Supreme Court dismisses appeal against property ownership recognition based on long-term possession within urban plans.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Third Athenian Court of Appeal's decision rejecting the plaintiff's claim for property ownership recognition. The plaintiff argued she possessed the land continuously since 1963 with a legal title from a forced cause, while the State contested her title. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court correctly found the original lawsuit sufficiently defined by the plaintiff's possession history, rejecting the State's claim of indefiniteness.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 577 of the Code of Civil Procedure; Article 4 of Law 3127/2003: An appeal against a judgment on property ownership based on long-term possession is inadmissible if the lower court correctly determined the plaintiff's possession history was sufficient to define the claim without requiring specific details of prior transfers.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1188 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1188/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Κ. - Χ. Ζ. του Α., κατοίκου τοπικής κοινότητας ... της δημοτικής ενότητας Δ. του Δήμου Α. της περιφερειακής ενότητας …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σπηλιόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 680/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1004/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-6-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 23-6-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 1004/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε κατ' ουσίαν μόνο ως προς τα δικαστικά έξοδα και απέρριψε κατά τα λοιπά την έφεση κατά της 680/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή της αναιρεσίβλητης για αναγνώριση της κυριότητας ακινήτου και διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Αγίας Παρασκευής Αττικής. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ σε συνδυασμό με το άρθρο 74 παρ. 1 Ν. 4690/2020), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).
Με το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα εξής: "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:
α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ" (παρ. 1). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ..
Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή" (παρ. 2). Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.
Έτσι, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστης, ή επί τριάντα έτη, εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσης της νομής στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.
Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ήτοι με πρωτότυπο τρόπο σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ.
α' και β' του ίδιου νόμου και όχι εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, το νέμεται αδιατάρακτα επί τριάντα έτη οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του (ΑΠ 647/2020, ΑΠ .../2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 ΑΚ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.
Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ.).
Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 984 του ΑΚ αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 ΑΚ. Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά το νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.
Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 11/2015). Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι, πλην άλλων, και η από το τελευταίο, πριν από την 19-3-2003, υποβολή τόσο δήλωσης ιδιοκτησίας του για την επίδικη έκταση προκειμένου αυτή να καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση, όσο και ένστασης κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβάλλοντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη επ' αυτής (ΑΠ 712/2020, ΑΠ 807/2019, ΑΠ 225/2017).
Eπίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ, α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ ...6/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 130/2016).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1081/2020, ΑΠ 1133/2018, ΑΠ 198/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ένδικη υπόθεση, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος, τα εξής: "Με βάση το με αριθμό .../26.3.1963 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαραλάμπους Στασινόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στον τόμο ΝΣΤ και α.α ...
των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, ο Κ. Λ. του Γ.-απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, απέκτησε την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα ενός οικοπέδου, έκτασης 408,85 τ.μ, που βρίσκεται στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της τότε κοινότητας ..., στη θέση "..." και επί της οδού .... Η δικαιοπάροχος αυτού Α.
Β. είχε αποκτήσει την κυριότητα του πιο πάνω ακινήτου με βάση το με αριθμό .../1951 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Στυλιανίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... και α.α ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών. Στο πιο πάνω ακίνητο ο Κ. Λ. ανέγειρε διώροφη οικοδομή με υπόγειο, σύμφωνα με τη με αριθμό .../7.8.1963 οικοδομική άδεια για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειάς του.
Στις 15.5.1967 απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη ο Κ. Λ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Π. Λ., το γένος Γ. και Μ. Ε., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και από τη θυγατέρα του Ε. σύζυγο Α. Ζ., το γένος Κ. και Π. Λ., κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, οι οποίες αποδέχθηκαν την κληρονομία αυτού με τη με αριθμό .../24.2.1970 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαράλαμπου Στασινόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα....
Κατόπιν, στις 19.4.1994 απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη η Π. χήρα Κ. Λ., η οποία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη θυγατέρα της Ε. σύζυγο Α. Ζ.. Στην κληρονομιαία περιουσία της πιο πάνω αποβιώσασας ανήκε και ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του προπεριγραφόμενου οικοπέδου με την σ' αυτό υπάρχουσα οικοδομή. Στη συνέχεια, στις 7.1.2000 απεβίωσε στο ...
η Ε. σύζυγος Α. Ζ., η οποία, με την από 20.8.1999 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε με το από 19/2003 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αιγίου, εγκατέστησε την ενάγουσα θυγατέρα της ως κληρονόμο της στο σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας, στην οποία ανήκε το προπεριγραφόμενο οικόπεδο και η σ' αυτό υπάρχουσα οικοδομή.
Η ενάγουσα, με τη με αριθμό .../21.12.2017 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Καρκανοπούλου, που καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίας Παρασκευής, με αριθμό καταχώρησης ..., με την αίρεση του άρθρου 7α περ.α' του ν. 2664/1998, αποδέχθηκε την κληρονομία της μητέρας της Ε.
Ζ. και για λογαριασμό αυτής (ως μοναδική από διαθήκη κληρονόμος της) την κληρονομία της Π. Λ. και ειδικότερα το 1/4 εξ αδιαιρέτου ποσοστό αυτής στο πιο πάνω αναφερόμενο οικόπεδο. Το οικόπεδο αυτό εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από Σεπτέμβριο 2017 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ. Κ., που προσαρτάται στην πιο πάνω πράξη αποδοχής και έχει συνταχθεί σύμφωνα με το εθνικό γεωδαιτικό σύστημα αναφοράς ΕΣΓΑ' 87, έχει έκταση 405,71 τ.μ., βρίσκεται στο 131° Ο.Τ.
του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ... - ..., επί της οδού ... και συνορεύει : βορειοδυτικά σε πλευρά Β-Γ μήκους 13,01 μ. με την οδό ..., βορειοανατολικά σε πλευρά Γ-Δ μήκους 31,11 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου, νοτιοανατολικά σε πλευρά Δ-Α μήκους 13,10 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου και νοτιοδυτικά σε πλευρά Α-Β μήκους 31,03 μ.
με ιδιοκτησία αγνώστου. Κατά το περιεχόμενο της πιο πάνω πράξης αποδοχής κληρονομίας στο κληρονομιαίο οικόπεδο υπάρχει διώροφη οικοδομή με υπόγειο, η οποία δεν έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929, του ν.δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και αποτελείται: α) από υπόγειο όροφο συνολικού εμβαδού 135,14 τ.μ., επιφάνεια του οποίου 3,32 τ.μ.
έχει διαμορφωθεί ως χώρος αποθήκης και το λοιπό αποτελεί χώρο κύριας χρήσης, β) υπερυψωμένο ισόγειο συνολικού εμβαδού 128,47 τ.μ., επιφάνεια του οποίου 8,89 τ.μ. έχει διαμορφωθεί ως χώρος κοινόχρηστου κλιμακοστασίου και το υπόλοιπο αποτελεί χώρο κύριας χρήσης και γ) πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο συνολικού εμβαδού 128,47 τ.μ., επιφάνεια του οποίου 8,89 τ.μ.
έχει διαμορφωθεί ως χώρος κοινόχρηστου κλιμακοστασίου και το υπόλοιπο αποτελεί χώρο κύριας χρήσης. Ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Κ. Λ. διέμενε στην πιο πάνω οικοδομή με την οικογένειά του μέχρι το θάνατό του το έτος 1967 και η σύζυγος αυτού Π. με την κόρη τους Ε. Ζ. συνέχισαν να διαμένουν σ' αυτήν έως και το θάνατο της τελευταίας το έτος 2000, ενώ έκτοτε και μέχρι το έτος 2007 διέμενε σ' αυτό η ενάγουσα και στη συνέχεια, αφού κράτησε τον υπόγειο όροφο, μίσθωνε τον ισόγειο και τον πρώτο όροφο σε τρίτους εισπράττοντας τα μηνιαία μισθώματα.
Από τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η ενάγουσα από την κτήση της νομής του επιδίκου το έτος 2000 και στο εξής νέμεται και κατέχει το επίδικο ακίνητο με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη ότι είναι αποκλειστική κυρία αυτού, ασκώντας με διάνοια κυρίας τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του, χωρίς να αμφισβητηθεί το δικαίωμά της από κανέναν.
Προηγουμένως, αντίστοιχες διακατοχικές πράξεις ασκούσαν στο επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίων οι δικαιοπάροχοί της, τόσο η άμεση δικαιοπάροχός της και μητέρα της Ε. Ζ., όσο και οι προγενέστεροι αυτής γιαγιά και παππούς της Π. Λ. και Κ. Λ., έχοντας νόμιμο τίτλο και καλή πίστη ότι έχουν αποκτήσει την πλήρη κυριότητα αυτού.
Επομένως, η ενάγουσα, προσμετρώντας και το χρόνο νομής των πιο πάνω δικαιοπαρόχων της, ασκεί συνέχεια και αδιάλειπτα με καλή πίστη τη νομή του επιδίκου, δηλαδή του οικοπέδου έκτασης 405,71 τ.μ., που βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλης του Χ. επί της οδού ... ..., με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ των δικαιοπαρόχων της, που καταρτίστηκε και μεταγράφηκε μετά την 28η.2ου.1945, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας πριν από την 19η.3ου.2003 (έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003) και ειδικότερα από το έτος 1963, οπότε καταρτίστηκε και μεταγράφηκε το με αριθμό .../1963 συμβόλαιο, χωρίς ποτέ να προβληθεί δικαίωμα κυριότητας τρίτου ή του Ελληνικού Δημοσίου στο οικόπεδο αυτό.
Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο επαναφέρει με τον δεύτερο λόγο της ένδικης έφεσης τον ισχυρισμό του ότι το επίδικο οικόπεδο περιήλθε, ως τμήμα μεγαλύτερου γεωτεμαχίου, στην κυριότητά του, κατά διαδοχή του Οθωμανικού Δημοσίου, σύμφωνα με τα από 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου και την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, αλλιώς ότι επί του επίδικου ακινήτου, δεν υπήρχε κανένα εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη και, συνεπώς, ως αδέσποτο περιήλθε στην κυριότητά του, αλλιώς ως λιβάδι ή βοσκότοπος, σύμφωνα με το άρθρο 1 του β.δ.3/12.12.1833.
Οι ισχυρισμοί του, όμως, αυτοί δεν αποδείχθηκαν, καθόσον δεν προσκομίζεται κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε μέχρι την επανάσταση του 1821 στο Οθωνικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή ότι το επίδικο καταλήφθηκε και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο πριν από το έτος 1830, με δικαίωμα πολέμου, ή πριν από το έτος 1837 ως αδέσποτο ή ότι ήταν κατά το έτος αυτό αδέσποτο και καταλήφθηκε αργότερα από το Δημόσιο, με βούληση κυρίου, ή ότι κατά το έτος 1833 είχε το χαρακτήρα λιβαδιού ή βοσκότοπου, ώστε να δημιουργείται τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Άλλωστε, από τα με αριθ.πρωτ. .../24.4.2018 και .../8.3.2018 έγγραφα της Διεύθυνσης Δασών Ανατολικής Αττικής προκύπτει ότι το επίδικο, που βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλης του Χ., δεν αποτελούσε δάσος και δεν προστατευόταν από τη δασική νομοθεσία και για το λόγο αυτό η πιο πάνω Υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου απέσυρε τη διεκδίκησή της σ' αυτό, ενώ από το με αριθ.πρωτ.6450/22.3.2018 έγγραφο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Χ.
προκύπτει ότι δεν είχε χαρακτηριστεί ως χώρος πρασίνου.
Συνεπώς, το επίδικο ακίνητο είναι δεκτικό τακτικής χρησικτησίας και η ενάγουσα πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ.1 εδ.α' και 2 του ν. 3127/2003 και επομένως, θεωρείται έναντι του Ελληνικού Δημοσίου αποκλειστική κυρία αυτού, καθόσον, με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής της του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της, νέμεται και κατέχει αυτό με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του δικαιοπαρόχου της Κ.
Λ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας πριν την 19η.3ου.2003 και ειδικότερα από την κατάρτιση και μεταγραφή του με αριθμό .../1963 αγοραπωλητήριου συμβολαίου, έχοντας καλή πίστη ότι απέκτησε την κυριότητα αυτού, χωρίς η πίστη της αυτή να οφείλεται σε βαριά της αμέλεια. Το γεγονός αυτό προκύπτει από το ότι οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί της απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με αδιάκοπη σειρά τίτλων και ανέγειραν σ' αυτό οικοδομή με νόμιμη άδεια, που εκδόθηκε από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία.
Τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να ανατρέπεται η συνδρομή των προϋποθέσεων του ν. 3127/2003 για την αναγνώριση της κυριότητας της ενάγουσας σ' αυτό. Ακολούθως, πρέπει ν' απορριφθεί και ο ισχυρισμός που το εκκαλούν επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσης.
Περαιτέρω, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο οικόπεδο ήταν δημόσιο κτήμα, που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, η ενάγουσα δεν ήταν αναγκαίο να επικαλεσθεί και να αποδείξει, για την απόκτηση της κυριότητάς του από αυτήν, τριακονταετή νομή αυτού από την ίδια και τους δικαιοπαρόχους της, που είχε συμπληρωθεί μέχρι και τις 11.9.1915, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν με τον τρίτο λόγο της ένδικης έφεσης σχετικά με την αοριστία της αγωγής.
Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η περιοχή του Δήμου ... κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση, με τη με αριθμό 269/2/23.12.2004 απόφαση του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας (ΦΕΚ 1/Β/3.1.2005), διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Αγίας Παρασκευής για το Δήμο Χ.
και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην παραπάνω περιοχή η 3η.1ου.2005. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων των εγγραπτέων εμπραγμάτων δικαιωμάτων στα κτηματολογικά βιβλία του Δήμου Χ., η ενάγουσα δεν υπέβαλε δήλωση για το εμπράγματο δικαίωμα κυριότητάς της στο επίδικο οικόπεδο και αυτό καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία με αριθμό Κ.Α.Ε.Κ. .../0/0, με έκταση 396 τ.μ.
και ότι ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο.
Συνεπώς, αφού αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έγινε κυρία του επίδικου οικοπέδου με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα με τακτική χρησικτησία, καλώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσία βάσιμη, αναγνώρισε ότι η ενάγουσα ήταν αποκλειστική κυρία του επιδίκου κατά το χρόνο των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Δήμου ... του κτηματολογικού γραφείου Αγίας Παρασκευής με Κ.Α.Ε.Κ. .../0/0 και διέταξε τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα πιο πάνω κτηματολογικά βιβλία. Επομένως αφού, με την εκκαλούμενη απόφαση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, η κρινόμενη έφεση, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της".
? Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του ηττηθέντος πρωτοδίκως εναγομένου, αποκλειστικά ως προς το μέρος της που αφορά τα δικαστικά έξοδα, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, την πρωτόδικη απόφαση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι, όπως έκρινε, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ.
α' του ν. 3127/2003, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νομική σκέψη και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι ότι το Εφετείο εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ.
α' του ν. 3127/2003, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, σχετικά με την αδιατάρακτη νομή της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου (19-3-2003), δεχόμενη ότι η Δ/νση Δασών Αν. Αττικής απέσυρε την διεκδίκησή της σ' αυτό, επικαλούμενη το με αριθμ. πρωτ. .../25-4-2018 έγγραφο της πιο πάνω Υπηρεσίας, χωρίς να αναφέρει ότι το Ελληνικό Δημόσιο προέβη στη με αριθμ. .../16-9-2002 δήλωση στο Κτηματολογικό Γραφείο Ο.Τ.Α Χ.
και στη με αριθμ. .../13-1-2013 ένσταση του ν. 2308/1995, βάσει των οποίων το επίδικο οικόπεδο καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία με αριθμό Κ.Α.Ε.Κ. .../0/0, με έκταση 396 τ.μ. και ότι ανήκει στο αναιρεσείον, σύμφωνα με το με αριθμ. .../21-2-2018 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών-Αν. Αττικής, καθώς και τα με αριθμ. .../25-4-2018 και .../8-3-2018 έγγραφα της Δ/νσης Δασών Αν.
Αττικής, τα οποία το αναιρεσείον, είχε προσκομίσει με τις έγγραφες προτάσεις του. Επιπρόσθετα δε, ότι εσφαλμένα (το Εφετείο) δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη και οι δικαιοπάροχοί της νέμονταν συνεχώς και αδιαλείπτως το επίδικο με καλή πίστη και ότι τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να ανατρέπει τη συνδρομή των προϋποθέσεων του ν. 3127/2003 για την αναγνώριση της κυριότητας της ενάγουσας σ' αυτό.
Ο λόγος αυτός, όσον αφορά την αδιατάρακτη νομή της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε ανύπαρκτη παραδοχή του Εφετείου για διατάραξη της νομής της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου, εκ μέρους του αναιρεσείοντος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά τα λοιπά, ως αναφερόμενος στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστά τον επικαλούμενο από το αναιρεσείον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, σύμφωνα με τις οποίες η αναιρεσίβλητη νεμήθηκε με καλή πίστη, αδιατάρακτα το επίδικο ακίνητο, μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ των δικαιοπαρόχων της, που είχε καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-02-1945, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Οι αποδιδόμενες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις, ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα όσον αφορά την αδιατάρακτη νομή της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου ακινήτου και τη συνδρομή της προϋπόθεσης της καλής πίστης στο πρόσωπό της, διότι δεν κάνει μνεία περί υποβολής δήλωσης από το αναιρεσείον για την επίδικη έκταση και την καταχώρησή της κατά την πρώτη ανάρτηση ως δημοσίου κτήματος, ούτε περί υποβολής ένστασης αυτού κατά της σε βάρος του σχετικής απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής του κτηματολογίου, είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν την κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ αναιρετικά ανέλεγκτη αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κύριες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και πλεοναστικές που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό της, εφόσον οι πρώτες αιτιολογίες από αυτές δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όσο απευθύνεται κατά των πλεοναστικών αιτιολογιών, εφ' όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Πλεοναστικές είναι οι αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ ΑΠ 13/1995, ΑΠ 918/2019, 755/2018, ΑΠ 551/2017, ΑΠ 763/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κρίνοντας ότι το ως άνω άρθρο εφαρμόζεται μόνο σε δημόσια κτήματα, διότι, ενώ δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο οικόπεδο ήταν δημόσιο κτήμα, στη συνέχεια εφαρμόζει το άρθρο 4 του παραπάνω νόμου, το οποίο δεν είναι εφαρμοστέο.
Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, διότι πλήττει την πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δημόσιο κτήμα, ενώ στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης η μη πληττόμενη επιτυχώς με τους δύο πρώτους λόγους αναίρεσης κύρια αιτιολογία αυτής (απόφασης) ότι η αναιρεσίβλητη πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1 εδ.
α' και 2 του ν. 3127/2003 και επομένως θεωρείται έναντι του Ελληνικού Δημοσίου αποκλειστική κυρία του επιδίκου ακινήτου, καθώς με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής της του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της, νέμεται και κατέχει αυτό με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του δικαιοπαρόχου της Κ. Λ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας πριν την 9-3-2003, έχοντας καλή πίστη ότι απέκτησε την κυριότητα αυτού χωρίς η πίστη της αυτή να οφείλεται σε βαριά της αμέλεια, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της πιο πάνω απόφασης.
Η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου, ενώ η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 667/2020, ΑΠ 522/2017, ΑΠ 643/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολή της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα και το ορισμένο της διεκδικητικής αλλά και αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής ακινήτου (άρθρ. 1094 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ) ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει το δικαίωμα της κυριότητάς του πάνω σε αυτό, το οποίο απέκτησε με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο (παράγωγο ή πρωτότυπο) τρόπο και ότι ο εναγόμενος νέμεται ή κατέχει το επίδικο ακίνητο ή αμφισβητεί το δικαίωμα κυριότητάς του επ'αυτού, του οποίου απαιτείται να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και η έκταση, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 1214/2020), ενώ για το ορισμένο της αγωγής του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, αρκεί, να αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο ενάγων νέμεται, με συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις, το ακίνητο μέχρι τις 19-3-2003, για δέκα (10) έτη, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, ή ότι ο ίδιος ή και οι δικαιοπάροχοί του ενέμοντο, το ακίνητο επί τριάντα έτη συνεχώς μέχρι τις 19-3-2003, χωρίς να απαιτείται και η επίκληση συνδρομής στο πρόσωπο αυτών καλής πίστεως, δηλαδή πεποιθήσεώς τους ότι είχαν αποκτήσει την κυριότητα.
Αντιθέτως, το εναγόμενο Δημόσιο, στο πλαίσιο του καθιερούμενου, με το άρθρο 4§1 του ν. 3127/2003, διακωλυτικού της κτήσεως κυριότητας κανόνα, φέρει το βάρος επικλήσεως (και αποδείξεως) της κακής πίστεως του ενάγοντος ή και των δικαιοπαρόχων του, ότι δηλαδή αυτοί γνώριζαν ή υπαιτίως (από βαριά αμέλεια) αγνοούσαν ότι δεν είχαν γίνει κύριοι του ακινήτου κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής του (ΑΠ 786/2012, ΑΠ 1777/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 5-2-2018 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή εξέθετε ότι είναι κυρία ενός οικοπέδου, έκτασης 405,71 τ.μ., που βρίσκεται στο 131° Ο.Τ του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλης του Δήμου ...-Χ., επί της οδού ..., το οποίο περιήλθε σ' αυτήν από τη μητέρα της Ε.
σύζυγο Α. Ζ., το γένος Κ. Λ., με βάση την από 20-8-1999 ιδιόγραφη διαθήκη της που δημοσιεύθηκε νόμιμα, την κληρονομία της οποίας αποδέχθηκε με την υπ' αριθ. .../2017 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Καρκανοπούλου, που καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό φύλλο του ως άνω ακινήτου με την αίρεση του άρθρου 7α περ.
α του ν. 2664/1998. Ότι στη δικαιοπάροχό της το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει με εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου από τον πατέρα της Κ. Λ., που απεβίωσε την 15-5-1967 και του οποίου την κληρονομία αποδέχθηκε με την υπ' αριθ. .../1970 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαράλαμπου Στασινόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από τη μητέρα της, Π.
χήρα Κ. Λ., που απεβίωσε την 19-4-1994 και της οποίας την κληρονομία αποδέχθηκε για λογαριασμό αυτής η ενάγουσα με την υπ' αριθ. .../2017 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Καρκανοπούλου, ενώ στην απώτερη δικαιοπάροχό της Π. Λ. το ίδιο ακίνητο είχε περιέλθει κατά το πιο πάνω ποσοστό από εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή του συζύγου της, Κ.
Λ., την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθ. .../1970 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαράλαμπου Στασινόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Εξιστορούσε επίσης ότι ο Κ. Λ. απέκτησε το επίδικο ακίνητο με βάση το υπ' αριθ. .../1963 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χαράλαμπου Στασινόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα από την Ε.
σύζυγο Α. Β., στην οποία είχε περιέλθει με αγορά από την Π. Α., με βάση το υπ' αριθ. .../1951 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Στυλιανίδη που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, σ' αυτό δε, με βάση την υπ' αριθ. πρωτ. ... και με αριθμό ... της 7-8- 1963 οικοδομική άδεια, ανήγειρε διώροφη οικία με ημιϋπόγειο, στην οποία διέμενε με την οικογένειά του μέχρι το θάνατό του και στη συνέχεια μετά το θάνατό της συζύγου του Π.
Λ., η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη και η μητέρα της Ε. Ζ. εξακολούθησαν να διαμένουν σ' αυτό μέχρι το έτος 2000, οπότε, μετά το θάνατο της τελευταίας, εξακολούθησε να διαμένει στην οικία η ενάγουσα με την οικογένειά της μέχρι το έτος 2007, έκτοτε δε αυτή (ενάγουσα) συνέχισε να ασκεί νομή επί του επιδίκου μισθώνοντας την κατοικία σε τρίτους.
Επίσης, εξέθετε ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης του Δήμου Χ. το επίδικο οικόπεδο έλαβε ως γεωτεμάχιο τον ΚΑΕΚ .../0/0 και καταχωρήθηκε εσφαλμένα ως ανήκον στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με αποτέλεσμα να προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητάς της επ' αυτού. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα, επικαλούμενη ότι νέμεται το επίδικο ακίνητο, το οποίο έχει έκταση 405,71 τ.μ.
και βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, από το έτος 1963, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ των δικαιοπαρόχων της, ο οποίος έχει μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας πριν από την ισχύ του ν. 3127/2003, άλλως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών, πριν από το ως άνω χρονικό σημείο, προσμετρώντας στο χρόνο νομής εκείνο των δικαιοπαρόχων της, ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία του επιδίκου ακινήτου και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής του ως άνω ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Αγίας Παρασκευής Αττικής.
Η ένδικη αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο είναι ορισμένη και πλήρης, διότι, κατά τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη, αρκεί ότι αναφέρεται σ' αυτήν ότι η ενάγουσα νέμεται από το έτος 1963 με τις ειδικότερα αναφερόμενες πράξεις νομής το επίδικο ακίνητο, το οποίο έχει έκταση 405,71 τ.μ. και βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ των δικαιοπαρόχων της, ο οποίος έχει μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας πριν από την ισχύ του ν. 3127/2003, άλλως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών, πριν από το ως άνω χρονικό σημείο, προσμετρώντας στο χρόνο νομής εκείνο των δικαιοπαρόχων της, χωρίς να απαιτείται να εκτίθενται σ' αυτήν συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων της μέχρι πρωτοτύπου κτήσεως της κυριότητας και μάλιστα υπό τις προϋποθέσεις του BP δικαίου συμπληρωμένες μέχρι την 11-9-1915, των οποίων (όπως και της ενάγουσας) το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε την κυριότητα επί του επιδίκου με τις έγγραφες πρωτόδικες προτάσεις του.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται σ' αυτήν (αγωγή) ποια ήταν η φύση του επιδίκου κατά το παρελθόν και κυρίως κατά το κρίσιμο διάστημα μέχρι το 1915, ούτε ποιοι ήταν οι απώτατοι κύριοι του επιδίκου ακινήτου καθώς και οι χρονολογίες και οι αριθμοί των τίτλων μεταβίβασης, ούτε συγκεκριμένες πράξεις νομής που να διενεργήθηκαν επί του επιδίκου από κάθε δικαιοπάροχό της (απώτατο, δεδομένου ότι από το 1963 και εφεξής αναφέρονται οι πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων της), καθώς και τα χρονικά διαστήματα κατά τις οποίες αυτές διενεργήθηκαν από τον κάθε δικαιοπάροχο, ώστε να προκύπτει η συμπλήρωση του χρόνου της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας και τέλος ποιος ήταν ο κύριος της έκτασης κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα σε βάρος του οποίου διενεργήθηκαν οι ως άνω πράξεις.
Επομένως, το Εφετείο απορρίπτοντας το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος για αοριστία της αγωγής ως αβάσιμο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και, συνεπώς, ο σχετικός τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ενόψει τούτων και, εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-6-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1004/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ