Supreme Court dismisses appeal on business transfer grounds, ruling substantive issues barred from retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding labor disputes and business transfers. The appellants argued that the employer lost its status as the business operator due to a transfer, but the court found the lower court's reasoning on the continuity of the business unit sufficient. Consequently, the court held that the appeal's core arguments were inadmissible because they touched upon the substance of the case, which is not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it challenges the substance of the case already decided, as such issues fall outside the scope of appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1188 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1188/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Λουκά Μόρφη και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., και 2)μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στο .... και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Νιζάμη, και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Λ. Τ. του Λ., κατοίκου ..., 2)Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 3)Δ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 4)Χ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 5)Σ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 6)Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., και 7)Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργιο Λυμπερδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/9/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2015 εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, που ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και 63/2017 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/2/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 20-2-2018 αίτηση αναίρεσης των εκ των εναγομένων τρίτου και τετάρτης και ήδη αναιρεσειόντων, προσβάλλεται η 63/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων αυτών, κατόπιν της από 9-9-2014 (αριθμό κατάθεσης 69/2014) αγωγής μεταξύ άλλων εναγόντων και των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Το πρωτοβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου με την άνω απόφασή του, αφού δίκασε ερήμην της πρώτης εναγομένης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, απέρριψε την αγωγή ως προς τη δεύτερη των εναγομένων, στην συνέχεια δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως προς την πρώτη, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων, αναγνώριζε α)ότι είναι άκυρες οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας της δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης, έκτης και εβδόμης των αναιρεσιβλήτων-εναγουσών, β) υποχρέωσε την τετάρτη εναγομένη να αποδέχεται την εργασία τους, γ)αναγνώρισε την υποχρέωση της πρώτης, τρίτου και τετάρτης των εναγομένων εις ολόκληρον έκαστος να καταβάλουν για μισθούς υπερημερίας στις ενάγουσες για το χρονικό διάστημα της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας τους, τα ποσά που εκεί αναφέρονται, δ)υποχρέωσε τους εναγόμενους επίσης αυτούς να καταβάλουν για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 24-6-2014 έως 24-2-2015 στις άνω ενάγουσες τα ποσά που επίσης εκεί αναφέρονται, ε)αναγνώρισε την υποχρέωση των άνω εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στην πρώτη ενάγουσα ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 5.813,08 ευρώ, νομιμότοκα κατά τις εκεί διακρίσεις.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 518, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ), την 20-2-2018, ήτοι εντός μηνός από την εκπνοή(18-1-2018) της προθεσμίας προς άσκηση έφεσης( εντός της οποίας δεν ασκήθηκε από κανένα διάδικο έφεση), καθόσον, η άνω οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου κοινοποιήθηκε στους αναιρεσείοντες την 19-12-2017, και εφόσον η τελευταία ημέρα ασκήσεώς της 19η-2-2018, ήταν η αργία της Καθαράς Δευτέρας, παρατάθηκε ο χρόνος άσκησής της για την επόμενη εργάσιμη ημέρα, ήτοι την 20-2-2018.
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 2112/1920, "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Το ίδιο ορίζεται και με το άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ. της18.7.1920 αναφορικά με τους εργάτες και υπηρέτες, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3514/1928, αν μεταβληθεί το πρόσωπο του εργοδότη, οι υποχρεώσεις του, που καθιερώνει το νομοθέτημα αυτό για την περίπτωση στρατεύσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον νέο εργοδότη.
Επίσης, το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3239/1955 για τις συλλογικές διαφορές εργασίας όριζε ότι η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δεν επιδρά στην εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση εργασίας, τα δε δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από αυτή μεταβιβάζονται αυτοδικαίως για το μέλλον στους διαδόχους του. Κατά δε το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας, "τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο, μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, το διάδοχο.
Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας".
Η προαναφερθείσα Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50 Οδηγία. Ήδη ισχύει το π.δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την ως άνω Οδηγία 98/50/Ε.Κ. του Συμβουλίου", κατά το άρθρο 4 του οποίου, διά της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στον διάδοχο.
Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1). Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου π.δ., η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ'εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως, που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1).
Αν η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2).
Συνεπώς, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητα της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή(βλ.
Ολ.Α.Π. 5/1994 , ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 259/2006, ΑΠ 564/2005 ΑΠ 1723/1995). Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχος του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης.
Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, γεγονός που συμβαίνει, όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΟλΑΠ 5/1994, ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 14/2012, ΑΠ 200/2009, ΑΠ 259/2006, ΑΠ 564/2005, ΑΠ 1723/1995, ΑΠ 1364/1992).
Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994, ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 200/2009, ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 1551/2006, ΑΠ 389/2005, ΑΠ 1002/2004).
Ως εκ τούτων, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό ( ΑΠ 14/2012).
Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία:
1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.),
2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους,
3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία,
4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας,
5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και
6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1850/2006). Συνεπεία της μεταβίβασης της επιχείρησης, μεταβιβάζεται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς και των προσδοκιών από τον παλαιό στον νέο εργοδότη (ΑΠ 390/2008). Ακόμη, ο προηγούμενος εργοδότης, και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον νέο εργοδότη, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002 (ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 525/2013, ΑΠ 339/2011, ΑΠ 318/2010).
Ειδικότερα δε, επί μεταβίβασης επιχείρησης, ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιοσδήποτε φύσης, είτε εκ σύμβασης είτε εξ αδικοπραξίας, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 909/2010), θεωρείται δε το χρέος γεννημένο πριν από τη μεταβίβαση, εφόσον τα παραγωγικά του γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά τον χρόνο αυτόν, έστω και αν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μεταγενέστερα (ΑΠ 1154/1998).
Επίσης, κατά το άρθρο 5 του ίδιου Π.Δ., η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ' αυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργάνωσης που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1).Η εν λόγω διάταξη καθιερώνει έναν αυτοτελή λόγο ακυρότητας της καταγγελίας, ο οποίος ισχύει παράλληλα με άλλους λόγους ακυρότητας, η δε απαγόρευση που θεσμοθετεί αφορά τόσο τον μεταβιβάζοντα, όσο και τον διάδοχο.
Έτσι, απολύσεις στις οποίες προβαίνει ο εργοδότης, ενόψει και λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης, με μοναδικό σκοπό να καταστήσει την επιχείρηση εμπορεύσιμη, διευκολύνοντας έτσι τη μεταβίβασή της, αντιβαίνουν στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του πιο πάνω Π.Δ. και είναι εξ αυτού του λόγου άκυρες (ΑΠ 226/2011).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παράγρ. 3 εδάφ. α' του Ν. 3198/55, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/20, 2 και 5 του Ν.3198/55 και 669 του ΑΚ, είναι έγκυρη μόνο όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη γι' αυτήν αποζημίωση. Η αποζημίωση, που πρέπει να καταβληθεί στον απολυόμενο μισθωτό, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγρ.2 του Ν.2112/20 και το άρθρο 5 παράγρ. 1 του Ν. 3198/55, υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως (Ολ.ΑΠ 1144/1983, ΑΠ 194/2011).
Ως χρόνος καταβολής της αποζημίωσης ορίζεται κατ' αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 εδ. α του ως άνω Ν. 3198/1955, η ημέρα της λύσης της σύμβασης, εκτός αν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, οπότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημίωσης, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο εδ.
β της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 3198/1955. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν δεν καταβληθεί η αποζημίωση ή το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της, κατά περίπτωση, την ημέρα που επιδίδεται η έγγραφη καταγγελία στον απολυόμενο μισθωτό, η καταγγελία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα δεν θεραπεύεται με τη μεταγενέστερη καταβολή της αποζημίωσης.
Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ακόμη ότι η καταβολή της αποζημίωσης πρέπει να είναι πραγματική και δεν αρκεί η απλή προσφορά της. (ΑΠ 918/2006, ΑΠ 1290/2001). Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ό,τι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1009/2010, ΑΠ 1987/2007).
3. Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο της αίτησης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 2 του π.δ/τος 178/2002 και 6 του ν. 2112/1920 και της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 77/187 για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, καθώς και ότι τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη πραγματικά περιστατικά, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι αυτή ανελέγκτως δέχθηκε τα εξής σχετικά με το επίμαχο θέμα αν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση μεταβίβαση επιχείρησης μεταξύ των διαδίκων: "Δυνάμει του με αριθμό ...09/29-9-2006 καταστατικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κ. Κ. - Κ., συστάθηκε η πρώτη εναγομένη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Α. Ε." με έδρα την πόλη του Βόλου. Μέτοχοι της πρώτης εναγόμενης με συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο με ποσοστό 50% ήταν η δεύτερη εναγόμενη και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." (μη διάδικος), πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της οποίας ήταν ο τρίτος εναγόμενος. Το αντικείμενο της πρώτης εναγόμενης ήταν η παροχή υπηρεσιών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας περίθαλψης.
Ειδικότερα είχε οργανώσει σε οικοδομές ιδιοκτησίας των μετόχων της Γενική Κλινική (επί της οδού ...) και Μαιευτική Κλινική (επί της οδού ...) κατόπιν σύναψης συμβάσεων μίσθωσης των κλινικών καθώς και των μηχανημάτων και εξοπλισμού τους (βλ. την από 28-12-2006 σύμβαση μίσθωσης μεταξύ πρώτης και δεύτερης των εναγομένων και της από 28-12-2007 συμφωνίας παράτασης μισθώσεως, συνομολογείται δε και από τους τρίτο, τέταρτη και όγδοο των εναγομένων με τις προτάσεις τους).
Την 24-4-2014 κατόπιν υποβολής αιτήσεως από τον Ν. Μ. (έβδομο εναγόμενο για τον οποίο δεν επαναφέρεται η αγωγή), νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγόμενης εξεδόθη από τον Αντιπεριφερειάρχη ..... η με αρ. πρωτ. ....56/24-4-2014 απόφαση προσωρινής διακοπής της λειτουργίας της πρώτης εναγόμενης για το χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών για λόγους εσωτερικών οικοδομικών εργασιών που κρίθηκαν αναγκαίες για την εύρυθμη λειτουργία της κλινικής, η οποία ανακοινώθηκε σε εργαζόμενους και νοσηλευόμενους αυθημερόν.
Την 20-5-2014 συγκλήθηκε γενική συνέλευση των μετόχων της πρώτης εναγόμενης με θέματα τη λύση και εκκαθάριση αυτής, την τροποποίηση του άρθρου 38 του καταστατικού και τη μεταφορά της έδρας της υπό εκκαθάριση εταιρείας στην οδό ... στο ..... Ήδη, ωστόσο, προ της έκδοσης απόφασης προσωρινής διακοπής και μετά από έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της πρώτης εναγόμενης, που έλαβε χώρα την 28-3-2014, ο Ν.
Μ. με την από 10-4-2014 αίτηση του προς τη Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας της περιφερειακής ενότητας ..... (αρ. πρωτ, ....56/10-4-2014) είχε αιτηθεί τη μεταβίβαση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας της πρώτης εναγόμενης προς την δεύτερη εναγόμενη. Ο πραγματικός σκοπός δε, ήταν να επιστραφεί η άδεια ίδρυσης στη δεύτερη εναγόμενη σύμφωνα με τη δέσμευση των συμβαλλομένων στη μισθωτική σχέση που συνήφθη την 28-12-2006.
Επιπλέον, μετά από την από 18-4-2014 απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου της πρώτης εναγόμενης παρόμοια αίτηση υπέβαλλε την 24-4-2014 (αρ. πρωτ. .....81/24-4-2014) και ο Δ. Κ. (έκτος εναγόμενος για τον οποίο δεν επαναφέρεται η αγωγή), με την ιδιότητα του διοικητικού διευθυντή αυτής, ενώ ταυτόχρονα υπεβλήθη αίτηση προς τη Διεύθυνση Υγείας εκ μέρους της δεύτερης εναγόμενης, νομίμως εκπροσωπούμενης από τον Γ.
Α. (πέμπτο εναγόμενο για τον οποίο δεν επαναφέρεται η αγωγή), με την οποία δήλωσε ότι αποδέχεται την ως άνω μεταβίβαση. Έτσι την 28-4-2014 εξεδόθη η με αρ. πρωτ. 2681/28-4-2014 απόφαση τροποποίησης της με αρ. 3450/31-5-2012 απόφασης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας της πρώτης εναγόμενης λόγω μεταβίβασης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας της πρώτης εναγόμενης προς τη δεύτερη εναγόμενη της Διεύθυνσης Υγείας (βλ.
την από 6-5-2014 ορθή επανάληψη της ως άνω 2681/2014 απόφασης). Για τη Μαιευτική Κλινική δε, δεν απαιτείτο η ως άνω διοικητική διαδικασία, αφού στην πρώτη εναγόμενη είχε μεταβιβαστεί και η άδεια λειτουργίας της δεύτερης εναγόμενης, επομένως η έτερη μέτοχος, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." (μη διάδικος), με τη λύση της μίσθωσης εδύνατο να επαναλειτουργήσει.
Αποδείχθηκε δε ότι από την 23-5-2014 ο τρίτος εναγόμενος συνέχισε τη λειτουργία της Μαιευτικής Κλινικής και από την 5-6-2014 η δεύτερη εναγόμενη τη λειτουργία της Γενικής Κλινικής. Την 6-6-2014 συστάθηκε η τέταρτη εναγόμενη και έκτοτε διαδέχθηκε τον τρίτο εναγόμενο και συνέχισε τη λειτουργία της Μαιευτικής Κλινικής.
Εν προκειμένω, έλαβε χώρα, κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 Π.Δ. 178/2002, μεταβίβαση επιχείρησης αφενός από την πρώτη εναγόμενη προς τη δεύτερη εναγόμενη ως προς το τμήμα της επιχείρησης που αφορούσε τη Γενική Κλινική αφετέρου προς τον τρίτο εναγόμενο και εν συνεχεία προς την τέταρτη εναγόμενη ως προς το τμήμα της επιχείρησης που αφορούσε τη Μαιευτική Κλινική, δεδομένου ότι η ίδια κατ' αντικείμενο δραστηριότητα (παροχή υπηρεσιών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας περίθαλψης) ασκείται στους ίδιους χώρους, ήτοι στην οικοδομή επί της οδού ...
και στην οικοδομή επί της οδού .... Στη δεύτερη εναγόμενη επανήλθε το σύνολο του εξοπλισμού που είχε εκμισθώσει στην πρώτη εναγόμενη και απλώς ενισχύθηκε με την προσθήκη ορισμένων νέων ειδών, από τα οποία δεν μπορεί να συναχθεί μεταβολή της ταυτότητας της επιχείρησης, περαιτέρω δε αφορούν χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της συνέχισης λειτουργίας την 5-6-2014 από τη δεύτερη εναγόμενη, όταν ήδη από την 24-6-2014 βεβαιώθηκε από τη Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας η καλή λειτουργία της κατόπιν επιθεώρησης και ελέγχου στις 17-6-2014 από Επιτροπή της ως άνω Διεύθυνσης.
Σύμφωνα με την με αρ. πρωτ. 4707/2014 έκθεση της Επιτροπής αυτής διαπιστώθηκε ότι πληρούνται οι προδιαγραφές του νόμου για τον ιατρικό και ξενοδοχειακό εξοπλισμό της δεύτερης εναγόμενης ήδη πριν την επικαλούμενη από την ίδια αγορά νέων μηχανημάτων, η πλειοψηφία των οποίων αποκτήθηκε μετά τον Οκτώβριο του έτους 2014, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τους εναγόμενους τιμολόγια.
Το σύνολο του εξοπλισμού που υφίστατο κα στη Μαιευτική Κλινική αποδόθηκε στην εταιρεία "... Α.Ε.", το οποίο ήταν επαρκές, διαφορετικά δεν θα δυνατό να συνεχίσει τη λειτουργία της ο τρίτος εναγόμενος, επιπλέον δε από την πλευρά του τρίτου και της τέταρτης των εναγομένων δεν προσκομίζεται οποιοδήποτε παραστατικό αγοράς ιατρικών μηχανημάτων, προκειμένου να στηρίξουν τον αρνητικό ισχυρισμό τους περί μη διαδοχής, δεδομένου ότι επικαλούνται ότι κατά τη λύση της μίσθωσης αποδόθηκε ένα πολύ μικρό μέρος του εξοπλισμού επειδή το μεγαλύτερο μέρος αυτού παρέμεινε στην πρώτη εναγόμενη και διατίθεται για τους σκοπούς της εκκαθάρισης.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, η χρήση νέων εγκαταστάσεων και εξοπλισμού δεν αποκλείει την έννοια της μεταβίβασης της επιχείρησης εφόσον υφίσταται ταυτότητα της συνεχιζόμενης επιχείρησης. Πρέπει να σημειωθεί, περαιτέρω, ότι στα συμπεράσματα της ως άνω έκθεσης αναφέρεται ότι εγκρίνεται η επαναλειτουργία της Γενικής Κλινικής μετά την προσωρινή διακοπή που έλαβε χώρα την 24-4-2014.
Η διακοπή, ωστόσο, αυτή αφορούσε όχι τη δεύτερη εναγόμενη αλλά την πρώτη εναγόμενη, γεγονός που επιρρωνύει το συμπέρασμα ότι επήλθε μεταβίβαση της επιχείρησης. Ο διακριτικός τίτλος της δεύτερης εναγόμενης, "..." είναι πανομοιότυπος με την επωνυμία της πρώτης εναγόμενης. Ο μεγαλύτερος αριθμός από το προσωπικό της πρώτης εναγόμενης, που απασχολείτο στη Γενική Κλινική μεταφέρθηκε ουσιαστικά στη δεύτερη εναγόμενη (βλ.
τους πίνακες προσωπικού των δύο εταιρειών που προσκομίζουν οι ενάγοντες), ενώ το ίδιο αποδείχθηκε και για τη Μαιευτική Κλινική που λειτούργησε ένα (1) μήνα μετά τη διακοπή λειτουργίας της πρώτης εναγόμενης, κατά τη σαφή κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων, πρόσληψη δε και νέου προσωπικού δεν συνιστά κρίσιμο στοιχείο εν προκειμένω, αφού όσοι από τους εργαζόμενους της πρώτης εναγόμενης είχαν ασκήσει επίσχεση λόγω μη καταβολής δεδουλευμένων, δεν προσκλήθηκαν από τους διάδοχους εργοδότες να εργαστούν σε αυτούς.
Η πελατεία παρέμεινε κατά βάση η ίδια, αφού κατά τα δύο τμήματά της, όπως είχε αναπτυχθεί στις δύο κλινικές, η επιχείρηση συνέχισε να βρίσκεται στους ίδιους χώρους και μετά από μικρή διακοπή, συνέχισε την ίδια οικονομική δραστηριότητα της εναγόμενης, ήτοι είχε τμήμα παθολογικό, καρδιολογικό, χειρουργικό, οφθαλμολογικό, γυναικολογικό, τα οποία υφίστανται και μετά τη συνέχιση της λειτουργίας της αφενός από τη δεύτερη εναγόμενη από την 5-6-2014 αφετέρου από τον τρίτο εναγόμενο από την 23-5-2014 έως 5-6-2014 και εν συνεχεία από την τέταρτη εναγόμενη από την 6-6-2014.
Το γεγονός ότι λειτούργησαν πρώτη φορά από τη δεύτερη εναγόμενη εξωτερικά ιατρεία δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικό συμπέρασμα διότι το αντικείμενο της δραστηριότητας είναι όμοιο. Κατά το μεγαλύτερο και σημαντικότερο μέρος της, επομένως διατηρήθηκε από τη δεύτερη εναγόμενη και τους τρίτο και τέταρτη των εναγομένων, ως διάδοχους εργοδότες, η ταυτότητα της επιχείρησης της λυθείσας πρώτης εναγόμενης ως οικονομικής μονάδας κατά το τμήμα που αφορούσε τη λειτουργία της Γενικής Κλινικής και το τμήμα που αφορούσε τη λειτουργία της Μαιευτικής Κλινικής.
Εξάλλου, είναι προφανής ο σκοπός να συνεχίσει η δεύτερη εναγόμενη τη δραστηριότητα της πρώτης εναγόμενης ως προς το τμήμα της Γενικής Κλινικής λόγω των ενεργειών που έγιναν ήδη από τον Μάρτιο του έτους 2014 για επαναμεταβίβαση στη δεύτερη εναγόμενη της άδειας λειτουργίας. Επιπλέον, στη μεταβίβαση της επιχείρησης δεν είναι κρίσιμος ο τρόπος της μεταβολής και δεν είναι αναγκαίος ο άμεσος συμβατικός δεσμός, αλλά αρκεί η πραγματική συνέχιση των ιδίων δραστηριοτήτων, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.
Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι υπήρξε μεταβίβαση επιχείρησης και διατείνονται ότι επήλθε παύση της δραστηριότητας της πρώτης εναγόμενης για το λόγο, μεταξύ άλλων, ότι όσον αφορά στη δεύτερη εναγόμενη ασθενείς νοσηλεύονταν από την 27-6-2014 και έπειτα, προσκομίζουν δε προς απόδειξη τούτου και κατάσταση ασθενών αυτής.
Αυτό, όμως, ουδόλως αποδεικνύει τους ισχυρισμούς τους, αφού ακόμη κατά την 27-6-2014 η επιχείρηση καλυπτόταν από την απόφαση περί τρίμηνης διακοπής λειτουργίας. Όσον αφορά στη Μαιευτική Κλινική το γεγονός ότι ο τρίτος εναγόμενος συνέχισε τη λειτουργία της σχεδόν άμεσα (23-5-2014), καταρρίπτει καθ' εαυτό τον εν λόγω αρνητικό ισχυρισμό.
Βάσει των ανωτέρω κριτηρίων, τα οποία λαμβάνονται υπόψιν συνολικά και όχι μεμονωμένα, αποδείχθηκε πλήρως ότι υπήρξε μεταβίβαση επιχείρησης υπό την έννοια των διατάξεων του π.δ. 178/2000, που συνεπάγεται ότι ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις του παλαιού, στις οποίες συγκαταλέγονται οι εργοδοτικές υποχρεώσεις που γεννήθηκαν από τη σχέση εργασίας και εκείνη προς καταβολή αποδοχών υπερημερίας στον εργαζόμενο, του οποίου κατήγγειλε ακύρως την εργασιακή σύμβαση και αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες ο παλαιός εργοδότης.
Στην υπό κρίση περίπτωση δε, κατά την οποία η από 9-9-2014 αγωγή επαναφέρεται μόνο από τις επτά πρώτες ενάγουσες (εκ του συνόλου των 20 εναγόντων) με την από 8-2-2017 κλήση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αποδεικνύεται ότι αυτές απασχολούνταν στην Μαιευτική Κλινική, στη λειτουργία της οποίας ο τρίτος και η τέταρτη των εναγομένων διαδέχθηκαν την πρώτη των εναγομένων, ως προελέχθη ανωτέρω".
Υπό τις ως άνω παραδοχές του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου ότι: α) από την 23-5-2014 ο τρίτος εναγόμενος συνέχισε τη λειτουργία της Μαιευτικής Κλινικής και ότι την 6-6-2014 συστάθηκε η τέταρτη εναγόμενη και έκτοτε η τελευταία συνέχισε τη λειτουργία της( Μαιευτικής Κλινικής), β) η ίδια κατ' αντικείμενο δραστηριότητα (παροχή υπηρεσιών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας περίθαλψης) ασκείται στους ίδιους χώρους, και δη όσον αφορά την Μαιευτική Κλινική στην οικοδομή επί της οδού ..., γ) το σύνολο του εξοπλισμού, μεγάλος αριθμός από το προσωπικό και η πελατεία κατά βάση παρέμεινε η ίδια όσον αφορά την Κλινική αυτή, υπήρξε πράγματι μεταβίβαση επιχείρησης υπό την έννοια των διατάξεων του π.δ. 178/2000 από την πρώτη εναγομένη προς τον τρίτο εναγόμενο και στην συνέχεια προς την τέταρτη εναγομένη της Μαιευτικής Κλινικής, στην οποία εργαζόμενες ήσαν και οι ενάγουσες.
Επομένως το Δικαστήριο ορθά τις διατάξεις των άρθρων 2 του π.δ 178/2002 και 6 του ν. 2112/1920 και την Ευρωπαϊκή Οδηγία 77/187 για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων ερμήνευσε και εφάρμοσε και στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού εκτίθενται με πλήρεις αιτιολογίες τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε και τα οποία καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε και ο μοναδικός λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με την μερικότερη αιτίαση του λόγου αυτού, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι με ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε, ότι απλά και μόνο ότι η άσκηση της ίδιας δραστηριότητας στον ίδιο χώρο συνιστά αυτομάτως και απόδειξη ότι τάχα υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης, παραβλέποντας ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπάρχουν ούτε ο "εκχωρητής", ούτε ο "εκδοχέας", διότι αληθώς παραχώρηση της αδείας λειτουργίας της Μαιευτικής Κλινικής, της χρήσης του ιδίου ακινήτου, όπου θα στεγαζόταν η επιχείρηση και του συνόλου του εξοπλισμού της, δεν θα μπορούσε να κάνει η μισθώτρια εταιρία "...", εργοδότρια των εναγουσών, παρά μόνο η τέταρτη εναγομένη εταιρία, που ήταν ο πραγματικός φορέας των δικαιωμάτων και δη της αδείας λειτουργίας της Μαιευτικής Κλινικής, του κειμένου στην οδό ...
ακινήτου, όπου στεγαζόταν η εν λόγω Κλινική της και του συνόλου του εξοπλισμού της, μετά την λήξη της μισθωτικής σχέσης που υπήρχε μεταξύ πρώτης εναγομένης (μισθώτριας) και της τέταρτης εναγομένης (εκμισθώτριας) και ότι συνεπώς δεν διέθετε πλέον το παραμικρό δικαίωμα η μισθώτρια να μεταβιβάσει περαιτέρω προς την πρώτη και δεύτερο εναγομένους τα άνω.
Η αιτίαση αυτή αλυσιτελώς προβάλλεται καθόσον σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 2 μείζονα σκέψη μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των διατάξεων που αναφέρονται σ'αυτήν, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητά της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή και ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει.
Αρκεί δηλαδή να υφίσταται "το πραγματικό γεγονός" ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά και ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητά του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης.
Άλλωστε και η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι υπήρξε μεταβίβαση της επιχείρησης χωρίς να είναι κρίσιμος ο τρόπος της μεταβολής και χωρίς να είναι αναγκαίος ο άμεσος συμβατικός δεσμός, αρκεί ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει η πραγματική συνέχιση των ιδίων δραστηριοτήτων από τον τρίτο και τετάρτη των εναγομένων.
Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός, εφόσον εκ του περιεχομένου του δεν προκύπτει ότι συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες στην με αριθμό 2 μείζονα σκέψη εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον υπό την επίφαση του άνω λόγου αναίρεσης πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
4. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-2-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 63/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.- Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες σε χίλια οκτακόσια(1800) ευρώ, για δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ