Supreme Court dismisses appeal against lower court's failure to consider witness testimony as evidence was duly taken into account.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding an insurance liability dispute. The appellant argued the lower court failed to consider a specific sworn deposition by a witness, but the court found explicit references to this testimony within the appellate judgment. Consequently, the court determined that the lower court had properly evaluated all evidence and the appeal lacked legal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court has duly considered all evidence presented by the parties, even if not explicitly detailed in a separate section of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1188 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1188/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην ..., νομίμως εκπροσωπούμενο, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Α.Ζ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αργυρώς Γρατσία-Πλατή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 2. Α. Π. του Ε., κατοίκου ... και 3. Ε. Π. του Ε., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Σπυρίδωνα Οικονόμου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-5-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1033/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5926/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 26-3-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 4-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενoς απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990, ΑΠ 2105/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την 5926/2011 απόφασή του, ύστερα από αξιολόγηση των αποδείξεων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 8-5-2008 και περί ώρα 14.50, ο Ι. Γ. οδηγώντας την ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, η οποία ήταν ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική της ευθύνη στην αρχικά εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Α.Ζ.", της οποίας ήδη η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 15247/21-9-2009 απόφασης του Δ.Σ.
της Ε.Π.Ε.Ι.Α. και στη θέση της υπεισήλθε το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "EΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", εκινείτο με ταχύτητα 40 περίπου χιλιομέτρων την ώρα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Μ. Αντύπα, στην Ηλιούπολη, και στο ρεύμα αυτής προς Καρέα. Η οδός Μ. Αντύπα, στο ύψος της συμβολής της με την οδό Βαλτετσίου είναι διπλής κατεύθυνσης, ευθεία, οριζόντια, τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της χωρίζονται με διαχωριστική νησίδα ασφαλείας, το δε ρεύμα προς Καρέα, έχει πλάτος 8,60 μέτρων, διαθέτει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, οι οποίες χωρίζονται με διακεκομμένη (αποχρωματισμένη) λευκή γραμμή, ενώ το όριο ταχύτητας ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα (κατοικημένη περιοχή).
Πριν τη συμβολή της ως άνω οδού με την οδό Βαλτετσίου υπάρχει επί της οδού Μ. Αντύπα διαγραμμισμένη διάβαση πεζών και η κίνηση, τόσο για τα οχήματα, όσο και για τους πεζούς, ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, σι οποίοι λειτουργούσαν κανονικά. Κατά τον ίδιο χρόνο, η 82χρονη πεζή, Α. Π., επιχείρησε να διασχίσει κάθετα, από τη διάβαση πεζών, το ρεύμα της οδού Μ.
Αντύπα προς Καρέα, αν και οι φωτεινοί σηματοδότες τη στιγμή εκείνη έδειχναν πράσινη ένδειξη για τα κινούμενα στο ρεύμα αυτό οχήματα και κόκκινο για τους πεζούς, και από δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, χωρίς να ελέγξει καθόλου την κίνηση των οχημάτων. Ο οδηγός του τελευταίου οχήματος, αντιληφθείς την αντικανονική κίνηση της πεζής από ικανή απόσταση, άρχισε να κορνάρει, πλην όμως η πεζή συνέχισε την πορεία της προς τη νησίδα ασφαλείας.
Τότε, αυτός επιχείρησε, προκειμένου να αποφύγει την πεζή, ελιγμό προς τα αριστερά, πλην όμως, χωρίς αποτέλεσμα, αφού την παρέσυρε με τον ώμο του και την έριξε στο οδόστρωμα. Στη συνέχεια, η δίκυκλη μοτοσικλέτα εκτράπηκε της πορείας της και ανατράπηκε, αφήνοντας χαραγές μήκους 22,20 μέτρων, που αρχίζουν σε απόσταση 12,20 μέτρων μετά τη διάβαση πεζών και κείνται διαγωνίως από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος προς Καρέα μέχρι το παρακείμενο έρεισμα της οδού (βλ.
πρόχειρο σχεδιάγραμμα και έκθεση αυτοψίας Τροχαίας). Αντίθετα, δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης στο οδόστρωμα, του οποίου η κατάσταση ήταν ξηρά. Η πεζή, εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος, τραυματίστηκε σοβαρά, διακομίστηκε στο Νοσοκομείο "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", όπου διαπιστώθηκε ότι αυτή είχε υποστεί υπαραχνοειδή αιμορραγία, υποσκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά μετωπιαία, πολλαπλές αιμορραγικές θλάσεις, αιμορραγικά στοιχεία εντός του κοιλιακού συστήματος, αντιμετωπίστηκε δε συντηρητικά.
Ωστόσο, όμως, στις 13-5-2008 κατέληξε, λόγω της κλειστής εγκεφαλικής κάκωσης (βλ. από 13-5-2008 ιατρικό πιστοποιητικό του ως άνω Νοσοκομείου, από 15-5-2008 πιστοποιητικό θανάτου και 1585/15-5-2008 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής). Με τα παραπάνω δεδομένα, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα αμφοτέρων των εμπλακέντων σ' αυτό (οδηγού και πεζής), του ποσοστού αμέλειας καθενός προσδιοριζόμενου σε 40% για τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας και 60% για την πεζή.
Συγκεκριμένα, ο πρώτος δεν επέδειξε, κατά την οδήγηση του οχήματός του, την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις επιμέλεια που όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός, και δη δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, και ειδικότερα, κινούμενος με ταχύτητα 40 χιλιομέτρων την ώρα, δεν χρησιμοποίησε το σύστημα πέδησης του οχήματός του αμέσως, μόλις αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση, ενόψει του μη περιορισμού της ορατότητάς του (ευθεία οδός, φως ημέρας), την πεζή να κατέρχεται στο οδόστρωμα και να επιχειρεί να διασχίσει κάθετα το ρεύμα της οδού Μ.
Αντύπα προς Καρέα, ώστε πρωτίστως να ακινητοποιήσει αυτό, δίδοντάς της τη δυνατότητα να ολοκληρώσει την απερίσκεπτη κίνηση της και να φθάσει με ασφάλεια στη νησίδα ασφαλείας, αλλά αρκέστηκε αρχικά μόνο στη χρήση του ηχητικού συστήματος (κόρνα) του οχήματος του και στη με καθυστέρηση διενέργεια αποφευκτικού προς τα αριστερά ελιγμού, αναμένοντας ότι η πεζή θα σταματήσει την κίνησή της, πράγμα το οποίο αυτή δεν έπραξε (άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 2 και 3 ΚΟΚ).
Συνυπαίτια, όμως, για τον θανάσιμο τραυματισμό της είναι και η ίδια η παθούσα, και δη κατά ποσοστό 60%, αφού και αυτή δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις ως μέση συνετή πεζή, και ειδικότερα, όχι μόνο επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδού Αντύπα, αν και η ένδειξη, των φωτεινών σηματοδοτών ήταν πράσινη για τα οχήματα και κόκκινο για τους πεζούς, Αλλά ούτε καν έλεγξε με προσοχή πριν κατέλθει στο οδόστρωμα την κυκλοφορία των οχημάτων, ώστε να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια και χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία τους, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί, αν και είχε τη δυνατότητα, την ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα, η οποία πλησίαζε, και να προκαλέσει το ένδικο ατύχημα (άρθρο 38 παρ. 4 ΚΟΚ). Σαφής για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα είναι η από 27-10-2008 προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Μ. Γ., ο οποίος καταγράφεται ως αυτόπτης στην έκθεση αυτοψίας, είναι τρίτος προς τα εμπλακέντα μέρη και βεβαιώνει, ότι η πεζή ξεκίνησε να διασχίζει το οδόστρωμα, ενώ οι φωτεινοί σηματοδότες για τους πεζούς είχαν κόκκινη ένδειξη.
Ακόμη, το γεγονός ότι ο οδηγός της δίκυκλης , μοτοσικλέτας δεν χρησιμοποίησε αμέσως το σύστημα πέδησης μόλις είδε την πεζή να κατέρχεται στο οδόστρωμα προκύπτει από την από 27-10-2008 προανακριτική εξέταση του ίδιου, σύμφωνα με την οποία πρωταρχική αντίδραση του ήταν να κορνάρει και όταν είδε ότι η πεζή παρά ταύτα συνέχιζε την πορεία της τότε διενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, όταν είχε ήδη πλησιάσει την πεζή και δεν είχε πλέον τη δυνατότητα αποτελεσματικής αποφευκτικής αντίδρασης.
Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η παραδεκτώς προβληθείσα από το εναγόμενο σχετική νόμιμη ένσταση συνυπαιτιότητας της παθούσας στον θανάσιμο τραυματισμό της (άρθρο 300 ΑΚ)". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300, 330 και 914 ΑΚ.
Καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1, περ. β', 38 παρ.4, περ.β' και 24 παρ.1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), περιέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την εφαρμογή ή όχι των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με τη συγκλίνουσα υπαιτιότητα του οδηγού της ζημιογόνου μοτοσικλέτας Ι.
Γ. (κατά ποσοστό 40%) και της πεζής Α. Π., μητέρας των αναιρεσιβλήτων (κατά ποσοστό 60%) και του ουσιώδους συνδέσμου των παραλείψεων του οδηγού και της πεζής στην επέλευση του ατυχήματος. Οι ελλείψεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από το αναιρεσείον, σχετικά με την περιγραφή των συνθηκών του ατυχήματος, την απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε την πεζή και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, είναι επουσιώδεις, που δεν εμποδίζουν ούτε αναιρούν το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, αλλά αποτελούν απλά επιχειρήματα, τα οποία πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας από την εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίστηκαν με επίκληση.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, α) για ευθεία παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και β) για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ., ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.
Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 740/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, επειδή δεν έλαβε υπόψη την από 27-10-2008 έκθεση ένορκης κατάθεσης του αυτόπτη μάρτυρα Μ. Γ..
Όμως, από τη βεβαίωση, στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, Π. Λ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου, την επισκόπηση των φωτογραφιών, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), και από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ..." (αρχή δευτέρας σελίδας του δευτέρου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης), αλλά και από το ότι στην πρώτη σελίδα του τετάρτου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως και εδώ προαναφέρεται, γίνεται ειδική μνεία για την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Μ. Γ., χωρίς καμία αμφιβολία διαπιστώνεται ότι λήφθηκε υπόψη και η ως άνω προανακριτική κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα, η οποία συνεκτιμήθηκε και αξιολογήθηκε με τα προαναφερθέντα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και καταδικασθεί το αναιρεσείον, που ηττάται, στην πληρωτή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-3-2012 αίτηση για αναίρεση της 5926/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ