Supreme Court dismisses appeal against Eurobank judgment regarding guarantor consumer protection status under Law 2251/1994.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to annul the Third Instance Court of Athens judgment concerning Eurobank Ergasias. The appellants sought a preliminary reference to the EU Court and a referral to the Supreme Court's Plenary Assembly regarding consumer protection status and the validity of clauses. The court rejected these requests, citing established precedents that guarantors acting in a professional capacity fall outside the protective scope of the relevant law. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the appellants were ordered to pay the costs of the first respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 1(2) of Directive 93/13/EEC; Article 1(4)(bb) of Law 2251/1994: Guarantors acting in a professional or business capacity are explicitly excluded from the protective scope of consumer protection laws and do not qualify for preliminary reference or plenary referral on this ground.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1188 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1188/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) εταιρίας με την επωνυμία "Α. Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (δ.τ. Α. Κ. ΑΤΕΕ), που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Κ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος δήλωσε επίσης στο ακροατήριο ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 23-9-2020 αίτησης για αναίρεση της 1876/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) τραπεζικής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (δ.τ. Eurobank Ergasias), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "CAIRO No. 3 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", με έδρα στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, η οποία εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της προσθέτως υπέρ της πρώτης αναιρεσιβλήτου και κατά των αναιρεσειόντων παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και τον διακριτικό τίτλο "doValue Greece", η οποία εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σπηλιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2016 ανακοπή και τους από 13-7-2016 και 7-10-2016 προσθέτους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3512/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1876/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-9-2020 αίτησή τους και τους από 23-10-2020 και 4-1-2021 προσθέτους αυτής λόγους, ενώ η προσθέτως παρεμβαίνουσα όσα αναφέρονται στις από 5-1-2021 δύο αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, η πληρεξούσια της πρώτης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, όπως το πρώτο και τρίτο τροποποιήθηκαν με το ν. 4335/2015, τα οποία εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο ή με δήλωση στις προτάσεις να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον το δικαστήριο δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης.
Για το κύρος της παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν μπορούσε να αντιταχθεί σ' αυτή, εφόσον γίνεται πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (ΑΠ 1382/2011). Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και κηρύσσεται καταργημένη η δίκη.
Στην περίπτωση αυτή η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων γίνεται κατά τη διαδικασία των αρθρ. 679 επ. ΚΠολΔ από το Μονομελές Πρωτοδικείο (ΑΠ 369/3019, ΑΠ 712/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση η από 23-9-2020 αίτηση για αναίρεση της 1876/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων Δημήτριος Κουτσούκης, έχοντας ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα δυνάμει του υπ' αριθ.
…/2021 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Σωτηρίας Δέδε, με προφορική του δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης, παραιτήθηκε νομοτύπως από το δικόγραφο της άνω αίτησης αναίρεσης, καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης Εταιρίας Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία "CAIRO No.3 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY".
Η παραίτηση αυτή είναι νόμιμη και, συνακόλουθα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 295 παρ.1 εδ. 1 ΚΠολΔ, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ως μη ασκηθείσα από τους αναιρεσείοντες και πρέπει ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη η δίκη να κηρυχθεί καταργημένη. Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν περιλαμβάνεται, αφού δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από την τελευταία (δεύτερη αναιρεσίβλητη).
Ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, όμως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης ως άνω από 23-9-2020 αίτησης ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (8-2-2021), οι δε αιτούντες άσκησαν προσθέτους λόγους με τα από 23-10-2020 και 4-1-2021, ιδιαίτερα δικόγραφα, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 23-10-2020 και 4-1-2021, αντιστοίχως, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο.
Από τις υπ' αριθ. 4472 Γ/27-11-2020 και 4588Γ/4-1-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Θ. Μ., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι αντίγραφα των δικογράφων των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη και συγκεκριμένα στις αρμόδιες για την παραλαβή δικογράφων υπαλλήλους Β.
Σ. και Κ. Α., αντιστοίχως, στις 27-11-2020 και 4-1-2021, αντιστοίχως, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης και να ερευνηθούν, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.
Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 556 παρ. 1, 558, 495 και 496 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει σαφώς, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης (ΟλΑΠ 1/1996, ΑΠ 1171/2012, ΑΠ 422/2011). Η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται (άρθρα 81 εδ.
α' και 215 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ), το οποίο πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που ορίζονται κατά τα άρθρα 118, 119 και 81 παρ. 1 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και τα στοιχεία του προσώπου που την ασκεί. Η κατάθεση αυτή είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, που ολοκληρώνεται με την επίδοση αντιγράφου της στους κύριους διαδίκους.
Χωρίς την επίδοση αντιγράφου της πρόσθετης παρέμβασης στους διαδίκους δεν ολοκληρώνεται η άσκησή της, και η τυχόν επίσπευση της συζήτησης της αναίρεσης από τον παρεμβαίνοντα και η συζήτησή της προτού επιδοθεί το αντίγραφο αυτό, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1433/2013). Η επίδοση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα (60) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1736/2017) ή τουλάχιστον ενενήντα (90) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν κάποιος από τους διαδίκους που καλούνται διαμένει στο εξωτερικό (ΑΠ 1736/2017, ΑΠ 502/2011).
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλείται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής του από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων...", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις".
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω ν. 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης" (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 756/2017, ΑΠ 681/2016), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του.
Εξ άλλου η έλλειψη της επιδόσεως, παρά το ότι συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού της αγωγής, της παρεμβάσεως κλπ, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προτείνεται και συνεπάγεται ακυρότητα τότε μόνο, αν κατά την κρίση του δικαστηρίου, επέφερε στον προτείνοντα διάδικο βλάβη, που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρ. 159 περ.
γ και 160 παρ. 1 ΟλΑΠ 1/1996, ΑΠ 159/2020, ΑΠ 1343/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στο Μοσχάτο Αττικής ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και το διακριτικό τίτλο " doValue Greece", με ιδιαίτερα δικόγραφα, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 8-1-2021 άσκησε το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρία", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία " CAIRO No.3 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 ΚΠολΔ).
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 220/1/13-3-2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων, ΦΕΚ B'/880/16-3-2017), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσίβλητη, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 24-6-2019 συμβάσεως πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών υπ' αριθ.
Πρωτοκόλλου …/…-6-2019, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία " CAIRO No.3 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ανώνυμη εταιρία ειδικού σκοπού [που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί συμφώνως προς τους Νόμους της Ιρλανδίας περί τιτλοποιήσεων) και έχει καταχωρισθεί στο Εμπορικό και Εταιρικό Μητρώο του Δουβλίνου υπ' αριθμό …], η οποία, ακολούθως, ανέθεσε την διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003, δυνάμει της από 24-6-2019 συμβάσεως ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρισθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του ν. 2844/2000 κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 16 του Ν. 3156/2003 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών υπ' αριθ.
Πρωτοκόλλου …/…-6-2019. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης οι πρόσθετες παρεμβάσεις Τράπεζας, που απορρέουν από την υπ' αριθ. 43/244/12-9-2002 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, την οποία αυτή κατήρτισε με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Α.
Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ",και της οποίας την τήρηση των όρων εγγυήθηκε ο δεύτερος αναιρεσείων - καθ' ου οι πρόσθετες παρεμβάσεις, κατά των οποίων, δυνάμει της ανωτέρω συμβάσεως, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 926/2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που προσβλήθηκε με την ένδικη ανακοπή των αναιρεσειόντων.
Οι ως άνω πρόσθετες παρεμβάσεις οι οποίες, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχουν σαφώς χαρακτήρα αυτοτελών πρόσθετων παρεμβάσεων, δεν προκύπτει ότι επιδόθηκαν προς τους διαδίκους, από την παρεμβαίνουσα, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται την έλλειψη αυτή και συνακόλουθα, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη οι πρόσθετες παρεμβάσεις θεωρούνται παρά την έλλειψη αυτή, νομίμως ασκηθείσες, με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτές να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης και τους προσθέτους λόγους της (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτήν αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες οι οποίες ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικώς με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ προβλεπόμενο λόγο (ΑΠ 99/2020).
Εξάλλου, η κατά τη διάταξη του άρθρου 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ιδίου κώδικα, ασκείται, όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής.
Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζομένου στη διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ και δη με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης, ή με το δικόγραφο της έφεσής του κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, διότι έναντι των τελευταίων αυτών γενικών διατάξεων κατισχύει, λόγω της ειδικότητάς της, η διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 εδ.
β' ΚΠολΔ, κατά την οποία και μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2016 (έναρξη ισχύος 1-1-2016) νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται εξήντα (60) ή αν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση.
Μόνο το περιεχόμενο της ως άνω ανακοπής και εκείνο των τυχόν, κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, ασκηθέντων προσθέτων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής, ακόμη και αν πρόκειται για αιτιάσεις, που ανάγονται στο κατά νόμο παραδεκτό της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής. Ούτε επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση, πολύ δε περισσότερο δεν επιτρέπεται η άσκηση προσθέτων λόγων ανακοπής με το, κατά το άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικόγραφο των προσθέτων λόγων έφεσης, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και όχι του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται η ανακοπή, οι πρόσθετοι δε λόγοι έφεσης συνέχονται με τα πληττόμενα με την έφεση κεφάλαια, ενώ οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής είναι αυτοτελείς και καθένας εξ αυτών θεμελιώνει, ως ένσταση, ξεχωριστή ανακοπή και, επομένως, αφού ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν επιτρέπεται η υποβολή τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παράβαση της από το άρθρο 12 ΚΠολΔ καθιερούμενης αρχής των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (ΑΠ 1298/2018, ΑΠ 1/2017, ΑΠ 169/2012), ακόμη και αν είναι οψιγενείς και εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις των άρθρου 269 και 527 ΚΠολΔ
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα εξής: Με την από 20-4-2016 ανακοπή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τους προσθέτους λόγους ανακοπής, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν την ακύρωση της υπ' αριθ. 962/2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στην καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, το ποσό των 4.000.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, υπό την ιδιότητά τους, της πρώτης ανώνυμης εταιρίας, ως πιστούχου και του δευτέρου, ως εγγυητή, ως χρεωστικό υπόλοιπο της καταρτισθείσας μεταξύ της πρώτης εξ αυτών και της καθ' ης η ανακοπή Τράπεζας, υπ' αριθ.
…/…/…-9-2002 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό/αλληλόχρεο λογαριασμό, για τους ακόλουθους πέντε λόγους, ήτοι: 1) ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής έπρεπε να ακυρωθεί, διότι η καθ' ης η ανακοπή Τράπεζα επέδειξε καταχρηστική συμπεριφορά, συνιστάμενη στο ότι, ενώ είχε συμβατική υποχρέωση να χορηγεί πίστωση στην πρώτη ανακόπτουσα, εντούτοις, από το έτος 2011 και εφεξής, αρνείτο, συστηματικά, να επιτρέψει σ' αυτήν τη χρήση του εγκεκριμένου, δυνάμει της συμβάσεως, πιστωτικού ορίου, στηριζόμενη στον καταχρηστικό υπ' αριθ. 7 όρο της συμβάσεως, ο οποίος προέβλεπε ότι η Τράπεζα δικαιούτο να αναστέλλει τη χρήση της πιστώσεως ή και να την περιορίζει, ακόμη και πριν γίνει χρήση της πιστώσεως, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του πιστούχου, επιπλέον δε, δικαιούτο να κλείσει οριστικά την πίστωση, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση του πιστούχου, κατά την ελεύθερη κρίση της, οποτεδήποτε, έστω και αν δεν υπάρχει υπέρβαση του ορίου της πιστώσεως, ακόμη δε, δικαιούτο να κλείνει οριστικά, αυτοτελώς, κάθε έναν από τους τυχόν περισσότερους λογαριασμούς της πιστώσεως και να επιδιώκει την είσπραξή του και πριν το οριστικό κλείσιμο ολόκληρης της πιστώσεως, προκαλώντας, με αυτόν τον τρόπο, πλείστες ζημίες στην πρώτη ανακόπτουσα, καθώς, υπήρχε οικονομική εξάρτηση της τελευταίας από την καθ' ης η ανακοπή, που ήταν ο μεγαλύτερος πιστωτής της.
Ότι, παρόλο, που προτάθηκε από την πρώτη ανακόπτουσα, δυνάμει της από 12.5.2015 επιστολής, στα πλαίσια της από 27.9.2013 συμφωνίας εξυγιάνσεως, κατ άρθρο 106β', σχέδιο εξαγοράς της από την καθ' ης η ανακοπή, προς αποπληρωμή των οφειλών της, η τελευταία, ουδέποτε απήντησε, αλλά, προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως και έκλεισε τον αλληλόχρεο λογαριασμό, στις 6-10-2015, με αποτέλεσμα, η πρώτη ανακόπτουσα να απωλέσει έσοδα (λόγω αδυναμίας αποπερατώσεως ή αναλήψεως έργων) και να αδυνατεί να αποπληρώσει τα οφειλόμενα προς την καθ'ης η ανακοπή, ενόψει δε, ότι η απαίτηση της καθ'ης η ανακοπή είναι εξασφαλισμένη με προσημειώσεις ακινήτων, η εκ μέρους της άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της συμβάσεως και η επιδίωξη ικανοποιήσεως της απαιτήσεώς της, ήταν καταχρηστική, ως αντιβαίνουσα στα συναλλακτικά ήθη και στον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, 2) διότι είναι άκυρος ως καταχρηστικός, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 περ.
ε' του ν. 2251/1994, ο υπ' αριθ. 7 όρος της συμβάσεως πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό, για το οριστικό κατάλοιπο της οποίας εκδόθηκε η ένδικη διαταγή πληρωμής, με τον οποίο έχει συμφωνηθεί ότι 7.1. η Τράπεζα δικαιούται να αναστέλλει τη χρήση της πιστώσεως ή και να περιορίζει οποτεδήποτε την πίστωση, ακόμη και πριν γίνει χρήση της πιστώσεως, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση του πιστούχου", καθώς και ότι 7.2.
η Τράπεζα έχει δικαίωμα να κλείσει οριστικά την πίστωση χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση του πιστούχου κατά την ελεύθερη κρίση της οποτεδήποτε, έστω και αν δεν υπάρχει υπέρβαση του ορίου της πιστώσεως ή και αν ακόμη δεν έχει γίνει καθόλου χρήση της πιστώσεως , 3) διότι είναι άκυρος ως καταχρηστικός, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6-7 περ.
ιγ' του ν. 2251/1994, ο υπ' αριθ. 16 όρος της συμβάσεως πιστώσεως αλληλοχρέου λογαριασμού, για το οριστικό κατάλοιπο της οποίας εκδόθηκε η ένδικη διαταγή πληρωμής, περί παραίτησης του εγγυητή από τις ενστάσεις, που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 853, 855, 858, 862, 863, 866, 867και 868 ΑΚ και, συνεπώς, ο εγγυητής νομιμοποιείται να προβάλλει την ακυρότητα του άνω υπ' αριθ. 16 όρου της συμβάσεως, ο οποίος προέβλεπε την παραίτησή του από τα παραπάνω δικαιώματα, 4) ότι ο εγγυητής της ένδικης συμβάσεως πιστώσεως, νομιμοποιείται να προβάλλει κατ' άρθρο 853 του ΑΚ, τις ενστάσεις της πιστούχου-πρωτοφειλέτιδος και, δη, την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της καθ' ης η ανακοπή για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, με βάση τα εκτιθέμενα στους πρώτο και δεύτερο λόγους ανακοπής, 5) ότι ο εγγυητής της ένδικης συμβάσεως πιστώσεως, έχει ελευθερωθεί από την εγγύηση (άρθρο 862 ΑΚ), διότι, η ικανοποίηση της καθ' ης η ανακοπή έχει καταστεί αδύνατη, από πταίσμα της ιδίας, η οποία, αντισυμβατικώς, δολίως και αυθαιρέτως, δεν επέτρεψε στην πρώτη ανακόπτουσα να κάνει χρήση του πιστωτικού ορίου της συμβάσεως, με αποτέλεσμα τον οικονομικό στραγγαλισμό της και την αδυναμία της να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της.
Επίσης, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ανακοπής, που άσκησαν με το από 13-7-2016 ιδιαίτερο δικόγραφο, ισχυρίστηκαν ότι μετά την άσκηση της ανακοπής άσκησαν την από 21-6-2016 αγωγή, µε την οποία επεδίωκαν αποζημίωση, επικαλούμενοι αντισυμβατική συμπεριφορά της εκεί εναγομένης και, ήδη, καθ' ης η ανακοπή, συνισταμένη στο ότι, αφ' ενός, µεν, δεν επέτρεψε στην πρώτη ανακόπτουσα τη χρήση του εγκεκριμένου πιστωτικού ορίου, αφ' ετέρου, δε, έκανε καταχρηστικώς χρήση του υπ' αριθ. 7 προδιατυπωμένου όρου της συμβάσεως και προέβη σε καταγγελία αυτής, χωρίς ειδικό και σπουδαίο λόγο.
Επί της ανακοπής αυτής και των προσθέτων λόγων της εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3512/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την ανακοπή και τους προσθέτους λόγους της. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι αναιρεσείοντες με την από 2-7-2018 έφεση και με προσθέτους λόγους έφεσης, που άσκησαν με το από 6-9-2019 αυτοτελές δικόγραφο.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες, με την ανωτέρω έφεσή τους επανέφεραν ενώπιον του Εφετείου, μετά την απόρριψή τους από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τους προαναφερόμενους κύριους και πρώτο πρόσθετο λόγους της ανακοπής τους. Επίσης, με τους προσθέτους λόγους έφεσης, προέβαλαν για πρώτη φορά λόγους, τους οποίους δεν είχαν προβάλλει με την από 20-4-2016 ανακοπή τους και τους προσθέτους λόγους της και ειδικότερα : 1) περί ακυρότητας της διαταγής πληρωμής, διότι:
α) εκδόθηκε µε βάση, όχι σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού, αλλά ιδιόµορφη μικτή σύμβαση, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δανείου, β) σύμβαση άκυρη, καθόσον i) ο προσδιορισµός της παροχής της καθ'ης η ανακοπή (υπόσχεση για παροχή πιστώσεων) αφήνεται στην απόλυτη κρίση της, µε βάση τον υπ' αριθ. 7 όρο της συμβάσεως, ο οποίος επιφέρει την ακυρότητα της όλης συμβάσεως, αφού, χωρίς την εκ μέρους της Τράπεζας ανάληψη έγκυρης υποχρεώσεως να παρέχει στην πρώτη ανακόπτουσα τις αιτούμενες πιστώσεις, δεν ήταν ηθεληµένη η ίδια η σύμβαση, ii) ο ως άνω όρος της συμβάσεως είναι άκυρος, ως καταπλεονεκτικός, αφού οι ανακόπτοντες παραχώρησαν υπέρ της καθ'ης η ανακοπή πάσης φύσεως ασφάλειες και εμπιστεύθηκαν σε αυτήν την διεξαγωγή των επιχειρηµατικών τους δραστηριοτήτων, για να τους παρέχει την υποστήριξή της, όταν θα την χρειάζονταν και, όχι, όταν αυτή θα έκρινε να την παρέχει, άλλως, σύμβαση ακυρώσιμη, διότι, από πλάνη τους, περί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, που δεν ήταν η εξάρτηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας από την βούληση της καθ'ης η ανακοπή, αλλά, η άμεση χρηματοδότηση των επιχειρηματικών τους αναγκών (1ος πρόσθετος λόγος έφεσης), 2) ότι, η εκ μέρους της καθ'ης η ανακοπή καταγγελία της συμβάσεως ήταν άκυρη, διότι:
α) δεν είχε πληρωθεί η συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων αναβλητική αίρεση (άρθρο 201 ΑΚ), κατά την οποία, το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους της καθ'ης η ανακοπή τελούσε υπό την προϋπόθεση (αίρεση) της προηγουμένης εκπληρώσεως όλων των αναληφθεισών από αυτήν υποχρεώσεων, περί αδιάκοπης χρηματοδοτήσεως των επιχειρηματικών αναγκών της πρώτης ανακόπτουσας, η οποία (αίρεση) δεν πληρώθηκε, άλλως, β) η καταγγελία της συμβάσεως έλαβε χώρα, κατά παράβαση των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ, καθώς, η καθ' ης η ανακοπή επικαλέσθηκε την µη εκπλήρωση υποχρεώσεων της πρώτης ανακόπτουσας, την οποία η ίδια (καθ'ης η ανακοπή) προκάλεσε µε την διακοπή χρηματοδοτήσεως και γ) διότι, η καθ' ης η ανακοπή παραβίασε τους κανόνες δεοντολογίας του ν. 4224/2013 και, ειδικότερα, δεν τήρησε την υποχρεωτική διαδικασία ρυθμίσεως οφειλών (2ος πρόσθετος λόγος έφεσης), 3) ότι, το επιτόκιο είχε συμφωνηθεί "κυμαινόμενο", χωρίς, όμως, να προσδιορίζεται στη σύμβαση το ακριβές ύψος αυτού (3ος πρόσθετος λόγος έφεσης, τρίτο σκέλος), 4) ότι, η καθ' ης η ανακοπή τήρησε και εμφάνισε προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής πλήθος λογαριασμών, χωρίς καμία αναφορά, περί του, εάν αυτοί αφορούν επιμέρους πιστώσεις, που παρασχέθηκαν στο πλαίσιο της συμβάσεως ανοίγματος πιστώσεως, µε αποτέλεσμα, να µην καθίσταται δυνατόν να διαπιστωθεί, εάν αυτοί οι λογαριασμοί, στο σύνολό τους, εμφανίζουν την πραγματική εικόνα του λειτουργήσαντος τρέχοντος λογαριασμού και να αποδώσουν το κατάλοιπό του (4ος πρόσθετος λόγος έφεσης), 5) περί αδιαφάνειας των όρων της συμβάσεως για εκ των προτέρων παραίτηση του δευτέρου ανακόπτοντος από το δικαίωμα ελευθερώσεως (άρθρο 862 ΑΚ) και της ένστασης διζήσεως και τα λοιπά δικαιώματα που προβλέπουν τα άρθρα 853 επ.ΑΚ (5ος πρόσθετος λόγος έφεσης, πρώτο σκέλος), 6) ότι, η καταχρηστική άρνηση της καθ' ης η ανακοπή παροχής, όπως-κατά τους ισχυρισμούς τους-είχε υποχρέωση από τη σύμβαση, τις αιτηθείσες από την πρώτη ανακόπτουσα πιστώσεις, επέφερε στην τελευταία θετική ζηµία, απώλεια κερδών και ηθική βλάβη, συνολικού ποσού 39.387.734,75 ευρώ και, επικουρικώς, 27.991.692 ευρώ, τη συνολική, δε, αυτή απαίτησή τους προβάλλουν σε συμψηφισμό µε τις αντίθετες απαιτήσεις της από την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, για το ποσό των 4.000.000 ευρώ, πλέον τόκων υπερηµερίας από τις 13-10-2015 και, μόνον, έως του ποσού αυτού, μέχρι το ύψος του οποίου περιορίζουν την εν λόγω ένσταση, επιφυλασσόµενοι να απαιτήσουν το υπόλοιπο ποσό µε κάθε άλλο νόμιμο τρόπο (6ος πρόσθετος λόγος έφεσης) και 7) περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καθ'ης η ανακοπή, καθώς περιήγαγε την πρώτη ανακόπτουσα σε πλήρη αδυναμία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της από την άκυρη, λόγω αοριστίας της παροχής (άρθρο 372 του ΑΚ), συμφωνία εξυγίανσης, όπως επικυρώθηκε, με την υπ' αριθ. 583/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς επίσης, ότι η καθ' ης η ανακοπή, προέβη, όλως καταχρηστικώς, στην καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως, μόλις πενήντα τρεις (53) ημέρες μετά την έκδοση της ανωτέρω δικαστικής απόφασης, στηριζόμενη στην εκ μέρους της πρώτης ανακόπτουσας μη καταβολή ποσού 113.112,50 ευρώ (7ος πρόσθετος λόγος έφεσης).
Όλοι οι ανωτέρω λόγοι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν, ως απαράδεκτοι, με την αιτιολογία ότι προβλήθηκαν το πρώτον με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τη δικονομική διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν την παραβίασε, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, καθόσον στην ένδικη ανακοπή και τους προσθέτους λόγους της δεν περιλαμβάνονται οι με αριθμούς 1-7 λόγοι και, επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, κρίνει μόνο με βάση τους παραδεκτά προτεινόμενους ισχυρισμούς, οι οποίοι οριοθετούν δεσμευτικά το αντικείμενο της δίκης και, συνεπώς, δεν είχε υποχρέωση να λάβει υπόψη τους ίδιους παραπάνω ισχυρισμούς, διότι ακόμη και αν οι νέοι λόγοι ανακοπής αφορούν ισχυρισμούς, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 527 αρ. 3 ΚΠολΔ (που όμως δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση), έπρεπε να προβληθούν με προσθέτους λόγους ανακοπής, διότι έναντι των γενικών διατάξεων κατισχύει η διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικά το περιεχόμενο της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής.
Επομένως, το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη τους ανωτέρω απαραδέκτως υποβληθέντες ισχυρισμούς δεν παραβίασε, όπως προαναφέρθηκε, την εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, και συνεπώς, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το έτερο μέρος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 585 παρ.2 ΚΠολΔ, απέρριψε ως απαράδεκτους, τους ειδικότερα αναφερόμενους ισχυρισμούς τους, με τους οποίους διευκρίνησαν και επεξήγησαν κάποιους από τους προταθέντες λόγους ανακοπής, είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος και, συνεπώς, αβάσιμος.
Κατά το μέρος που γίνεται επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος διότι, όπως και οι αναιρεσείοντες δέχονται, οι προβληθέντες πρόσθετοι λόγοι έφεσης ελήφθησαν υπόψη και απορρίφθηκαν, ως απαράδεκτοι, με την αιτιολογία ότι, με αυτούς προβλήθηκαν για πρώτη φορά λόγοι ανακοπής.
Επίσης, με το συναφή δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 ΕμπΝ,47, 64 και 67 του ν.δ 17.7/13-8-1923, δεν προέβη σε ορθή νομική αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών, δεχόμενο ότι, η σύμβαση, που τους συνέδεε με την καθ'ης η ανακοπή, χαρακτηριζόταν μεν ως σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, συνιστούσε, όμως, ιδιόμορφη μικτή σύμβαση πλαίσιο, ούτε εξέτασε τη συμφωνία εξυγίανσης, που επικυρώθηκε δυνάμει της 583/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν εκτίθενται οι παραδοχές του Εφετείου επί του ισχυρισμού αυτού ,το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα και η επίδραση που είχε στο διατακτικό της απόφασης, παρά μόνο νομικές σκέψεις, για την έννοια των διατάξεων των άρθρων 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 ΕμπΝ,47, 64 και 67 του ν.δ 17.7/13-8-1923, σε κάθε δε περίπτωση, είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, και, συνεπώς, αβάσιμος, αφού, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι το Εφετείο απέρριψε τον άνω ισχυρισμό ως απαράδεκτο, κατ' ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ και όχι κατ' εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες.
Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 "προστασία καταναλωτών" όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (Oλ ΑΠ 15/2007), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως, από την οποία αυτή εξαρτάται.
Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω όρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων, κατ' αμάχητο τεκμήριο, καταχρηστικών (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1138/2020,ΑΠ 1463/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 361 και 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 του Εμπορικού Νόμου, 47 και 64 έως 67 του ν.δ.
της 17- 7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" προκύπτει ότι η σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, παρέχει εκ του νόμου τη δυνατότητα στην πιστώτρια να κλείνει οριστικά το λογαριασμό, αν και όποτε το θελήσει, κοινοποιώντας ακολούθως στον πιστούχο επιταγή για την πληρωμή του τυχόν υπέρ εκείνης καταλοίπου του λογαριασμού (ΑΠ 1437/2014).
Συνεπώς, εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει στα μέρη του αλληλόχρεου λογαριασμού να τον καταγγείλουν μονομερώς και να τον κλείσουν οριστικά οποτεδήποτε, χωρίς οιαδήποτε άλλη προϋπόθεση, δεν είναι άκυρη και η τυχόν όμοια συμφωνία των μερών, η οποία δεν εμπίπτει έτσι στην ακυρότητα του άρθρου 2 παρ. 6, 7 του ν.2251/1994 ακόμη και αν έχει διατυπωθεί με Γενικό Όρο Συναλλαγών (ΓΟΣ), καθόσον δεν μπορεί να είναι άκυρη συμφωνία που επαναλαμβάνει διάταξη νόμου (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 369/2019, ΑΠ 1886/2014, ΑΠ 1437/2014), ή του άρθρου 372 ΑΚ, ως δήθεν συμφωνία ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής στη απόλυτη κρίση του ενός από τους συμβαλλομένους (ΑΠ 1689/2013, ΑΠ 1352/2011, ΑΠ 904/2011).
Κατά συνέπεια, η πιστώτρια τράπεζα έγκυρα προβαίνει στο κλείσιμο του λογαριασμού και στην καταγγελία της συμβάσεως, έστω και χωρίς την προβλεπόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις ενημέρωση του πιστούχου και του εγγυητή (ΑΠ 368/2019). Όμως, η άσκηση του δικαιώματος αυτού ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1689/2013), για το παραδεκτό της οποίας πρέπει να προβάλλονται σαφώς όλα τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος από το διάδικο, κατά του οποίου ασκείται το δικαίωμα (ΑΠ 99/2020).
Εξάλλου, ναι μεν κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος, όπως αυτό της καταγγελίας της συμβάσεως, απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όμως, μόνο το γεγονός ότι, η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση, επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του.
Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντός του, συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα, κατ' αρχήν, αποφασίζει, εκτός και πάλι, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1472/2004).
Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στο χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική.
Ειδικότερα, οι τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων απ' αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι' αυτούς συνέπειες.
Συνεπώς, και για το λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών (άρθρα 178, 200, 288 ΑΚ) και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους (ΑΠ 1185/2019, ΑΠ 565/2017). Έτσι σε περίπτωση δυσχέρειας του πιστούχου της τράπεζας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση, λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του, που όμως υπερβαίνει τα όρια της αντοχής του, η καλόπιστη από την πλευρά της τράπεζας συμπεριφορά επιβάλλει σ' αυτή την υποχρέωση να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ιδίως όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης της παροχής του πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του, χωρίς ουσιαστικό κέρδος για την ίδια.
Κατά την έννοια αυτή η τράπεζα θα πρέπει, σε περίπτωση πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του πελάτη της, να αποφύγει την εσπευσμένη καταγγελία της μεταξύ τους πιστωτικής συμβάσεως και το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού τους, προπάντων όταν οι απαιτήσεις της είναι ασφαλισμένες με εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες, ο δε πελάτης της βρίσκεται σε άμεση οικονομική εξάρτηση απ' αυτή και δεν οφείλει σε τρίτους, αφού τότε οι παραπάνω ενέργειές της προσλαμβάνουν καταχρηστικό χαρακτήρα (ΑΠ 1185/2019, ΑΠ 1352/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ως άνω ν. 2251/1994, όπως είχε προτου τροποποιηθεί με το άρθρο 100§5 ν. 4512/2018 ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.
Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητός του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών, αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 999/2019,ΑΠ 828/2018).
Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους.
Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών.
Στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές.
Και τούτο διότι, από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους.
Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους.
Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών.
Επιπροσθέτως μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007 δεν υπήρχε (στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας, ως καταναλωτή, του εγγυητή γενικώς, και, ειδικότερα, του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής συμβάσεως έναντι της κύριας οφειλής, κατ' άρθρο 847 ΑΚ, γινόταν δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης - δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ιδίας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη.
Ήδη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του (Ολ ΑΠ 13/2015, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1463/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είπε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τους συναφείς από 23-10-2020 πρώτο πρόσθετο και από 4-1-2021 δεύτερο πρόσθετο λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν την προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, απέρριψε τον ισχυρισμό, που προέβαλαν με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, και επανέφεραν με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής πρέπει να ακυρωθεί, διότι η καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως και άσκησε το δικαίωμα για έκδοση διαταγής πληρωμής, καθόσον, ενώ είχε συμβατική υποχρέωση να χορηγεί πίστωση στην πρώτη ανακόπτουσα, εντούτοις από το έτος 2011 και εφεξής, αρνείτο συστηματικά, να επιτρέψει στην τελευταία τη χρήση του εγκεκριμένου, δυνάμει της συμβάσεως, πιστωτικού ορίου, στηριζόμενη στον καταχρηστικό υπ' αριθ. 7 όρο αυτής, ο οποίος προέβλεπε ότι, η τράπεζα δικαιούτο να αναστέλλει τη χρήση της πιστώσεως ή και να την περιορίζει, ακόμη και πριν γίνει χρήση της πιστώσεως, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του πιστούχου, επιπλέον δε, δικαιούτο να κλείσει οριστικά την πίστωση, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση του πιστούχου, κατά την ελεύθερη κρίση της, οποτεδήποτε, έστω και αν δεν υπάρχει υπέρβαση του ορίου της πιστώσεως, ακόμη δε, δικαιούτο να κλείνει οριστικά, αυτοτελώς, κάθε έναν από τους τυχόν περισσότερους λογαριασμούς της πιστώσεως και να επιδιώκει την είσπραξή του και πριν το οριστικό κλείσιμο ολόκληρης της πιστώσεως, προκαλώντας, με αυτόν τον τρόπο, πλείστες ζημίες στην πρώτη ανακόπτουσα, καθώς, υπήρχε οικονομική εξάρτηση της τελευταίας από την καθ' ης η ανακοπή, που ήταν ο μεγαλύτερος πιστωτής της.
Ότι, παρόλο, που προτάθηκε από την πρώτη ανακόπτουσα, δυνάμει της από 12.5.2015 επιστολής, στα πλαίσια της από 27.9.2013 συμφωνίας εξυγιάνσεως, κατ' άρθρο 106β', σχέδιο εξαγοράς της από την καθ'ης η ανακοπή, προς αποπληρωμή των οφειλών της, η τελευταία, ουδέποτε απήντησε, αλλά, προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως και έκλεισε τον αλληλόχρεο λογαριασμό, στις 6-10-2015, με αποτέλεσμα, η πρώτη ανακόπτουσα να απωλέσει έσοδα (λόγω αδυναμίας αποπερατώσεως ή αναλήψεως έργων) και να αδυνατεί να αποπληρώσει τα οφειλόμενα προς την καθ'ης η ανακοπή, ενόψει δε, ότι η απαίτηση της καθ'ης η ανακοπή είναι εξασφαλισμένη με προσημειώσεις ακινήτων, η εκ μέρους της άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της συμβάσεως και η επιδίωξη ικανοποιήσεως της απαιτήσεώς της, ήταν καταχρηστική, ως αντιβαίνουσα στα συναλλακτικά ήθη και στον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι επί του ανωτέρω ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "...τα ως άνω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, για τους εξής λόγους:
α) διότι, οι ίδιοι οι εκκαλούντες-ανακόπτοντες εκθέτουν στην ανακοπή τους, ότι, η εκ μέρους της εφεσίβλητης-καθ' ης η ανακοπή αναστολή-εκ μέρους της πρώτης εκκαλούσας-πρώτης ανακόπτουσας εταιρίας-της χρήσεως του πιστωτικού ορίου της συμβάσεως πιστώσεως, έλαβε χώρα, µε βάση τον υπ' αριθ. 7 συμβατικό όρο, ο οποίος προέβλεπε δικαίωμα της εφεσίβλητης-καθ' ης η ανακοπή να αναστέλλει τη χρήση της πιστώσεως ή να περιορίζει αυτήν, οποτεδήποτε, ακόμη και πριν γίνει χρήση αυτής, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση της πιστούχου, επιπλέον, δε, το δικαίωμα να κλείνει οριστικά την πίστωση, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση της πιστούχου, κατά την ελεύθερη κρίση της, οποτεδήποτε, έστω και εάν δεν υπάρχει υπέρβαση του ορίου της πιστώσεως ή και εάν ακόμη, δεν γίνει καθόλου χρήση αυτής, β) διότι, μόνον, το γεγονός ότι, η άσκηση του δικαιώματος της εφεσίβλητης-καθ' ης η ανακοπή επέφερε βλάβη, έστω και μεγάλη, στην πρώτη εκκαλούσα-πρώτη ανακόπτουσα, δεν μπορεί να θεμελιώσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 του ΑΚ, παρά, μόνον, εάν τούτο μπορούσε να συνδυασθεί και µε άλλες περιστάσεις, όπως λ.χ.
εάν η εφεσίβλητη-καθ' ης η ανακοπή δεν είχε συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να θεμελιώσει η επίκληση, µε την ένδικη ανακοπή, ότι, η εφεσίβλητη-καθ' ης η ανακοπή αποφάσισε να εισπράξει την απαίτησή της, διότι, τούτο αποτελεί δικαίωμα, συνυφασµένο µε τη διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτή μπορούσε και είχε δικαίωμα να αποφασίσει.
Άλλωστε, σύμφωνα µε τα ιστορούμενα στην ένδικη ανακοπή πραγματικά περιστατικά, η εφεσίβλητη-καθ' ης η ανακοπή δεν έσπευσε αιφνιδιαστικά, από το έτος 2010, να προβεί στην καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως, παρόλο, που, στις αποσταλείσες σε αυτήν επιστολές της πρώτης εκκαλούσας-πρώτης ανακόπτουσας εκτίθετο, με σαφήνεια, η οικονομική της δυσπραγία, αλλά, τήρησε στάση αναμονής, ως προς την καταγγελία, υπέγραψε την από 27.9.2013 συμφωνία εξυγιάνσεως και προέβη, τελικώς, στην καταγγελία της συμβάσεως, το έτος 2015, γ) διότι, το γεγονός ότι, υπήρχαν εμπράγματες εξασφαλίσεις υπέρ της εφεσίβλητης-καθ' ης η ανακοπή δεν καθιστά καταχρηστική την απόφασή της να αναστείλει την χρήση του πιστωτικού ορίου και να προβεί στην καταγγελία της συμβάσεως πιστώσεως και δ) τέλος, διότι, οι επικαλούμενες προτάσεις της πρώτης εκκαλούσας-πρώτης ανακόπτουσας για εξαγορά της από την εφεσίβλητη-καθ'ης η ανακοπή δεν συνεπάγονται δέσμευση της τελευταίας να μην ασκήσει το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως πιστώσεως, καθώς τούτο εναπόκειται στην συναλλακτική της ελευθερία.
Δεν έσφαλε, επομένως, κατά την εφαρμογή του νόμου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας τον πρώτο λόγο της ανακοπής, ως μη νόμιμο, ακολούθως, δε, απορριπτέος είναι και ο πρώτος λόγος της ένδικης εφέσεως". Το Εφετείο, που απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι, ο εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ισχυρισμός, είναι μη νόμιμος, δεν παραβίασε ευθέως την εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διάταξη με εσφαλμένη ερμηνεία ή τη μη εφαρμογή της, διότι πράγματι τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν, κατά νόμο τη σχετική ένσταση, κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω.
Τούτο διότι, υπό τις προβαλλόμενες περιστάσεις η, κατ' εφαρμογή συμβατικού όρου, αναστολή της χρήσεως του πιστωτικού ορίου της πιστώσεως και, στη συνέχεια, η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της συμβάσεως πιστώσεως, δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, αφού η καθ' ης η ανακοπή τράπεζα είχε νόμιμο και συμβατικό δικαίωμα να προβεί στην αναστολή της χρήσεως του πιστωτικού ορίου και στο κλείσιμο της συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό οποτεδήποτε και να επιδιώξει την είσπραξη των απαιτήσεών της, έστω και αν επέφερε σημαντική βλάβη στην πιστούχο, καθόσον τούτο αποτελούσε δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, ενόψει μάλιστα, κατά τα εκτιθέμενα, ότι η καθ' ης η ανακοπή, παρά την οικονομική δυσπραγία της πιστούχου, από το έτος 2010, απέφυγε την εσπευσμένη καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως και το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού τους, επιπλέον δε, υπέγραψε την από 27-9-2013 συμφωνία εξυγιάνσεως και προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως, το έτος 2015, δηλαδή μετά πάροδο πενταετίας και μη τήρησης όρου της συμφωνίας εξυγιάνσεως, περί καταβολής του συμφωνημένου ποσού των 103.000 ευρώ κατά τον ορισθέντα χρόνο, εν τέλει δε, ούτε η πρόταση εκ μέρους της πιστούχου προς εξαγορά της από την καθ' ης η ανακοπή συνεπαγόταν δέσμευση της τελευταίας να μην ασκήσει το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως, καθόσον τούτο εναπόκειται στη συναλλακτική της ελευθερία, ενώ, ούτε το γεγονός ότι οι απαιτήσεις της ήταν ασφαλισμένες με εμπράγματες ασφάλειες, καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.
Επομένως, ο τρίτος και οι συναφείς από 23-10-2020 πρώτος πρόσθετος και από 4-1-2021 δεύτερος πρόσθετος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά το μέρος που γίνεται επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ιδίου Κώδικα, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι, διότι οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν τον ισχυρισμό που παρά το νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, το νόμιμο τρόπο που αυτός τυχόν προβλήθηκε και την επίδραση που ασκούσε στη δίκη.
Σε κάθε περίπτωση, υπό την εκδοχή ότι αναφέρονται στον πρώτο λόγο ανακοπής, ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι ο λόγος αυτός ανακοπής ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε, ως μη νόμιμος, με την προεκτεθείσα αιτιολογία.
Με τον τέταρτο λόγο και τον συναφή από 4-1-2021 πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 7 περ. ε' του ν. 2251/1994, απέρριψε τον προβληθέντα με το δεύτερο λόγο της ανακοπής τους ισχυρισμό τους (επικαλούμενοι την ιδιότητα του καταναλωτή), περί καταχρηστικότητας του όρου 7.2 της ένδικης συμβάσεως, ο οποίος προβλέπει ότι η τράπεζα δικαιούται σε κάθε περίπτωση να αναστέλλει τη χρήση της πιστώσεως, να την περιορίζει ή και να την κλείνει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο και πριν από οποιαδήποτε χρήση της και χωρίς καμία ειδοποίηση του πιστούχου κατά την ελεύθερη κρίση της, ως μη νόμιμο, διότι είναι άκυρος ως καταχρηστικός. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι επί του ανωτέρω ισχυρισμού το Εφετείο δέχτηκε τα εξής :"...η ιδιότητα του καταναλωτή πρέπει να κριθεί σύμφωνα με το δίκαιο, που γίνεται η χρήση (επίκληση) του καταχρηστικού ΓΟΣ από τον προμηθευτή...επομένως...όσον αφορά τον υπ'αριθ. 7.2 όρο, ο οποίος προσβάλλεται ως καταχρηστικός, η ημερομηνία καταγγελίας της συμβάσεως πιστώσεως ήτοι, η 6η Οκτωβρίου 2015.
Συνεπώς, θα πρέπει να ερευνηθεί η τυχόν εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994, όπως αυτή ίσχυε, μετά την αντικατάστασή της, από το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007...ο δεύτερος εκκαλών-δεύτερος ανακόπτων, ο οποίος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της ένδικης ανακοπής, συνεβλήθη στην ένδικη σύμβαση πιστώσεως δι' ανοικτού αλληλοχρέου λογαριασμού, ως εγγυητής υπέρ καταναλωτή (της πρώτης εκκαλούσας-πρώτης ανακόπτουσας εταιρίας), στο πλαίσιο της επιχειρηματικής και επαγγελματικής του δραστηριότητας, δεν εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο των διατάξεων του ν. 2251/1994, όπως ισχύει, μετά την αντικατάσταση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 του νόμου αυτού με το άρθρο 5 του ν. 3587/2007.
Όσον αφορά, δε, την πρώτη εκκαλούσα-πρώτη ανακόπτουσα, η οποία εμπίπτει στην έννοια του καταναλωτή-και, πάλι, ο λόγος αυτός της εφέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιµος, καθώς ... ο όρος αυτός, κατά το εκτιθέµενο στο δικόγραφο της ανακοπής περιεχόµενό του, εντάσσεται στους δηλωτικούς όρους (naturalia negottii) της επίδικης συμβάσεως, αφού επαναλαµβάνει την διάταξη του άρθρου 112 παρ. 2 του ΕισΝΑΚ, µε βάση την οποία, η σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασµού μπορεί να κλεισθεί όχι, μόνον, οριστικώς, στις από το νόµο οριζόµενες περιπτώσεις, αλλά και, προσωρινώς, κατά περιόδους, ενώ, σύμφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 2 του ν.δ. 17.7/13.8.1923, η τράπεζα δικαιούται τον λογαριασµό αυτόν να τον κλείσει, οποτεδήποτε θελήσει ...
Συνακολούθως, ένας τέτοιος όρος, εξ ορισµού, αποκλείεται από το πεδίο εφαρµογής του ν. 2251/1994...". Το Εφετείο δεχόμενο α) ότι ο περιεχόμενος στην ένδικη σύμβαση όρος, ο οποίος προβλέπει ότι η Τράπεζα δικαιούται να αναστέλλει, να περιορίζει ή και να κλείνει την πίστωση και πριν από οποιαδήποτε χρήση της χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του πιστούχου, είναι έγκυρος, εφόσον ο νόμος το επιτρέπει, β) ότι ο δεύτερος των αναιρεσειόντων εγγυήθηκε υπέρ της πρώτης ανακόπτουσας την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων που απέρρεαν από την ένδικη σύμβαση πιστώσεως στο πλαίσιο της επιχειρηματικής και επαγγελματικής του δραστηριότητας και, ως εκ τούτου, δεν έχει την ιδιότητα του καταναλωτή και δεν υπάγεται στην προστατευτική λειτουργία του ν. 2251/1994 και, μετά ταύτα, απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό δεύτερο λόγο έφεσης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 361 και 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 69 του Εμπορικού Νόμου, 47 και 64 έως 67 του ν.δ.
της 17-7/13-8-1923, δεν ήταν δε εφαρμοστέες οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 και 2 παρ.7 ε'του ν. 2251/1994. Επομένως, ο τέταρτος λόγος και ο συναφής από 4-1-2021 πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Κατά το μέρος που γίνεται επίκληση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι. Τούτο διότι, από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος σε αυτή λόγος αναιρέσεως αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων όχι δε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τον προβλεπόμενο από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο (Ολ ΑΠ 62/2000, Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 320/20113), εν προκειμένω δε οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων αφορούν παραβιάσεις κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Ο ν. 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές", στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 της οποίας ορίζεται ότι: "ρήτρα συμβάσεως που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν παρά την απαίτηση της καλής πίστεως, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 της ίδιας οδηγίας, "τα Κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα Οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή" (ΑΠ 828/2018).
Για να υπάρξει κατά το ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγής (ΓΟΣ), πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "την σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή". Σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου.
Επομένως, ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994 (Ολ ΑΠ 4/2019). Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 851 ΑΚ "Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή, και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη, του άρθρου 855 "Ο εγγυητής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής, ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη (ένσταση δίζησης) και 857 αριθ. 1 "Ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση της δίζησης: 1.
Αν παραιτήθηκε απ` αυτήν, και ιδίως αν εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης". Η ύπαρξη όρου περιεχομένου σε σύμβαση πιστώσεως δι` ανοικτού λογαριασμού μεταξύ Τράπεζας και εγγυητή, κατά τον οποίο ο συμβαλλόμενος εγγυητής δηλώνει ότι παραιτείται από το ευεργέτημα (ένσταση της διζήσεως) ευθυνόμενος αλληλεγγύως και για ολόκληρο το ποσόν ως αυτοφειλέτης, απηχεί το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 857 ΑΚ, και κατά συνέπεια, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα του σχετικού όρου συμφώνως προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση (ΑΠ 1087/2019).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης και τον συναφή από 4-1-2021 πρώτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 853 επ.ΑΚ, απέρριψε τον τρίτο λόγο της ανακοπής τους, που επανέφεραν με τον τρίτο λόγο έφεσης, περί καταχρηστικότητας του όρου παραιτήσεως του εγγυητή (υπ' αριθ. 16 όρος) από τις ενστάσεις των άρθρων 853,855-857, 862-864 ΑΚ, διότι προσκρούει στις διατάξεις των παρ.6 και 7 περ.
ιγ' του άρθρου 2 ν. 2251/1994, στις οποίες εμπίπτει ο δεύτερος ανακόπτων, αφού εγγυήθηκε υπέρ της πρώτης ανακόπτουσας, υπό την ιδιότητά του ως Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπός της και η εγγύηση που παρέσχε δεν συνδεόταν με το πρόσωπό του ατομικώς. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι επί του ανωτέρω ισχυρισμού των αναιρεσειόντων το Εφετείο δέχτηκε τα εξής : "...
ο δεύτερος εκκαλών-δεύτερος ανακόπτων συνεβλήθη, µεν, στην ένδικη σύμβαση πιστώσεως, ως εγγυητής, υπέρ της πρώτης εκκαλούσας-πρώτης ανακόπτουσας, η οποία εμπίπτει στην έννοια του καταναλωτή, για τους επαγγελματικούς της σκοπούς, εφόσον είναι η τελική αποδέκτρια του προϊόντος, πλην, όμως, όχι στα πλαίσια της ατοµικής του δραστηριότητας, ήτοι, προς κάλυψη δικών του καταναλωτικών αναγκών, αλλά, υπό την ιδιότητά του, ως Προέδρου, Διευθύνοντος Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εκκαλούσας-πρώτης ανακόπτουσας.
Σε κάθε περίπτωση: η συμβατική παραίτηση του εγγυητή από την ένσταση διζήσεως και τα λοιπά δικαιώματα, που επιφυλάσσουν τα άρθρα 853 επ. του ΑΚ υπέρ αυτού, είναι έγκυρη, ως σύμφωνη µε τα χρηστά ήθη δικαιοπραξία, χωρίς να συνιστά, δίχως άλλο, υπέρμετρη δέσμευση της βουλήσεως του παραιτουμένου συμβαλλομένου, ανήκουν, δε, οι διατάξεις αυτές στους δηλωτικούς όρους της επίδικης συμβάσεως, δεδομένου ότι, ταυτίζονται ή απηχούν κατά περιεχόμενο τη διάταξη του άρθρου 857 του ΑΚ, χωρίς να εισάγει απόκλιση από αυτήν και, χωρίς να την συμπληρώνει µε επιπλέον ρυθμίσεις, ώστε, αυτή δεν αποτελεί αντικείμενο δικαστικού ελέγχου...".
Ο ανωτέρω πέμπτος λόγος της αναίρεσης και ο συναφής από 4-1-2021 πρώτος πρόσθετος λόγος, όσον αφορά τις αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994, ως προς την ιδιότητα του δευτέρου αναιρεσείοντος, εγγυητή, ως καταναλωτή (ενεργούντος υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του Προέδρου, του Διευθύνοντος Συμβούλου και του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, καθώς επίσης, όντος, ουσιαστικά μοναδικού μετόχου της πιστούχου εταιρίας, με ποσοστό συμμετοχής 99,99%, περιστατικό μη αμφισβητούμενο, και, συνεπώς, δεν εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του άνω νόμου), είναι αβάσιμοι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν.
Περαιτέρω, όσον αφορά τις αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 361, 853,8 55-857, 862-864 ΑΚ, και 2 παρ. 6 και 7 περ. ιγ` του ν. 2251/1994 (ως προς την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης), τυγχάνουν απαράδεκτοι, εφόσον υπό το προαναφερθέν περιεχόμενό του ο όρος περί παραίτησης του εγγυητή από τις ενστάσεις διζήσεως κλπ εντάσσεται στους δηλωτικούς όρους της επίδικης συμβάσεως, δεδομένου ότι ταυτίζεται δηλαδή ή απηχεί κατά περιεχόμενο τη διάταξη του άρθρου 857 ΑΚ, χωρίς να εισάγει απόκλιση από αυτήν και χωρίς να τη συμπληρώνει με επιπλέον ρυθμίσεις, ώστε δεν αποτελεί αυτός αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, σύμφωνα και προς τη ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/13 (βλ. 13η σκέψη του Προοιμίου και το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας), κατά την οποία αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οι συμβατικές ρήτρες, που απηχούν τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας χωρίς να τροποποιούν το περιεχόμενο τους ή το πεδίο εφαρμογής τους (ΑΠ 1087/2019).
Κατά το μέρος που γίνεται επίκληση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, καθόσον οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων αφορούν παραβιάσεις κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων δεν ελέγχεται αναιρετικώς με τον άνω λόγο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Εξαίρεση δικαιολογείται μόνο αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 1626/2018).
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 441 και 442 ΑΚ, δεν έλαβε υπόψη την "ένσταση συμψηφισμού", που προέβαλαν, όπως κατά πιστή αντιγραφή αναφέρουν, "υπολανθανόντως στην ανακοπή και στο αρχικό δικόγραφο της έφεσης, ρητά όμως στους προσθέτους λόγους έφεσης", δοθέντος ότι με τον από 13-7-2016 πρώτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής τους προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι άσκησαν αγωγή αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστησαν, εξαιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της καθ'ης η ανακοπή τράπεζας, συνισταμένης στην άρνησή της να επιτρέψει τη χρήση του εγκεκριμένου πιστωτικού ορίου της συμβάσεως πιστώσεως, με αναλυτικές αναφορές της ζημίας τους, τον οποίο (ισχυρισμό) όφειλε, τόσο το πρωτοβάθμιο, όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, να εκτιμήσει, ως "ένσταση συμψηφισμού" των αντίθετων απαιτήσεων, ώστε η αναφερόμενη στη διαταγή πληρωμής απαίτηση της τράπεζας, να θεωρηθεί είτε εξοφλημένη, είτε καταχρηστικά ασκούμενη και η διαταγή πληρωμής, εκ του λόγου αυτού, ακύρως εκδοθείσα, ως προς το δήθεν οφειλόμενο ποσό.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 441 και 442 ΑΚ, δεν έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως την "ένσταση συμψηφισμού", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν ήταν επιτρεπτή η πρόταση από τους αναιρεσείοντες του ισχυρισμού αυτού με τρόπο διάφορο του οριζομένου στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ.
β' ΚΠολΔ, δηλαδή με λόγο ανακοπής ή πρόσθετο λόγο ανακοπής, και δη με πρόσθετο λόγο εφέσεως, κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, όπως οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες διατείνονται, σε κάθε δε περίπτωση, είναι απορριπτέος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος και, συνεπώς, αβάσιμος, αφού, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι το Εφετείο απέρριψε τον άνω ισχυρισμό ως απαράδεκτο, κατ' ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ και όχι κατ' εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες.
Όσον αφορά τα αιτήματα των αναιρεσειόντων : α) περί προδικαστικής παραπομπής το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για το ζήτημα εάν κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ εμπίπτουν και διατάξεις ενδοτικού δικαίου στις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που απαγορεύουν τον έλεγχο ρητρών, τούτο κρίνεται απορριπτέο, ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων, β) περί παραπομπής του ιδίου ζητήματος στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κρίνεται επίσης απορριπτέο, ενόψει των ήδη κριθέντων με την ΟλΑΠ 4/2019, δηλαδή ότι οι δηλωτικοί ΓΟΣ, ήτοι εκείνοι που απηχούν διάταξη ενδοτικού δικαίου του κράτους-μέλους, δεν υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας τόσο σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας, όσο και με τον ν. 2251/1994 και γ) περί παραπομπής του ζητήματος προστασίας, ως καταναλωτή, του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κρίνεται επίσης απορριπτέο, ενόψει των ήδη κριθέντων με την ΟλΑΠ 13/2015, ότι δηλαδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ.
ββ του ν.2251/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του. Kατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης και της αυτοτελώς υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσας, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 182 παρ.3, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 23-9-2020 αίτηση των: α) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α.Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και β) Α. Κ. ΤΟΥ Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1876/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Εταιρία Ειδικού Σκοπού με την επωνυμία "CAIRO No.3 FINANCE DESIGNATED ACTIVITY COMPANY"και κηρύσσει καταργημένη τη δίκη.
Απορρίπτει την από 23-9-2020 αίτηση και τους από 23-10-2020 και 4-1-2021 προσθέτους λόγους αυτής των: α) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α.Κ.ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και β) Α. Κ. ΤΟΥ Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1876/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ".
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης και της αυτοτελώς υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ