1189/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύεοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Πλαστήρα Αναστασάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1189/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, ενώ δεν απαιτείται χωριστή αναφορά κανενός αποδεικτικού μέσου και η ιδιαίτερη αξιολόγηση του περιεχομένου του, αρκεί να γίνεται κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ) στην αξιολόγηση των οποίων στηρίχθηκε η απόφαση και να συνάγεται από αυτήν ότι έχουν ληφθεί και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1189 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1189/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύεοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Πλαστήρα Αναστασάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου X1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντέλλο, περί αναιρέσεως της 8264/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16-9-2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1784/2005.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η ασκηθείσα ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του ΠΚ «όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προσκαλέσει την καταδίκη του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμηνύσεως απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθειά της και η καταμήνυση ή αναφορά να έγινε από αυτόν με σκοπό να ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη εναντίον εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του (ψευδομηνυτού), είναι δε αδιάφορο αν αυτός απηλλάγει ή όχι κατ' ουσίαν αλλά ένεκα λόγων οι οποίοι αίρουν το αξιόποινο η αποκλείουν την ποινή, δεδομένου ότι δεν κωλύεται το δικαστήριο που δικάζει την κατηγορία της ψευδούς καταμηνύσεως να ερευνήσει το κατ'ουσίαν ανυπόστατο της καταμηνυθείσης πράξεως.
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεων από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, ενώ δεν απαιτείται χωριστή αναφορά κανενός αποδεικτικού μέσου και η ιδιαίτερη αξιολόγηση του περιεχομένου του, αρκεί να γίνεται κατ' είδος μνεία των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ) στην αξιολόγηση των οποίων στηρίχθηκε η απόφαση και να συνάγεται από αυτήν ότι έχουν ληφθεί και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του την οποία εστήριξε στα κατ' είδος αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) στην Αθήνα στις 22-9-1997 κατέθεσε έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέως του Αεροδικείου Αθηνών αναφέροντας ότι ο Ψ1 την προηγούμενη της εγκλήσεως ημερομηνία δεν είχε συμμορφωθεί σε προσωρινή διάταξη του Δικαστηρίου που τον υποχρέωνε να μην ενεργεί οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σε κτήμα για το οποίο υπήρχε αμφισβήτηση ως προς την κυριότητά του μεταξύ του ιδίου και του Ψ1 αλλά ενεργών αντίθετα στην παραπάνω διάταξη, προέβη στην αφαίρεση εννέα (9) σάκκων φυστικιών Αιγίνης, συνολικού βάρους διακοσίων (200) κιλών περίπου.
Κι' αυτό γιατί, όπως αποδείχτηκε, εκείνος που είχε συλλέξει τον καρπό από το κοινό κτήμα των διαδίκων ήταν ο κατηγορούμενος X1 και όχι ο εγκαλών Ψ1 (βλ. ιδίως το υπ' αριθ. πρωτ. .... έγγραφο της Αγροφυλακής Μεγάρων) και επομένως αποδεικνύεται ψευδές το οικείο περιεχόμενο της από 22-9-1997 μηνύσεως του κατηγορουμένου, ο οποίος τελούσε εν γνώσει της αναληθείας της μηνύσεώς του αυτής.
Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ψευδούς καταμηνύσεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες εισήγαγε αυτά καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική διάταξη που εφάρμοσε, την οποία ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Επομένως ο από το άρθρο 510 πα.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ σχετικός λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τις πιο πάνω διατάξεις ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 139 του ΚΠΔ, αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από το νόμο ή αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη, η ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη συνεδρίαση του της 1-8-2005 για την οποία είχε ορισθεί η συνέχιση της συζητήσεως της υποθέσεως μετά από διακοπή (λόγω λήξεως του ωραρίου) της συνεδριάσεως της 29-7-2005, απέρριψε το αίτημα αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως που υπέβαλε ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) με την εξής αιτιολογία:
Το αίτημα αναβολής της υποθέσεως που υπέβαλε ο κατηγορούμενος (λόγω μη εμφανίσεως του συνηγόρου του) πρέπει να απορριφθεί διότι ο μεν εξ' αυτών Αναστάσιος Αγαγιώργης εδήλωσε στον κατηγορούμενο ότι αδυνατεί να τον εκπροσωπήσει στην προκειμένη δίκη, επειδή έχει προγραμματίσει να αναχωρήσει για διακοπές (βλ.
το οικείο έγγραφο του εν λόγω δικηγόρου προς το δικαστήριο), ο δε εξ' αυτών Γεώργιος Κωνσταντέλλος που ανέλαβε με δήλωσή του στο δικαστήριο τούτο, στις 29-7-2005 να παρασταθεί ως συνήγορος του κατηγορουμένου κατά τη σημερινή δικάσιμο (1-8-2005), δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο επειδή (κατά δήλωση του κατηγορουμένου) και αυτός ανεχώρησε για διακοπές θέρους.
Επομένως δεν αποδεικνύεται ότι μεσολάβησε λόγος ανώτερης βίας στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, αφού αυτός, μετά την αναχώρηση του πρώτου εξ αυτών (Αναστασίου Αγαγιώργη) για θερινές διακοπές από 22-7-2005, ηδύνατο να ανεύρει συνήγορο υπερασπίσεως για να τον υπερασπισθεί στην προκειμένη δίκη μέχρι την έναρξή της (29-7-2005).
Η αιτιολογία αυτή της εν λόγω παρεμπίπτουσας απόφασης είναι η κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων ειδική και εμπεριστατωμένη αφού περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και τα οποία δικαιολογούν την απόρριψη του υποβληθέντος αιτήματος αναβολής της υποθέσεως για τον προβληθέντα ως άνω λόγου οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο ήχθη στην απόρριψή του.
Γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. δ' σχετικός λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ.1 του ΚΠΔ, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, ο διευθύνων την συζήτηση δίνει τον λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο, και τέλος στον κατηγορούμενο, ενώ, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος.
Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η δόση του λόγου από τον διευθύνοντα τη συζήτηση στον εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στον δε κατηγορούμενο στο τέλος, και, αν δεν ζητήσει αυτός τούτο. Η παράβαση της διάταξης αυτής, ειδικά όταν πρόκειται για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' του ΚΠΔ, διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία (παράβαση) ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Α' του ΚΠΔ, ο οποίος κατά το άρθρο 511 του ίδιου Κώδικα, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης κατά τη οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο διευθύνων τη συζήτηση, μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας έδωσε το λόγο στον Εισαγγελέα, έπειτα στον πληρεξούσιο της πολιτικής αγωγής και τέλος στον κατηγορούμενο, ο οποίος, όταν ρωτήθηκε από τον Πρόεδρο αν έχει να προσθέσει τίποτε για την υπεράσπισή του, (μετά την απολογία του που είχε προηγηθεί και κατά την οποία είχε πλήρως αναπτύξει τους αιτιολογητικούς ισχυρισμούς του) απάντησε αρνητικά.
Προκύπτει έτσι ότι δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο, προκειμένου αυτός να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατά της κατηγορίας και να μιλήσει τελευταίος και κατ' ακολουθίαν δεν στερήθηκε αυτός της ασκήσεως του σχετικού εκ του άρθρου 369 παρ.1 ΚΠΔ δικαιώματός του. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι ο αναιρεσείων στερήθηκε της ασκήσεως του δικαιώματός του αυτού είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 383 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-9-2005 αίτηση του κατηγορουμένου X1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 8264/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Μαϊου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ