1188/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1188/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τελεσίδικη ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία, ενόψει του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, το οποίο ειδικότερα παρακάτω εκτίθεται, δεν τελεί σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1188 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1188/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Τ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αντωνόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Ν.-Ζ. (S.)-Γ. Κ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ" και διακριτικό τίτλο "NISEKA", που εδρεύει στη ..., και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία δεν εκπροσωπήθηκε και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, και 2. Εταιρίας με την επωνυμία "MASSIP COMPANY LTD" (ΜΑΣΣΙΠ ΚΟΜΠΑΝΙ ΛΤΔ), που εδρεύει στη ..., και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Θεοχάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42015/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1134/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-8-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας ανέγνωσε την από 27-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της δεύτερης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, από την 5907/3-9-2010 έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ..., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει, ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, με κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 26-1-2011, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο (της 8-2-2012), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού η εν λόγω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση, για παράστασή της στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2 και 226 παρ.4 ΚΠολΔ, να συζητηθεί η αναίρεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
2.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής, ερημοδικασθείς διάδικος, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ.
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επιδόσεως ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν το Εφετείο έκρινε, ότι η από 4-7-2006 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί το ενεχυρικό του δικαίωμα επί των αναφερομένων μετοχών που έχει εκδώσει η πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία και βρίσκονται στην κατοχή της δεύτερης αναιρεσίβλητης και να υποχρεωθούν οι τελευταίες να του παραδώσουν (σε ενέχυρο) τις μετοχές αυτές είναι απορριπτέα κατά ένα μέρος ως μη νόμιμη και κατά το άλλο ως αόριστη, κατά τα ειδικότερα πιο κάτω εκτιθέμενα, και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, η οποία είχε κρίνει ομοίως.
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της πρώτης των εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων. Η απόφαση αυτή, ως εκ του περιεχομένου της, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από την εν λόγω εφεσίβλητη που δικάσθηκε ερήμην. Επίδοση της προσβαλλόμενης αυτής αποφάσεως στην εν λόγω ερημοδικασθείσα διάδικο δεν προκύπτει, είτε με την προσκόμιση σχετικής εκθέσεως επιδόσεως, είτε με επισημείωση του δικαστικού επιμελητή σε επιδοθέν αντίγραφο της αποφάσεως αυτής.
Δεν αποδεικνύεται, δηλαδή, ότι η διάδικος αυτή απώλεσε το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την ύπαρξη ή έλλειψη έννομου συμφέροντος προς άσκηση της οποίας δεν μπορεί ούτε παρεμπιπτόντως να ερευνήσει ο Άρειος Πάγος (ΟλΑΠ 15/2001). Ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι ασκήθηκε από την ως άνω διάδικο ανακοπή ερημοδικίας και απορρίφθηκε ή ότι η τελευταία αποδέχθηκε την αναιρεσιβαλλόμενη ερήμην ως προς αυτήν απόφαση ή ότι παραιτήθηκε από την ασκηθείσα από εκείνην κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή από το δικαίωμα ασκήσεως του ένδικου τούτου μέσου.
Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τελεσίδικη ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία, ενόψει του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, το οποίο ειδικότερα παρακάτω εκτίθεται, δεν τελεί σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η αίτηση για αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Σημειώνεται, ότι το άρθρο 227 ΚΠολΔ περί προσκλήσεως για την συμπλήρωση τυπικών παραλείψεων δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΚΠολΔ 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). 3.- Επειδή, κατ' άρθρο 1244 ΑΚ, στο ενέχυρο ανώνυμων τίτλων εφαρμόζονται οι διατάξεις για το ενέχυρο κινητών, δηλαδή η σύσταση του δικαιώματος του ενεχύρου, η ενεχυρική σχέση, η εκποίηση και η απόσβεση του ενεχύρου ρυθμίζονται από τις αντίστοιχες διατάξεις του ΑΚ περί ενεχύρου κινητών πραγμάτων, εκτός αν από ειδική διάταξη προκύπτει αντίθετη ρύθμιση.
Περαιτέρω, επί συστάσεως ενεχύρου σε μετοχές ανώνυμης εταιρίας, ανεξάρτητα αν είναι ανώνυμες ή ονομαστικές, αν η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου γίνεται "άνευ πληρωμής", είτε δια κεφαλαιοποιήσεως κερδών, κατά τη διάταξη 45 παρ. 2 κωδ. Ν 2190/1920 ή αποθεματικών (τακτικών έκτακτων ή αφανών), είτε δια αναπροσαρμογής των παγίων στοιχείων της εταιρίας και κεφαλαιοποιήσεως της υπεραξίας τους, με βάση τις σχετικές διατάξεις αναπτυξιακών νόμων, το δικαίωμα ενεχύρου στις μετοχές επεκτείνεται αυτοδικαίως και στις νέες μετοχές που θα εκδοθούν.
Η θεμελίωση της επεκτάσεως αυτής του ενεχύρου συνίσταται στο ότι η ονομαστική, αλλά και η εσωτερική αξία των νέων μετοχών αποτελεί εσωτερική αξία των παλαιών μετοχών, οι δε νέες μετοχές δεν αποτελούν καρπούς ή ωφελήματα των παλαιών μετοχών, με την έννοια των άρθρων 1220 και 1221 ΑΚ. Τούτο, διότι το ενέχυρο, ανεξάρτητα από τον νομοτεχνικό τρόπο της εκδόσεως των νέων μετοχών, καλύπτει έτσι και αλλιώς την εσωτερική αξία των παλαιών μετοχών σ' όλη της την έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και η εσωτερική αξία των νέων μετοχών.
Αντίθετα, σε περίπτωση που γίνεται πραγματική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, η επέκταση του ενεχύρου στις εκδιδόμενες μετοχές βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την άσκηση του δικαιώματος προτιμήσεως του άρθρου 13 παρ. 5 του Ν 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιριών", σύμφωνα με το οποίο, σε κάθε περίπτωση αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου, που δε γίνεται με εισφορά σε είδος ή εκδόσεως ομολογιών με δικαίωμα μετατροπής τους σε μετοχές, παρέχεται δικαίωμα προτιμήσεως σε ολόκληρο το νέο κεφάλαιο, υπέρ των κατά την έκδοση μετόχων, ανάλογα με τη συμμετοχή τους στο υφιστάμενο μετοχικό κεφάλαιο.
Το ως άνω δικαίωμα προτιμήσεως ανήκει στα γενικά μετοχικά δικαιώματα, εκείνα που ανήκουν σε όλους τους μετόχους κατ` αναλογία της συμμετοχής τους στο εταιρικό κεφάλαιο. Επί συστάσεως ενεχύρου σε μετοχές ανώνυμης εταιρίας το ως άνω δικαίωμα προτιμήσεως μπορεί να ασκηθεί μόνο από τον ενεχυράσαντα μέτοχο.
Στην περίπτωση δε ασκήσεως του δικαιώματος αυτού από τον τελευταίο, το ενέχυρο επεκτείνεται, εφόσον τούτο συμφωνήθηκε με την παλαιά ενεχυρική συμφωνία, και στις νέες μετοχές που θα προέλθουν από την (πραγματική) αύξηση του κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρίας. Το ενέχυρο στις μετοχές αυτές, καθώς και σε εκείνες, οι οποίες προέρχονται από τη λογιστική αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας, (στις οποίες αυτοδικαίως κατά τα άνω αυτό επεκτείνεται), αποκτάται, με βάση την παλαιά περί ενεχύρου συμφωνία από του χρονικού σημείου της παραδόσεως στο δανειστή των νέων μετοχών με ανάλογη, για την ταυτότητα του λόγου, εφαρμογή του άρθρου 1252 εδ.
β' ΑΚ. Μέχρι την παράδοση των νέων μετοχών στον ενεχυρούχο δανειστή αυτός έχει ενέχυρο απαίτησης "προς είσπραξή" τους, κατ' άρθρο 1252 εδ. α' ΑΚ και στη συνέχεια ενέχυρο πάνω (και) σ' αυτές τις ίδιες μετοχές. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011). Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Αντιθέτως, η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ.14 KΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 4 Ιουλίου 2006 ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, το οποίο ο Άρειος Πάγος εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο, ο ενάγων ισχυρίσθηκε τ' ακόλουθα ουσιώδη περιστατικά: Για εξασφάλιση απαιτήσεώς του, συνολικού ποσού 60.000.000 δραχμών που προερχόταν από δάνειο, το οποίο είχε χορηγήσει στον Μ.
Ν. κατά την περίοδο των ετών 1997-1998, καταρτίστηκε μεταξύ αυτού (ενάγοντος) και του δανειολήπτη, δυνάμει του από 8 Νοεμβρίου 1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμβαση ενεχύρου σε 2.000 μετοχές της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Ν.-Ζ.-Γ.Κ. Ανώνυμος Εταιρία Κατασκευών", ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής 20.000 δραχμών, που ανήκαν κατά κυριότητα στον οφειλέτη Μ.
Ν. και ειδικότερα στις μετοχές από τον αριθμό 04741 έως και 06740. Με το δεύτερο όρο του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού, το οποίο κοινοποιήθηκε με δικαστικό επιμελητή στην πρώτη αναιρεσίβλητη στις 14-12-1999, συμφωνήθηκε πως το συσταθέν ενέχυρο "επεκτείνεται αυτοδίκαια σε όλες τις προσόδους και τους πολιτικούς καρπούς των μετοχών που ενεχυράζονται (μερίσματα κ.λ.π.), σε κάθε νέο τίτλο που θα εκδοθεί σε αντικατάσταση των ανωτέρω, καθώς και σε κάθε νέα μετοχή που προκύψει από αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας και θα αντιστοιχεί στις ενεχυραζόμενες σήμερα μετοχές και στα δικαιώματα προτιμήσεως του οφειλέτη".
Το μετοχικό κεφάλαιο της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας, ανερχόταν αρχικά στο ποσό των 300.000.000 δρχ. (ή 880.411 ευρώ), διαιρούμενο σε 15.000 μετοχές ονομαστικής αξίας 20.000 δρχ. (ή 58,69 ευρώ) η καθεμία και στη συνέχεια αυξήθηκε, ως ακολούθως: 1) Στις 31/12/1998 αυξήθηκε κατά 24.000.000 δρχ. (ή 70.433 ευρώ) με αναπροσαρμογή της αξίας των παγίων της εταιρίας, εκδόθηκαν δε 1.200 νέες μετοχές και μετά την αύξηση αυτή ο ανωτέρω Μ.
Ν. έλαβε 480 νέες μετοχές. 2) Στις 21/1/2000 αυξήθηκε κατά 75.000.000 δρχ (ή 220.102,71 ευρώ) με την καταβολή μετρητών από τους μετόχους και η πιστοποίηση καταβολής του κεφαλαίου έγινε για το ποσό των 71.520.000 δρχ. (ή 209.890 ευρώ) με το από 9/3/2000 πρακτικό του ΔΣ της ως άνω εταιρίας και για το υπόλοιπο ποσό με το από 15/1/2001 πρακτικό του ΔΣ, μετά δε την αύξηση αυτή εκδόθηκαν 3.750 μετοχές και ο Μ.
Ν. έλαβε 164 νέες μετοχές. 3) Στις 31/12/2002 με το με ίδια ημερομηνία πρακτικό της έκτακτης αυτόκλητης ΓΣ των μετόχων της ως άνω εταιρίας, το εκ 399.000.000 δρχ. κεφάλαιο αυτής μετατράπηκε σε ευρώ και αυξήθηκε η ονομαστική αξία της κάθε μετοχής. Το κεφάλαιο ανήρχετο σε 1.177.050 ευρώ, διαιρούμενο σε 19.950 μετοχές ονομαστικής αξίας 59 ευρώ η καθεμία.
Με το ίδιο πρακτικό αποφασίστηκε η περαιτέρω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας κατά 316.030,56 ευρώ και ειδικότερα α) κατά 6.125,94 ευρώ με καταβολή μετρητών κατά το ποσοστό συμμετοχής των μετόχων και β) κατά 309.904,62 ευρώ με λογιστική εγγραφή της αναπροσαρμογής της αξίας των παγίων στοιχείων της εταιρίας με κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας τους, η οποία αντιστοιχούσε σε 309.904,62 ευρώ.
Η πιστοποίηση του κεφαλαίου έγινε με το από 11/4/2003 πρακτικό του Δ. Σ. και εκδόθηκαν 5.253 νέες μετοχές ονομαστικής αξίας 59 ευρώ η καθεμία. Το κεφάλαιο της εταιρίας ανέρχεται σε 1.486.977 ευρώ. Μετά την αύξηση αυτή ο Μ. Ν. έλαβε 1.750 νέες μετοχές. Κατόπιν των ως άνω αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου και της αποκτήσεως από τον Μ.
Ν. νέων μετοχών, σύμφωνα και με το νόμο, αλλά και την ειδικότερη πρόβλεψη της πιο πάνω συμφωνίας περί συστάσεως ενεχύρου, το δικαίωμα ενεχύρου που του παραχωρήθηκε αυτοδικαίως επεκτάθηκε στις νέες μετοχές του ενεχυράσαντος σε ποσοστό που αντιστοιχεί στις 2.000 μετοχές επί των οποίων του είχε παραχωρηθεί ενέχυρο.
Με τον τρόπο αυτό, ως προς τις 164 μετοχές που ο Μ. Ν. έλαβε κατόπιν της από 21/1/2000 αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου με καταβολή μετρητών από τους μετόχους, το ενεχυρικό του δικαίωμα επεκτάθηκε σε 51 μετοχές, ενώ ως προς τις 1.750 μετοχές που έλαβε από την αύξηση της 31πς/12/2002, η οποία επήλθε με αναπροσαρμογή της αξίας των πάγιων περιουσιακών στοιχείων της πρώτης αναιρεσίβλητης και κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας αυτών καθώς και με καταβολή χρημάτων από τους μετόχους ανάλογα με τη συμμετοχή τους στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας (κατά το ποσό των 22,38 ευρώ), το ενεχυρικό του δικαίωμα επεκτάθηκε σε 527 μετοχές.
Συνολικά, δηλαδή, ενόψει των ανωτέρω το ενεχυρικό του δικαίωμα, επεκτάθηκε σε σύνολο 578 νέων μετοχών του Μ. Ν.. Ο τελευταίος, δυνάμει του από 15/2/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού εκχωρήσεως απαιτήσεως αναλήψεως ονομαστικών μετοχών, μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο, μεταβίβασε στη δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία, συνολικά 2.394 μετοχές της παραπάνω εταιρίας, αξίας 59 ευρώ έκαστη, σώματα των οποίων δεν είχαν ακόμη εκδοθεί.
Ανάμεσα στις εκχωρηθείσες μετοχές ήταν και οι ως άνω αναφερόμενες 578 μετοχές επί των οποίων επεκτάθηκε το ενεχυρικό του δικαίωμα και οι οποίες θα έπρεπε να του παραδοθούν. Με το από 6/7/2004 ιδιωτικό συμφωνητικό αντικαταστάσεως, που υπογράφηκε μεταξύ των δύο αναιρεσίβλητων εταιριών, σε συνδυασμό και με το από 7/1/2004 πρακτικό του Δ.Σ της πρώτης από αυτές, παραδόθηκαν στη δεύτερη 3.958 νέες μετοχές της πρώτης, σε αντικατάσταση των παλαιών, και συγκεκριμένα της παραδόθηκαν οι υπ' αριθ. 20486 έως και 24443 μετοχές, κατά παράβαση του συσταθέντος υπέρ αυτού (ενάγοντος) ενεχύρου, γεγονός που γνώριζε η δεύτερη εναγομένη.
Από τις μετοχές, όμως, αυτές, θα έπρεπε να του παραδοθούν, λόγω της επεκτάσεως του προϋφιστάμενου ενεχύρου, οι 578 μετοχές και ειδικότερα οι υπ' αριθ. 20486 έως και 21064. Με βάση το ιστορικό αυτό ο αναιρεσείων ζήτησε (καθώς το αίτημα της ένδικης αγωγής εκτιμάται) να αναγνωρισθεί ότι το ως άνω αρχικώς συσταθέν δικαίωμα ενεχύρου (επί των 2000 μετοχών του οφειλέτη του Μ.
Ν.) επεκτάθηκε και επί των ανωτέρω 578 νέων μετοχών, που προήλθαν από την αύξηση (λογιστική και πραγματική του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας και συγκεκριμένα επί των υπ' αριθ. 20486 έως και 21604 μετοχών, γεγονός που αμφισβητούν οι εναγόμενες και να υποχρεωθούν οι τελευταίες να του παραδώσουν, σε ενέχυρο, τις μετοχές αυτές.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, αφού παραθέτει το κατ' εκτίμησή του ιστορικό της ένδικης αγωγής, στη συνέχεια δέχθηκε, αναφορικά με το ορισμένο και νόμιμο αυτής, τα ακόλουθα, κατ' ακριβή αντιγραφή: "Η αγωγή, κατά το μέρος της που αφορά τις 164 νέες μετοχές που προήλθαν κατά την πραγματική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης Α.Ε, την 21-1-2000, στις 51 από τις οποίες φέρεται πως επεκτείνεται το ενεχυρικό δικαίωμα του ενάγοντος, είναι μη νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί.
Τούτο, διότι δεν επεκτείνεται αυτοδικαίως το ενεχυρικό δικαίωμα του ενάγοντος στις μετοχές που προήλθαν από την πραγματική αύξηση του κεφαλαίου της εναγόμενης εταιρείας "Μ. Ν.-Ζ.- Γ. Κ. Ανώνυμος Εταιρεία Κατασκευών", αφού το δικαίωμα αυτό βρίσκεται πάντα σε άμεση συνάρτηση με την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης του οφειλέτη μετόχου, το οποίο δεν αποτελεί πρόσοδο της μετοχής, ούτε έκτακτο καρπό, ούτε όφελος, ούτε δωρεά, αλλ' ούτε και επιπρόσθετο μέρισμα και, επομένως, δεν μπορεί να αποτελέσει αυτοτελώς αντικείμενο εκποιητικής δικαιοπραξίας υπό τους όρους των άρθρων 455 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνους των άρθρων 1064 επ.
ΑΚ. Κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως ενεχύρου στις 8-11-1999, το δικαίωμα προτιμήσεως των μετόχων των ενεχυρασμένων μετοχών αποτελούσε δικαίωμα λανθάνον και αφηρημένο, άρρηκτα συνδεδεμένο με τις μετοχές, παρέχοντας στο μέτοχο απλό δικαίωμα προσδοκίας αποκτήσεως νέων μετοχών από ενδεχόμενη μελλοντική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, στερούμενο περιουσιακής αξίας.
Συνεπώς, ήταν ανεπίδεκτο συστάσεως επ' αυτού ενεχύρου ή μεταβιβάσεως αυτού. Το δικαίωμα κατέστη συγκεκριμένο και αναδύθηκε η απαίτηση προτίμησης κατά της εταιρείας προς χορήγηση νέων μετοχών, με την καταβολή του αντίστοιχου προς αυτές ποσού μετά τη λήψη της απόφασης της γενικής συνελεύσεως για πραγματική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, με καταβολή μετρητών, που έγινε την 21-1-2000.
Συνακόλουθα, δεν μπορούσε να αποκτηθεί υπέρ του ενάγοντος επί του δικαιώματος προτιμήσεως πρόωρα απόλυτο ή περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα. Οποιαδήποτε συμφωνία εκχωρήσεως της απαίτησης αυτής, για την μεταβίβαση του συγκεκριμένου δικαιώματος προτίμησης, όπως η επίδικη, που περιέχεται στο από 8-11-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ενεχύρου, που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και του οφειλέτη Μ.
Ν., πριν από την λήψη της παραπάνω απόφασης για την, ως άνω, αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου (21-1-2000), για λογαριασμό και προς όφελος του ενάγοντος, υπό την έννοια της εκχωρήσεως προς αυτόν του σχετικού δικαιώματος προτίμησης και κατ' επέκταση σύστασης ενεχύρου επί των νέων μετοχών, που προήλθαν από την άσκησή του, είναι άκυρη, κατ' άρθρο 175 παρ. 1 ΑΚ και δεν παράγει τα αποτελέσματα, που επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή...Η αγωγή, κατά το μέρος της που αφορά μέρος των 527 νέων μετοχών από τις συνολικά 1.750 μετοχές, που προήλθαν από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου "άνευ πληρωμής", με λογιστική εγγραφή της αναπροσαρμογής της αξίας των παγίων στοιχείων της εταιρίας "Μ.
Ν.-Ζ.-Γ. Κ. Ανώνυμος Εταιρεία Κατασκευών", με κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας τους, δεν είναι ορισμένη, διότι δεν αναφέρει καθόλου τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν. Ειδικότερα, ο ενάγων δεν αναφέρει καθόλου στο δικόγραφο της αγωγής τον ακριβή αριθμό των μετοχών που προήλθαν, κατά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, που έγινε την 31-12-2002 "άνευ πληρωμής", είτε δηλαδή με κεφαλαιοποίηση κερδών ή αποθεματικών, είτε με αναπροσαρμογή των παγίων στοιχείων της εταιρίας και κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας τους, οπότε είναι δυνατό να επεκταθεί αυτοδικαίως, το δικαίωμα ενεχύρου και στις νέες μετοχές που θα εκδοθούν κατά τον τρόπο αυτό, δοθέντος ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, κατά την ανωτέρω ημερομηνία έγινε πρόσθετη αύξηση του κεφαλαίου και με καταβολή μετρητών".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε, κατά την εκτίμηση του ορισμένου και νόμω βασίμου της ένδικης αγωγής, τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1223, 1244 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 13 παρ. 5 κ.ν. 2190/1920, τις οποίες δεν εφάρμοσε, παρότι συνέτρεχαν, (κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή), οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.
Ειδικότερα, η αγωγή, αναφορικά με το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναγνώριση επεκτάσεως του ενεχυρικού του δικαιώματος στις 51 από τις ανωτέρω 164 νέες μετοχές, που προέκυψαν από την πραγματική αύξηση (κατά την 21/1/2000) του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης και την παράδοσή τους, σε ενέχυρο, σ' αυτόν εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης, (που ενδιαφέρει εν προκειμένω) είναι νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 1223, 1244, 361 ΑΚ, 13 παρ. 5 κωδ.Ν 2190/1920 και 70 ΚΠολΔ.
Τούτο γιατί, εφόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, ο ενεχυράσας οφειλέτης Μ. Ν. άσκησε (ο ίδιος) το δικαίωμα προτιμήσεως που του παρέχει το ως άνω άρθρο 13 παρ. 5 του κωδ. Ν 2190/1920, κατά την ως άνω πραγματοποιηθείσα στις 21-1-2000 πραγματική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας, στην οποία (αύξηση) αυτός (οφειλέτης) συμμετείχε, καταβάλλοντας την ισόποση αξία σε μετρητά, το αρχικώς συμφωνηθέν ενέχυρο (επί των 2.000 μετοχών) επεκτάθηκε και στις παραπάνω 51 (νέες) μετοχές, κατ' εφαρμογή του σχετικού (περί επεκτάσεως του ενεχύρου επί των μελλουσών να εκδοθούν μετοχών, λόγω αυξήσεως του κεφαλαίου της ως άνω εταιρίας) έγκυρου όρου του προαναφερθέντος από 8/11/1999 ιδιωτικού συμφωνητικού σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1223 ΑΚ.
Περαιτέρω, η αγωγή, όσον αφορά το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναγνώριση επεκτάσεως του ενεχυρικού του δικαιώματος στις παραπάνω 527 από τις 1750 νέες μετοχές, (που προήλθαν από την αύξηση του κεφαλαίου της πρώτης αναιρεσίβλητης στις 31/12/2002), και την παράδοση, σε ενέχυρο, σ' αυτόν των μετοχών αυτών εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης, περιέχει όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, στοιχεία για τη νομική θεμελίωση και δικαστική εκτίμησή της και είναι νόμιμη, στηριζομένη στις ίδιες πιο πάνω διατάξεις (διατάξεις των άρθρων 1223, 1244, 361 ΑΚ, 13 παρ. 5 κωδ.Ν 2190/1920 και 70 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η διάκριση μεταξύ μετοχών που προήλθαν από πραγματική αύξηση του κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρίας, (στην οποία συμμετείχε ο ενεχυράσας οφειλέτης Μ.
Ν., ασκώντας ο ίδιος το δικαίωμα προτιμήσεως), και μετοχών που προήλθαν από αύξηση του κεφαλαίου "άνευ πληρωμής", δεν προσδίδει διαφορετική νομική μεταχείριση, αφού η επέκταση του ενεχυρικού δικαιώματος στην προκείμενη περίπτωση αφορά, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αγωγή και όσα εκτέθηκαν στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, και τις δύο κατηγορίες μετοχών.
Είναι, συνεπώς, βάσιμοι οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τους οποίους προβάλλονται οι ανωτέρω πλημμέλειες. 4.- Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τη δεύτερη εναγομένη-αναιρεσίβλητη και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το νόμο 4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-8-2009 αίτηση του Λ. Τ. του Μ. για αναίρεση της 1134/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας.
ΑΝΑΙΡΕΙ την πιο πάνω απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αφορά την δεύτερη εναγομένη- αναιρεσίβλητη εταιρία.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την δεύτερη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Iουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012 .
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ