουρανία Πολύζου δήλωσε ότι η Ψε απεβίωσε στις 3-8-2005 και κληρονομήθηκε από τους : 1. Ψε1 2. Ψε2 , 3. Ψε3 4. Ψε4 και 5. Ψε5, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Όλοι εκπροσωπούνται από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ουρανία Πολύζου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-1991 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2000 προδικαστική, 236/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8/2003 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-4-2003 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 213/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση ο καλών με την από 28-3-2007 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 25-11-2004 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Φώσκολου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η με στοιχ. Ε αναιρεσίβλητη Ψε αποβίωσε στις 3-8-2005, δηλαδή μετά την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (17-4-2003), οι δε Ψε1, Ψε2, Ψε3, Ψε4 και Ψε5, ως πλησιέστεροι συγγενείς και μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι εκείνης, με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν το γεγονός του θανάτου της ως άνω αποβιώσασας διαδίκου και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνη τη διακοπείσα δίκη.

Ενόψει αυτών νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη. ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η αιτίαση για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1α'ΚΠολΔ), πρέπει, να αναφέρονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της απόφασης, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης ή για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά πρέπει να καθορίζεται και η αιτία για την οποία συμβαίνει τούτο. Συγκεκριμένα, αν η αιτίαση αναφέρεται σε ανεπάρκεια αιτιολογιών, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ποια δηλαδή είναι τα επιπλέον στοιχεία που ήταν αναγκαία για την πληρότητα των αιτιολογιών, ενώ αν αναφέρεται σε αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται η αντίφαση και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να εκτίθεται σε τι συνίσταται η νόμιμη βάση και να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις, αλλιώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αόριστος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι στερείται νόμιμης βάσης και αιτιολογιών, άλλως περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι το Εφετείο, που έκρινε ότι οι αρχικοί ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και με κληρονομική διαδοχή, δεν αιτιολογεί κατά ποιο τρόπο περιήλθε το επίδικο ακίνητο στον φερόμενο ως απώτερο δικαιοπάροχο των αρχικά εναγόντων Ψ το έτος 1882, δεν εξειδικεύει με ποιο τρόπο επιλήφθηκαν της νομής του επιδίκου το έτος 1900 οι κληρονόμοι του Ψ και πως αναμίχθηκαν στην κληρονομία αυτού, δέχεται αυθαίρετα ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας των αρχικών εναγόντων Ψα διέμενε στην οικία που υπήρχε στο επίδικο μέχρι το έτος 1959, παρότι η οικία αυτή είχε καταστραφεί πριν από το έτος 1940 και τέλος δεν αιτιολογεί με ποιο τρόπο οι αρχικοί ενάγοντες εκδήλωναν τη φυσική εξουσία επί του επιδίκου μετά το θάνατο του πατέρα τους ( 1959) και μέχρι την άσκηση της αγωγής (1991).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος και κατά τις δύο αιτιάσεις του, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν ποιες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου, σε τι συνίσταται η παραβίασή τους και ποιες είναι οι πραγματικές παραδοχές στις οποίες το Εφετείο θεμελίωσε την ως άνω εξενεχθείσα κρίση του.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 562παρ.2 του ΚΠολ.Δ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους συναφείς δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1, 10 και 12 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, που την εξέδωσε, α) παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 12 του ν.ΔΝΖ/1912 και τις περί εκτάκτου χρησικτησίας διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν.8 παρ.1 Κωδ.(7.39) και 9 παρ.1 Βασ(50.14), διότι δεν ερεύνησε τον ισχυρισμό του ότι το επίδικο, ως τμήμα μεγαλύτερης χορτολιβαδικής έκτασης, περιήλθε στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου του εναγόμενης Κοινότητας .........

Τρικάλων με έκτακτη χρησικτησία, κατ' εφαρμογή των διατάξεων τούτων, αφού από το έτος 1882, μετά την αποχώρηση των Τούρκων από τη Θεσσαλία, νεμόταν το επίδικο το σύνολο των κατοίκων που αποτελούσαν το χωριό από το οποίο προήλθε το έτος 1912 η Κοινότητα ......., η οποία έκτοτε νεμόταν αυτό με τα αρμόδια όργανα και του δημότες της, γενόμενη έτσι κυρία τούτου με τη συμπλήρωση τριακονταετίας μέχρι τις 12-9-1915, β) δεν έταξε αποδείξεις για τον πιο πάνω ισχυρισμό του και ειδικότερα για το χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου ως τμήματος μείζονος χορτολιβαδικής έκτασης και γ) παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης σχετικά με την αξία του επιδίκου ακινήτου και της ανεγερθείσης επ' αυτού οικοδομής.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, στους οποίους αυτοί στηρίζονται, προτάθηκαν από αυτόν νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ.β'του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ.β', 11 περ.γ', 12 και 20 του ΚΠολΔ, προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε βάσιμη την ένδικη περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου αγωγή των αρχικών εναγόντων, αφενός δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε σ' αυτό ο αναιρεσείων και ειδικότερα το από μηνός Μαΐου 1964 τοπογραφικό διάγραμμα, αντίγραφο του από .....

Κτηματολογίου της Κοινότητας ......, την υπ' αριθμ. ..... περίληψη διακηρύξεως της Κοινότητας αυτής, την υπ' αριθμ....... απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου αυτής, τα αναφερόμενα τρία φύλλα εφημερίδων, την έγγραφη πρόσκληση του Προέδρου της ίδιας Κοινότητας, την υπ' αριθμ. .... απόφαση του Νομάρχη περί εγκρίσεως ανεγέρσεως διωρόφου καταστήματος στο επίδικο και τις υπ' αριθμ. ....

και ...... αποφάσεις προϋπολογισμού δαπάνης , και αφετέρου παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων τούτων, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, ως προς όλες τις αιτιάσεις του, πρέπει να απορριφθεί και, ειδικότερα, ως προς την ατίαση από τον αριθμό 8 εδ.β'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτος, διότι τα έγγραφα δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την εκτεθείσα έννοια της εν λόγω διάταξης, ως προς τις αιτιάσεις από τους αριθμούς 11 περ.γ'και 20, διότι οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αντιφατικοί μεταξύ τους και ως προς την αιτίαση από τον αριθμό 12, ως αβάσιμος, διότι τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα με αυξημένη από το νόμο αποδεικτική δύναμη.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.β' και 9 περ.γ' του ΚΠολΔ, αναφέροντας στο λόγο αυτό, κατά λέξη, ότι "το Εφετείο ουδεμία μνεία έκανε περί των ισχυρισμών και ενστάσεών μου, που είχε προβάλει η εναγόμενη Κοινότητα ...... (δικαιοπάροχός του) με τις υποβληθείσες κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προτάσεις της, οι οποίες όμως απωλέσθηκαν χωρίς δική του ευθύνη, και έτσι άφησε αδίκαστα ζητήματα και δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος και κατά τις δύο αιτιάσεις του, διότι, ως προς μεν την αιτίαση από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα "πράγματα" που δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, τα οποία προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς δε την αιτίαση από τον αριθμό 9 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν προσδιορίζεται ποιά ήταν τα "ζητήματα" και το αίτημα του αναιρεσείοντος, που άφησε αδίκαστα το Εφετείο.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 355 του ΚΠολΔ το δικαστήριο διατάζει αυτοψία αν θεωρεί αναγκαία την αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης με τις δικές του αισθήσεις. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 368 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Από τις διατάξεις αυτές του άρθρου 368 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελευθέρως την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Συνεπώς, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούνται για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, αιτήματος του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ. Επομένως το Εφετείο, με το να μην απαντήσει στα αιτήματα του αναιρεσείοντος, τα οποία είχε υποβάλλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η δικαιοπάροχος αυτού Κοινότητα ......, για διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης σχετικά με το ζήτημα, εάν το επίδικο ακίνητο είχε ή όχι το χαρακτήρα χορτολιβαδικής έκτασης, χωρίς όμως να δεχθεί ότι πρόκειται για ζήτημα που για να γίνει αντιληπτό απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν υπέπεσε στην από τον αριθ.9 του άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο δε περί του αντιθέτου έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.

ΑΠ 7/2002, 8/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σε σχέση με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος που είχε προβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Το επίδικο οικόπεδο εμβαδού 1267,05 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό ....... του αναιρεσείοντος Δήμου και συνορεύει βόρεια με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά με οικόπεδο κληρονόμων ...., νότια με το ακίνητο του δημοτικού σχολείου και δυτικά με ιδιοκτησία ......, το νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη ο ψ, από το χρόνο απελευθέρωσης της Θεσσαλίας μέχρι το θάνατό του το έτος 1882, έκτοτε δε υπεισήλθαν στην κληρονομία του με πρόθεση κληρονόμου και αναμίχθηκαν σ' αυτήν οι αναφερόμενοι κληρονόμοι του, μεταξύ των οποίων και ο γιός του Ψα, ο οποίος από το θέρος του έτους 1900 γνωστοποίησε στους συγκληρονόμους του ότι εφεξής θα νέμεται το επίδικο αποκλειστικά για τον εαυτό του.

Πράγματι αυτός έκτοτε και μέχρι το θάνατό του, κατά το έτος 1959, νεμόταν το επίδικο ακίνητο, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, αποκλειστικά για τον εαυτό του και συγκεκριμένα διέμενε στη λιθόκτιστη οικία που υπήρχε επ' αυτού, συνέλεγε τα χόρτα που φύτρωναν και το οριοθετούσε. Μάλιστα κατά το έτος 1946 τοποθέτησε στο επίδικο πρόχειρη περίφραξη και αργότερα κανονική με σιδηροπασσάλους και συρματόπλεγμα.

Έτσι αυτός έγινε κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Μετά το θάνατο του Ψα το επίδικο ακίνητο περιήλθε στους μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του ενάγοντες και τον αποβιώσαντα στις 17-12-1971 Ψβ, όλους γνήσια τέκνα του, τα οποία αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομία του και στη συνέχεια οι ενάγοντες και με την αναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής του έτους 1991 που μεταγράφηκε νόμιμα.

Όλοι οι παραπάνω κληρονόμοι, μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους, συνέχισαν να ασκούν παρόμοιες με εκείνον διακατοχικές πράξεις στο επίδικο, ώστε οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο, αλλά και παράγωγο τρόπο, μαζί με τους κληρονόμους του Ψβ που επίσης κατέστησαν συγκύριοι του ιδανικού μεριδίου του με πρωτότυπο τρόπο, προσμετρώντας όλοι στο δικό τους χρόνο χρησικτησίας και το χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων τους.

Το έτος 1970, οπότε ο τότε Πρόεδρος της Κοινότητας .... κάλεσε τους κατοίκους να περιφράξουν τα οικόπεδά τους, οι ενάγοντες δεν έλαβαν γνώση της πρόσκλησης αυτής και δεν προέβησαν σε νέα περίφραξη του επιδίκου, στο οποίο υπήρχαν υπολείμματα της παλιάς περίφραξης. Κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1970 έως και 1980 από το επίδικο διέρχονταν ακώλυτα οι κάτοικοι της Κοινότητας ......, όμως η διέλευσή τους δεν γινόταν με την πρόθεση να καταστήσουν νομέα την Κοινότητα, η οποία δεν είχε λάβει απόφαση να νεμηθεί τούτο με τους κατοίκους της.

Κατά το έτος 1981 η Κοινότητα .... κατέλαβε τμήμα του επιδίκου στο βόρειο μέρος του και άρχισε να ανεγείρει διώροφη οικοδομή, οι εργασίες της οποίας σταμάτησαν το έτος 1983 προτού αποπερατωθεί πλήρως. Οι ενάγοντες δεν είχαν λάβει γνώση της ανέγερσης της οικοδομής, όμως μετά την αποπεράτωση των εργασιών και μόλις πληροφορήθηκαν για την ύπαρξη της οικοδομής διαμαρτυρήθηκαν προς τον Πρόεδρο της Κοινότητας ....., απαιτώντας την παράδοση της νομής του οικοπέδου στους ίδιους, πράγμα που δεν έγινε δεκτό.

Ζήτημα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής υπέρ της Κοινότητας .... δεν τίθεται, αφού ο χρόνος νομής αυτής μέχρι την άσκηση της αγωγής (1991) είναι μικρότερος της εικοσαετίας, αλλά ούτε και η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος είναι καταχρηστική, καθόσον μόνη η επί μικρό σχετικά χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τη δεκαετία αδράνεια των εναγόντων δεν είναι ικανή να θεμελιώσει την από το άρθρο 281 ΑΚ καταλυτική της αγωγής ένσταση.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ένσταση της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να διεκδικήσουν το επίδικο ακίνητο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι, υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος αυτού, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού επί του ουσιώδους ζητήματος της απόρριψης της ένστασης αυτής διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης του ΑΚ.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-4-2003 αίτηση του Δήμου ...... Τρικάλων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8/2003 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στα εξακόσια (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ