Legislator Case Law & Legislation
1188/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against suspended prison sentence for duty breach, upholding lower court's decision.

Case Number 1188/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment imposing a three-month prison sentence with a three-year suspension for a duty breach. The appellant argued for a fine instead, claiming the prison sentence worsened their position compared to the suspended sentence already granted in the first instance. The court ruled that the new sentence was not harsher and that the lower court properly justified the suspension and applied the more lenient provisions of the Penal Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 466, 473, 474, 504, 510 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that a second-instance court does not exceed its authority by imposing a prison sentence with suspension when the first-instance judgment already granted a similar benefit, provided the reasoning is sufficient and the penalty is not more severe than the alternative of a fine.

Keywords

AI generated
appeal against conviction suspended prison sentence duty breach offense excessive authority worsening of position Code of Criminal Procedure penal code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 466 of the Code of Criminal Procedure
Article 473, paragraphs 2 and 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 474, paragraph 1, item 4 of the Code of Criminal Procedure
Article 504, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 510, paragraph 1, items D, E, and Theta of the Code of Criminal Procedure
Article 93, paragraph 3 of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 79 of the new Penal Code
Article 2, paragraph 1 of the new Penal Code
Articles 259, 83, and 85, paragraph 1 of the new Penal Code
Article 578, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 115 of Law 5090/2023

Cited Case Law

AI generated
Decision No. 172/17.4.2018 of the Plural Court of Kilkis

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1188 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1188/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά, Παναγιώτα Πασσίση-Εισηγήτρια και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νίκης - Αναστασίας Μουζάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Λ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ανδριόπουλο, για αναίρεση της αποφάσεως 182/2023 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2-6-2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, από 2.6.2023, αίτηση του κατηγορουμένου Α. Λ. του Ν. για αναίρεση της [εκδοθείσας μετ' αναίρεση μόνο για την ποινή] υπ' αριθ. 182/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών με τριετή αναστολή για την πράξη της παράβασης καθήκοντος, ασκήθηκε α) νομοτύπως, με δήλωση ενώπιον της αρμόδιας γραμματέα του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου Θεσσαλονίκης, δια του εξουσιοδοτηθέντος προς τούτο πληρεξουσίου του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Ανδριόπουλου του Γεωργίου [σχετ.

η από 30.5.2023 εξουσιοδότηση νομίμως θεωρημένη, προσαρτηθείσα στη συνταχθείσα 10/2023 έκθεση αναίρεσης], ο οποίος είχε παραστεί και ως συνήγορος υπεράσπισής του και στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, και β) εμπροθέσμως, αφού αυτή καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο, κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ειδικό βιβλίο στις 15.5.2023 [άρθρα 466, 473 παρ. 2,3, 474 παρ. 1,4, 504 παρ. 1 ΚΠΔ], περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης, διατυπωμένους και τρόπο σαφή και ορισμένο, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, την υπέρβαση εξουσίας και την έλλειψη από την απόφαση της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα ειδικής αιτιολογίας [άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε', Θ' και Δ' του ΚΠΔ]. Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. Από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι, αρχικά, δυνάμει της υπ' αριθ. 172/17.4.2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς ο ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος σε πρώτο βαθμό, της πράξης της παράβασης καθήκοντος και καταδικάστηκε, μετά την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπό του των τριών ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

α', δ' και ε' του προϊσχύσαντος ΠΚ, σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών με τριετή αναστολή, κατ' εφαρμογή των άρθρων 83 παρ. 1 εδ. δ' και 85 του προϊσχ. ΠΚ (που προέβλεπαν άπαξ μείωση της ποινής, έστω και αν είχε αναγνωριστεί η συνδρομή περισσότερων ελαφρυντικών). Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, υπό την ισχύ του νέου ΠΚ, η υπ' αριθ. 22/14.1.2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε τελεσίδικα ένοχος της πράξης της παράβασης καθήκοντος και καταδικάστηκε στην ίδια ποινή φυλάκισης των πέντε (5) μηνών, που του είχε επιβληθεί και πρωτοδίκως, με τις ίδιες ελαφρυντικές περιστάσεις.

Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθ. 1026/26.11.2021 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, εκδοθείσας κατόπιν ασκήσεως από τον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, της από 19.4.2021 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της ανωτέρω υπ' αριθ. 22/14.1.2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αναιρέθηκε εν μέρει η τελευταία "ως προς τη διάταξή της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα μειωμένης, κατά το άρθρο 83 ΠΚ, ποινής, το κατώτατο όριο της οποίας πρέπει να μειωθεί περαιτέρω κατά το άρθρο 85 παρ. 1 ΠΚ", διότι το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε αναδρομικά τα άρθρα αυτά του ισχύοντος, από 1.7.2019, νέου ΠΚ, αν και, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 ν.ΠΚ, είναι ευμενέστερα των ταυτάριθμων του προϊσχύσαντος ΠΚ, και παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την εν μέρει αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, απορριφθέντων των λοιπών προβληθέντων αναιρετικών λόγων.

Κατόπιν αυτών, η υπόθεση εισήχθη νομοτύπως ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, και αφού εκδικάστηκε μόνο κατά το αναιρεθέν μέρος, εκδόθηκε η, ήδη προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, υπ' αριθ. 182/2023 απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, ήδη αναιρεσείοντα, ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών με τριετή αναστολή.

Σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 4 του προϊσχύσαντος ΠΚ "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε", ενώ κατά το άρθρο 79 παρ. 7 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ, "Η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγουμένων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία".

Η παρ. 7 του εν λόγω άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ισχύοντος από 18.11.2019 ν. 4637/2019 [ίσχυε δε κατά το χρόνο έκδοσης της ήδη προσβαλλόμενης απόφασης], και ορίζεται ότι "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε", επαναφερθείσας, έτσι, της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 79 παρ. 4 του προϊσχύοντος ΠΚ.

Η διάταξη του άρθρου 79 παρ. 7 αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος, με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ευθύνης του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του".

Στις λοιπές διατάξεις του άρθρου 79 του προϊσχύσαντος, αλλά και του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ, περιλαμβάνονται γενικοί κανόνες για τον τρόπο επιμέτρησης της ποινής, η συγκεκριμενοποίηση της οποίας ανήκει στο δικαστή, στον οποίο παρέχονται τα κριτήρια του in concreto καθορισμού, εντός των ορίων των ως άνω διατάξεων, οπότε δεν τίθεται θέμα εφαρμογής επιεικέστερων για τον κατηγορούμενο διατάξεων για την επιμέτρηση της ποινής.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του αυτού άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια, στα οποία αποβλέπει και τα οποία εξετάζει και σταθμίζει το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος και το βαθμό ενοχής του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία (ΑΠ 64/2023, ΑΠ 13/2022, ΑΠ 1378/2022).

Άλλωστε, η αιτιολογία της επιμέτρησης της ποινής συνδέεται με την αιτιολογία περί ενοχής, αφού τα στοιχεία βάσει των οποίων καθορίζεται η ποινή ενυπάρχουν στην υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στις οποίες εμπεριέχονται και τα ενδεικτικώς αναφερόμενα στοιχεία της νέας διάταξης, η απαίτηση δε περί εκτενούς αναφοράς αιτιολογίας για την επιμέτρηση της ποινής θα μπορούσε να προκαλέσει άσκοπη επανάληψη του σκεπτικού περί ενοχής στην απόφαση για την ποινή.

Ειδικότερα, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας της απόφασης ως προς την επιμέτρηση της ποινής, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση των αιτιολογιών που αναφέρονται στο οικείο μέρος της απόφασης, με αυτές του αιτιολογικού και του διατακτικού της απόφασης για την ενοχή του κατηγορουμένου, με τις οποίες αποτελούν ενιαίο σύνολο και θεωρείται ότι η απόφαση έχει την απαιτούμενη από την παράγραφο 7 του άρθρου 79 αιτιολογία αν από το σύνολο των αιτιολογιών της απόφασης προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη οι κανόνες που ορίζει η ανωτέρω διάταξη για την επιμέτρηση της ποινής [ΑΠ 1337/2020].

Το γεγονός, όμως, ότι το ακριβές ύψος της ποινής δεν μπορεί παρά να καθορίζεται κατά την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, δεν σημαίνει ότι η επιμέτρηση της ποινής μπορεί να στερείται παντελώς αιτιολογίας, αφού ούτε η νέα διατύπωση της παρ. 7 του άρθρου 79 ΠΚ που επανέφερε την παλαιά σχετική ρύθμιση επιτρέπει κάτι τέτοιο, ούτε πολύ περισσότερο οι παραμένουσες σε ισχύ διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, αλλά ο δικαστής θα πρέπει να εκθέσει τουλάχιστον με σαφήνεια ποια από τις δυο προβλεπόμενες διαζευκτικώς επιβλητέες ποινές επέλεξε και για ποιο λόγο, συγκεφαλαιώνοντας συνάμα βάσει των κριτηρίων του νόμου τα κομβικά πραγματικά περιστατικά που υποστηρίζουν τις συγκεκριμένες επιλογές του και δικαιολογούν εν τέλει το ύψος της ποινής, σύμφωνα και με την απορρέουσα από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, κατά την οποία η ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου θα πρέπει να είναι ανάλογη με την ενοχή του σχετικά με την πράξη που τέλεσε.

Συνεπώς, η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αναφορικά με το ύψος της ποινής που έχει επιβληθεί και τη μικρή ή μεγάλη απαξία της αξιόποινης πράξης, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια, των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει την κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της ως άνω αναλογικότητας. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Περαιτέρω, κατά το περί παραβάσεως καθήκοντος άρθρο 259 του ισχύοντος, από 1.7.2019, νέου ΠΚ "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Το άρθρο αυτό αντιστοιχεί προς το ταυτάριθμο του προϊσχύσαντος ΠΚ, όμως με ηπιότερη ποινική μεταχείριση του υπαιτίου αφού, πλέον, απειλείται διαζευκτικά η ίδια ποινή φυλάκισης ή χρηματική ποινή και, συνεπώς, εφαρμοστέο εν προκειμένω αναδρομικά κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως έκρινε ήδη η ως άνω αναιρετική απόφαση 1026/2021.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 83 του νέου ΠΚ περί μειωμένης ποινής [όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθ. 15 ν. 5090/23.2.2024]: "Όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής : α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη, δ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα (10) έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, ε) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της.

Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία". Σύμφωνα δε με το άρθρο 85 του νέου ΠΚ περί συρροής λόγων μείωσης της ποινής [όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθ. 17 ν. 5090/23.2.2024]: "Όταν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής, ως εξής :

α) τα πέντε έτη μειώνονται σε τρία, β) τα δύο έτη σε ένα, γ) το ένα έτος σε έξι μήνες και δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή (παρ. 1). Οι ποινές της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλονται και όταν πέραν της συνδρομής ενός λόγου μείωσης της ποινής ή ελαφρυντικής περίπτωσης, ο κατηγορούμενος έχει ομολογήσει την ενοχή του κατά την προδικασία, συμβάλλοντας έτσι στην έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης (παρ. 2)".

Η διάταξη του άρθρου 85 παρ. 1 του νέου ΠΚ, κατά την οποία επί συρροής περισσότερων λόγων μειώσεως της ποινής, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής, είναι επιεικέστερη της αντίστοιχης διάταξης του προϊσχύσαντος ΠΚ που προέβλεπε μόνο μία φορά μείωση της ποινής [όπως προβλέπεται και πάλι, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 85 με το άρθ. 17 του ν. 5090/23.2.2024] και, επομένως εφαρμοστέα εν προκειμένω, αναδρομικά, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 νέου ΠΚ, όπως έχει αποφανθεί ήδη η ως άνω αναιρετική απόφαση 1026/2021.

Σύμφωνα με την ΑιτΕκθ του νέου ΠΚ: "Ειδική μέριμνα έχει ληφθεί ώστε η συνδρομή περισσότερων λόγων μείωσης της ποινής ή ενός ή περισσότερων τέτοιων λόγων μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, να αποτυπωθεί ήδη στην απειλούμενη για το έγκλημα ποινή. Η επιπλέον αυτή μείωση της ποινής κρίθηκε απολύτως επιβεβλημένη προκειμένου να τηρηθεί το μέτρο της αναλογικότητας.

Στην παρ. 1 προβλέπεται ειδικότερα ότι στις πιο πάνω περιπτώσεις, ενώ το ανώτατο όριο της μειωμένης ποινής παραμένει αμετάβλητο, μειώνεται ουσιωδώς το κατώτατο όριο. Με τον τρόπο αυτόν διαμορφώνεται ένα ευρύτερο πλαίσιο ποινής, μέσα στο οποίο ο δικαστής μπορεί να συνεκτιμήσει τους περισσότερους λόγους μείωσης της ποινικής κύρωσης.

Έτσι, το κατώτατο όριο κάθειρξης των πέντε ετών μειώνεται στα τρία έτη, τα δύο έτη φυλάκισης μειώνονται σε ένα, το ένα έτος σε έξι μήνες και η μειωμένη ποινή φυλάκισης μετατρέπεται σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή". Επί συνδρομής περισσότερων ελαφρυντικών περιστάσεων το Δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να αναφέρει στην απόφασή του το ποσοστό μείωσης της ποινής με την καθεμία ελαφρυντική περίσταση που αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο [ΑΠ 413/2022].

Εξάλλου, κατά το χρόνο που εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση (182/2023), η μειωμένη, κατά τα ανωτέρω, ποινή φυλάκισης μπορούσε να μετατραπεί [κατά το κατώτατο όριό της] μόνο σε χρηματική ποινή και όχι σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, διότι με το άρθρο 98 του ν. 4623/2019 [το οποίο ήδη καταργήθηκε με άρθ. 136 εδ. γ'του ν. 5090/23.2.2024] είχε ανασταλεί η ισχύς των διατάξεων του νέου Ποινικού Κώδικα κατά το μέρος που προβλέπουν την παροχή κοινωφελούς εργασίας είτε ως κύρια ποινή είτε ως μετατροπή στερητικής της ελευθερίας ποινής ή χρηματικής ποινής.

Επισημαίνεται ότι, στην ανωτέρω περίπτωση μετατροπής της μειωμένης ποινής φυλάκισης σε χρηματική ποινή, το όριο της τελευταίας είναι, στην προκείμενη περίπτωση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 57 παρ. 2 εδ. β' ΠΚ, [όπως η παρ. 2 ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθ. 8 ν. 5090/2024], οι 180 ημερήσιες μονάδες. Έτσι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναγνώρισε τη συνδρομή περισσότερων ελαφρυντικών περιστάσεων σε κατηγορούμενο για παράβαση καθήκοντος, στον οποίο επέλεξε να επιβάλει ποινή φυλάκισης, τότε το πλαίσιο επιβολής ποινής είναι κατά μέγιστο όριο φυλάκιση μικρότερη των δύο ετών και κατά ελάχιστο όριο χρηματική ποινή μικρότερη των 180 ημερήσιων μονάδων, αφού το δικαστήριο μπορεί μεν, αναλόγως των περιστάσεων, να προσφύγει στο ελάχιστο όριο, δεν υποχρεούται, όμως, αν αυτές επιβάλλουν την ποινή φυλάκισης [ΑΠ 532/2022].

Επίσης, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναγνωρίσει στον κατηγορούμενο περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις και επιλέξει να του επιβάλει επίσης ποινή φυλάκισης, τότε το πλαίσιο επιβολής ποινής είναι, κατά μέγιστο όριο φυλάκιση μικρότερη της επιβληθείσας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (λόγω της αρχής του άρθρου 470 ΚΠΔ) και κατά ελάχιστο όριο χρηματική ποινή μικρότερη των 180 ημερήσιων μονάδων.

Αν όμως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε χορηγήσει αναστολή στην ποινή φυλάκισης και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω των περισσότερων ελαφρυντικών περιστάσεων, μετέτρεψε την ανασταλείσα ποινή φυλάκισης σε χρηματική ποινή, καθιστά τη θέση του κατηγορουμένου χειρότερη, αφού η τελευταία ποινή, σε αντίθεση με την πρώτη, εκτελείται, οπότε στην περίπτωση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προς αποφυγή της χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, πρέπει να επιβάλει μόνο φυλάκιση, οπωσδήποτε μικρότερη από εκείνη που επιβλήθηκε πρωτοδίκως.

Περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ν.ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπάγονταν στη δικαιοδοσία του ή υπάγονταν στη δικαιοδοσία του αλλά δεν συνέτρεχαν οι όροι άσκησής της (θετική υπέρβαση εξουσίας) και όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα, που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του και είχε υποχρέωση να αποφασίσει (αρνητική υπέρβαση εξουσίας).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' του ΚΠΔ, η οποία δεν άλλαξε με την κύρωση του νέου ΚΠΔ από 1.7.2019, "Στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται".

Με τη διάταξη αυτή, καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και συγκεκριμένα, είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού, δηλαδή, κυρίως, αν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου του διατακτικού, αφενός της απόφασης που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ένδικου μέσου [ΑΠ 532/2022, ΑΠ 191/2021].

Κατά δε το άρθρο 524 παρ. 2 ΚΠΔ, αν η νέα συζήτηση, στο δικαστήριο όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση, διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που ασκήθηκε μόνον από εκείνον που καταδικάσθηκε ή προς όφελός του, το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την απαγόρευση του άρθρου 470. Η παράβαση της ανωτέρω διατάξεως συνιστά υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Θ` του νέου ΚΠΔ λόγο αναίρεσης [ΑΠ 532/2022, ΑΠ 2005/2019]. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η θέση του κατηγορουμένου χειροτερεύει και όταν το δικαστήριο της παραπομπής, κατά την ενώπιόν του νέα συζήτηση της έφεσης του κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης, που διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που άσκησε ο κατηγορούμενος εναντίον προηγούμενης τελεσίδικης απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, επιβάλλει μεγαλύτερη ποινή ή ποινή με δυσμενέστερα αποτελέσματα από εκείνη που είχε επιβάλει με την αναιρεθείσα απόφαση και αν ακόμη η ποινή αυτή (που επέβαλε το Δικαστήριο της παραπομπής) δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη που επιβλήθηκε πρωτόδικα [ΑΠ 532/2022, ΑΠ 191/2021].

Τέτοια δε χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου αποτελεί και η επιβολή χρηματικής ποινής, αντί της ποινής φυλάκισης, όταν η εκτέλεση της τελευταίας έχει ανασταλεί κατ' άρθρο 99 παρ.1 εδ. α' ΠΚ [ΑΠ 532/2022].

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε', Θ' και Δ' του ν.ΚΠΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 182/2023 απόφαση του Δικαστηρίου της παραπομπής, αντιστοίχως, α) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 259, 83 και 85 του νέου ΠΚ [όπως τα δύο τελευταία ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το ν. 5090/2024], αφού, όπως υποστηρίζει, το Δικαστήριο της παραπομπής επικαλούμενο αυτές, του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών με τριετή αναστολή, ενώ κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, ενόψει των τριών ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

α', δ' και ε'του προϊσχ. ΠΚ, οι οποίες του αναγνωρίστηκαν πρωτοδίκως, έπρεπε να του επιβάλει μόνο χρηματική ποινή [αφού, κατά τα ως άνω, είχε ανασταλεί η ισχύς των διατάξεων περί κοινωφελούς εργασίας], β) για υπέρβαση εξουσίας, αφενός λόγω χειροτέρευσης της θέσης του ως κατηγορουμένου, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης (τριών μηνών με τριετή αναστολή), αντί της προβλεπόμενης, κατ' άρθρο 85 παρ. 1 εδ.

δ' του νέου ΠΚ [πριν από την ως άνω τροποποίησή του με το ν. 5090/2024] ευμενέστερης χρηματικής ποινής, και αφετέρου επειδή το Δικαστήριο της παραπομπής δεν δικαιούνταν κατά το άρθρο αυτό να επιβάλει φυλάκιση τριών (3) μηνών με τριετή αναστολή, παρά μόνο χρηματική ποινή, και γ) για έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας όσον αφορά την επιβολή σε βάρος του της ως άνω ποινής φυλάκισης των τριών μηνών με τριετή αναστολή.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, του επιβλήθηκε πρωτοδίκως με την υπ' αριθ. 172/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς, μετά την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ.α', δ'και ε'του προϊσχ.

ΠΚ, μειωμένη ποινή, ήτοι ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Ακολούθως, με την αναιρεθείσα υπ' αριθ. 22/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, του επιβλήθηκε η ίδια ποινή, με τα ίδια ελαφρυντικά, η εκτέλεση της οποίας, ομοίως, ανεστάλη επί τριετία.

Τέλος, με την προσβαλλόμενη απόφαση 182/2023 του Δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την αναγνώριση των ίδιων τριών ελαφρυντικών περιστάσεων, επιβλήθηκε σ' αυτόν, λαμβάνοντας υπόψη τη συρροή των λόγων μείωσης της ποινής, περαιτέρω μειωμένη ποινή, ήτοι ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών, η εκτέλεση της οποίας, ομοίως, ανεστάλη επί τριετία, για την επιμέτρηση δε της ποινής αυτής που επέβαλε, με βάση το άρθρο 79 ΠΚ, [όπως αυτό ίσχυε κατά την έκδοσή της, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη], το Δικαστήριο διέλαβε, μετά την παράθεση νομικής σκέψης για τη "Δικαστική επιμέτρηση της ποινής" του άρθρου 79 ΠΚ, το ακόλουθο σκεπτικό : "..., με βάση όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία, όπως αυτά προκύπτουν από τα κατά τα άνω αποδεικτικά μέσα και έγιναν αμετακλήτως δεκτά με την αναγνωσθείσα υπ' αρ. 22/2021 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων) στο Κιλκίς σε μη επακριβώς εξακριβωθέντα χρόνο αλλά πάντως εντός των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του έτους 2014, ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 α' ΠΚ, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο όφελος.

Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενεργώντας ως Διευθυντής του Γυμνασίου Πολυκάστρου, ενώ του ζητήθηκε η αποστολή στο ΥΠΕΠΟ για έλεγχο του διδακτορικού του τίτλου, τον οποίον (με αριθμ. πρωτ. .../1999 πλαστό πιστοποιητικό) είχε προσκομίσει στην υπηρεσία του ήδη από 7.11.2007 και του είχε χορηγηθεί με την υπ' αριθμ.

πρωτ. ...απόφαση Δνσης Β/βάθμιας Εκπαίδευσης Κιλκίς επίδομα διδακτορικού διπλώματος ίσο με εβδομήντα πέντε ευρώ (75,00 €) μηνιαίως, εν τούτοις αυτός σύμφωνα με το Φ .../...2014 έγγραφο ΔΔΕ Κιλκίς, δεν το απέστειλε, αλλά απέστειλε μόνο το πτυχίο του και το μεταπτυχιακό του δίπλωμα, κατά παράβαση του καθήκοντός του, προκειμένου να αποφύγει τον έλεγχο και να εξακολουθήσει ο ίδιος να ωφελείται παρανόμως του ως άνω ποσού των εβδομήντα πέντε ευρώ...

μηνιαίως. Κατόπιν τούτων και σύμφωνα και με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με βάση τη βαρύτητα της προπεριγραφείσας πράξης που ετέλεσε ο κατηγορούμενος και το βαθμό της ενοχής του, την προσωπικότητά του, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άνω άρθρου 79 του ΠΚ, όπως ισχύει σήμερα, λαμβανομένων υπόψη και των γενομένων δεκτών με την πιο πάνω απόφαση τριών ελαφρυντικών περιστάσεων, η αναφερόμενη ειδικότερα στο πιο κάτω διατακτικό ποινή φυλάκισης, ενώ, ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών κρίνεται αναγκαία ειδικοπροληπτικά η επιβολή στερητική της ελευθερίας ποινή, ενώ η επιβολή της διαζευκτικά απειλούμενης χρηματικής ποινής δεν είναι αρκετή ως απάντηση της πολιτείας για την απαξία της συγκεκριμένης εκδικασθείσας πράξης.

Η αναφερόμενη στο διατακτικό ποινή φυλάκισης αποτελεί την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία της γι' αυτόν, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών της συγκεκριμένης ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του και αφού λήφθηκαν, ιδίως, υπόψη μεταξύ των άλλων, η βλάβη που προξένησε η ανωτέρω αξιόποινη πράξη του, η φύση και το είδος της (της εν λόγω πράξης του), τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεσή της, καθώς επίσης και όλες οι αναφερόμενες στην περί ενοχής του κρίση, όπως καταγράφονται στην προμνησθείσα απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευαν την τέλεσή της, σε συνδυασμό με το βαθμό του δόλου του, όπως και η όλη στάση και διαγωγή του κατά τη διάρκεια και μετά απ' αυτήν".

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της παραπομπής για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα για την ως άνω αξιόποινη πράξη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού μνημόνευσε ειδικά στο σκεπτικό του και έλαβε υπόψη όλα τα κρίσιμα κριτήρια του άρθρου 79 ισχ.

ΠΚ, καθώς και τις αναγνωρισθείσες στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου τρεις ελαφρυντικές περιστάσεις [πρότερου έντιμου βίου, ειλικρινούς μετάνοιας και μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς], που αξιολόγησε για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης του, το βαθμό της ευθύνης του και τη δίκαιη και ανάλογη τιμωρία του γι' αυτές, τη διαγωγή του μετά την πράξη και την προθυμία του να άρει τις συνέπειες αυτής (πράξης του), διευκρίνισε γιατί επέλεξε την ποινή φυλάκισης και όχι την διαζευκτικώς προβλεπόμενη στο άρθρο 259 ισχ.

ΠΚ χρηματική ποινή, παρέπεμψε δε στο έχον καταστεί αμετάκλητο αιτιολογικό και διατακτικό της αναιρεθείσας [μόνο ως προς την ποινή] υπ'αριθ. 22/2021 προηγούμενης τελεσίδικης απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, συγκεφαλαιώνοντας τα κομβικά πραγματικά περιστατικά που υποστήριξαν τις συγκεκριμένες επιλογές του και δικαιολογούν το ύψος της ποινής.

Κατόπιν δε τούτων, με την προσβαλλόμενη απόφασή του καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, αναφέρονται ρητά στην προσβαλλομένη οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του Δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε και δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνεται στην απόφαση άλλη ειδικότερη αιτιολογία. Περαιτέρω προκύπτει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του Δικαστηρίου της παραπομπής επιβλήθηκε στον ήδη αναιρεσείοντα ελαφρότερη ποινή, τόσο σε σχέση με εκείνη των πέντε (5) μηνών που επιβλήθηκε με την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και σε σχέση με την ποινή, επίσης των πέντε (5) μηνών, που επιβλήθηκε με την αναιρεθείσα απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, αφού επιβλήθηκε, αντί της πεντάμηνης ποινής φυλάκισης, πολλαπλώς μειωμένη ποινή εντασσόμενη στο πλαίσιο της ποινής του άρθρου 85 παρ. 1 εδ.

δ' ισχ. ΠΚ [πριν από την κατά τα ως άνω αντικατάστασή του με το ν. 5090/2024], χωρίς να έχει υποχρέωση το Δικαστήριο της παραπομπής να επιβάλει το κατώτατο όριο της ποινής που προβλέπεται από το άρθρο αυτό, αναγόμενο στη διακριτική του ευχέρεια [καθώς, κατά τα προεκτεθέντα, λαμβάνει υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής, τα κριτήρια του άρθ. 79 ΠΚ], και διατήρησε, όπως είχε υποχρέωση, το ευεργέτημα της αναστολής εκτέλεσης της ποινής, το οποίο είχε χορηγηθεί στον ήδη αναιρεσείοντα με τις ως άνω αποφάσεις.

Η ανασταλείσα δε, ποινή φυλάκισης είναι, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, ευμενέστερη, αφού άγει στη μη εκτέλεση της ποινής, σε αντίθεση με τη χρηματική που εκτελείται και, συνεπώς, το Δικαστήριο δεν κατέστησε χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος. Αντιθέτως, εάν είχε επιβάλει χρηματική ποινή, τότε θα είχε υπερβεί την εξουσία του λόγω χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου.

Τέλος, με ειδικότερο σκεπτικό, το Δικαστήριο της παραπομπής, μετά την παράθεση νομικής σκέψης με βάση το άρθρο 470 ΚΠΔ, αιτιολόγησε επαρκώς την απόφασή του περί της αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας τρίμηνης ποινής φυλάκισης, διαλαμβάνοντας σ' αυτό τα ακόλουθα:

"Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών. Από την ανάγνωση της εν μέρει αναιρεθείσας αποφάσεως προκύπτει ότι, ήδη, ο κατηγορούμενος έχει τύχει του ευεργετήματος της αναστολής της ποινής της για τρία έτη. Συνακόλουθα, πρέπει, σύμφωνα με όσα εκτενώς αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, να διαταχθεί η αναστολή της εκτέλεσης της άνω ποινής που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών".

Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα, το μετ' αναίρεση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να επιβάλει στον ήδη αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης τριών (3) μηνών με τριετή αναστολή, α) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την, κατ' άρθρο 79 του νέου ΠΚ, επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής, β) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, αναδρομικά, τα ευμενέστερα, των ταυτάριθμων του προϊσχύσαντος ΠΚ, άρθρα 259, 83 και 85 παρ. 1 του νέου ΠΚ και γ) δεν κατέστησε χειρότερη τη θέση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου καθ' υπέρβαση της εξουσίας του με την επιβολή της ως άνω ποινής φυλάκισης, αφού δικαιούνταν να επιβάλει αυτήν, ενώ στην περίπτωση επιβολής χρηματικής ποινής, θα την καθιστούσε χειρότερη, και συνακόλουθα, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ', Ε' και Θ' του ισχ.ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας κατ' άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως αυτό ίσχυε, ενόψει του χρόνου συζήτησης της ένδικης υπόθεσης, πριν από την τροποποίησή του με το, ισχύσαν από 1.5.2024, άρθρο 115 του ν. 5090/23.2.2024, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.6.2023 αίτηση του κατηγορουμένου Α. Λ. του Ν. και της Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 182/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη εν ενεργεία της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ