Legislator Case Law & Legislation
1188/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of standing and failure to prove material impact of omitted evidence.

Case Number 1188/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by heirs against a final court decision regarding property inheritance. The appellants argued they lacked standing and that the lower court failed to consider a specific land application diagram submitted as evidence. The court ruled that the heirs did not demonstrate active standing or a legal interest in overturning the judgment, and the omission of the diagram did not materially affect the outcome since the lower court had already evaluated all evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 556, 577 of the Code of Civil Procedure; Article 1710 of the Civil Code: An appeal requires active standing and legal interest; failure to consider evidence is grounds for cassation only if the omitted fact had a material impact on the trial's outcome.

Keywords

AI generated
active standing requirement legal interest in appeal omission of evidence material impact on outcome inheritance succession rights cassation procedure court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 556 and 577 of the Code of Civil Procedure
Article 1710 of the Civil Code
Articles 1813, 1820, 1846, 1847 of the Civil Code
Article 559, paragraph 11, letter gamma of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, 2/2008
Supreme Court of Greece, 14/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1188 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1188/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Β. Χ. του Κ., κατοίκου ... και 3) Δ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων και καθολικών διαδόχων της Α. χήρας Κ. Χ., το γένος Β. Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Γκούβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ι. Τ., και 2) Ι. Γ. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Βέρροιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/8/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 951/2004 μη οριστική, 5125/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 8648/2006 μη οριστική και 1695/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/4/2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 14/1/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 577 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης αποτελεί η ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος και το έννομο συμφέρον αυτού για αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης. Τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων στην αίτησή του για αναίρεση.

Ενεργητική νομιμοποίηση είναι η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο, έννομο δε συμφέρον υπάρχει όταν η πληττομένη απόφαση βλάπτει ή εκθέτει σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα ιδιωτικά δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση (ουσιαστική ή δικονομική).

Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 1710 παρ.1 ΑΚ, το οποίο ως προσδιοριστικό της έννοιας της κληρονομίας και του κληρονόμου, αναγκαίως συνδυάζεται με κάθε άλλη περί αυτών διάταξη και το οποίο ορίζει ότι κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1813, 1820, 1846, 1847 ΑΚ προκύπτει ότι η κληρονομία ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του κληρονομούμενου, επομένως και η αξίωσή του εναντίον τρίτου για τη διεκδίκηση της κυριότητας ακινήτου του, μεταβιβάζεται από της επαγωγής στους κληρονόμους του αποβιώσαντος είτε εξ' αδιαθέτου είτε από διαθήκη κατά το ποσοστό που αναλογεί σ' αυτούς στην περίπτωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής, οι οποίοι καθίστανται, επιφυλασσομένου του δικαιώματος αποποίησης της κληρονομίας, άμεσοι και καθολικοί διάδοχοι του κληρονομουμένου.

Επομένως για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης των κληρονόμων του αποβιώσαντος διαδίκου, αρκεί αυτοί να επικαλούνται το θάνατο του διαδίκου και τη συγγενική σχέση που συνδέει αυτούς και τον αποβιώσαντα, με βάση την οποία καθίστανται κατά νόμο κληρονόμοι του τελευταίου. Στον αντίδικό τους δε αναιρεσίβλητο εναπόκειται να αμφισβητήσει την ιδιότητα αυτών ως κληρονόμων, οπότε αυτή εξετάζεται παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση με την αίτηση αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της θανούσας εναγομένης-εκκαλούσας, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης και ειδικότερα ως τέκνα αυτής ζητούν την αναίρεση της 1695/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την οποία συνεκδικάσθηκαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που δίκασε διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, την οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος, απορρίφθηκε η έφεση της εναγομένης κατ' ουσίαν, έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση και έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή κατά ένα μέρος.

Συνεπώς και αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν αμφισβητούν το θάνατο της εναγομένης και τη συγγενική σχέση των αναιρεσειόντων με την τελευταία, με βάση την οποία καθίστανται εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ προκύπτει ότι η κυριότητα αποκτάται με παράγωγο τρόπο δηλαδή με σύμβαση, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο πρέπει να μεταγραφεί. Για τη μεταβίβαση με παράγωγο τρόπο της κυριότητας του ακινήτου αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της. Συνακόλουθα επί διεκδικητικής της κυριότητας αγωγής, που έχει ως βάση τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας πρέπει το επίδικο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στο μεταβιβαστικό τίτλο.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του .../5-2-1975 συμβολαίου αγοραπωλησίας του Συμβ/φου ... νόμιμα μεταγραμμένου, ο πρώτος ενάγων Γ.

Τ., αγόρασε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα από την Α. συζ. Σ. Ν., ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, συνολικής εκτάσεως χιλίων δώδεκα (1.012 τ.μ.) τετραγωνικών μέτρων, κείμενο στη θέση "...", της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ... Ν. Αττικής, πρώην Δήμου Μαραθώνος και εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του οικισμού "...".

Το οικόπεδο αυτό εμφαίνεται με τον αριθμό (4) του υπ αριθμ. (...) τετραγώνου στο από 27/12/1965 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Γ. Σ., φέρεται δε να συνορεύει βορειοανατολικά με ιδιωτική οδό (ήδη ... επί προσώπου 25.00 μέτρων, βορειοδυτικά με το υπ' αριθμ. (5) οικόπεδο του αυτού τετραγώνου (ιδιοκτησία της εναγομένης) επί πλευράς 40,00 μέτρων, νοτιοδυτικά με ιδιωτική οδό (ήδη οδός ...) επί προσώπου 25,00 μέτρων και νοτιοανατολικά με το υπ’ αριθμ.(3) οικόπεδο του αυτού τετραγώνου επί πλευράς 41,00 μέτρων.

Στην ανωτέρω πωλήτρια είχε περιέλθει δυνάμει του .../13-12-69 συμβολαίου του συμβ/φου ..., νόμιμα μεταγραμμένου, από αγορά από τον συνεταιρισμό "Οικοδομικός και Παραγωγικός Συνεταιρισμός ο ... ΣΠΕ", στον οποίο είχε περιέλθει, κατά μείζονα έκταση 2000 περίπου στρεμμάτων, δυνάμει του .../15-12-1955 συμβολαίου του συμβ/φου ..., νόμιμα μεταγραμμένου, εξ αγοράς από την Ιερά Μονή Πεντέλης.

Στη συνέχεια, ο πρώτος ενάγων δυνάμει του 40.279/15-6-1999 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβ/φου Αθηνών ... νόμιμα μεταγραμμένου, μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα του ως άνω οικοπέδου στον δεύτερο ενάγοντα, υιό του Ι. Τ., παρακρατώντας εφόρου ζωής, για τον εαυτό του, την επικαρπία". Εξάλλου, η εναγομένη δυνάμει του .../27-5-1971 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβ/φου ..., νόμιμα μεταγραμμένου", απέκτησε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα από τον προαναφερθέντα συνεταιρισμό με την επωνυμία "Οικοδομικός και Παραγωγικός Συνεταιρισμός ο ...

ΣΠΕ". το υπ' αριθμ. (5) οικόπεδο του υπ' αριθμ. (...) τετραγώνου, συνολικής εκτάσεως χιλίων (1.000 τ.μ.) τετραγωνικών μέτρων, το οποίο εμφαίνεται στο αυτό ως άνω σχεδιάγραμμα του μηχανικού Γ. Σ. και φέρεται ότι συνορεύει βόρεια με ανώνυμη εγκεκριμένη οδό επί προσώπου μήκος 43,00 μέτρων, βορειοανατολικά με ανώνυμη εγκεκριμένη οδό (ήδη ...) επί προσώπου μήκους 19,00 μέτρων, νοτιοδυτικά με ανώνυμη εγκεκριμένη οδό (ήδη οδός ...) επί προσώπου μήκους 36,00 μέτρων και νοτιοανατολικά με το υπ' αριθμ. (4) οικόπεδο του ιδίου τετραγώνου (το ήδη περιγραφόμενο ανωτέρω ως ακίνητο ανήκον στους ενάγοντες) επί πλευράς μήκους 40,00 μέτρων.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Αύγουστο του έτους 2001, η εναγομένη μετακίνησε αυθαίρετα και παράνομα την υπάρχουσα από το έτος 1977 περίφραξη, που διαχώριζε το ακίνητο της από αυτό των εναγόντων, τοποθετώντας νέα περίφραξη και καταλαμβάνοντας έτσι παράνομα, εδαφικό τμήμα του ακινήτου των εναγόντων, του οποίου την έκταση οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ανέρχεται σε 316,81 τμ.

Με βάση όμως την οριοθέτηση των οικοπέδων του ΟΤ ..., κατά θέση, σύμφωνα με το διάγραμμα του Δ/τος ένταξης της περιοχής στο σχέδιο πόλης, που είναι συνημμένο στο από 20-3-1969β δ/γμα (ΦΕΚ 59 τ'Δ) και κατά τα όρια, σύμφωνα με το διάγραμμα του Ι Στάσση, καθώς και τους τίτλους των διαδίκων και την εφαρμογή αυτών στο έδαφος, το καταληφθέν από την εναγομένη τμήμα ακινήτου, ανέρχεται σε 340.39 τμ.

οριζόμενο με βάση το 6Δ6 σχεδιάγραμμα του πραγ/να Δ. Μ. από τα σημεία 111-113-85-112-Β-Γ-Δ-Ρ1-111, τμήμα δε αυτού, οριζόμενο με τα στοιχεία 92-113-85-112-Β-Γ-Δ-Ρ1-92 με πλευρές 92-113=29,94,113-85=10,05,85-112-8, 96,112-Β=5,07,Β-Γ=2,Δ-Ρ 1-30,86 και Ρ1-92=5,41 και εμβαδού 279,98 τμ εμπίπτει στο οικόπεδο 4 ιδιοκτησίας των εναγόντων και τμήμα με στοιχεία 92-111-113-92 πλευρών 92-111-4,05,111-113=29,86,113-92-29, 94, εμβαδού 60,41 τμ εμπίπτει εντός του οικοπέδου 5 ιδιοκτησίας της εναγομένης.

Το ότι, η εναγομένη έχει καταλάβει λωρίδα γης 279,98 τμ από το ακίνητο των εναγόντων, ενισχύεται και από το γεγονός ότι μετακινήθηκε η παλαιά περίφραξη που διαχώριζε τα 4 και 5 οικόπεδα σε βάρος του 4, με μετατόπιση ομοίως και του κουτιού της Δ.Ε.Η. Εξάλλου, τα ανωτέρω ενισχύονται και την από Νοεμβρίου 2011 τεχνική έκθεση του Τοπογράφου Μηχανικού Ι.

Κ., καθώς και από το από 26-11-11 υπόμνημα του Τοπογράφου Μηχανικού Η. Γ. και δεν αναιρούνται από το από Μαΐου 2002 σχεδιάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Χ. Α., που αποτυπώνει το οικόπεδο 5 με εμβαδό 1043,13 τμ, δηλ διαφορετικό από τον τίτλο κτήσης του και διαστάσεις ομοίως διαφορετικές από τον τίτλο κτήσης του, χωρίς να δικαιολογεί αυτές τις αποκλίσεις, από την τεχνική έκθεση του Τοπογράφου Μηχανικού Γ.

Λ. ο οποίος εμφανίζει το εμβαδό του οικοπέδου 5', 1085,47 τμ σε αντίθεση με τον τίτλο του που είναι 1000 τμ, χωρίς να δικαιολογεί την απόκλιση αυτή λαμβάνοντας υπόψη μόνο τα ΔΕ (διαγράμματα εφαρμογής) και όχι τις δυσμενείς γραμμές και τα παλαιά ορόσημα διανομής του συνεταιρισμού, από τα υπομνήματα του Πολιτικού Μηχανικού Σ.

Κ., ο οποίος τοποθετεί τα οικόπεδα του ΟΤ ... σύμφωνα με τα ΔΕ, χωρίς να αναφέρεται σε δυσμενείς γραμμές και δεν λαμβάνει υπόψη του τα σταθερά όρια της διανομής του συνεταιρισμού, ούτε από την πραγ/νη του Α. Α., η οποία στηρίζεται στο διάγραμμα του Α. Σ. το οποίο έχει καταργηθεί. Εξάλλου, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες ασκούσαν πράξεις νομής στην επίδικη λωρίδα των 60.41 τμ, διανοία κυρίου από το έτος 1975, έτσι ώστε να αποκτήσουν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κυριότητα στο επίδικο ακίνητο".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή κατά ένα μέρος, αναγνωρίζοντας τον πρώτο των εναγόντων επικαρπωτή και το δεύτερο τούτων ψιλό κύριο τμήματος του επιδίκου, επιφάνειας 279,98 τ.μ. και υποχρέωσε την εναγομένη να τους το αποδώσει. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1033 ΑΚ, που εφάρμοσε, εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ότι δηλαδή τμήμα του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 279,98 τ.μ.

περιλαμβάνεται στο ακίνητο που απέκτησαν οι ενάγοντες παραγώγως με την μεταβίβαση της κυριότητας στον πρώτο τούτων λόγω αγοράς με συμβολαιογραφικό έγγραφο και τη μεταγραφή του από την προηγούμενη αληθή κυρία αυτού και ακολούθως τη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας με συμβολαιογραφικό έγγραφο και τη μεταγραφή του από τον ίδιο στο δεύτερο τούτων και δεν περιλαμβάνεται στα όρια του όμορου ακινήτου της εναγομένης, Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια, της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης παραγώγως της κυριότητας του επιδίκου από τους αναιρεσίβλητους είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, ως προς τις λοιπές διαλαμβανόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις, που ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αξιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί νόμιμα από το διάδικο εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562, 2 Κ.Πολ.Δ.

Έτσι η νομική, ποσοτική και ποιοτική αοριστία της αγωγής, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας και ελέγχονται αναιρετικώς η πρώτη από την αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και οι λοιπές από τους αρ. 14 ή 8 του ίδιου άρθρου για να στηρίξουν επαρκώς τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις αυτές λόγους αναιρέσεως πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νομίμως σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.

Νομίμως δε θεωρείται ότι έχει προταθεί στην τακτική διαδικασία ο περί αοριστίας ισχυρισμός από τον εναγόμενο εκκαλούνται μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγω ν αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων λόγω ποσοτικής αοριστίας της αγωγής και ειδικότερα λόγω ελλιπούς προσδιορισμού του επιδίκου ακινήτου, έτσι ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθ' όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας προτάθηκε στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση με λόγο έφεσης, αλλά ούτε και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης των αναιρεσειόντων ότι ο ως άνω ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής προτάθηκε με λόγο έφεσης στο δικαστήριο της ουσίας.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005).

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος με βάση το οποίο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή των αναιρεσιβλήτων δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων το διάγραμμα εφαρμογής 7 του 2001, το οποίο νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε η τότε εκκαλούσα στο Εφετείο προς απόδειξη της ταυτότητας του επιδίκου ακινήτου και την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα τα οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και από το περιεχόμενο της απόφασης, με ειδική μνεία άλλων αποδεικτικών μέσων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και ειδική αξιολόγησή τους, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο παρά τη μη ειδική αναφορά του παραπάνω εγγράφου, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το έγγραφο αυτό για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός της αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 παραβόλου. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-4-2013 αίτηση των Θ., Β. και Δ. Χ. του Κ. κατά της 1695/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ