Supreme Court dismisses appeal against civil court judgment regarding inheritance and defamation claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant challenged the court's findings regarding the inheritance of funds and allegations of defamation, arguing procedural errors and improper consideration of police council rulings. The court ruled that the lower court correctly evaluated the civil facts without making definitive statements on the criminal guilt of the deceased, and that the police council decisions were merely procedural references rather than evidence for the civil verdict.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 559(11)(a) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court's decision relies solely on the relevant criminal statute without making definitive statements on the criminal guilt of the accused, and if the court merely references police council rulings as procedural history rather than using them as evidence for the civil finding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1188 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1188/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο, και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. χήρας Π. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ως καθολικής διαδόχου του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Π. Σ. του Χ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χειρδάρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Π., κατοίκου ... 2) Μ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Απόστολου Ανδρεουλάκου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/3/2011 αγωγή του Π. Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3520/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 651/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/7/2018 αίτησή της και τους από 15/10/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20-07-2018 αίτηση αναίρεσης και τον από 15-10-2019 πρόσθετο λόγο αυτής προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 651/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, αφού συνεκδικάστηκαν η από 3-11-2014 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και η από 5-11-2014 έφεση του ενάγοντος Π.
Σ., ως προς τον οποίο διακόπηκε η δίκη βιαίως λόγω θανάτου του και συνεχίστηκε από την αναιρεσείουσα, καθολική διάδοχο αυτού, που υπεισήλθε νομότυπα στη θέση του, έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 5-11-2014 έφεση του ενάγοντος, έγινε δεκτή η από 3-11-2014 έφεση των εναγομένων, εξαφανίστηκε η υπ' αριθμ.3520/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί ερήμην των εναγομένων και είχε δεχθεί την αγωγή κατά ένα μέρος, υποχρεώνοντας αυτούς να καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον ενάγοντα 8.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο και, αφού κράτησε το εφετείο την υπόθεση, απέρριψε την από 28-03-2011 αγωγή του Π.
Σ., με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, να του καταβάλουν 150.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την περιγραφόμενη σ' αυτή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους. Η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής, έχουν ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (αρθ. 552,553,556,558,564,569 ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολ.ΑΠ 3/1997). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για να ιδρυθεί ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δικ. πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 2/1989), με συνέπεια να μην ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, από τη μη απάντηση σε ισχυρισμό απαράδεκτο ή βραδέως υποβληθέντα με την προσθήκη των προτάσεων μετά τη συζήτηση.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη την ένσταση της αναιρεσείουσας, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, περί έλλειψης πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του πληρεξουσίου δικηγόρου του δεύτερου εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου, που προβλήθηκε με την προσθήκη και αντίκρουσή της στο Εφετείο, την τρίτη, μετά την συζήτηση της έφεσής της, ημέρα και ώρα 12.05'. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι ανεξαρτήτως του ότι, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ουσιώδη επιρροή θα ασκούσε η ανωτέρω ένσταση στην έκβαση της δίκης, αυτή υποβλήθηκε βραδέως με την προσθήκη των προτάσεων την τρίτη εργάσιμη ημέρα, δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο. Άρα το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε ένσταση που είχε υποβληθεί απαραδέκτως. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ.2 ΑΚ), δ) επέλευση ζημίας και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Παράνομη, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ενώ ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε (ΑΠ 864/2014, ΑΠ 137/2005).
Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει, είτε από δικαιοπραξία, οπότε μάλιστα μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, και που είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος (ΑΠ 292/2015).
Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2 § 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις -εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσης του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.
Παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρ. 361-363 ΠΚ (ΑΠ 121/2012, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 882/2013, ΑΠ 1216/2014, ΑΠ 1230/2014, ΑΠ 1750/2014, ΑΠ 726/2015).
Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις αυτές εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης. Αντιθέτως, δεν συνιστά γεγονός η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσης ή άλλοι χαρακτηρισμοί, εκτός αν τα παραπάνω σχετίζονται και συνδέονται άμεσα με γεγονός που συνιστά το κρίσιμο του αδικήματος στοιχείο, έτσι ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητά του, πράγμα που δεν συμβαίνει,όταν εκφράζονται ή εκδηλώνονται ανεξάρτητα και άσχετα με τον τρόπο αυτό (ΑΠ1735/2009).
Συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι πρόσφορο κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση κατ" άρθρο 362 ΠΚ, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.
Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 367 § 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρ. 361 - 367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 343/2016,ΑΠ 271/2012).
Έτσι, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 366 παρ. 1, 3 του ΠΚ, προκύπτει ότι, αν το δυσφημιστικό γεγονός είναι αληθές, δεν στοιχειοθετείται ούτε το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 366 παρ.1 ΠΚ), αλλά είναι δυνατό να στοιχειοθετείται το από το άρθρο 361 ΠΚ προβλεπόμενο έγκλημα της εξύβρισης, αν ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγιναν κακόβουλα, ήτοι από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει, όταν ο συγκεκριμένος τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς εν γνώσει του επιλέχθηκε, για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου (ΑΠ (Ποιν.) 395/2013, ΑΠ (Ποιν.) 2680/2008).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 229 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται η πράξη, που αποδίδεται στον καταμηνυθέντα, να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικά κολάσιμη και ψευδής, ο μηνύων δε να γνώριζε την αναλήθειά της και να προέβη με σκοπό να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική δίωξη του μηνυομένου (ΑΠ 72/2004, ΑΠ 93/2004).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως η διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Ο πρώτος εναγόμενος με την από 15.12.2008 και με Α.Β.Μ.
Α/2008/... μήνυση του κατά του ενάγοντος, το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαίωσε ενόρκως και κατά την κατάθεσή του, στις 15.12.2008, στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και στις 18.5.2009 ενώπιον της Πταισματοδίκη Περιστερίου, ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος του στην αντιδικία του με τον Δ.
Φ., η οποία ξεκίνησε το 1989 και ότι στο πλαίσιο της ανωτέρω αντιδικίας εκδόθηκαν οι 2062/2008 και 2807/2008 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες και τον δικαίωσαν. Ότι περί τα τέλη Ιουλίου 2008, παρόλο που ο ενάγων τον πληροφόρησε ότι ο αντίδικος του Δ. Φ. δια του καινούργιου πληρεξουσίου δικηγόρου Χ. Ζ., προτίθεται να εξοφλήσει και ο ίδιος (πρώτος εναγόμενος-μηνυτής) του γνωστοποίησε την πρόθεσή του να παρευρίσκεται κατά την πληρωμή, ο ενάγων εισέπραξε μόνος του τα χρήματα και ειδικά στις 3- 6-2008 τα χρήματα από την 2062/2008 απόφαση και στις 1.7.2008 τα χρήματα από την 2807/2008 απόφαση και τα κατέθεσε σε δικό του τραπεζικό λογαριασμό, ισχυριζόμενος ότι το έπραξε για προστασία του, αφού ο αντίδικος του μπορούσε να ασκήσει αναίρεση κατά των αποφάσεων και, αν δικαιωνόταν, θα έπρεπε να επιστρέψει τα χρήματα.
Ότι, ενώ στις 3.9.2008 του τηλεφώνησε ο ενάγων για να προσέλθει να πάρει τα χρήματα, τα οποία ανέρχονται, όπως του δήλωσε, στις 55.000 ευρώ περίπου, στη συνέχεια στις τηλεφωνικές κλήσεις του ιδίου, ο ενάγων του απαντούσε ότι δεν είναι έτοιμος και πρέπει να υπολογίσει ο ίδιος τους τόκους. Ότι στις 8.9.2008 ενόχλησε πάλι τηλεφωνικά τον ενάγοντα, ο οποίος του απάντησε ότι δεν είναι ακόμη έτοιμος για την καταβολή των εισπραχθέντων χρημάτων και αυτός του ανταπάντησε ότι δεν είναι ηλίθιος και όλα όσα του λέει είναι κουτά, αφού το μόνο που θέλει είναι να πάρει τα χρήματα που εισπράχθηκαν από τον αντίδικο του και δεν χρειάζεται υπολογισμός των τόκων.
Ο ενάγων, τότε εξοργίστηκε και του απάντησε ότι σταματά πλέον τη συνεργασία μαζί του και μετά από λίγο του απέστειλε και τις αποδείξεις παραλαβής των χρημάτων, από τις οποίες διαπίστωσε ότι το ποσό που είχε εισπράξει ο ενάγων για λογαριασμό του ανέρχεται στο συνολικό ύψος των 86.487,26 ευρώ και ειδικά το ποσό των 32.800 ευρώ για την πρώτη 2062/2008 απόφαση και το ποσό των 53.687,26 ευρώ για τη δεύτερη 2807/2008 απόφαση.
Ότι ο ενάγων, ακολούθως περί τα τέλη του μηνός Σεπτεμβρίου 2008 ανέφερε σ' αυτόν ότι θα κρατήσει τα μισά χρήματα για ψυχική φθορά του και θα του δώσει τα υπόλοιπα, αφού συντάξει μία απόδειξη. Ότι, στις 15-10-2008, διαπιστώνοντας ότι ο ενάγων δεν θα του επιστρέψει τα χρήματα, τον επισκέφθηκε μαζί με τον δεύτερο εναγόμενο Μ.
Χ. στο γραφείο του και του ζήτησε τα χρήματα, πλην όμως ο ενάγων αρνήθηκε και τελικά στη διένεξη που είχε με τον ενάγοντα παρενέβη ο αδελφός του, Κ. Σ., ο οποίος πρότεινε να κρατήσει ο ενάγων 10.000 ευρώ και να του παραδώσει τους δικαστικούς φακέλους, πρόταση που "με πόνο ψυχής" δέχθηκε και συμφωνήθηκε να γίνει την επόμενη ημέρα η πληρωμή, πλην όμως και πάλι ο ενάγων του είπε ότι δεν μπορεί γιατί πρέπει να πάει στην τράπεζα για να εκδώσει τραπεζικές επιταγές και του ζήτησε να παραλάβει μία απόδειξη και να του την στείλει πάλι διορθωμένη, έτσι ώστε να συμπληρώσει σ' αυτήν τα νούμερα των επιταγών και την τράπεζα που είχαν εκδοθεί.
Ότι, παρόλο που απέστειλε με φαξ την απόδειξη διορθωμένη, ο ενάγων δεν επικοινώνησε μαζί του και αναγκάστηκε ο ίδιος να του ξανατηλεφωνήσει και τότε ο ενάγων του είπε "Αφού βιάζεσαι, δεν έρχεσαι με την απόδειξη να πάρεις τα χρήματα της μιας απόφασης- δηλαδή της 2062/2008- μείον βέβαια τις 10.000 ευρώ και μετά βλέπουμε με την άλλη;" Ότι ο ίδιος αρνήθηκε και στις 29.10.2008 του έστειλε φαξ όπου του ζητούσε να αποδώσει τα χρήματα, που είχε εισπράξει για λογαριασμό του και που προσπαθούσε με διάφορους τρόπους να τα ιδιοποιηθεί και ότι θα προσφύγει στο Δικηγορικό Σύλλογο.
Ότι ο ενάγων την επόμενη ημέρα του κοινοποίησε εξώδικο στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι έχει ήδη δαπανήσει για τη δικαστική του υπόθεση ποσό άνω των 30.000 ευρώ και ότι δήθεν ο πρώτος εναγόμενος τον πληροφόρησε ότι θα πάρει ο μεν πρώτος εναγόμενος το 1/3 των εισπραχθέντων, το άλλο 1/3 ο δεύτερος εναγόμενος και το υπόλοιπο, 1/3 θα το πάρει ο ενάγων με τον όρο να συνεχίσει την υπόθεση, να παραστεί στον Άρειο Πάγο και να αποκρούσει την αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τον αντίδικο του κατά της δεύτερης τελεσίδικης απόφασης.
Ότι αυτός (πρώτος εναγόμενος) δεν ενέδωσε στον εκβιασμό και ο ενάγων κατέθεσε στο ΤΠΔ μόνο 57.663,98 ευρώ, συσταθέντος του 598938/11.11.2008 γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης, ενώ είχε εισπράξει ως εντολοδόχος του στο όνομα του και για λογαριασμό του το ποσό των 86.487,26 ευρώ, παρακρατήσας και ιδιοποιηθείς παράνομα το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας ποσό των 28.823,28 ευρώ.
Με βάση την ανωτέρω μήνυση, ασκήθηκε σε βάρος του ενάγοντος ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, κατ' εξακολούθηση και διενεργήθηκε κύρια ανάκριση. Μετά το πέρας της ανάκρισης εκδόθηκε το 3166/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε ο ενάγων ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων ως υπαίτιος του ότι: "Στην Αθήνα την 11.11.2008, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένο ολικά κινητό πράγμα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που του το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας.
Συγκεκριμένα: υπό την ιδιότητα του ως πληρεξούσιου δικηγόρου, αντικλήτου και εντολοδόχου του Α. Π. του Π., την 3.6.2008, παρέλαβε από τον Δ. Γ. Φ., δια χειρός του πληρεξουσίου του δικηγόρου Χ. Ζ., τη με αριθμό 000...-3 τραπεζική επιταγή, έκδοσης της Alpha Bank, κατάστημα ..., με ημερομηνία εκδόσεως την 3.6.2008, ποσού 33.000 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή του Δ.
Φ., την οποία είχε οπισθογραφήσει με την υπογραφή του προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση, κατά κεφάλαιο, νόμιμους τόκους και επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, της με αριθμό 2062/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία υποχρέωνε τον Δ. Φ., και τις εταιρείες "Π. Φ. και Σία ΕΕ", και "Ανώνυμη Βιοτεχνική Εταιρεία ..." να καταβάλουν στον Α.
Π. το συνολικό ποσό των 8.804,10 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής (14.12.1993) καθώς και τη δικαστική δαπάνη, ποσού 700 ευρώ. Το ποσό της άνω επιταγής εισέπραξε αυθημερόν από την πληρώτρια Τράπεζα, ενώ επέστρεψε ποσό 200 ευρώ στον άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του Δ. Φ., παρακρατώντας για λογαριασμό του πελάτη του το ποσό των 32.800 ευρώ.
Ακολούθως, υπό την ίδια ως άνω ιδιότητα του, την 1.7.2008, παρέλαβε από τον Δ. Γ. Φ., δια χειρός του πληρεξουσίου του δικηγόρου Χ. Ζ., την με αριθμό 0166...-1 τραπεζική επιταγή, έκδοσης της Τράπεζας Πειραιώς (κατ/μα ...), με ημερομηνία εκδόσεως την 1.7. 2008, ποσού 53.687,26 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή του Δ. Φ., την οποία είχε οπισθογραφήσει με την υπογραφή του, προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση, κατά κεφάλαιο, νόμιμους τόκους και επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, της με αριθμό 2807/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία υποχρέωνε τον Δ.
Φ. να καταβάλει στον Α. Π. το συνολικό ποσό των 14.966,98 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής (10.6.1994) καθώς και τη δικαστική δαπάνη, ποσού 1.500 ευρώ. Το ποσό της άνω επιταγής εισέπραξε αυθημερόν από την πληρώτρια τράπεζα. Ήτοι συνολικά εισέπραξε για λογαριασμό του πελάτη του το συνολικό ποσό των 86.487,26 ευρώ τα οποία όφειλε να του αποδώσει.
Αντί αυτού όμως, την 11- 11-2008, απέδωσε σε αυτόν (μέσω κατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων), το ποσό των 57.663,98 ευρώ, και παρακράτησε το υπόλοιπο ποσό των 28.823,28 ευρώ, το οποίο ενσωμάτωσε στην περιουσία του, προς βλάβη της περιουσίας του πελάτη του." Ακολούθως, κατόπιν έφεσης του ενάγοντος, εκδόθηκε το 196/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η ασκηθείσα έφεση κατά του 3166/2014 βουλεύματος του Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Τέλος, στις 20.11.2015 εκδόθηκε η απόφαση του Ε' Τριμέλους Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω θανάτου του κατηγορουμένου- ενάγοντος. Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος, προσκόμισε την ανωτέρω μήνυση και κατά τη συζήτηση της από 9.3.2009 αγωγής του κατά του ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά την εξέταση της από 16.12.2008 αναφοράς του από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δ.Σ.Α., επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενο της ως άνω αγωγής με τα δικόγραφα των προτάσεων και της προσθήκης- αντίκρουσης, όπως επίσης και ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ.
Ενώ, ο δεύτερος εναγόμενος ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όταν συζητήθηκε η από 9.3.2009 αγωγή, όπως επίσης και στις 18.9.2009 ενώπιον της Πταισματοδίκη Περιστερίου, κατάθεσε πραγματικά περιστατικά όμοια με εκείνα της μήνυσης, επιβεβαιώνοντας αυτήν. Σύμφωνα με τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην επίμαχη μήνυση και σε συσχέτιση με τα όσα διατείνεται με την αγωγή του ο ενάγων, ως προσβλητικά, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν γεγονότα, δηλαδή συμβάντα του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενα στο παρόν ή παρελθόν, που υποπίπτουν στις αισθήσεις και δύναται να αποδειχθούν, καθώς, επίσης, εξέφρασαν και αξιολογικές κρίσεις, οι οποίες όμως συνδέονται και συσχετίζονται με τα γεγονότα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το έτος 1989 ο πρώτος εναγόμενος, ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "Α. Π. και Σια EE", ανέθεσε στον ενάγοντα- δικηγόρο Αθηνών, την δια της δικαστικής οδού είσπραξη της απαίτησης του κατά του Δ. Φ. και των εταιρειών συμφερόντων του, ύψους 7.500.000 δραχμών, προερχόμενη από επιταγές των οποίων ήταν νόμιμος από οπισθογράφηση κομιστής και οι οποίες κατά την εμφάνιση τους στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκαν και σφραγίστηκαν.
Επί της ανωτέρω αντιδικίας εκδόθηκαν τελικά, μετά από πολυετή δικαστικό αγώνα και με πληρεξούσιο δικηγόρο τον ενάγοντα, οι 2062/2008 και 2807/2008 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, εκ των οποίων η μεν πρώτη δέχθηκε την από 2.11.1993 (αριθ καταθ 12811/93) αγωγή του πρώτου εναγομένου και επιδίκασε σ' αυτόν το ποσό των 8.804,10 ευρώ, η δε δεύτερη δέχτηκε την από 3.6.1994 (αριθ καταθ 5118/94) αγωγή του πρώτου εναγομένου και επιδίκασε σ' αυτόν το ποσό των 14.966,98 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της καθεμίας εκ των εν λόγω αγωγών (14.12.93 και 10.6.94, αντίστοιχα).
Ακολούθως, ο αντίδικος του πρώτου εναγομένου Δ. Φ., δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χ. Ζ. κατέβαλε, στις 3.6.2008, στον ενάγοντα, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του πρώτου εναγομένου και προς πλήρη εξόφληση της επιδικασθείσας απαίτησης με την 2062/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και των νομίμων τόκων, το ποσό των 32.800 ευρώ, συνταχθείσας για το λόγο αυτό της από 3.6.2008 απόδειξης είσπραξης και στην 1.7.2008 το ποσό των 53.687,26 ευρώ, προς πλήρη εξόφληση της απαίτησης και των τόκων, που επιδικάστηκαν με την 2807/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, συνταχθείσας της από 1.7.2008 απόδειξη είσπραξης.
Ο ενάγων δεν απέδωσε τα εισπραχθέντα ανωτέρω, ποσά στον πρώτο εναγόμενο κατά τις ημερομηνίες που τα εισέπραξε, αλλά τα κατέθεσε σε δικό του τραπεζικό λογαριασμό, γεγονός που και ο ίδιος αποδέχεται. Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, όταν κατά το μήνα Σεπτέμβριο 2008, έμαθε από τον ίδιο τον ενάγοντα ότι εισπράχθηκαν τα ποσά που του επιδικάστηκαν με τις πιο πάνω αποφάσεις, ζήτησε τηλεφωνικά από τον ενάγοντα να του τα αποδώσει, πλην όμως ο ενάγων, αρνούμενος την απόδοση των ποσών, ζήτησε πρώτα να γίνει εκκαθάριση των λογαριασμών τους.
Ο πρώτος εναγόμενος προσήλθε, στις 15.10.2008, μαζί με το δεύτερο εναγόμενο στο γραφείο του ενάγοντος, προκειμένου να διευθετηθεί η μεταξύ τους διένεξη και να εισπράξει τελικά τα ποσά που του επιδικάστηκαν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τελικά, με την από 29.10.2008 εξώδικη διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωσή του και σε απάντηση της με ίδια ημερομηνία επιστολής του πρώτου εναγομένου περί αναφοράς του στο ΔΣΑ, ο ενάγων εκθέτει ότι δαπάνησε άνω των 30.000 ευρώ κατά τη διάρκεια των δικαστικών αγώνων και σε εξώδικες ενέργειες και ότι τον πληροφόρησε ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος ότι θα εισπράξει το 1/3 των εισπραχθέντων, το άλλο 1/3 προορίζεται για τον δεύτερο εναγόμενο, για τις ελάχιστες ώρες που αφιέρωσε ως μάρτυρας και το υπόλοιπο 1/3 θα το πάρει ο ίδιος ο ενάγων, με τον όρο να συνεχίσει την υπόθεση και να παραστεί στον Άρειο Πάγο και να αποκρούσει την αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε από τον αντίδικο κατά της δεύτερης τελεσίδικης απόφασης.
Επίσης, προσκαλεί τον πρώτο εναγόμενο να προσέλθει να εισπράξει το ποσό των 57.658,17 ευρώ, παρακρατώντας το συνολικό ποσό των 28.829,08 ευρώ, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης, για τα έξοδα που δαπάνησε για την υπόθεση, γνωστοποιώντας επιπλέον ότι σε περίπτωση άρνησής του θα καταθέσει το ανωτέρω ποσό στο ΤΠΔ εντός 10 ημερών από την επίδοση της εν λόγω εξώδικης πρόσκλησης.
Ο πρώτος εναγόμενος αρνήθηκε να προσέλθει για να παραλάβει το ανωτέρω ποσό των 57.658,17 ευρώ και ο ενάγων προέβη σε παρακαταθήκη του ποσού των 57.666,98 ευρώ, συσταθέντος του 598938/11.11.2008 γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης, παρακρατώντας ο ίδιος το ποσό των 28.823 28 ευρώ εκ του ποσού που είχε εισπράξει ως εντολοδόχος του πρώτου εναγομένου.
Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνήσει με τον πρώτο εναγόμενο, από την αρχή της ανάθεσης σ' αυτόν της υπόθεσης, να καταβάλει ο πρώτος εναγόμενος τα δικαστικά και λοιπά απρόβλεπτα δαπανήματα και για την αμοιβή του, εφόσον ευδοκιμούσε η υπόθεση, να παρακρατήσει από την είσπραξη της απαίτησης ένα ποσοστό 20% επί του συνόλου της, σε όποιο ύψος θα διαμορφωνόταν αυτή, μαζί με του τόκους, την τυχόν επιδικαζόμενη με τελεσίδικες αποφάσεις ηθική βλάβη και τις δικαστικές δαπάνες.
Πλην, όμως ο ανωτέρω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου περί καταβολής του 20% επί του ποσού που θα επιδικαστεί στον πρώτο εναγόμενο. Εξάλλου, ο ανωτέρω ισχυρισμός του ενάγοντος έρχεται σε αντίφαση με έτερο ισχυρισμό του, με τον οποίο διατείνεται ότι έχει ήδη καταβάλει, με δικά του χρήματα, ποσό άνω των 30.000 ευρώ, για δικαστικές και εξώδικες ενέργειες του σχετικά με την υπόθεση του πρώτου εναγομένου, δεδομένου ότι αν πράγματι είχε συμφωνηθεί η καταβολή εκ μέρους του πρώτου εναγομένου των δικαστικών και λοιπών απρόβλεπτων δαπανημάτων και της αμοιβής του, εφόσον ευδοκιμούσε η υπόθεση, ύψους 20% επί του συνόλου της επιδικαζόμενης τότε δεν θα είχε αυτός (ενάγων) υποβληθεί σε έξοδα ύψους άνω των 30.000 ευρώ, όπως διατείνεται, αφού αυτά κατά τη συμφωνία τους έπρεπε να καταβληθούν από τον πρώτο εναγόμενο και θα έπρεπε λογικά αυτά, εφόσον πράγματι δαπανήθηκαν, να αναζητηθούν ήδη κατά τη διάρκεια του πολυετή χειρισμού της υπόθεσης του πρώτου εναγομένου.
Επίσης, με την ανωτέρω αναφερόμενη από 29.10.2008 εξώδικη διαμαρτυρία, ο ενάγων δεν κάνει καμία αναφορά περί της ανωτέρω συμφωνίας του με τον πρώτο εναγόμενο, αλλά αντίθετα, εκθέτει ότι συμφωνήθηκε με τον τελευταίο (πρώτο εναγόμενο), σε χρόνιο μεταγενέστερο της έκδοσης των τελεσίδικων αποφάσεων που επιδίκασαν την απαίτηση του πρώτου εναγομένου, να παρακρατήσει αυτός (ενάγων) το 1/3 εκ του επιδικασθέντος ποσού, με τον όρο να παραστεί στον Άρειο Πάγο και να αποκρούσει την αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο αντίδικος του πρώτου εναγομένου, το άλλο 1/3 να το λάβει ο δεύτερος εναγόμενος και το υπόλοιπο 1/3 να δοθεί στον πρώτο εναγόμενο.
Όσον δε αφορά τη συμφωνία αυτή περί παρακράτησης του 1/3 εκ του επιδικασθέντος ποσού, που διατείνεται ο ενάγων, ουδόλως αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκε τέτοια συμφωνία, ούτε δε δύναται να συναχθεί το αντίθετο συμπέρασμα από την χωρίς ημερομηνία απόδειξη είσπραξης, καθόσον αυτή δεν φέρει υπογραφές και επιπρόσθετα δεν γίνεται καμία μνεία σ' αυτήν περί συμφωνίας παρακράτησης του 1/3 εκ του επιδικασθέντος ποσού.
Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι ανεξάρτητα του εάν πράγματι ο πρώτος εναγόμενος όφειλε, για δικηγορική αμοιβή και δικαστικές ή άλλες ενέργειες, στον ενάγοντα, γεγονός που ο τελευταίος αορίστως στην αγωγή εκθέτει, χωρίς, δηλαδή, να γίνεται αναφορά των ενεργειών του και των δαπανών που υποβλήθηκε κατά το χειρισμό της υπόθεσης, αρκούμενος μόνο στην αναφορά για τον πολυετή δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε και των όσων υπέφερε για την ευόδωση της υπόθεσης, δεν έδωσε αυτός (πρώτος εναγόμενος) το δικαίωμα στον ενάγοντα να παρακρατήσει το ποσό των 28.823,28 ευρώ από τα χρήματα που εισέπραξε.
Ως εκ τούτου ο ενάγων αυθαίρετα και χωρίς νόμιμο δικαίωμα παρακράτησε το παραπάνω ποσό, ιδιοποιούμένος αυτό. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι τα αναφερόμενα στην επίδικη μήνυση του πρώτου εναγομένου είναι αληθή και ο πρώτος εναγόμενος αναφέροντας τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στην επίμαχη μήνυση του και επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενο αυτής τόσο ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, όσο και ενώπιον της Πταισματοδίκη Περιστερίου, καθώς επίσης και με την από 9.3.2009 αγωγή του και τις προτάσεις- αντίκρουση και ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ, όπως επίσης και ο δεύτερος εναγόμενος με τα αναφερόμενα στην κατάθεση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ενώπιον του Πταισματοδίκη Περιστερίου, δεν τέλεσαν το αδίκημα της δυσφήμησης (απλής ή συκοφαντικής), όπως ισχυρίζεται με την αγωγή του ο ενάγων, ούτε και προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής του ενάγοντος, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.
Η εκ μέρους του πρώτου εναγομένου κατάθεση της επίμαχης μήνυσης με το ανωτέρω περιεχόμενο, στο οποίο αναφέρονται μόνο πραγματικά γεγονότα που οδηγούν στην κρίση περί της τέλεσης του αδικήματος της υπεξαίρεσης από τον ενάγοντα, ήταν πραγματικά αναγκαία για να αποδώσει όπως έπρεπε αντικειμενικά το περιεχόμενο της σκέψης του πρώτου εναγομένου για προστασία του νόμιμου δικαιώματος του.
Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί η αγωγή του ενάγοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση του ενάγοντος ως αβάσιμη κατ' ουσία και δέχτηκε την έφεσή των εναγομένων, που είχαν δικασθεί πρωτοδίκως ερήμην, ως βάσιμη και κατ' ουσία, εξαφάνισε την εκκαλούμενη με αυτή απόφαση και δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής, απέρριψε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57,914 ΑΚ και 361,362,363,367 Π.Κ κάλυψε όλα τα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα του, περί της μη βασιμότητας της επικαλούμενης με την αγωγή παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων σε βάρος του ενάγοντος .
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα, αφού εκθέτει ότι τα αναφερόμενα στην επίδικη μήνυση του πρώτου εναγομένου περιστατικά ήταν αληθή και ότι, ως εκ τούτου, αυτός, αναφέροντας αυτά στην επίμαχη μήνυσή του και επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενο της τόσο ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, όσο και ενώπιον της Πταισματοδίκη Περιστερίου, καθώς επίσης και στην από 9.3.2009 αγωγή του και στις προτάσεις- αντίκρουση και ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΔΣΑ, όπως επίσης και ο δεύτερος εναγόμενος με τα αναφερόμενα στην κατάθεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ενώπιον του Πταισματοδίκη Περιστερίου, δεν τέλεσαν το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, σε βάρος του ενάγοντος, αλλ' ούτε και της απλής δυσφήμησης και της εξύβρισης, καθόσον η εκ μέρους του πρώτου εναγομένου κατάθεση της επίμαχης μήνυσης στην οποία αναφέρονται μόνο πραγματικά γεγονότα που οδηγούν στην κρίση περί της τέλεσης του αδικήματος της υπεξαίρεσης από τον ενάγοντα, ήταν πραγματικά αναγκαία για να αποδώσει όπως έπρεπε αντικειμενικά το περιεχόμενο της σκέψης του για προστασία του νόμιμου δικαιώματος του.
Τέλος, δεν απαιτείτο εκ μέρους του δικαστηρίου η έρευνα για έλεγχο τυχόν αμελούς συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων, εφόσον αυτό δεν αποτελούσε στοιχείο της αγωγής (ΑΠ 611/2019). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...... 2.
Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.
Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου.
Η τοιαύτη νομική θεμελίωση του τεκμηρίου συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. με σειρά δε αποφάσεών του (το Ε.Δ.Δ.Α.) παγιώνει τη νομολογία του προς την κατεύθυνση μιας διασταλτικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διατάξεως και, συνεπώς, μιας διευρυμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας.
Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Αθωωτική δε ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικές υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του Α.Κ., η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.
Επομένως, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem .
To πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.
Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.
Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (Ολομ.
ΑΠ 4/2020). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ειδικότερα, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής τούτων στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την, εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ισχυρίζεται ότι για το ποινικό αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, που είχε αποδοθεί σε βάρος του ενάγοντος και ήδη αποβιώσαντος συζύγου της Π. Σ., με αφορμή την από 15-12-2008 μήνυση του πρώτου αναιρεσίβλητου, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω του επισυμβάντος θανάτου του και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αντί να σεβαστεί το τεκμήριο αθωότητάς του το παραβίασε, διότι με τις παραδοχές της δέχτηκε ότι διέπραξε το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης σε βάρος του πρώτου αναιρεσίβλητου και απέρριψε την αγωγή, με την οποία ζητούσε ο ενάγων σύζυγος της, στη θέση του οποίου, μετά το θάνατο του, έχει υπεισέλθει αυτή ως καθολική διάδοχος, χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που του προκάλεσαν οι αναιρεσίβλητοι, από την τελεσθείσα σε βάρος, του αδικοπραξία της συκοφαντικής δυσφήμησης και εντεύθεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ο λόγος αυτός της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές του δεν παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας του ενάγοντος που προέκυπτε από την ποινική απόφαση, με την οποία έπαυσε η σε βάρος του ενάγοντος ποινική δίωξη, ούτε και τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Και τούτο διότι ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική απόφαση και να την θέσει ως βάση στην απόφαση του.
Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτιμήσεως των αθωωτικών αποφάσεων, όπως είναι και αυτές που έχουν παύσει για τον κατηγορούμενο την ποινική δίωξη, όμως, η υποχρέωση συνεκτιμήσεως δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την απόφαση αυτή. Ειδικότερα από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ποινική απόφαση, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία, μετά την οριστική παύση της ποινικής δίωξης του τότε κατηγορουμένου και ενάγοντος, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως του εκ της ποινικής αποφάσεως, που έπαυσε την ποινική δίωξη, λόγω θανάτου, παραγομένου τεκμηρίου αθωότητας αυτού, για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε.
Οι περιεχόμενες δε στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές ότι "... ο ενάγων αυθαίρετα και χωρίς νόμιμο δικαίωμα παρακράτησε το παραπάνω ποσό, ιδιοποιούμενος αυτό. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά προκύπτει ότι τα αναφερόμενα στην επίδικη μήνυση του πρώτου εναγομένου είναι αληθή..." αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της αγωγής σχετικά με την επικαλούμενη εκ μέρους του ενάγοντος τέλεση σε βάρος του από τους αναιρεσίβλητους αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση) και δεν αποτελούν δήλωση σχετικά με την ποινική ενοχή του ενάγοντος - τότε κατηγορούμενου.
Ειδικότερα από το σύνολο των προεκτεθεισών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο, το μεν αξιολόγησε μόνον τα στοιχεία της σχετικής ποινικής διάταξης, το δε περιορίστηκε ρητώς μόνον σ' αυτά, χωρίς να διαλάβει δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον τότε ενάγοντα- κατηγορούμενο, για τον οποίο έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω θανάτου.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.α ΚΠολΔ, αιτιώμενη ότι έλαβε υπόψη της απαραδέκτως για την εξαγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος, ως δικαστικά τεκμήρια, τα υπ' αριθ.3166/2015 και 196/2015 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, αντίστοιχα. Από την επισκόπηση του αιτιολογικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν έλαβε υπόψη της τα ανωτέρω βουλεύματα για την εξαγωγή του αποδεικτικού της πορίσματος, αλλά τα ανέφερε, προκειμένου να εκθέσει τη διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης.
Συνεπώς, ο πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, που προσάπτει στο Εφετείο την ανωτέρω αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου και να επιβληθεί στην ηττώμενη αναιρεσείουσα η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματος τους (αρθρ. 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-7-2018 αίτηση και τον από 15- 10-2019 πρόσθετο λόγο για αναίρεση της υπ' αριθ. 651/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου. Και Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσόν της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ