Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment due to lack of evidence and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a sublessee against a final eviction judgment issued by the Athens Court of First Instance. The court found the appeal inadmissible because the lower court rejected the claim as vague and did not examine the evidence presented, and the first ground was baseless as the alleged change in circumstances occurred before the relevant date. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was returned, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the court of first instance rejected the claim as vague without examining the evidence, and an appeal ground is baseless if the alleged facts occurred prior to the legally relevant date.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1188 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1188/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπατσίλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΡΕΒΟΪΛ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ", που εδρεύει στη Βάρη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 30-5-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 560/2017 μη οριστική και 159/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4274/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-9-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 9-9-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 6510/783/10-9-2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4274/25-6-2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (ήτοι μισθωτικών διαφορών, άρθρα 591 παρ. 1, 614 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015). Η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν, ως προς τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 25-5-2016 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι, δυνάμει του από 22-3-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού υπεκμίσθωσης πρατηρίου υγρών καυσίμων και εμπορικής συνεργασίας, υπομίσθωσε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη το σ' αυτή περιγραφόμενο πρατήριο υγρών καυσίμων.
Ότι η διάρκεια της υπομίσθωσης ορίστηκε 12ετής, από 1-4-2006 έως 31-3-2018, και το μηνιαίο υπομίσθωμα σε 3.000 ευρώ για το πρώτο μισθωτικό έτος, αναπροσαρμοζόμενο κατά τις σ' αυτή αναφερόμενες διακρίσεις για καθένα από τα υπόλοιπα. Ότι με την από 26-7-2013 προηγούμενη αγωγή της κατά της εναγομένης, ζήτησε τη μείωση του υπομισθώματος στο ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως.
Ότι επί της αγωγής εκείνης εκδόθηκε η 893/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που μείωσε το μηνιαίο υπομίσθωμα, για το διάστημα από την επίδοσή της έως 30-6-2016, σε 2.500 ευρώ και ότι μετά την 30-6-2016 το υπομίσθωμα επανέρχεται στο συμβατικά καθορισθέν. Με αυτό το ιστορικό ζήτησε νέα μείωση του υπομισθώματος, κατ' άρθρο 388, άλλως, κατ' άρθρο 288 του ΑΚ, για το διάστημα από την επίδοση της ένδικης αγωγής της, άλλως, από 1-7-2016 έως τη λήξη της υπομίσθωσης, από το ποσό των 4.287,48 ευρώ σ' εκείνο των 1.500 ευρώ μηνιαίως.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την αγωγή αυτή με την από 30-5-2016 συναφή αγωγή της αναιρεσίβλητης υπεκμισθώτριας κατά των εκμισθωτών του ίδιου ακινήτου, εξέδωσε την 560/2017 μη οριστική απόφαση, με την οποία ανέβαλε τη συζήτηση εωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί προηγούμενων αγωγών των διαδίκων με το αυτό αντικείμενο (αναπροσαρμογή του υπομισθώματος και του μισθώματος) και β) την 159/2018 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε τις αγωγές, ως προς τη βάση του άρθρου 388 του ΑΚ, ως αόριστες και ως προς τη βάση του άρθρου 288 του ΑΚ, ως ουσία αβάσιμες.
Κατά της τελευταίας απόφασης οι ενάγουσες άσκησαν εφέσεις, η ήδη αναιρεσείουσα υπομισθώτρια την από 19-3-2018 έφεση και η αναιρεσίβλητη μισθώτρια την από 29-3-2018 έφεσή της. Επί των εφέσεων εκδόθηκε η προσβαλλομένη, 4274/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έκρινε τις αγωγές και ως προς τις δύο βάσεις, κατά το μέρος που εζητείτο η αναπροσαρμογή του συμβατικά καθορισθέντος υπομισθώματος και μισθώματος ως μη νόμιμες (κρίνοντας ότι μετά τη δικαστική αναπροσαρμογή παύει εφεξής η υπάρχουσα συμβατική) και κατά το μέρος που εζητείτο η αναπροσαρμογή του αναπροσαρμοσθέντος δικαστικά και καταβαλλόμενου υπομισθώματος και μισθώματος ως αόριστες.
Κατά την έννοια του άρθρου 388 του ΑΚ, το οποίο, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 του π.δ. 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις, προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλομένους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεστεί, είναι α) η μεταβολή των περιστατικών στα οποία κυρίως, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη από την κατάρτιση της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, αν ληφθεί υπόψη και η αντιπαροχή, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής.
Συνεπώς, για να είναι ορισμένος και νόμιμος ο ισχυρισμός που στηρίζεται στην παραπάνω διάταξη, είτε αυτός προβάλλεται με αγωγή, είτε με ανταγωγή, είτε με ένσταση για να αποκρουστεί η αγωγή εκτέλεσης της σύμβασης, πρέπει να έχει σαφή και ευσύνοπτη ιστορική βάση, να περιέχει δηλαδή όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος.
Ειδικότερα, τα περιστατικά στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη μισθωτική σύμβαση πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, κατ' άρθρα 216 παρ. 1 και 118 αριθμ. 4 του ΚΠολΔ, να εκτίθενται με ακρίβεια σ' αυτό και να γίνεται μνεία ότι η σύμβαση στηρίχθηκε στα περιστατικά αυτά, αλλιώς η αγωγή θα είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης.
Τέτοια περιστατικά είναι εκείνα, τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά ή οικονομικά, εξαιτίας των οποίων επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ώστε ο μεν οφειλέτης, εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε εκτάκτως και απρόοπτα, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ, αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί.
Έτσι, γενικής φύσης περιστατικά και ιδίως τυχαία που συμβαίνουν συνήθως, όπως είναι η αυξομείωση των εισπράξεων μιας επιχείρησης, η αύξηση (ή μείωση) της αξίας του ακινήτου λόγω αύξησης (ή μείωσης) της ζήτησης για μίσθωση ανάλογων ακινήτων, η αύξηση του κόστους ζωής, κλπ, ούτε έκτακτα ούτε απρόβλεπτα μπορούν να χαρακτηριστούν.
Αντίθετα, απρόοπτη μεταβολή των περιστατικών στα οποία στηρίχθηκαν τα μέρη μπορεί να αποτελέσει και η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, όταν είναι έκτακτης φύσης και τόσο μεγάλη ώστε να υπερβαίνει τις συνήθεις ή λογικά προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας και να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Για να στοιχειοθετηθεί, όμως, περίπτωση εφαρμογής του υπόψη άρθρου δεν αρκεί μόνη η εν λόγω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας αλλά θα πρέπει να κριθεί, σε σχέση και με τις υπόλοιπες συνθήκες και ιδίως το αναμενόμενο κέρδος από τη σύμβαση, την οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών, κλπ (ΑΠ 339/2020, ΑΠ 566/2018, ΑΠ 155/2018, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 1592/2014).
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, άσχετα του αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 του ΑΚ.
Η διάταξη αυτή παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.
Έτσι, ο μισθωτής δεν αποκλείεται να ζητήσει, κατά το άρθρο 288 του ΑΚ, αναπροσαρμογή του οφειλόμενου, αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική), μισθώματος, εφόσον, εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων, επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη -παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται- η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (ΟλΑΠ 3/2014, ΟλΑΠ 9/1997).
Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (288 ΑΚ), ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής. Μεταβολή των συνθηκών με την έννοια του άρθρου 288 του ΑΚ, μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, η σημαντική αύξηση ή μείωση του τιμαρίθμου, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζήτησης των ακινήτων και άλλοι λόγοι, με δεδομένο ότι οι περιπτώσεις στις οποίες χωρεί αναπροσαρμογή μισθώματος κατά τη διάταξη αυτή δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν λεπτομερώς, αφού η σχετική κρίση εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες που συντρέχουν κάθε φορά.
Τη συνδρομή, πάντως, των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης οφείλει, για την πληρότητα της σχετικής αγωγής, να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει ο ενάγων. Το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι διαπλαστικής φύσεως, παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσης της μίσθωσης, η οποία μεταβάλλεται ως προς το ύψος του μισθώματος από την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 800/2020, ΑΠ 566/2018, ΑΠ 155/2018, ΑΠ 763/2016).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, και αυτεπαγγέλτως, ενώ η αοριστία του δικογράφου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στοιχεία της βάσης της αγωγής αναπροσαρμογής μισθώματος ακινήτου, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, είναι, κατ' άρθρ. 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα εξής: 1) Έγκυρη σύμβαση μίσθωσης, γιατί η αγωγή απορρέει από σύμβαση και, συνεπώς, σε περίπτωση ακυρότητας, δεν χορηγείται, αφού αυτή ουδεμία συνέπεια αναδίδει, 2) μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη της μίσθωσης ή από το χρόνο της τυχόν προγενέστερης -από εκείνη που επιδιώκεται με την αγωγή- συμβατικής ή νόμιμης αναπροσαρμογής μέχρι το χρόνο της (πρώτης) συζήτησης της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και απρόβλεπτο των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή.
Η αναπροσαρμογή του μισθώματος χωρεί, έστω και αν η μεταβολή των συνθηκών δεν είναι ανυπαίτια, πλην όμως πρέπει το ζήτημα να κρίνεται ανάλογα και με τις συνθήκες καλής πίστης που συντρέχουν κάθε φορά, 3) ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο αρχικά συμφωνημένο ή το μετά από αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό ή μετά από αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο, 4) αιτιώδης σύνδεσμος (συνάφεια) μεταξύ της μεταβολής των συνθηκών και της ουσιώδους απόκλισης του μισθώματος και 5) ορισμένο αίτημα (ΑΠ 765/2020, ΑΠ 566/2018, ΑΠ 155/2018, ΑΠ 320/2016).
Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας.
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 155/2018, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως αόριστη την αγωγή της περί μείωσης του ήδη αναπροσαρμοσθέντος δυνάμει προηγούμενης δικαστικής απόφασης και καταβαλλόμενου υπομισθώματος των 2.500 ευρώ σε εκείνο των 1.500 ευρώ, για το διάστημα από 1-7-2016 έως και τη λήξη της υπομίσθωσης, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα θεμελιωτικά αυτής γεγονότα που αναφέρονται στο δικόγραφό της.
Η αναιρεσείουσα, με την ένδικη, από 25-5-2016, αγωγή της, η οποία παραδεκτά, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκοπείται για τις ανάγκες του παραπάνω αναιρετικού λόγου, ισχυρίστηκε τα εξής: "Δυνάμει του από 22-3-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού υπεκμίσθωσης πρατηρίου υγρών καυσίμων και εμπορικής συνεργασίας, νομίμως θεωρηθέντος, η αντίδικος μας υπεκμίσθωσε ένα πρατήριο υγρών καυσίμων που κείται επί ενός οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου που βρίσκεται στη ...
και επί της ..., μετά της επ' αυτού οικοδομής. Το μίσθιο πρατήριο υγρών καυσίμων βρίσκεται στο ισόγειο της ανωτέρω οικοδομής και έχει εμβαδό περίπου εκατόν σαράντα επτά τετραγωνικά μέτρα (147 τμ) και αποτελείται από αίθουσα μίνι μάρκετ, λιπαντήριο, πλυντήριο και δωμάτιο αεροσυμπιεστή που βρίσκεται στην πίσω πλευρά του κτιρίου.
Η αντίδικος κατέχει το μίσθιο δυνάμει παλιότερης σύμβασης μίσθωσης καθώς και του από 22-3-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως πρατηρίου υγρών καυσίμων το οποίο συνήφθη μεταξύ αφενός αυτής και αφετέρου των 1) Χ. Π., 2) Ι. Π., 3) Γ. θυγ. Ι. Π., 4) Γ. Π. του Χ., συζύγου Ι. Μ., απάντων κατοίκων ......Η συμβατική διάρκεια της υπομισθώσεως συμφωνήθηκε στα δώδεκα (12) έτη, αρχομένης την 1η Απριλίου 2006 και λήγουσας την 31η Μαρτίου 2018.
Το μηνιαίο υπομίσθωμα καθορίστηκε στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ, ορίσθηκε δε αυτό σταθερό έως την 30η/9/2007, εν συνεχεία δε συμφωνήθηκε ότι θα αναπροσαρμόζεται αυτό ανά έτος, ήτοι την 1η Οκτωβρίου κάθε ημερολογιακού έτους, κατά ποσοστό ίσο με τον τιμάριθμο κόστους ζωής, όπως αυτός θα καθορισθεί από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία ή της Τράπεζα της Ελλάδος για το προηγούμενο της αναπροσαρμογής έτος, προσαυξημένο κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες, η δε αύξηση θα υπολογίζεται επί του προηγουμένου της αναπροσαρμογής έτους...Κατ'ακολουθία των παραπάνω, το καταβλητέο σήμερα από εμάς μηνιαίο υπομίσθωμα, ανέρχεται κατόπιν της παραπάνω συμφωνίας και κατόπιν των ετησίων αναπροσαρμογών αυτού στο ποσό των 4.287,48 ευρώ, πλέον δε χαρτοσήμου 3,6% εκ ποσού 154,34 ευρώ και τέλους υδρεύσεως 1,5% εκ ποσού 64,31 ευρώ ανέρχεται συνολικά σε ποσό 4.506,13 Ευρώ.
Στη σύναψη της ανωτέρω μισθώσεως προχωρήσαμε καθότι η οικονομική κατάσταση της χώρας επί σειρά ετών ήταν πολύ καλή, η Ελλάδα, παρουσίαζε επί σειρά ετών πολύ μεγάλη ετήσια οικονομική ανάπτυξη, της τάξεως του 4% κατά μέσο όρο, ποσοστό κατά πολύ υψηλότερο ακόμα και από της Γερμανίας, είχε προηγηθεί δε η είσοδος στο ευρώ το έτος 2002 και η οργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων το έτος 2004 γεγονότα τα οποία δημιουργούσαν παγκοσμίως την εικόνα μιας χώρας και μιας οικονομίας δυναμικής, ανήκουσας στους ισχυρούς του πλανήτη.....Οι κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης υπεκμίσθωσης επικρατώσες οικονομικές συνθήκες λοιπόν, ήτοι το ήδη τότε θετικό επίπεδο στο οποίο ευρίσκετο η οικονομία της χώρας και οι εύλογες προσδοκίες περί της ανόδου αυτού, κατ'επέκτασιν δε το εμπόριο και ειδικότερα ο κλάδος της εμπορίας υγρών καυσίμων, με προοπτικές μάλιστα έτι περαιτέρω ανάπτυξης, καθώς επίσης και η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί εν όψει των ανωτέρω συνθηκών στον τομέα των ακινήτων επηρεάζοντας/εκτοξεύοντας τις αξίες τους σε, ανάλογα προς τις υφιστάμενες τότε προοπτικές περαιτέρω άνθισης της οικονομίας, υψηλά επίπεδα, απετέλεσαν τους λόγους για τους οποίους συμφωνήσαμε με την αντίδικο στη σύναψη της επίδικης σύμβασης υπεκμίσθωσης και δη στο συμφωνηθέν ύψος του μισθώματος....Οι προοπτικές εξέλιξης της οικονομίας, η ακολουθήσασα την εν γένει οικονομική ανάπτυξη διαμόρφωση των τιμών των ακινήτων και δη των εμπορικών σε ανάλογα υψηλά επίπεδα, καθώς και η βάσιμη προσδοκία πραγματοποίησης υψηλών (ομοίως αντίστοιχων της γενικότερης ανόδου της οικονομίας) πωλήσεων καυσίμων από το μίσθιο πρατήριο, απετέλεσαν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο για την υπογραφή μεταξύ ημών και της αντιδίκου της επίδικης σύμβασης υπεκμίσθωσης και δη στο συμφωνηθέν ύψος του μισθώματος.
Δυστυχώς όλες οι ανωτέρω προσδοκίες και τα δεδομένα ανετράπησαν άρδην από τα τέλη του έτους 2009 οπότε και ξέσπασε η οικονομική κρίση και ούτως από την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης υπεκμίσθωσης έως και σήμερα επήλθε έκτακτη και απρόβλεπτη μεταβολή των ανωτέρω περιστατικών και δεδομένων στα οποία κυρίως στηρίχθηκε η σύναψη της σύμβασης, με αποτέλεσμα να καθίσταται σήμερα υπέρμετρα επαχθής για εμάς η συμφωνία για καταβολή του μηνιαίου υπομισθώματος το οποίο ανέρχεται σήμερα, ως άνω, στο ποσό των 4.506,13 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των ανωτέρω επιβαρύνσεων εν σχέσει με την τωρινή μισθωτική αξία του ακινήτου.
Για τον λόγο αυτόν αρχικά ασκήσαμε ενώπιον του Δικαστηρίου Σας και κατά της αντιδίκου την, από 26/7/2013, με ΓΑΚ 106193/2013 και ΑΚΔ 2477/2013 αγωγή μας με αίτημα την αναπροσαρμογή του μισθώματος με βάση τις ΑΚ 388 και ΑΚ 288 και συγκεκριμένα αιτούμασταν να καθοριστεί (μειωθεί) το μηνιαίο υπομίσθωμα που καταβάλλαμε κατά τη στιγμή της άσκησης εκείνης της αγωγής στην αντίδικο για το αναφερόμενο (και στην ένδικη αγωγή μας) μίσθιο, από την επίδοση της ρηθείσας αγωγής μας, από το ποσό των 4.028,69 ευρώ πλέον συμφωνηθέντων επιβαρύνσεων που ανήρχετο τότε στο ποσό των 2.000,00 ευρώ, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται η περί της υπομίσθωσης συμφωνία.
Ακολούθως η αντίδικος άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, ως μισθώτρια κατά των εκμισθωτών του (ιδίου) μισθίου ακινήτου/πρατηρίου την, από 19/2/2014, με ΓΑΚ/ΑΚΔ: 23808/439/2014 αγωγή της, με κύριο αίτημα να αναπροσαρμοσθεί το μηνιαίο μίσθωμα που κατέβαλλε έως τότε στους εκμισθωτές της για το εν λόγω μίσθιο πρατήριο από το ποσό των 4.290,42 ευρώ μηνιαίως στο οποίο ανέρχετο κατά τον χρόνο άσκησης της ρηθείσας αγωγής της, στο ποσό των 2.000,00 ευρώ μηνιαίως, από την επομένη της κοινοποίησης της αγωγής αυτής και σταθερό μέχρι τη λήξη της μεταξύ τους σύμβασης μίσθωσης.
Οι δύο ανωτέρω αγωγές εν τέλει συνεκδικάσθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου Σας στις 14/11/2014 και εξεδόθη η υπ' αριθ. 893/2015 οριστική απόφαση η οποία πέραν της ενώσεως και συνεκδικάσεως των δύο ανωτέρω αγωγών, δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές αυτές και καθόρισε το μηνιαίως καταβαλλόμενο από μέρους μας προς την αντίδικο μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 2.500,00 ευρώ για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής μας έως την 30η/6/2016, το αυτό δε ποσό καθόρισε όσον αφορά το καταβαλλόμενο από την αντίδικο προς τους εκμισθωτές του ακινήτου καταβαλλόμενο μίσθωμα....Ως άνω η ένδικη υπομίσθωση λήγει την 31η Μαρτίου 2018.
Δεδομένου αφενός ότι η ανωτέρω υπ' αριθ. 893/2015 απόφαση του Δικαστηρίου Σας καθόρισε το μηνιαίως καταβαλλόμενο από μέρους μας προς την αντίδικο μίσθωμα στο ποσό των 2.500,00 ευρώ για συγκεκριμένο μόνο χρονικό διάστημα, ήτοι για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής μας έως την 30/6/2016, έκτοτε δε το μίσθωμα επανέρχεται στα προ της αγωγής δεδομένα και ούτως θα οφείλεται μίσθωμα ποσού των 4.287,48 ευρώ, πλέον δε χαρτοσήμου 3,6% εκ ποσού 154,34 ευρώ και τέλους υδρεύσεως 1,5% εκ ποσού 64,31 ευρώ θα ανέρχεται σε ποσό 4.506,13 Ευρώ και αφετέρου ότι καθότι έχουν ασκηθεί εκατέρωθεν εφέσεις, θεωρητικά υπάρχει το ενδεχόμενο η ανωτέρω αγωγή μας εν τέλει να απορριφθεί, αντικείμενο της παρούσας είναι το αίτημα για αναπροσαρμογή του μισθώματος από την επίδοση της άλλως, επικουρικώς από την 1/7/2016 έως τη λήξη της μισθώσεως.
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΠΟΥ ΥΦΙΣΤΑΝΤΟ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΝΑΨΗ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΒΑΣΙΣΤΗΚΕ ΑΥΤΉ Ως προελέχθη λοιπόν, οι προσδοκίες και τα δεδομένα πάνω στα οποία στηρίξαμε με την αντίδικο την υπογραφή της επίδικης σύμβασης υπεκμίσθωσης μεταβλήθηκαν εκτάκτως και απρόβλεπτα με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2009, με αποτέλεσμα να καθίσταται σήμερα υπέρμετρα επαχθής για εμάς η συμφωνία για καταβολή του μηνιαίου υπομισθώματος το οποίο ανέρχεται σήμερα, ως άνω, στο ποσό των 4.506,13 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των ανωτέρω επιβαρύνσεων εν σχέσει με την τωρινή μισθωτική αξία του ακινήτου.
Συγκεκριμένα : Σήμερα, είναι γνωστή τοις πάσι η οικονομική κρίση που μαστίζει την χώρα τουλάχιστον από το έτος 2009 και εντεύθεν. Ειδικότερα : Μεταξύ των ετών 2010 και 2011 και μετά την προσφυγή της Ελλάδας στο μηχανισμό στήριξης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης χρέους είναι πασίδηλο ότι λήφθησαν μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας, που οδήγησαν στη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και την ύφεση της ελληνικής οικονομίας μεταβάλλοντας προς το χειρότερο όλους τους δείκτες της.
Εντός του έτους 2010 λήφθηκαν τρία πακέτα οικονομικών μέτρων (1° πακέτο - Φεβρουάριος 2010: πάγωμα μισθών, περικοπές εισοδημάτων 10%, περικοπές υπερωριών και οδοιπορικών στο δημόσιο τομέα, 2° πακέτο - Μάρτιος 2010: μείωση 30% στα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα, αδείας, μείωση 12% σε όλα τα επιδόματα του Δημοσίου, μείωση 7% στις αποδοχές υπαλλήλων ΔΕΚΟ, ΟΤΑ, ΝΠΙΔ, αύξηση ΦΠΑ από 4,5 στο 5%, από 9 στο 10%, από 19 στο 21% [και αντίστοιχα και του μειωμένου ΦΠΑ των νησιών], αύξηση 15% στον φόρο της βενζίνης, επιβολή επιπλέον 10% έως 30% στους (ήδη υπάρχοντες) φόρους εισαγωγής επί της αξίας των περισσότερων εισαγόμενων αυτοκινήτων, επαναφορά τεκμηρίων διαβίωσης σε όλα ανεξαιρέτως τα αυτοκίνητα, ακόμα και στα μικρότερου κυβισμού, επέκταση των τεκμηρίων διαβίωσης σε όλα ανεξαιρέτως τα ακίνητα, ακόμα και στα μικρότερα, 3° πακέτο - Μάιος 2010 :
αντικατάσταση του 13ου και 14ου μισθού των δημοσίων υπάλληλων με επίδομα 500 € σε όλους όσους έχουν αποδοχές μέχρι 3.000 € και πλήρης κατάργηση των δύο μισθών για μεγαλύτερες αποδοχές, αντικατάσταση 13ης και 14ης σύνταξης με επίδομα 800 € για συντάξεις ως 2500 €, περαιτέρω περικοπή επιδομάτων 8% στα επιδόματα των δημοσίων υπαλλήλων και 3% στους υπάλληλους των ΔΕΚΟ όπου δεν υπάρχουν επιδόματα, αύξηση του υψηλού συντελεστή ΦΠΑ [και αντίστοιχα του μειωμένου] από 21% σε 23%, του μεσαίου από 10% σε 11% [από 1η Ιουλίου 2010] και από 11% σε 13% [από 1η Ιανουαρίου 2011] και.
αντίστοιχα του χαμηλού στο 6,5% [από 1η Ιανουαρίου 2011], αύξηση στον ειδικό φόρο κατανάλωσης σε καύσιμα, τσιγάρα και ποτά κατά 10%, αύξηση στις αντικειμενικές τιμές ακινήτων, πρόσθεση ενός επιπλέον 10% στους φόρους εισαγωγής επί της αξίας των περισσότερων εισαγόμενων αυτοκινήτων) και εντός του έτους 2011 λήφθηκε ένα πακέτο οικονομικών μέτρων (Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Προσαρμογής 2012- 2015 - αλλαγή φορολογικής κλίμακας με επιβάρυνση σε όλους όσους δηλώνουν εισόδημα πάνω από 8.000 €, έκτακτη εισφορά για όλους όσους έχουν εισόδημα πάνω από 12.000 €, μετάβαση σε ανώτερη κλίμακα ΦΠΑ προϊόντων και υπηρεσιών εστίασης, επιβολή κλιμακωτής αντικειμενικής δαπάνης κατοικίας, επιβολή ετησίου τέλους για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους επιτηδευματίες, επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας ύψους 2%, επιβολή Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης, που θα παρακρατείται μηνιαία, αύξηση του ποσοστού παρακράτησης ΛΑΦΚΑ σε όλες τις συντάξεις άνω των 1.450 €.
από 4% έως 10% που ίσχυε μέχρι τότε, σε 6% έως 14%, εργασιακή εφεδρεία για οργανισμούς που καταργούνται, αμοιβή με μισθό χαμηλότερο κατά 20% από το όριο της ΕΣΣΕ για όσους προσλαμβάνονται χωρίς εμπειρία). Περαιτέρω, λόγω της μη επίτευξης των στόχων των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής ανακοινώθηκε η λήψη νέων μέτρων τον Οκτώβριο 2011 (βαθμολόγιο-μισθολόγιο Δημοσίου, μειώσεις σε κύριες και επικουρικές συντάξεις, μειώσεις στα εφάπαξ, επιβολή τέλους ηλεκτροδοτούμενων επιφανειών, νέα φορολογική κλίμακα).
Εντός του έτους 2012, εγκρίθηκε από την Βουλή των Ελλήνων το Μνημόνιο II (συμφωνήθηκε μεταξύ Ελλάδας και των πιστωτών της τον Οκτώβριο 2011) και τα μέτρα, που το συνόδευαν (μείωση κατά 22% του κατωτάτου μισθού στον ιδιωτικό τομέα σε όλα τα κλιμάκια του βασικού μισθού [από 751€ σε 866 €] και 32% στους νεοεισερχόμενους μέχρι 25 ετών, κατάργηση 150 000 θέσεων εργασίας από το δημόσιο τομέα έως το 2015, εκ των οποίων 15.000 μέσα στο 2012, ατομικές η επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας αντί για κλαδικές, άρση μονιμότητας σε ΔΕΚΟ και υπό κρατικό έλεγχο τράπεζες, περικοπές συντάξεων, επιδομάτων, δαπανών υγείας, άμυνας, λειτουργιών του Κράτους και εκλογών, κατάργηση των Οργανισμών Εργατικής Κατοικίας και Εστίας, αύξηση αντικειμενικών αξιών και ενοποίηση φόρων στα ακίνητα, πλήρες άνοιγμα 20 κλειστών επαγγέλματος, αύξηση των εισιτηρίων στις Αστικές, Συγκοινωνίες και στον ΟΣΕ κατά 25%, κλείσιμο 200 εφοριών, κατάργηση φοροαπαλλαγών και χαμηλού ΦΠΑ στα νησιά), ενώ ψηφίστηκε σε υλοποίηση των παραπάνω το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, το οποίο προβλέπει επιπλέον μέτρα 18,9 δις €, από τα οποία 9,4 δις € αφορούν στο έτος 2013 (αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης κατά 2 έτη, από 1.1.2013, μείωση στις συντάξεις από 5 έως και 15%, από τα 1.000 € και άνω, μειώσεις στο εφάπαξ έως 83%, κατάργηση της καθολικότητας της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, κατάργηση των Δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, όπως και των επιδομάτων αδείας για τους δημοσίους υπαλλήλους και συνταξιούχους, μείωση χρόνου προειδοποίησης για απολύσεις σε 4 αντί 6 μήνες, περικοπές στα ειδικά μισθολόγια, ένταξη στο ενιαίο μισθολόγιο των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ, εφαρμογή διαθεσιμότητας ενός έτους, με μειωμένο μισθό σε μόνιμους υπαλλήλους του δημοσίου, οι θέσεις των οποίων καταργούνται, κατάργηση των επιδομάτων και αντικατάσταση τους από το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων, αύξηση φόρου στο υγραέριο κίνησης κατά 23 λεπτά, εισαγωγή έκτακτης εισφοράς στα φωτοβολταϊκά, αντίτιμο 25 € για εισαγωγή σε νοσοκομείο).
Πλέον δε χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι έχουν απολυθεί ("κινητικότητα") γεγονός που σε συνδυασμό με τις αθρόες απολύσεις στον ιδιωτικό τομέα ώθησε την επίσημη ανεργία να αγγίξει το τρομαχτικό ποσοστό του 30 %. Από τον Ιούνιο του 2015 επήλθε πλήρης αποσταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος και λόγω της απόσυρσης (πλέον των ήδη από το έτος 2009 διαφυγόντων) κεφαλαίων ύψους πάνω από 40 δις από τις Τράπεζες τα οποία είτε διέφυγαν στο εξωτερικό είτε τοποθετήθηκαν στα "στρώματα" επεβλήθησαν έλεγχοι διακίνησης κεφαλαίων (capital control), με άμεσο αποτέλεσμα την περαιτέρω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης και το άμεσο κλείσιμο χιλιάδων επιχειρήσεων.
Ακολούθως τον μήνα Αύγουστο του έτους 2015 ψηφίσθηκε το Μνημόνιο III με ιδιαίτερα, επιπλέον των προηγουμένων, σκληρά μέτρα, εκ των οποίων ενδεικτικά αναφέρουμε τα κάτωθι: Αύξηση τις προκαταβολής φόρου για τις επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες από 50% στο 75% και από το έτος 2016 στο 100%. Κατάργηση ουσιαστικά της ρύθμισης των 100 δόσεων για οφειλές προς το Δημόσιο, αυστηροποίηση των κριτηρίων ένταξης και αύξηση των επιτοκίων ρύθμισης από 3% σε 5% για οφειλές άνω των 5.000 ευρώ.
Αύξηση του ειδικού φόρου στο αγροτικό πετρέλαιο, από 66 ευρώ ανά 1.000 λίτρα που ισχύει σήμερα στα 330 ευρώ και διπλασιασμός του φόρου εισοδήματος στους αγρότες (από 13% σε 26%) από το πρώτο ευρώ και διπλασιασμός της προκαταβολής φόρου για τους αγρότες. Αύξηση και ενσωμάτωση της εισφοράς αλληλεγγύης στο φόρο εισοδήματος και η κατάργηση των τελευταίων ελαφρύνσεων που έχουν απομείνει για τις δαπάνες.
Μείωση στο 50% της κρατικής "δαπάνης" για το επίδομα θέρμανσης των λαϊκών νοικοκυριών, (μέτρο που πλήττει την κατανάλωση πετρελαίου θέρμανσης και τα πρατήρια άμεσα). Κατάργηση των μειωμένων συντελεστών του ΦΠΑ για τα νησιά. Μείωση μισθών στο Δημόσιο. Μεγάλη μείωση των συντάξεων και του ΕΚΑΣ και αλλαγές στο ασφαλιστικό με αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης. "Εξοικονόμηση" ποσού ίσου με το 0,5% του ΑΕΠ, δηλαδή τουλάχιστον 900 εκατ.
ευρώ. κάθε χρόνο από το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων συνδυαζόμενο με αύξηση των εισφορών. Τον Δεκέμβριο του έτους 2015 ακολούθησε η ανακεφαλαιοποίηση των Τραπεζών με αποτέλεσμα τον μηδενισμό ουσιαστικά της επένδυσης χιλιάδων επενδυτών που είχαν επενδύσει σε αυτές, λόγω της χαμηλής τιμής διάθεσης των νέων μετοχών.
Σημειωτέον ότι στις τράπεζες, π.χ. στην Εθνική είχαν επενδύσει πολλοί χαμηλού εισοδήματος και άσχετοι κατά τα λοιπά με επενδύσεις και δη χρηματιστήριο, καθότι θεωρούνταν σταθερή αξία, έδιναν μερίσματα κλπ. Επιπλέον επήλθε αλλαγή και αυστηροποίηση του νόμου Κατσέλη και άρση ουσιαστικά της προστασίας της πρώτης κατοικίας με ταυτόχρονη ψήφιση της τιτλοποίησης και διάθεσης κόκκινων δανείων σε εξειδικευμένα funds διαχείρισης επισφαλειών (γνωστά ως "κοράκια").
Τον τρέχοντα μήνα Μάιο άλλωστε και παρά τις διαρκείς κινητοποιήσεις και την κάθετη αντίδραση σύσσωμου του πληθυσμού της χώρας ψηφίστηκε εντέλει, ως γνωστόν, το νέο ασφαλιστικό-φορολογικό νομοσχέδιο 2016, που οδηγεί αναπόφευκτα σε περαιτέρω - πλήρη φτωχοποίηση / εξαθλίωση του πληθυσμού της χώρας, με τον ανάλογο καταστροφικό αντίκτυπο ασφαλώς στην εγχώρια αγορά και στο ενδεχόμενο ανάπτυξης της οικονομίας.
Εντός μάλιστα των επόμενων ημερών κατατίθεται στη Βουλή το νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών με τις αυξήσεις στην έμμεση φορολογίας, για την είσπραξη πρόσθετων εσόδων ύψους τουλάχιστον 1,65 δισ. ευρώ έως το 2018, το οποίο μεταξύ άλλων θα προβλέπει αύξηση του βασικού συντελεστή ΦΠΑ από το 23% στο 24%, από την 1η Ιουνίου 2016, καθώς και αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα.
Πιο συγκεκριμένα, από τον Ιούνιο θα αυξηθεί ο ΕΦΚ στη βενζίνη κατά 9-10 λεπτά το λίτρο, στο πετρέλαιο κίνησης, στο πετρέλαιο θέρμανσης και στο 'υγραέριο κατά 3 λεπτά το λίτρο. Σημειωτέον ότι τα νέα αυτά μέτρα εκτιμάται ακόμα και από το ίδιο το αρμόδιο γραφείο της Βουλής των Ελλήνων ότι θα προκαλέσουν περαιτέρω μείωση του ΑΕΠ της τάξεως του 3%.
Επιπλέον: Εντός του έτους 2015 παρατηρήθηκε περαιτέρω πτώση της τιμής των κατοικιών και γραφείων η οποία εκτιμάται από 6 έως και 10 %, προεξοφλείται δε από όλη την αγορά και τους ειδικούς ότι οι πλειστηριασμοί των κόκκινων δανείων θα οδηγήσουν σε περαιτέρω μεγάλη πτώση, πιθανώς ανεξέλεγκτη την αγορά ακινήτων.
Περαιτέρω, πασίδηλο είναι και το γεγονός της ύφεσης της ελληνικής οικονομίας εξαιτίας των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής και μείωσης της εν γένει οικονομικής δραστηριότητας. Στο 27,4% τοποθετούν τα αναθεωρημένα στοιχεία των Ετήσιων Εθνικών Λογαριασμών της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής την αθροιστική ύφεση στην Ελλάδα στο διάστημα 2008 - 2013, έναντι 24% που ήταν η μέτρηση με το παλαιό σύστημα υπολογισμού.
Είναι ενδεικτικό πως μεταξύ 2008-2009 η ύφεση ήταν 1,9% μεταξύ 2009 και 2010 ανήλθε στο 4,7%, μεταξύ 2010 και 2011 το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 8,2%, μεταξύ 2011 και 2012 η ύφεση ήταν στο 6,5% και τελικά μεταξύ 2012 και 2013 το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 6,1%). (Πηγη: http:// www.newsbeast.gr/financial/arthro/ 740918/sto -274-i-athroistiki-ufesi- stin- ellada -sto -diastima-2008-2013). Ύφεση ποσοστού 1,9% είχαμε όμως και για το έτος 2014, παρά τις επίσημες στατιστικές που αποτυπώνονται στον προϋπολογισμό του 2015 και εμφανίζουν το ΑΕΠ εκ πρώτοις αυξημένο κατά 0,6%, καταδεικνύνοντας έξοδο της Ελλάδας από την δίνη της εξαετούς ύφεσης. (Πηγή: http://www.capital.gr/story/2252871).
Προσφάτως δε και για το έτος 2015 η ΕΛΣΤΑΤ αναθεώρησε επί τα χείρω τις αρχικές εκτιμήσεις που μιλούσαν (στις 13 Νοεμβρίου) για ύφεση 0,4%) του ΑΕΠ κατά το γ' τρίμηνο και ανακοίνωσε πως τελικά η μείωση του ΑΕΠ ήταν σχεδόν τριπλάσια και έφτασε στο 1,1% σε ετήσια βάση. (Πηγή: http:// www. protothema.gr/ economy/ article/531155/elstat-triplasia-i-ufesi- sto-g-trimino/).
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το ΑΕΠ (τιμές αγοράς) διαμορφώθηκε στο τέλος του 2014 στα 179,081 δισ. ευρώ, από 182,438 δισ. ευρώ το 2013 και 207,752 δισ. ευρώ στο τέλος του 2010. (Πηγή: http://www.capital.gr/story/2279347). Για το έτος 2015 η ύφεση του ΑΕΠ ανήλθε σε -1,1 %. Σύμφωνα επίσης με την ΕΛΣΤΑΤ με +3,34% έκλεισε ο πληθωρισμός το 2011, με +1,5%) το έτος 2012, με -0,9% το έτος 2013.
Σύμφωνα δε με την Τράπεζα της Ελλάδος ο ετήσιος πληθωρισμός έκλεισε με -1,2% και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις στα επίπεδα αυτά θα κυμανθεί και για το 2015 για το οποίο δεν υπάρχουν ακόμα επίσημα στοιχεία. Παρατηρείται δηλαδή από το έτος 2012 και έκτοτε αποπληθωρισμός, ήτοι μείωση της αξιών και εμπορευμάτων, τούτο δε είναι απότοκο της ανύπαρκτης κατανάλωσης.
Σε ό,τι αφορά τον τιμάριθμο, ως προς την Μέση Ετήσια Μεταβολή (MEM) του, τα νούμερα έχουν ως εξής: για το έτος 2011 MEM "3,3" , για το έτος 2012 MEM "1,5", για το έτος 2013 MEM "-0,89" (αρνητικός τιμάριθμος) και για το έτος 2014 MEM "-2,6" (αρνητικός τιμάριθμος). Κατά το έτος 2015 ο τιμάριθμος αξακολούθησε αρνητικός με MEM περίπου "-1.9". (τα ανωτέρω στοιχεία από την ΠΟΜΙΔΑ και την ΕΛΣΤΑΤ).
Αναμφίβολα οι ως άνω οικονομικές συνθήκες, που διαμορφώθηκαν εντός των ετών της οικονομικής κρίσης, ήτοι από το έτος 2009 και εφεξής, έχουν έκτακτο χαρακτήρα και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά την σύναψη της εξεταζόμενης σύμβασης υπεκμισθώσεως με την αντίδικο το έτος 2006, δεδομένου ότι την εποχή εκείνη η οικονομία της χώρας όχι μόνον βρισκόταν σε εξαιρετικά επίπεδα αλλά, πολύ περισσότερο, υπήρχαν απτές και ευοίωνες προοπτικές εξέλιξης για το μέλλον, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε.
Ήταν λοιπόν φύσει αδύνατο για τον οποιονδήποτε (έμπορο ή μη, με ειδικές οικονομοτεχνικές γνώσεις ή μη, κ.ο.κ.) την εποχή που υπογράφαμε την κρινόμενη σύμβαση υπεκμισθώσεως με την αντίδικο, να προβλέψει την πανωλεθρία που θα ακολουθούσε τρία έτη αργότερα και την ραγδαία αλλαγή των δεδομένων της αγοράς επί τα χείρω.
Στον τομέα των πετρελαιοειδών τώρα, πρωτίστως η αύξηση αφ' ενός του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης τον Ιούλιο του 2011, οι εξεγέρσεις που έλαβαν χώρα τα τελευταία έτη σε πετρελαιοπαραγωγές χώρες της Βόρειας Αφρικής και Μέσης Ανατολής, η κρίση με το Ιράν και τα πυρηνικά του όπλα και ο εμφύλιος πόλεμος που μαίνεται μέχρι και σήμερα στη Συρία, το προσφυγικό ζήτημα, έχουν δημιουργήσει κλίμα γενικότερης αστάθειας, επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας και για τον λόγο αυτόν αλλά και λόγω της παραπάνω περιγραφόμενης συμπίεσης των εισοδημάτων των μισθωτών και συνταξιούχων, έχει επέλθει σημαντική μείωση της ζήτησης υγρών καυσίμων εντός της ελληνικής αγοράς.
Σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο από την ιστοσελίδα που τηρεί ο Σύνδεσμος Εταιριών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Eλλάδoς/σύvδεσμoς:http://www.seepe.gr/site/main2.php?lang=el&page = con tent&contentID=328): "Οι συνολικές πωλήσεις καυσίμων νια την πενταετία 2010-2014 μειώθηκαν κατά 30,17%. Οι πωλήσεις Εσωτερικής Αγοράς κινήθηκαν με πτώση 33,37% ενώ οι πωλήσεις Διεθνούς Αγοράς με πτώση 22,72%.
Ειδικότερα στην: - Εσωτερική Αγορά Οι Βενζίνες μειώθηκαν κατά 32,08% και το Πετρέλαιο Θέρμανσης μειώθηκε κατά 66,86%. Το Πετρέλαιο Κίνησης μειώθηκε κατά 5,85%). Στο πετρέλαιο βέβαια το άγνωστο στοιχείο είναι η ποσότητα θέρμανσης που χρησιμοποιήθηκε παράνομα ως πετρέλαιο κίνησης. Οι πωλήσεις Μαζούτ μειώθηκαν κατά 29,78% ενώ οι πωλήσεις Υγραερίου σημειώνουν αύξηση κατά 49,15% λόγω της ανάπτυξης της υγραεριοκίνησης. - Διεθνή Αγορά Τα αεροπορικά καύσιμα (Jet Fuels), παρουσιάζουν μικρή αύξηση κατά 5,66%.
Τα Ναυτιλιακά καύσιμα παρουσίασαν συνολική πτώση κατά 30,06%. Πιο συγκεκριμένα, το Πετρέλαιο Ναυτιλίας μειώθηκε κατά 24,81% ενώ το Μαζούτ Ναυτιλίας παρουσίασε μείωση κατά 31,16%). Η σημαντικότατη πτώση στις βενζίνες και το πετρέλαιο οφείλεται στις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, τη μεγάλη αύξηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του Φ.Π.Α.
και τη μετατροπή κινητήρων αυτοκινήτων για καύση υγραερίου. Γενικά, η οικονομική κρίση και τα οικονομικά μέτρα (εντεινόμενη ύφεση, ανεργία, έκτακτη φορολόγηση) επηρέασαν αρνητικά τις πωλήσεις." Σύμφωνα δε με δημοσίευμα της διαδικτυακής έκδοσης της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ που ανέβηκε στην σχετική ιστοσελίδα στις 10-11-2015 (σύνδεσμος: www.tanea.gr/ news/ economv/ article/ 5309682/ bovtia-sthn- katanalwsh - benzinhs- para - thn - aisthhth-ptwsh-timwn-apo-pervsi/) υπογραμμίζεται πως για το έτος 2015 παρότι οι τιμές των καυσίμων στην Ελλάδα έχουν επιστρέψει σε επίπεδα 2009, εντούτοις η κατανάλωση βενζινών και ντίζελ συνεχίζει να υποχωρεί, καταρρίπτοντας το θεώρημα πως "όταν πέφτουν οι τιμές των καυσίμων, οι πωλήσεις τους αυξάνονται".
Η εξήγηση βέβαια είναι απλή : όσο φθηνό και να καταστεί ένα προϊόν, πρέπει οι δυνητικοί αγοραστές του να δύνανται να καταβάλουν το ελάχιστο έστω απαιτούμενο αντίτιμο.
Το ίδιο δημοσίευμα πληροφορεί ότι προς επίρρωσιν των παραπάνω, τα στοιχεία του Συνδέσμου Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών δείχνουν ότι στο δεκάμηνο (Ιανουάριος-Οκτώβριος), η κατανάλωση έκλεισε στο -6% για τις βενζίνες και στο -2% για το ντίζελ κίνησης συγκριτικά με το ίδιο διάστημα πέρυσι. Διόλου ασήμαντη μείωση ειδικά στις βενζίνες.
Καταλήγει δε ως εξής: "Κύκλοι της αγοράς καυσίμων εκτιμούν ότι η εικόνα θα επιδεινωθεί περαιτέρω όταν μπει στο ισοζύγιο και το πετρέλαιο θέρμανσης, η ζήτηση για το οποίο από τις 15 Οκτωβρίου έως σήμερα, είναι εξαιρετικά υποτονική εξαιτίας των καλών καιρικών συνθηκών. Με άλλα λόγια ακόμη θεώρημα, ότι "όταν πέφτει η τιμή των καυσίμων, αυξάνεται η κατανάλωση", καταρρίπτεται στην Ελλάδα της ύφεσης.
Αν δεν αρθεί η αβεβαιότητα στην οικονομία, η ζήτηση δεν πρόκειται να αυξηθεί ακόμη και αν η βενζίνη πέσει κάτω από τα 1,20 ευρώ." Με άλλα λόγια ακόμη θεώρημα, ότι "όταν πέφτει η τιμή των καυσίμων, αυξάνεται η κατανάλωση ", καταρρίπτεται στην Ελλάδα της ύφεσης. Αν δεν αρθεί η αβεβαιότητα στην οικονομία, η ζήτηση δεν πρόκειται να αυξηθεί ακόμη και αν η βενζίνη πέσει κάτω από τα 1,20 ευρώ.".
Επίσης, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του αρμόδιου υπουργείου που αποκάλυψε το Capital.gr, οι πωλήσεις τον Ιούλιο του έτους 2015 διαμορφώθηκαν ως εξής : Στις βενζίνες οι πωλήσεις τον Ιούλιο 2015 ήταν 213.628 τόνους έναντι 259.182 τόνους πέρυσι τον Ιούλιο. Η μείωση στις βενζίνες φτάνει το 18% σε σχέση με πέρυσι. Στο ντίζελ κίνησης οι πωλήσεις τον Ιούλιο 2015 ήταν 211.103 τόνους έναντι 272.078 τόνους πέρυσι τον Ιούλιο.
Η μείωση στο ντίζελ κίνησης είναι 22%. Πίσω από τη θεαματική αυτή υποχώρηση κρύβεται βεβαίως η επιβολή των capital controls και τα σοβαρότατα προβλήματα που προκλήθηκαν στην οικονομική και επιχειρηματική δραστηριότητα από τους περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων. (πηγή: http://www.dimokratiki.gr/ 13-09- 2015 /ipochorisi-sok-22-stis-polisis-kafsimon-logo-capital-controls/).
Από όλα τα παραπάνω αβίαστα συνάγεται η ζοφερή και βίαιη πραγματικότητα που όλη η Ελλάδα και εν προκειμένω η αγορά καυσίμων, βιώνει, και η οποία συνιστά κάτι πολύ περισσότερο από ακραία και απρόβλεπτη μεταβολή συνθηκών σε σχέση με αυτές του έτους 2006, κατά το οποίο καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση υπεκμίσθωσης, με την προσδοκία κέρδους από εμάς.
Η κατανάλωση των καυσίμων είναι βέβαιο ότι θα παρουσιάσει περαιτέρω πτώση δεδομένου ότι λόγω των επικείμενων δύο αυξήσεων στα καύσιμα υπολογίζεται ότι η τιμή π.χ. της αμόλυβδης από 1,400 το λίτρο περίπου που έχει σήμερα, θα ανέλθει περίπου στο 1,700. Η οικονομική κρίση προκάλεσε τεραστία πτώση στην αγορά των ακινήτων, στον τομέα της μίσθωσης αυτών αλλά και στη ζήτηση επαγγελματικών χώρων προς μίσθωση (ανάλογα άλλωστε ισχύουν και σε περίπτωση αγοράς ακινήτου).
Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα η ύφεση στα ακίνητα που διήρκησε καθ'όλο το έτος 2011 είχε φέρει την χώρα μας στην 27η θέση επί συνόλου 27 χωρών σε έρευνα της εταιρείας PriceWaterhouse Coopers (και του Urban Land Institute) από πλευράς προοπτικής για προσέλκυση επενδύσεων στον τομέα της κτηματαγοράς ενώ στα συμπεράσματα της έρευνας προτείνεται στους ξένους επενδυτές να αποφεύγεται η επένδυση στην κτηματαγορά της χώρας.
Η εικόνα δε αυτή σήμερα είναι ακόμα χειρότερη. Η κρίση έχει επηρεάσει σύμφωνα με δημοσιεύματα τόσο την αγορά όσο και την μίσθωση των επαγγελματικών χώρων όσο και την αγορά και μίσθωση οικοπέδων ενώ αναμένεται να διαρκέσει τουλάχιστον και καθ'όλη την διάρκεια του έτους 2016 και μάλιστα να επιδεινωθεί λόγο) της έναρξης των πλειστηριασμών των κόκκινων δανείων, των capital controls, αλλά και της επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης γενικότερα.
Συγκεκριμένα οι τιμές των ενοικίων των επαγγελματικών χώρων έχουν καταγράψει μείωση πλέον της τάξης τουλάχιστον του 45% τούτο δε είναι απόρροια της παρατεταμένης επί 6ετία ύφεσης, της έλλειψης οιουδήποτε επενδυτικού ενδιαφέροντος και του μεγάλου αποθέματος κενών/αδιάθετων χώρων. Σύμφωνα με σχετικά στοιχεία που παρουσίασε στο Συνέδριο ακινήτων Prodexpo 2015 ο κ.
Δ. Μ., επικεφαλής της εταιρείας παροχής υπηρεσιών ακινήτων B. B. και πρόεδρος της Ομοσπονδίας Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων Ελλάδος (ΟΜΑΣΕ), από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα, οι τιμές των γραφείων έχουν υποχωρήσει από 50%-60%, ενώ στην αγορά των αποθηκευτικών εγκαταστάσεων, η πτώση κινείται μεταξύ 45% και 50%. Αντίστοιχα, στα εμπορικά καταστήματα κεντρικών εμπορικών οδών η πτώση κινείται μεταξύ 35% και 45%.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του διεθνούς οίκου αξιολόγησης Fitch που είχαν ανακοινωθεί με σχετική έκθεση από τις αρχές του έτους 2014, εκτιμώταν ότι η κρίση στην ελληνική κτηματαγορά θα συνεχιζόταν μέχρι το 2015 οπότε και προβλέπετο ότι θα υπήρξε σχετική σταθεροποίηση. Σύμφωνα με τους αναλυτές του διεθνούς οίκου, εν έτει 2014, οι τιμές στην Ελλάδα θα υποχωρούσαν συνολικά κατά 42% μέσα σε μια πενταετία με την υποχώρηση μέσα στο 2014 να φτάνει το 10%.
Η ίδια έκθεση ανέφερε ότι ήδη τότε οι τιμές στη χώρα μας (με βάση στοιχεία τρίτου τριμήνου του 2013) είχαν υποχωρήσει 32,7% από το υψηλότερο σημείο που βρέθηκαν προ κρίσης. Η εκτίμηση αυτή της Fitch ήταν μάλιστα πολύ χειρότερη από εκείνη που έδινε έναν περίπου χρόνο πριν την ανωτέρω έκθεση όταν προέβλεπε ότι οι τιμές των ακινήτων στην Ελλάδα θα έχουν υποχωρήσει κατά 33% από τα επίπεδα του 2008.
Ήδη σήμερα ο ίδιος διεθνής οίκος αξιολόγησης προβλέπει συνέχιση της κρίσης στην ελληνική κτηματαγορά και μετά το τρέχον έτος, εκτιμώντας ότι θα υπάρξει περαιτέρω μείωση στις τιμές κατοικιών στην Ελλάδα, 6% το 2015, κατά 4% το 2016 και κατά 2% το 2017. Ήδη στο κέντρο και συγκεκριμένα στο Κολωνάκι και το Σύνταγμα το ποσοστό των κλειστών καταστημάτων ανέρχεται σε 35% .
Τα αυτά βεβαίως ισχύουν και για τις μεγαλύτερες αγορές βορείων και νοτίων προαστίων, ήτοι την Κηφισιά στα βόρεια, μια περιοχή με υψηλό βιοτικό επίπεδο και πρώτης ζήτησης μέχρι πρότινος, όπου το ποσοστό των άδειων/κενών καταστημάτων έχει ανέλθει ήδη από το έτος 2012 σε ποσοστό 23,8 % ! στην δε Γλυφάδα την μεγαλύτερη αγορά και πόλο έλξης των νοτίων παραλιακών προαστίων (όπου βρίσκεται και το πρατήριο μας), το ποσοστό αυτό ανέρχεται πλέον σχεδόν σε 30 % ! Συγκεκριμένα δε όσον αφορά την Βούλα, την Βάρη και τη Βουλιαγμένη (οι οποίες αποτελούν πλέον ένα Δήμο) είναι οι περιοχές στις οποίες έχει επέλθει και η μεγαλύτερη πτώση της μισθωτικής αξίας κατοικιών και επαγγελματικών χώρων καθότι όπως καταλήγουν διάφορες μελέτες οι περιοχές αυτές "αδειάζουν" από κόσμο ο οποίος μετακομίζει σε μικρότερες και πιο εγγύς του κέντρου των Αθηνών οικίες, ώστε να εξοικονομήσει χρήματα από τις διαφορές ενοικίων και κόστους μετακίνησης με άμεσο και αναπόφευκτο βεβαίως αποτέλεσμα την γενική πτώση του τζίρου σε όλη την αγορά της περιοχής.
Μάλιστα σε σχετικό άρθρο από την οικονομική στήλη της διαδικτυακής έκδοσης της εφημερίδας "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", συνταχθέν τον Ιούνιο έτους 2013, παρατίθενται τα πορίσματα της μελέτης που διενήργησε η εταιρεία εκτιμητών και συμβούλων ακινήτων GLP Values. Σύμφωνα με την έρευνα αυτή οι τιμές των ενοικίων στην Αττική και δη σε "ακριβές" περιοχές, μεταξύ των οποίων και η Βούλα όπου κείται το επίδικο μίσθιο ακίνητο, καταγράφουν μείωση 40%! Πλέον δε σήμερα η πτώση αυτή ξεπερνά το 50% .
Στην ίδια έρευνα παρατίθενται και συγκριτικά στοιχεία που αποδεικνύουν την πτώση των αποδόσεων αναφορικά με αγορές ακινήτων στις προαναφερόμενες περιοχές, όπερ αυτομάτως καθιστά τις αποδόσεις ακόμα χαμηλότερες όταν έχουμε να κάνουμε όχι με αγορά αλλά με μίσθωση ακινήτων στις περιοχές αυτές, ως η ....
Τέλος αξίζει να ειπωθεί ότι ως είναι ευρέως γνωστό, η έναρξη των πλειστηριασμών και μάλιστα σωρηδόν, η οποία προς το παρόν "φρενάρεται" από την αποχή των δικηγόρων, την απαγόρευση εκδόσεως διαταγών πληρωμής, την αποχή των συμβολαιογράφων κλπ., η οποία έναρξη αναμένεται μετά βεβαιότητος εντός του 2016 οπότε και θα έχει ολοκληρωθεί η πώληση των κόκκινων δανείων στα επονομαζόμενα distress founds, γνωστά και ως "κοράκια", αναμένεται ότι θα επιφέρει περαιτέρω μείωση της αξίας των ακινήτων της τάξεως τουλάχιστον 20%.
Ειδικότερα στον τομέα των πρατηρίων βενζίνης, η, ως άνω, περιγραφόμενη πτώση της κατανάλωσης για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με την πληθώρα των επαγγελματικών χώρων που μένουν πια άδειοι, καθώς όλο και περισσότερες επιχειρήσεις (4.000 περίπου πρατήρια είναι παγκοίνως γνωστό ότι έκλεισαν από την έναρξη της κρίσης επί συνολικού αριθμού 12.000 περίπου) βάζουν λουκέτο μη δυνάμενες να ανταπεξέλθουν στα αυξημένα έξοδα, με μηδαμινά έσοδα, έχει οδηγήσει στην δραματική μείωση της ζήτησης επαγγελματικών χώρων προς μίσθωση.
Κατ'ακολουθία η πτώση των μισθωμάτων είναι γεγονός, τα δε πρατήρια που ήταν ήδη μισθωμένα και δεν έκλεισαν, για να επιβιώσουν και να παραμείνουν ανοικτά ζητούν μείωση των μισθωμάτων, αίτημα που κατά κανόνα γίνεται αποδεκτό από τους εκμισθωτές, επειδή είναι προφανές ότι διαφορετικά τα ακίνητά τους θα μείνουν ανοίκιαστα και ανεκμετάλλευτα.
Στην αίτηση δε προς τους εκμισθωτές για μείωση των μισθωμάτων προβαίνουν σωρηδόν και οι ίδιες οι εταιρίες εμπορίας πετρελαιοειδών οι οποίες έχουν μισθώσει πρατήρια είτε για να τα εκμεταλλεύονται οι ίδιες (ως δύνανται από το έτος 2004 δυνάμει του Ν 3054/2002) είτε το έχουν υπεκμισθώσει σε τρίτους, ως η αντίδικος σε εμάς.
Οι δε μειώσεις των μισθωμάτων ανέρχονται τουλάχιστον σε ποσοστό 30% του ύψους του μηνιαίου μισθώματος σε σχέση με το καταβαλλόμενο το έτος 2009 μίσθωμα. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι την κατάσταση αυτή παραδέχεται και ομολογεί και ο ίδιος ο διευθύνων σύμβουλος της αντιδίκου μας REVOIL κ. Γ. Ρ., ο οποίος σε συνέντευξη που έχει παραχωρήσει και δημοσιεύτηκε από ιστοσελλίδα του διαδικτύου ανέφερε επί λέξει τα εξής (σύνδεσμος: http:// www.reporter.gr/ Eidhseis/ Epicheirhseis/ item/245118-G- ...-%) 28Revoil%29-Pame-gia-570-prathria-mechri-ta-telh-toy-2014): "...μισθώματα σε κάποιες περιοχές της Θεσσαλονίκης έχουν πέσει για τα πρατήρια βενζίνης από τα 10.000 στα 3.000 ευρώ.
Αντίστοιχα, και στην Αθήνα όπως για παράδειγμα στη Μεσογείων, τα μισθώματα έχουν μειωθεί από τα 7.000 στα 3.500 ευρώ ή στην Κηφισίας από τα 24.000 στα 14.000 ευρώ" Το ίδιο δημοσίευμα αποδίδει επίσης στον κ. Ρ. τα εξής: "Σημειώνει ότι από τα 8.500 πρατήρια που μετρούσε κάποτε ο κλάδος προ κρίσης, σήμερα δεν ξεπερνά τα 5.000 πρατήρια".
Τουτέστιν η ίδια η αντίδικος ομολογεί μέσω του διευθύνοντος συμβούλου της πλήρως τους αγωγικούς μας ισχυρισμούς. Καθίσταται προφανές από τα παραπάνω ότι λόγω απρόβλεπτων λόγων και περιστάσεων, οι οποίοι συνίστανται συνοπτικά στην οικονομική κρίση που έπληξε την χώρα μας από το τέλος του έτους 2009, την συνεπακόλουθη μείωση των μισθών των υπαλλήλων και των συντάξεων και την συρρίκνωση του ατομικού εισοδήματος, την αύξηση της ανεργίας, την αύξηση των αμέσων και εμμέσων φόρων, την αύξηση της τιμής των καυσίμων και συνακόλουθα την μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών και την εξ αιτίας αυτής πτώση της κατανάλωσης καυσίμων επήλθε μείωση των τιμών των μισθωμάτων των πρατηρίων υγρών καυσίμων και αδιαμφισβήτητα ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του επιδίκου μισθίου - πρατηρίου (αναφέρονται συγκριτικά στοιχεία,...ετών 2010-2013).
Από τα παραπάνω απτά συγκριτικά δεδομένα συνάγεται και τεκμαίρεται ότι, για τους αντικειμενικούς λόγους που προαναφέρθηκαν, η μισθωτική αξία των ακινήτων της ευρύτερης περιοχής της Βούλας τα οποία χρησιμοποιούνται ως επαγγελματικοί χώροι και δη ως πρατήρια πώλησης υγρών καυσίμων έχει σημειώσει ιδιαίτερα μεγάλη πτώση τα τελευταία χρόνια.
Ώστε σήμερα η μισθωτική αξία του επίδικου μισθίου πρατηρίου υγρών καυσίμων εκτιμάται από μεσιτικά γραφεία εγνωσμένης φήμης και αξιοπιστίας ότι διαμορφώνεται σε μηνιαίο μίσθωμα ποσού 1.500,00 Ευρώ. Ήδη μάλιστα σε παλαιότερο χρονικό σημείο σε σχέση με τον χρόνο σύνταξης της παρούσας αγωγής και συγκεκριμένα στις 30/10/2014, δυνάμει της -με την αυτή ως άνω ημερομηνία- έγγραφης έκθεσης εκτίμησης ακινήτου του αρχιτέκτονος μηχανικού Μ.
Τ. (το περιεχόμενο της οποίας γνωρίζει η αντίδικος στο πλαίσιο της εκδίκασης της πρώτης της, ως άνω, εναντίον της αγωγής), η μισθωτική αξία του εν λόγω μισθίου πρατηρίου είχε εκτιμηθεί για την περίοδο εκείνη (περίπου προ 2 ετών δηλαδή) ότι αντιστοιχούσε αντικειμενικά σε μίσθωμα ύψους 1.700,00 Ευρώ μηνιαίως.
Δυνάμει δε της νεωτέρας, από 1/4/2016 εκθέσεως εκτίμησης ακινήτου του ιδίου η μηνιαία μισθωτική αξία του μισθίου εκτιμάται σε 1.500,00 Ευρώ. Ενώ δυνάμει και της από 2-5-2014 έγγραφης Εκτίμησης Μισθίου της εγνωσμένου κύρους και φήμης ανώνυμης κτηματικής οικοδομικής και τουριστικής εταιρείας "... G.L.G." (...), το περιεχόμενο της οποίας ομοίως είναι εις γνώσιν της αντιδίκου, είχε εκτιμηθεί ότι η μισθωτική αξία του επιδίκου μισθίου πρατηρίου κατά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο όπου συντασσόταν αυτή (ήτοι ακριβώς 2 έτη πριν), αντιστοιχούσε σε ποσό 2.000 - 2.200 Ευρώ μηνιαίως.
Επιπρόσθετα, προς επίρρωση των ανωτέρω ισχυρισμών μας και ειδικότερα καθ'όσον αφορά την δική μας επιχείρηση πρατηρίου υγρών καυσίμων που λειτουργούμε εντός του μισθίου πρατηρίου μας, επαγόμεθα τα εξής: Από την αρχή της κρίσης στα τέλη του έτους 2009 και εντεύθεν κάθε έτος η επιχείρησή μας εμφάνιζε σταδιακή πτώση στις καταναλώσεις καυσίμων της, ως άμεση απόρροια της αναπάντεχης και βίαιης μεταβολής των συνθηκών στην οικονομία της χώρας και στον χώρο της εμπορίας υγρών καυσίμων ειδικότερα, ως ανωτέρω διεξοδικά επισημάνθηκε.
Ακόμη όμως και με τα πρωτοφανή αυτά, ιδιαιτέρως δυσμενή και εντασσόμενα, κατά το μάλλον ή ήττον, στην έννοια της ανωτέρας βίας, νέα δεδομένα, η επιχείρησή μας αγκομαχούσε στην κυριολεξία να κρατηθεί ζωντανή στην αγορά, προσπαθώντας παράλληλα να είναι σε θέση να ανταποκρίνεται στις εργοδοτικές της υποχρεώσεις απέναντι στο προσωπικό που απασχολούσε στο πρατήριο και κατ'επέκτασιν έναντι των οικογενειών των ανθρώπων αυτών που ζούσαν από τους μισθούς που κατέβαλλε.
Παρ' όλες όμως τις φιλότιμες προσπάθειες και παρ'ό,τι επεδείξαμε τεράστια υπομονή ενώ βλέπαμε τα πράγματα να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο και το πρατήριο μας να εμφανίζει τεράστια πτώση, δυστυχώς τα έτη από το 2012 και έπειτα απετέλεσαν κυριολεκτικά μια πανωλεθρία για την επιχείρησή μας. Το έτος 2009 οι συνολικές καταναλώσεις υγρών καυσίμων παντός είδους του πρατηρίου μας ανήλθαν σε 7.783.577 λίτρα.
Το έτος 2010 οι συνολικές καταναλώσεις καυσίμων του πρατηρίου μας ανήλθαν σε 6.489.328 λίτρα, ήτοι επήλθε μείωση κατά 17% περίπου σε σχέση με το έτος 2009. Το έτος 2011 οι συνολικές καταναλώσεις καυσίμων του πρατηρίου μας ανήλθαν σε 4.230.679 λίτρα, ήτοι επήλθε μείωση κατά περίπου 35% σε σχέση με το έτος 2010 και 44% περίπου σε σχέση με το έτος 2009.
Το έτος 2012 οι συνολικές καταναλώσεις καυσίμων του πρατηρίου μας ανήλθαν σε 3.372.097 λίτρα, ήτοι επήλθε περαιτέρω μείωση κατά 22% περίπου σε σχέση με το έτος 2011 και 57% περίπου σε σχέση με το 2009. Το έτος 2013 οι συνολικές καταναλώσεις καυσίμων του πρατηρίου μας ανήλθαν εν τέλει σε 2.050.104 λίτρα, ήτοι επήλθε περαιτέρω μείωση κατά 40% περίπου σε σχέση με το έτος 2012 και 73 % περίπου σε σχέση με το 2009.
Το έτος 2014 οι καταναλώσεις όλων των καυσίμων του πρατηρίου μας ανήλθαν σε 1.236.835 λίτρα, ήτοι επήλθε περαιτέρω μείωση κατά 40 % περίπου σε σχέση με το έτος 2013 και 84 % περίπου σε σχέση με το 2009. Το αυτό έτος οι καταναλώσεις όλων των καυσίμων του πρατηρίου μας πλην πετρελαίου θέρμανσης, το οποίο είναι έκτακτο και εποχιακό είδος, ανήλθαν στο 12μηνο σε 1.134.428 λίτρα, ήτοι μέση μηνιαία κατανάλωση 94.535,6 λίτρα σε όλα τα καύσιμα πλην πετρελαίου θέρμανσης, του δε πετρελαίου θέρμανσης σε 102.407 λίτρα.
Το δε έτος 2015 οι καταναλώσεις όλων των καυσίμων πλην πετρελαίου θέρμανσης ανήλθαν σε 1.175.509 λίτρα, ήτοι 97.959 λίτρα μηνιαίως, τουτέστιν παρέμειναν ουσιαστικά σταθερές σε σχέση με το 2014, παρουσιάζουν όμως μείωση περίπου 84 % περίπου σε σχέση με το 2009. Η δε κατανάλωση του πετρελαίου θέρμανσης ανήλθε σε 484.000 λίτρα.
Ήτοι το έτος 2015 η μέση μηνιαία κατανάλωση όλων των καυσίμων παρέμεινε ουσιαστικά σταθερή, σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο έτος, πλην του πετρελαίου θέρμανσης, η οποία αυξήθηκε λόγω του γνωστού γεγονότος της ευρείας χορήγησης του κοινωνικού επιδόματος για το πετρέλαιο θέρμανσης. Σημειωτέον ότι η κατανάλωση του πετρελαίου θέρμανσης είναι επιβοηθητική δεδομένου ότι αντιπροσωπεύει μικρό ποσοστό επί των πωλήσεων και είναι εποχική, φέτος δε κατόπιν της μειώσεως της κρατικής επιχορηγήσεως στις ευπαθείς ομάδες αναμένεται σημαντική πτώση.
Τέλος το τρέχον έτος, το 2016, το πρώτο 4μηνο αυτού, οι καταναλώσεις όλων των καυσίμων πλην πετρελαίου θέρμανσης ανήλθαν σε 372.500 λίτρα, ήτοι 93.125 λίτρα μηνιαίως, ήτοι εμφάνισαν μικρή πτώση σε σχέση με το προηγούμενο έτος 2015, παρουσιάζουν όμως μείωση περίπου 84 % περίπου σε σχέση με το 2009. Τουτέστιν μέσα σε 6 έτη η επιχείρηση μας ωθήθηκε εκ των πραγμάτων και για τους λόγους που προαναφέρθησαν σε "ελεύθερη πτώση", παρουσιάζοντας διαφορά - πτώση των καταναλώσεων / πωλήσεών της σε ποσοστό περίπου 84%....
Εν προκειμένω συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ διότι ενυπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εν λόγω άρθρου. Η οικονομική κρίση που έπληξε την χώρα μας από το τέλος του έτους 2009 και διαρκεί έως σήμερα, που είχε σαν αποτέλεσμα την μείωση των μισθών και συντάξεων, την αύξηση της ανεργίας, την αύξηση των αμέσων και εμμέσων όρων, την αύξηση της τιμής των καυσίμων και την συνακόλουθη μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών και ως εκ τούτου την πτώση της κατανάλωσης καυσίμων η οποία επέφερε άμεσα την μείωση και της εμπορικής αξίας των πρατηρίων κατά τα ανωτέρω συνιστούν λόγους απρόβλεπτους οι οποίοι προκαλούν την μεταβολή των περιστατικών στα οποία ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη, ήτοι εμείς και η αντίδικος, στήριξαν την σύναψη του από 22-3-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού υπεκμίσθωσης πρατηρίου υγρών καυσίμων και εμπορικής συνεργασίας.
Εξαιτίας των λόγων αυτών επήλθε μείωση των τιμών των μισθωμάτων των πρατηρίων υγρών καυσίμων, ως άλλωστε και κάθε εμπορικής μίσθωσης λόγω της εν γένει πτώσης της καταναλώσεως και αδιαμφισβήτητα ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του επιδίκου μισθίου πρατηρίου. Η μεταβολή αυτή είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης μεταξύ της εταιρίας μας και της αντιδίκου του, από 22/3/2006, συμφωνητικού υπεκμίσθωσης πρατηρίου υγρών καυσίμων και εμπορικής συνεργασίας και οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και οι οποίοι αν μπορούσαν κατά το έτος 2006 να προβλεφθούν, είναι παραπάνω από βέβαιο ότι δεν θα υπογράφαμε με την αντίδικο την εν λόγω σύμβαση με καταβαλλόμενο τότε ύψος μηνιαίου υπομισθώματος ποσού τριών χιλιάδων Ευρώ (3.000 Ευρώ) πλέον χαρτοσήμου κλπ.
Το εν λόγω ποσό (κατόπιν των ετήσιων αναπροσαρμογών) του μηνιαίου υπομισθώματος των 4.287,48 ευρώ, ήτοι τελικό ποσό 4.506,13 ευρώ συμπεριλαμβανομένου χαρτοσήμου 3,6% εκ ποσού 154,34 Ευρώ και τέλους υδρεύσεως 1,5% εκ ποσού 64,31 Ευρώ στο οποίο ανέρχεται σήμερα κατόπιν των συμφωνηθέντων, είναι υπέρμετρα δυσανάλογο και αποτελεί εν όψει των παραπάνω εκτεθέντων συνθηκών παροχή ιδιαίτερα επαχθή για την εταιρία μας, ουδόλως ανταποκρινόμενη στην μισθωτική αξία του μισθίου, η οποία σήμερα έχει διαμορφωθεί στο ποσό των 1.500,00 Ευρώ μηνιαίως, ήτοι 1.554,00 Ευρώ συμπεριλαμβανομένου τέλους χαρτοσήμου και 1.576,50 Ευρώ συμπεριλαμβανομένου και του τέλους ύδρευσης, η δε διαφορά μεταξύ τους, ύψους 2.787,48 Ευρώ, άλλως 2.929,63 Ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου και του τέλους ύδρευσης, είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Η δε εμμονή της υπεκμισθώτριας - αντιδίκου στην καταβολή από εμάς του μηνιαίου υπομισθώματος των 4.287,48 Ευρώ (4.506,13 Ευρώ συμπεριλαμβανομένου τέλους χαρτοσήμου και τέλους ύδρευσης) είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές. Επιβάλλεται δε σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη αναπροσαρμογή (μείωση) του μηνιαίου υπομισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών.
Σε κάθε περίπτωση εν προκειμένω συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τόσο του άρθρου 388 ΑΚ όσο και του άρθρου 288 ΑΚ διότι υφίσταται εν προκειμένω μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη της εμπορικής υπομίσθωσης με την αντίδικο υπεκμισθώτρια (όπου έγινε ο συμβατικός προσδιορισμός του μηνιαίου μισθώματος και ορίστηκε η ετήσια αναπροσαρμογή αυτού) μέχρι τον χρόνο άσκησης της αγωγής ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και το απρόβλεπτο των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή.
Επίσης υφίσταται ουσιώδης απόκλιση κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο μηνιαίο υπομίσθωμα το οποίο ανέρχεται, κατά τα ανωτέρω, σε ποσό 1.500,00 Ευρώ (1.576,50 Ευρώ συμπεριλαμβανομένου χαρτοσήμου και τέλους ύδρευσης) και στο τρέχον καταβλητέο στην αντίδικο υπεκμισθώτρια μηνιαίο υπομίσθωμα το οποίο ανέρχεται κατά τα προεκτεθέντα σε ποσό 4.287,48 ευρώ (4.506,13 ευρώ συμπεριλαμβανομένου χαρτοσήμου και τέλους ύδρευσης) αφ'ετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία σε εμάς ως ενάγουσα υπομισθώτρια, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό ή μετά από αναπροσαρμογή ορισμό του υπομισθώματος κίνδυνο και η οποία ανέρχεται στην διαφορά μεταξύ των δύο ("καθαρών") μηνιαίων υπομισθωμάτων (4.287,48 ευρώ - 1.500,00 Ευρώ), ήτοι ανέρχεται σε ποσό 2.787,48 ευρώ, η οποία διαφορά είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Υφίσταται άμεση σχέση (συνάφεια) ανάμεσα στη μεταβολή των συνθηκών και την ουσιώδη απόκλιση του υπομισθώματος, δεδομένου ότι η απόκλιση δεν θα επερχόταν χωρίς τη μεταβολή των συνθηκών που περιγράφηκαν παραπάνω.....". Το Εφετείο, αφού παρέθεσε το ιστορικό της υπόθεσης και τις δέουσες νομικές σκέψεις, ως προς το αίτημα περί μείωσης του καταβαλλόμενου από την ενάγουσα υπομισθώματος, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί δυνάμει προηγούμενης δικαστικής αναπροσαρμογής, που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, έκρινε την αγωγή ως αόριστη, τόσο ως προς την κύρια (ΑΚ 388) όσο και ως προς την επικουρική βάση της (ΑΚ 288), με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση με τις υπό κρίση αγωγές:
α) της μισθώτριας κατά των εκμισθωτών του μισθίου και β) της υπομισθώτριας κατά της υπεκμισθώτριας του μισθίου, επιδιώκεται, όπως από το ιστορικό και τα αιτήματά τους προκύπτει, η αναπροσαρμογή - μείωση του μισθώματος και του υπομισθώματος του μισθίου για το διάστημα από 1.7.2016 και εφεξής, από τα ποσά των 4.428,73 ευρώ και των 4.287,44 ευρώ, που είναι καταβλητέα βάσει των όρων της μίσθωσης και της υπομίσθωσης, σε εκείνα των 1.500 και 1.500 ευρώ αντιστοίχως, ενώ έχει προηγηθεί δικαστική αναπροσαρμογή - μείωση αυτών με την αναφερόμενη στις αγωγές οριστική απόφαση, που κατέστη ήδη και τελεσίδικη, στα ποσά των 2.500 και 2.500 ευρώ αντιστοίχως, μέχρι τις 30.6.2016.....
Η προηγηθείσα δικαστική αναπροσαρμογή κατέλυσε την αρχική στις συμβάσεις της μίσθωσης και της υπομίσθωσης συμφωνία των διαδίκων για το ύψος του μισθώματος και του υπομισθώματος και συνεπώς τα παραπάνω ποσά των 4.428,73 ευρώ και 4.287,44 ευρώ, που προκύπτουν από αυτήν, δεν ισχύουν ως μίσθωμα και υπομίσθωμα και γι' αυτό δεν υπόκεινται σε αναπροσαρμογή με τις διατάξεις των άρθρων 288 και 388 του ΑΚ.
Επομένως οι υπό κρίση αγωγές, κατά το μέρος που επιδιώκουν την αναπροσαρμογή μισθώματος και υπομισθώματος που δεν ισχύουν, είναι μη νόμιμες και απορριπτέες...Εξάλλου, μετά την προηγηθείσα δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος και του υπομισθώματος, στα ποσά των 2.500 και 2.500 ευρώ αντιστοίχως, του λοιπού αυτά και μόνον υπόκεινται σε περαιτέρω αναπροσαρμογή, είτε συμβατική, αν και όποτε τα μέρη το αποφασίσουν, είτε νόμιμη με το άρθρο 7 παρ.3 του π.δ. 34/1995, είτε δικαστική με τις διατάξεις των άρθρων 288 και 388 του ΑΚ, στην τελευταία περίπτωση όμως μόνο με την προϋπόθεση ότι τα θεμελιωτικά της εφαρμογής τους περιστατικά έλαβαν χώρα από το χρόνο συντέλεσης της προηγηθείσης δικαστικής αναπροσαρμογής μέχρι την άσκηση των υπό κρίση αγωγών.
Κατά το μέρος λοιπόν που με τις υπό κρίση αγωγές ήθελε θεωρηθεί ότι ζητείται νέα περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 288 και 388 του ΑΚ, δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος και του υπομισθώματος του μισθίου από τα ποσά των 2.500 και 2.500 ευρώ, στα οποία είχαν προηγουμένως με την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση αναπροσαρμοστεί, σε εκείνα των 1.500 και 1.500 ευρώ αντιστοίχως για το διάστημα από 1.7.2016 και μετά, οι αγωγές είναι αόριστες και απορριπτέες, διότι, όπως από την επισκόπηση των δικογράφων τους προκύπτει, οι ενάγουσες, για να θεμελιώσουν την αιτούμενη περαιτέρω αναπροσαρμογή, επικαλούνται και περιστατικά προγενέστερα του χρόνου από τον οποίον συντελέστηκε η προηγηθείσα, ήτοι της 1.3.2014 για το μίσθωμα και της 1.8.2013 για το υπομίσθωμα, αναγόμενα στα έτη 2009 - 2010, ότε το πρώτον εκδηλώθηκε η δημοσιονομική κρίση στη χώρα, τα οποία αθροίζουν με τις μεταγενέστερες εξελίξεις, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει η νομικώς εν προκειμένω ενδιαφέρουσα μεταβολή των οικονομικών συνθηκών που έλαβε χώρα στο διάστημα από τις πιο πάνω χρονολογίες έναρξης της προηγηθείσης αναπροσαρμογής μέχρι την 1.7.2016, αφότου ζητείται η νέα.
Δεν έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε αόριστες και απέρριψε τις υπό κρίση αγωγές ως προς την κύρια εκ του άρθρου 388 ΑΚ βάση τους και συνεπώς ο ταυτόσημος τρίτος και τέταρτος λόγος των υπό κρίση εφέσεων, με τον οποίον οι εκκαλούσες παραπονούνται για παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτων των αγωγών τους ως προς την πιο πάνω κύρια βάση τους είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Έσφαλε, όμως αυτό, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, αντί να απορρίψει αμφότερες τις υπό κρίση αγωγές ως προς την επικουρική εκ του άρθρου 288 ΑΚ βάση τους, κατά μεν το αίτημα αυτής για αναπροσαρμογή - μείωση του μισθώματος και του υπομισθώματος από τα ποσά των 4.428,73 ευρώ και των 4.287,44 ευρώ, που είναι καταβλητέα βάσει των όρων της μίσθωσης και της υπομίσθωσης, σε εκείνα των 1.500 και 1.500 ευρώ αντιστοίχως, ως μη νόμιμες, κατά δε το αίτημα αυτής για αναπροσαρμογή - μείωση του μισθώματος και του υπομισθώματος από τα ποσά των 2.500 και 2.500 ευρώ, στα οποία είχαν προηγουμένως με την 893/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναπροσαρμοστεί, σε εκείνα των 1.500 και 1.500 ευρώ αντιστοίχως, ως αόριστες, τις έκρινε ορισμένες και νόμιμες και στη συνέχεια τις απέρριψε κατ' ουσίαν.
Μετά ταύτα οι υπό κρίση εφέσεις πρέπει να γίνουν δεκτές και κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς τη διάταξη της με την οποίαν απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες τις υπό κρίση αγωγές ως προς την επικουρική εκ του άρθρου 288 ΑΚ βάση τους καθώς και ως προς εκείνη για τη δικαστική δαπάνη, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και να δικαστεί κατ' ουσίαν, να απορριφθούν οι υπό κρίση αγωγές ως προς την επικουρική εκ του άρθρου 288 του ΑΚ βάση τους κατά μεν το αίτημα αυτής για αναπροσαρμογή - μείωση του μισθώματος και του υπομισθώματος από τα ποσά των 4.428,73 ευρώ και των 4.287,44 ευρώ, που είναι καταβλητέα βάσει των όρων της μίσθωσης και της υπομίσθωσης, σε εκείνα των 1.500 και 1.500 ευρώ αντιστοίχως, ως μη νόμιμες, κατά δε το αίτημα αυτής για αναπροσαρμογή - μείωση του μισθώματος και του υπομισθώματος από τα ποσά των 2.500 και 2.500 ευρώ, στα οποία είχαν προηγουμένως με την 893/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αναπροσαρμοστεί σε εκείνα των 1500 και 1500 ευρώ αντιστοίχως, ως αόριστες".
Κατόπιν αυτών, απέρριψε τους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας υπομισθώτριας που αφορούσαν στην κύρια βάση της ένδικης αγωγής της (388 ΑΚ) και στη συνέχεια, κατ' αυτεπάγγελτο έρευνα, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση ως προς την επικουρική βάση (288 ΑΚ) και διακράτησε και ερεύνησε εκ νέου την αγωγή, ως προς το αίτημά της περί μείωσης του ήδη αναπροσαρμοσθέντος δικαστικά υπομισθώματος, που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, την απέρριψε ως αόριστη.
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, δηλαδή με το κρίνει την αγωγή, τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς την επικουρική βάση, κατά το μέρος που εζητείτο η εκ νέου μείωση του υπομισθώματος που είχε καθοριστεί δικαστικά κατόπιν προηγούμενης αγωγής της υπομισθώτριας, ως αόριστη, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον, υπό το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, η αγωγή ήταν πράγματι αόριστη, καθόσον τα εκτιθέμενα πραγματικά γεγονότα, που δεν παραγνώρισε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας από το έτος 2009, προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης, υπαγωγή σε καθεστώς οικονομικής επιτήρησης το έτος 2010, και ως απότοκα αυτών η επιβολή έκτακτων μέτρων δημοσιονομικού χαρακτήρα από το έτος 2010 και μετέπειτα, η πτώση της τιμής των ακινήτων και των μισθωμάτων από το έτος 2010, η μείωση των πωλήσεων πετρελαιοειδών από το έτος 2010, ο έλεγχος διακίνησης κεφαλαίων το 2015 και η μεγάλη πτώση των πωλήσεων στο μίσθιο από το έτος 2009 έως το 2015), εξαιτίας των οποίων επήλθε, κατά την ενάγουσα-υπομισθώτρια, η επικαλούμενη μεταβολή των συνθηκών, ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της 1-8-2013 που έλαβε χώρα η προηγούμενη μείωση του υπομισθώματος και εν προκειμένω, αφού μεσολάβησε δικαστική αναπροσαρμογή, κρίσιμος για την υπόθεση θεωρείται ο χρόνος μετά την 1-8-2013 και όχι εκείνος σύναψης της σύμβασης υπομίσθωσης, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αντίστοιχα δε, προς θεμελίωση των βάσεων της ένδικης αγωγής (388 και 288 ΑΚ), γεγονότα, για το διάστημα μετά την 1-8-2013, δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφό της.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση. Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων αλλά απέρριψε την αγωγή, την ένσταση και γενικά τον προβληθέντα ισχυρισμό προς απόδειξη ή αντίκρουση των οποίων αυτά (αποδεικτικά μέσα) προσκομίστηκαν, ως αόριστο, μη νόμιμο ή αβάσιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1938/2017, ΑΠ 1735/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, απέρριψε, κατά τα προεκτιθέμενα, την αγωγή ως αόριστη και δεν την ερεύνησε στην ουσία.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη νομίμως προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα ενώπιόν του αποδεικτικά έγγραφα και ειδικότερα τις καρτέλες πελάτη που τηρούσε για την επιχείρησή της η αναιρεσίβλητη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-9-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 6510/783/2020) αίτηση για αναίρεση της 4274/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ