Legislator Case Law & Legislation
1188/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax collection notice citing insufficient grounds and procedural errors.

Case Number 1188/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a regional court decision that annulled a tax collection notice. The State argued the lower court erred in applying the Code of Tax Collection and failed to consider specific documents proving the debt's origin. The court rejected these claims, ruling that the notice already stated the debt's cause and that the cited documents were not critical to the case's diagnosis.

Legislator headnote

AI generated

Art. 73 § 1 ND 356/1974; Art. 2 § 2 Code of Tax Collection: A tax collection notice constitutes a valid title if it specifies the exact cause of the debt, allowing enforcement without prior trial, and any appeal alleging failure to consider supporting documents is inadmissible if those documents were not essential to the case's diagnosis.

Keywords

AI generated
tax collection notice valid title enforcement cause of debt specification appeal admissibility procedural error review

Cited Legislation

AI generated
Art. 73 § 1 ND 356/1974
Art. 2 § 2 Code of Tax Collection
Art. 559(1) and 11(g) of the Code of Civil Procedure
Art. 561(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 106 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1188 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1188/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι Αναστασάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2012 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-5-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 3-2-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 § 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (ΚΕΔΕ) σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται (και) κατά του "νομίμου τίτλου", ο μεν ανακόπτων επέχει κατ’ αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση, ενάγοντος, και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων της ανακοπής, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 § 2 του ΚΕΔΕ (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πριν την αντικατάστασή του με την παρ.2 του άρθρου 7 του ν.4224/2013), νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου και εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε (τον τίτλο), με την συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.

Στον νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση τον "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξοφλήσεως του δανείου από τον οφειλέτη.

Γίνεται όμως δεκτό, ότι η ελλείπουσα από τον νόμιμο τίτλο λεπτομερής αναγραφή του φερόμενου ως οφειλόμενου χρηματικού ποσού, μπορεί να συμπληρωθεί με έγγραφα που το συγκεκριμενοποιούν επαρκώς ,εφόσον όμως αυτά έχουν κοινοποιηθεί ή γνωστοποιηθεί, με νόμιμο τρόπο, στον φερόμενο ως οφειλέτη πριν την καθ’ οιονδήποτε τρόπο δικαστική του αμφισβήτηση με άσκηση ανακοπής, διότι έτσι ο τελευταίος έχει τη δυνατότητα να ελέγξει την ύπαρξη και το ύψος του και ουδεμία δικονομική βλάβη υφίσταται και κατ’ επέκταση αποτρέπεται η αιτία της οφειλόμενης εξειδίκευσης του νόμιμου τίτλου (σχ.

ΑΠ 393/2017, 175/2015, 434/2015, 2284/2009). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης .

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 931/2014, 1320/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας τον προβαλλόμενο από τον ανακόπτοντα ήδη αναιρεσίβλητο, με την από 10-11-2006 ανακοπή του κατ’ άρθρο 73 παρ.1 του ΚΕΔΕ, λόγο της αοριστίας και έλλειψης αιτιολογίας του νόμιμου τίτλου ,ήτοι της ...15-8-2006 ταμειακής βεβαίωσης και αντίστοιχου χρηματικού καταλόγου της ..., βάσει των οποίων φέρεται να οφείλει στο καθού και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ποσό 21.644,40 ευρώ, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο εφεσίβλητος- ανακόπτων ήδη αναιρεσίβλητος έλαβε δάνεια από την Αγροτική Τράπεζα με εγγυητή το Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον).

Ο εφεσίβλητος δεν εξόφλησε την οφειλή του από τα δάνεια στην Τράπεζα και έτσι το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο λόγω κατάπτωσης της εγγυήσεως κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό στη δανείστρια Τράπεζα και στη συνέχεια βεβαίωσε αυτό σε βάρος του εφεσιβλήτου με την υπ’ αριθμ. ...25-8-2006 ταμειακή βεβαίωση για το ποσό των 21.644,40 ευρώ.

Με την υπ’ αριθμ. .../30-8-2006 ατομική βεβαίωση χρεών του προϊσταμένου της ..., η οποία κοινοποιήθηκε στον ανακόπτοντα εφεσίβλητο κλήθηκε ο τελευταίος να καταβάλει στο Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 21.644,40 ευρώ. Στην ανωτέρω ταμειακή βεβαίωση και τον χρηματικό κατάλογο, τα οποία απεστάλησαν στον ανακόπτοντα κατόπιν ασκήσεώς του δεν προσδιορίζεται η αιτία της οφειλής και δεν εξειδικεύεται ο τρόπος υπολογισμού του οφειλομένου ποσού.

Ειδικότερα στον χρηματικό κατάλογο στον οποίο στηρίζεται η εν λόγω ταμειακή βεβαίωση η επίδικη οφειλή αναλύεται σε κεφάλαιο 7.472,11 ευρώ, σε τόκους συμβατικούς και προμήθεια δημοσίου 12.953,13 ευρώ και σε τόκους καθυστέρησης και υπερημερίας 1.219,16 ευρώ, πλην όμως, και σε αυτό το έγγραφο δεν αναφέρεται η αιτία της οφειλής, ούτε εξειδικεύονται οι συμβάσεις δανείου από τις οποίες προέρχεται η επίδικη οφειλή.

Επίσης δεν αναφέρεται το χρονικό σημείο έναρξης της τοκοδοσίας του κεφαλαίου, δεν προσδιορίζονται αναλυτικά το αιτούμενο ποσό των τόκων με προσδιορισμό του ποσοστού του επιτοκίου για τους συμβατικούς τόκους, καθώς επίσης και ο τρόπος ανατοκισμού των τόκων.

Συνεπώς, ο εφεσίβλητος-ανακόπτων δεν δύναται να ελέγξει το ακριβές ποσό της οφειλής του και να αποκρούσει αυτή λόγω μη αναγραφής στα ανωτέρω έγγραφα(ταμειακή βεβαίωση και χρηματικό κατάλογο) του είδους, της αιτίας και του τρόπου υπολογισμού της επίδικης οφειλής με αποτέλεσμα να υφίσταται βλάβη, η οποία δεν δύναται να θεραπευθεί με άλλο τρόπο παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της ταμειακής βεβαιώσεως και του χρηματικού καταλόγου". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, ακολούθως, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως και είχε ακυρώσει την επίδικη ταμειακή βεβαίωση ,με τον αντίστοιχο χρηματικό κατάλογο.

Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον, κατ’ επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559αριθμ.1και 11 γ, ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, αντίστοιχα: α) εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του προαναφερόμενου άρθρου 2 παρ.2 του ΚΕΔΕ και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 11 του ν.2322/1995,65 του ν.2362/1995και 51 του π.δ/τος16/1989,αφού στην επίδικη ταμειακή βεβαίωση και στον συνοδεύοντα αυτή χρηματικό κατάλογο αναφέρεται η αιτία του χρέους και αναλύεται η ακριβής αιτία της οφειλής του αναιρεσίβλητου ο οποίος και είχε πλήρη γνώση αυτών και έτσι ουδεμία βλάβη υπέστη και β)δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα συνοδευτικά της ταμειακής βεβαίωσης έγγραφα που είχε προσκομίσει ενώπιόν του Εφετείου από τα οποία προέκυπτε το είδος και η αιτία της οφειλής του και στα οποία γινόταν ανάλυση αυτής,ήτοι:1)Την κατάσταση εγγυημένων δανείων (on line) του Υπουργείου Οικονομικών, 2)Την αναλυτική κίνηση βεβαιωμένου δανείου, 3)Τον από 6-12-2006 πίνακα χρεών και 4)Το ...09.08.2006 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

Ο υπό στοιχείο α λόγος, όσον αφορά την εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2παρ.2 του ΚΕΔΕ, είναι απαράδεκτος, εφόσον, με την κατ’ επίφαση επίκληση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου(αρθρ.561παρ.1ΚΠολΔ), ότι στην επίμαχη ταμειακή βεβαίωση και τον χρηματικό κατάλογο δεν αναφέρεται η αιτία της οφειλής ούτε εξειδικεύονται οι συμβάσεις δανείου από τις οποίες προέρχεται.

Ως προς την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, λόγω εσφαλμένης μη εφαρμογής των λοιπών διατάξεων, ο λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αλυσιτελής, εφόσον οι εν λόγω διατάξεις ,με τις οποίες ρυθμίζεται η υπεισέλευση του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα του οφειλέτη δανειολήπτη, όταν αυτός δεν καταβάλει το δανεισθέν ποσό, και τον τρόπο βεβαίωσης της εν λόγω οφειλής από την αρμόδια ΔΟΥ, δεν αφορούν σε ουσιώδη ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης.

Εξάλλου, ο υπό στοιχείο β ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος (ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι δεν εκτίθεται στην αίτηση αναίρεσης, ότι τα ανωτέρω έγγραφα είχε νομίμως επικαλεσθεί το αναιρεσείον ενώπιον του Εφετείου),εφόσον τα έγγραφα αυτό δεν ήσαν κρίσιμα για την διάγνωση της διαφοράς, αφού δεν υφίσταται παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε και ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί κοινοποίησης ή γνωστοποίησης αυτών στον αναιρεσίβλητο πριν την άσκηση της ένδικης ανακοπής.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Διάταξη για δικαστική δαπάνη δεν θα περιληφθεί, λόγω έλλειψης σχετικού αιτήματος του αναιρεσίβλητου(αρθρ.106ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Μαΐου 2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 155/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ