Supreme Court allows appeal on unjust enrichment defense due to lower court's procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a second-instance judgment regarding the distribution of real estate. The appellant argued that the lower court erred by failing to properly examine his defense of unjust enrichment, which claimed he had made significant expenditures on the property without legal cause. The court found that the lower court committed a procedural error by treating this specific defense as unsubstantiated or improperly dismissed it, violating the requirement to address substantive legal arguments based on proven facts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 324, 325 of the Civil Code; Article 559(14) of the Code of Civil Procedure: The court must examine defenses based on unjust enrichment when supported by evidence, and a failure to do so constitutes a procedural error warranting the annulment of the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1188 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1188/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γεωργίου Τσιτσιού του Ιωάννη, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη, ο οποίος ανεκάλεσε την από 16-2-2010 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ1, συζύγου Ζ, κατοίκου ... και 2. Χ2 συζ. Φ, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ναούμ Τζίφρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2537/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-1-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 23-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος , η οποία, όπως προκύπτει από τα άρθρα 247 επ, 785 επ, 1000 και 1113 ΑΚ, μπορεί να προβληθεί και κατά της ασκήσεως του δικαιώματος περί διανομής κοινού πράγματος, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της, προτείνεται και όταν ο δικαιούχος εδημιούργησε, όχι μόνο με την αδράνεια του επί μακρό χρόνο, αλλά και με την εν γένει συμπεριφορά του, στον υπόχρεο ευλόγως, την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμα του, εις τρόπον ώστε η επιδίωξη με την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, μεταβολής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε με την μακροχρόνια αδράνεια και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο να έρχεται σε προφανή αντίθεση με τις αρχές που καθιερώνονται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 473/2004).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήρια" έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση του. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τα νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικοί περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένσταση ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν αυτή (απόφαση) περιέχει συνοπτικές αιτιολογίες, ούτε αν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου ή την ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, μετά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, αναφορικά με την, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής διανομής ακινήτου προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, εκ μέρους του αναιρεσείοντος - εναγομένου, τα ακόλουθα : " Το καλοκαίρι του έτους 1992 οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά να διανείμουν μεταξύ τους την κληρονομιαία περιουσία του πατέρα τους , Γι αυτό , με την συμμετοχή και της μητέρας τους ... , συμφώνησαν και ο εναγόμενος ο οποίος ήταν νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος ενός τμήματος αμπελότοπου εκτάσεως 2.500 τετραγωνικών μέτρων, κείμενου στο ..., στη θέση "..., και το οποίο είχε πωλήσει με ρήτρα εξωνήσεως στον ..., καθώς και νόμιμος εξ, αδιαθέτου κληρονόμος ποσοστού 1/4 εξ αδιαιρέτου ενός άλλου τμήματος του ιδίου αμπελότοπου, εμβαδού 2.500 τετραγωνικών μέτρων, ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει τα ανωτέρω τμήματα του ακινήτου αυτού στις ενάγουσες αδελφές του, αφού πρώτα προέβαινε στην αποδέσμευση του πρώτου, δηλαδή στην επανάκτηση της κυριότητάς του.
Οι ενάγουσες ανέλαβαν την υποχρέωση να προβούν ταυτόχρονα με τις ως άνω μεταβιβάσεις στη μεταβίβαση κατά πλήρη κυριότητα προς τον εναγόμενο ποσοστού 1/4 εξ αδιαιρέτου εκάστη εξ αυτών επί του επιδίκου οικοπέδου. Το αποτελέσματα της συμβάσεως ορίσθηκε ότι θα επέλθουν από την εκατέρωθεν ταυτόχρονη μεταβίβαση των ακινήτων της συμφωνίας, δεδομένου ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν όρισαν οτιδήποτε για το χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε μέχρι την κατάρτιση των σχετικών συμβολαίων.
Ακολούθως, την 6 Ιουλίου 1994 τα ίδια παραπάνω πρόσωπα διατύπωσαν και εγγράφως τη συμφωνία τους και συνέταξαν το από 6-7-1994 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό. Σημειώνεται, ότι με την παραπάνω συμφωνία των διαδίκων για την εξώδικη διανομή, δεν αποσβέσθηκε το δικαίωμα των εναγουσών να ζητήσουν τώρα τη διανομή με την κρινόμενη αγωγή τους, ούτε δημιουργήθηκε νέα ενοχή υπέρ των εναγουσών για τα εδαφικά τμήματα του αμπελότοπου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος.
Τούτο, διότι η σχετική συμφωνία, που αφορά ακίνητα, διατυπώθηκε αρχικά προφορικά και ακολούθως με ιδιωτικό έγγραφο, χωρίς να συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι μετά από την ως άνω προφορική συμφωνία των διαδίκων και ενεργώντας με βάση τις αναμενόμενες εκατέρωθεν μεταβιβάσεις των ακινήτων της συμφωνίας στο άμεσο μέλλον, ο εναγόμενος άρχισε αυτοβούλως να χρησιμοποιεί το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό του, προκειμένου να το ανοικοδομήσει και να το καταστήσει χρήσιμο για τις ανάγκες του ως κατοικία και επαγγελματική στέγη.
Προέβη στην ανακατασκευή της υπάρχουσας επ' αυτού παλαιάς διώροφης οικίας, Ειδικότερα, προέβη αρχικώς στη διαμόρφωση του υπογείου ορόφου της οικοδομής σε οδοντιατρείο,
ενώ, δυνάμει της με αριθμό ... οικοδομικής άδειας, που εκδόθηκε από το τμήμα πολεοδομίας και πολεοδομικών εφαρμογών της Νομαρχίας ..., προέβη στην προσθήκη εξωτερικού κλιμακοστασίου πρόσβασης στον πρώτο όροφο της οικοδομής, στην υποστήλωση της πλάκας οροφής του ισογείου ορόφου, στην κατασκευή της πλάκας επικάλυψης και στην κατασκευή στέγης.
Έτσι μετά την ολοκλήρωση των πιο πάνω οικοδομικών εργασιών, οι οποίες άρχισαν περί το έτος 1993 και ολοκληρώθηκαν περί το έτος 2001 περίπου, ο υπόγειος χώρος της οικοδομής διαμορφώθηκε σε οδοντιατρείο, το οποίο χρησιμοποιείται σήμερα από τον εναγόμενο για την άσκηση του επαγγέλματος του και αποπερατώθηκε πλήρως το διαμέρισμα του ισογείου ορόφου, το οποίο χρησιμοποιείται επίσης από τον ίδιο ως οικογενειακή στέγη, ενώ τέλος τοποθετήθηκαν εσωτερικά και εξωτερικά κουφώματα στο διαμέρισμα του τελευταίου ορόφου αυτής το οποίο όμως σήμερα παραμένει ημιτελές, ευρισκόμενο στο στάδιο κατασκευής των δαπέδων.
Στις παραπάνω ενέργειες προέβη αρχικά, κατά το πρώτο έτος, ο εναγόμενος, χωρίς να αντλεί από πουθενά νόμιμο δικαίωμα, δεδομένου ότι τα αποτελέσματα της συμφωνίας άρχιζαν από την εκατέρωθεν ταυτόχρονη μεταβίβαση των ακινήτων της συμβάσεως, ενώ δεν αποδείχθηκε πως οι ενάγουσες προέβησαν στην καθοιονδήποτε τρόπο παραχώρηση της σύννομής τους προς αυτόν.
Έτσι, ο εναγόμενος προέβαινε αυτοβούλως στην εκτέλεση των παραπάνω οικοδομικών εργασιών, αρχικά εν γνώσει και με την ανοχή των εναγουσών, οι οποίες, χωρίς να παραιτούνται από τα δικαιώματα της συγκυριότητας που είχαν, ανεχόταν τις πρόωρες επεμβάσεις του ενάγοντος (προδήλως του εναγομένου) στο ακίνητο, αφενός μεν λόγω της συγγενικής σχέσεως που τους συνέδεε και αφετέρου λόγω του ότι πίστεψαν στην επικείμενη συμφωνημένη ταυτόχρονη υλοποίηση της συμβάσεως και κατά το σκέλος που τις αφορούσε, με τη μεταβίβαση της κυριότητας εδαφικών τμημάτων του αμπελότοπου.
Όμως, μετά την παρέλευση του κατά την κρίση των εναγουσών εύλογου χρόνου του ενός περίπου έτους, εξαιτίας του ότι ο εναγόμενος καθυστερούσε στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων του από την παραπάνω προφορική συμφωνία οι ενάγουσες, διαβλέποντας την πιθανή μονομερή κατάληψη του επίδικου ακινήτου από τον εναγόμενο χωρίς την παροχή της κυριότητας των ακινήτων που υποσχέθηκε, έκτοτε αντιτάχθηκαν προφορικά στην περαιτέρω αυθαίρετη χρησιμοποίηση του κοινού ακινήτου από αυτόν για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό.
Αξίωσαν από αυτόν, ως συγκύριες του ακινήτου, τη διακοπή, των οικοδομικών εργασιών. Μάλιστα λόγω της αρνήσεως του εναγομένου, άσκησαν εναντίον του και ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την 120/26-8-1994 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, για την προστασία της σύννομης που είχαν στο επίδικο οικόπεδο, Ακολούθως, εξαιτίας του ότι ο εναγόμενος προέβη κατά το έτος 1996 στη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών, παρά τη ρητή αντίθεση των εναγουσών, οι τελευταίες προέβησαν στην επίδοση προς αυτόν της από 24 Ιουνίου1996 εξώδικης δήλωσης τους, με την οποία ζήτησαν από τον εναγόμενο να παύσει κάθε οικοδομική δραστηριότητα στην οικοδομή, ενώ δήλωσαν σ' αυτόν ότι, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του, αυτές θα προσέφευγαν ενώπιον των αρμόδιων Δικαστηρίων για την προστασία της συγκυριότητας τους.
Ακόμη, δήλωσαν προς τον ενάγοντα ότι δεν αποδέχονται τις δαπάνες, στις οποίες προέβη αυτός για την κατασκευή της οικοδομής, διότι από την αρχή της ανοικοδόμησης του είχαν γνωστοποιήσει ότι, εξαιτίας της μη ολοκληρώσεως της παραπάνω συμφωνίας τους περί διανομής και της διατηρήσεως της συγκυριότητας, αντιτίθενται στην κατεδάφιση της παλαιάς οικίας και την κατασκευή νέας.
Τέλος, οι ενάγουσες την 21-5-2001 προέβησαν στην κατάθεση προγενέστερης 1128/141/2001 αγωγής διανομής του επικοίνου ακινήτου, από το δικόγραφο της οποίας, παραιτήθηκαν, με το δικόγραφο της κανόμενης αγωγής, για διαδικαστικούς λόγους.......Ο εναγόμενος είχε επιληφθεί αυτογνωμόνως της νομής του ακινήτου και προέβη στην έναρξη οικοδομικών εργασιών σ' αυτό χωρίς τη συναίνεση ή έγκριση των εναγουσών, οι οποίες, ένα περίπου έτος μετά την έναρξη των εργασιών (1994) και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (2001) αντιτασσόταν αδιάκοπα με τις παραπάνω δικαστικές και εξώδικες ενέργειες στην προσπάθεια του εναγομένου ν' ανοικοδομήσει το κοινό ακίνητο και να το χρησιμοποιεί μόνος αυτός, ως να ήταν αποκλειστικός κύριος.
Επομένως, με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, όπως ορθά δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν αποδείχθηκαν οι ανωτέρω ισχυρισμοί του εναγόμενου, που προβάλει προκειμένου να θεμελιώσει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους των εναγουσών, με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής διανομής.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος γνώριζε ότι η αποκλειστική χρήση απ' αυτόν του επιδίκου ακινήτου και οι οποιεσδήποτε οικοδομικές επεμβάσεις σ' αυτό γινόταν κατά το πρώτο έτος με την ανοχή των εναγουσών και υπό την προϋπόθεση, αλλά και την πεποίθησή τους ότι αυτός θα προέβαινε με τη σειρά του στο άμεσο μέλλον στην εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων, που είχε αναλάβει με το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό περί διανομής.
Ακολούθως, από το μήνα Αύγουστο 1994 μέχρι το χρόνο της κρινόμενης αγωγής προέβαινε στη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών υπό τη ρητά εκπεφρασμένη εναντίωση των εναγουσών, την οποία εκδήλωσαν προφορικά, με εξώδικες ενέργειες και με την έναρξη δικαστικών αγώνων από την 26 Αυγούστου 1994, με την κατάθεση της ...
αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων. Κατόπιν τούτων, η άσκηση της αγώγιμης αξίωσης των εναγουσών συγκυρίων, για τη διανομή του επίδικου ακινήτου, δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. 'Αλλωστε, ο εναγόμενος, ενεργώντας σύμφωνα με το όψιμο συμφέρον του, επιδιώκει τώρα να διατήρησε;
μονομερώς τα ανταλλάγματα από την παραπάνω άτυπη σύμβαση διανομής κατά το μέρος που τον ωφελεί, να ιδιοποιηθεί αδικαιολόγητα το ακίνητο κατά το ποσοστό της συγκυριότητας των εναγουσών αδελφών του, χωρίς όμως να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του από την ίδια σύμβαση και χωρίς να υποστεί οποιαδήποτε περιουσιακή μείωση από την εκπλήρωση της αντιπαροχής που το βαρύνει" .
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως .Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικής ή όχι ασκήσεως της αγωγής διανομής εκ μέρους των εναγουσών, αφού την εναντίωσή τους στη συνέχιση, εκ μέρους του εναγομένου, των οικοδομικών εργασιών, συνεχώς εκδήλωναν τόσον προφορικά, όσο και με εξώδικες και δικαστικές ενέργειες.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, μέρος τρίτο και μέρος δεύτερο, αντίστοιχα, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό ( ένσταση, αντένσταση) μέσο αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/97, ΑΠ1508/2004).
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δέχθηκε μη προταθέντα ισχυρισμό των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων, ότι τα αποτελέσματα της συμφωνίας αυτού (αναιρεσείοντος ) με τις αναιρεσίβλητες, αναφορικά με τη διανομή της πατρικής περιουσίας, θα επέρχονταν μετά τις προαναφερθείσες μεταβιβάσεις και όταν αυτές θα εγίνοντο συμβολαιογραφικώς και όχι πριν συνταχθεί αυτό (συμβολαιογραφικό συμβόλαιο).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως, απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως μη προταθείς ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, αλλά άρνηση της ένστασης του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής . Ως προς την εκ του αριθμού 10 του ανωτέρω άρθρου αιτίαση, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, κατέληξε στην ως άνω κρίση του, αφού εκτίμησε τις προσαχθείσες αποδείξεις (μάρτυρες και έγγραφα) και, επομένως, όχι χωρίς απόδειξη.
ΙΙΙ. Σύμφωνα μεν με τη διάταξη του άρθρου 1103 ΑΚ, για δαπάνες από τις οποίες αυξήθηκε η αξία του πράγματος (επωφελείς δαπάνες), έχει δικαίωμα αποζημιώσεως μόνο ο καλόπιστος νομέας για το πριν από την επίδοση της αγωγής διάστημα και μόνο εφόσον σώζεται η αύξηση της αξίας κατά το χρόνο της απόδοσης του πράγματος, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, για το πράγμα, του που ενώθηκε με άλλο ως συστατικό του, ο νομέας έχει το δικαίωμα της αφαίρεσης, το οποίο όμως αποκλείεται μόνον στις περιπτώσεις που αυτό ρητά ορίζει.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1057 και 1063 ΑΚ, αν το κινητό ενωθεί με ακίνητο, έτσι ώστε να γίνει συστατικό του, η κυριότητα του ακινήτου εκτείνεται και στο κινητό (άρθρο 1057), εκείνος όμως που έχασε την κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα εξαιτίας της ένωσης, έχει απαίτηση εναντίον εκείνου που ωφελήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με επιφύλαξη του τυχόν δικαιώματός του για αποζημίωση από αδικοπραξία ή γιο απόδοση δαπανών ή για αφαίρεση κατασκευάσματος.
Αξίωση για επαναφορά της προηγούμενης κατάστασης αποκλείεται (άρθρο 1063 ΑΚ). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι, σε περίπτωση που κινητό πράγμα ενωθεί με αλλότριο (ξένο) ακίνητο, κατά τρόπον που να καταστεί συστατικό αυτού {άρθρα 953 και 954 ΑΚ), γεγονός που συμβαίνει και στην περίπτωση που ο νομέας ανεγείρει οικοδομή επί ξένου οικοπέδου, με δικό του υλικό, τότε.
ο νομέας που χάνει την κυριότητα των υλικών αυτών λόγω της ένωσης του με το ξένο ακίνητο, δικαιούται, ανεξάρτητα από την καλή ή κακή πίστη του και το χρόνο επίδοσης της διεκδικητικής αγωγής, να απαιτήσει, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, από τον κύριο του οικοπέδου την απόδοση της ωφέλειας, που απέκτησε οπό τη μετάθεση σ' αυτόν της κυριότητας των υλικών, όχι όμως και την απόδοση της ωφέλειας από την εργασία του νομέα ή των εργατοτεχνιτών, εργολάβου, μηχανικού κλπ που ο ίδιος προσέλαβε, γιατί η διάταξη του άρθρου 1063 ΑΚ ορίζει μόνο για απαίτηση από την απώλεια της κυριότητας κινητού πράγματος, λόγω της ένωσής του με ξένο ακίνητο και όχι για δαπάνες.
Επιφυλάσσει, όμως, το άρθρο 1063 ΑΚ στο νομέα κινητού ή ακίνητου πράγματος το δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση για την όλη δαπάνη ανέγερσης της οικοδομής στο ξένο ακίνητο, όταν πρόκειται για ακίνητο με τους όρους όμως και τις προϋποθέσεις του άρθρου 1103 ΑΚ, δηλαδή, να πρόκειται για καλόπιστο νομέα, η δαπάνη να είναι επωφελής, δηλαδή, να επήλθε από αυτήν αύξηση της αξίας του πράγματος, η αύξηση αυτή να σώζεται κατά το χρόνο της απόδοσης του πράγματος ή δε δαπάνη να έγινε το διάστημα πριν από την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής (Ολ.
ΑΠ 1220/1975-ΑΠ 156/2008). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 794 ΑΚ, κατά την οποία " κάθε κοινωνός ενέχεται απέναντι στους λοιπούς, κατά την αναλογία της μερίδας του, για τα έξοδα της συντήρησης, της διοίκησης και της χρησιμοποίησης του κοινού", ερμηνευομένη σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 788, 789, 790, 730, 904 επ.
και 1101-1107 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο κοινωνός που καταβάλει έξοδα πέραν τη αναλογίας του, δικαιούται να απαιτήσει τα επί πλέον καταβληθέντα , παρά των λοιπών κοινωνών, κατ' αναλογίαν των μερίδων τους, απ' ευθείας σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη (794 ΑΚ), εφ' όσον πρόκειται για έξοδα που έγιναν υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 788-790 ΑΚ ( κατόπιν αποφάσεως ) όλων των κοινωνών ή της πλειοψηφίας αυτών κλπ).
Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, ο συγκύριος, που πλήρωσε τα έξοδα και τα βάρη του κοινού πράγματος, δικαιούται να επιδιώξει την ανάληψη του, κατά τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλότριων ή για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 507/1979). Ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου -συγκυρίου, ο οποίος μπορεί να προταθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 325, 326, 802, 1103 ΑΚ και 479 ΚΠολΔ, ανταγωγικά ή κατ' ένταση, κατά τη συζήτηση της αγωγής διανομής, με την άσκηση συγχρόνως και του δικαιώματος επίσχεσης ως προς αυτές , για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διοίκησης αλλότριων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού .
Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 εδ, α' ΑΚ, οι προϋποθέσεις της αξίωσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: η πραγματοποίηση πλουτισμού του λήπτη, η επέλευση αυτού από την περιουσία ή σε βάρος άλλου, το αδικαιολόγητο του πλουτισμού, δηλ. έλλειψη νόμιμης αιτίας του (όπως στην περίπτωση παροχής αχρεώστητης) και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού και της επιβάρυνσης του δικαιούχου (ΑΠ 1440/2000).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος - αναιρεσείων τόσο με τις προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου , αμυνόμενος κατά της ένδικης αγωγής, με την οποία οι ήδη αναιρεσίβλητες ζήτησαν να διαταχθεί η δικαστική διανομή του επιδίκου ακινήτου, όσο και με λόγο έφεσης στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προέβαλε κατ' ένσταση δικαίωμα επισχέσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενόψει του ότι επί του επιδίκου προέβη, καλόπιστα , σε επωφελείς δαπάνες, όπως αυτές λεπτομερώς αναφέρονται, ύψους 205429,20 ευρώ (70. 000. 000δρχ), χωρίς νόμιμη αίτια , οι οποίες και σώζονται επ' ωφέλεια των αναιρεσιβλήτων - εναγουσών και σε βάρος της περιουσίας του.
Συγκεκριμένα, προέβαλε κατά λέξη τα εξής: "Προβάλλω προς το Δικαστήριό Σας σύμφωνα με το άρθρο 324 του Α.Κ. το δικαίωμα επισχέσεως κατά των εναγουσών αδελφών μου, προκειμένου να καταβληθούν εις εμέ τα έξοδα ανεγέρσεως του κτίσματος που υφίστανται επί του οικοπέδου αξίας 70.000.000 δραχμών, όπως αναλυτικά αναφέρονται αυτά άνωθεν, καθόσον πρόκειται για ληξιπρόθεσμη αξίωσή μου, η οποία βαρύνει τις ενάγουσες σώζεται δε ως ωφέλεια υπέρ των εναγουσών για τους λόγους που αναφέρω άνωθεν και αρνούμαι να εκπληρώσω την αιτούμενη παροχή ως εισάγεται με το δικόγραφο της διανομής ακινήτου έως το χρονικό σημείωμα που οι ενάγουσες εκπληρώσουν την υποχρέωση καταβολής των εξόδων της κατοικίας στο πρόσωπο μου κατά το ποσοστό που τις βαρύνει ήτοι δια 35.000.000 δρχ.
εις έκαστη τούτων, άλλως εν συνόλω 70.000.000 δρχ., δικαίωμα μου που το προβάλλω κατ' ένσταση (άρθρο 325 Α.Κ.)". Η ένσταση αυτή είναι πλήρως ορισμένη, ενόψει του ότι και οι πραγματοποιηθείσες δαπάνες αναφέρονται λεπτομερώς και οι προϋποθέσεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού συντρέχουν, όπως αυτές αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη τις οποίες σαφώς επικαλέστηκε ο ήδη αναιρεσείων εναγόμενος, όπως ορθώς εκτιμάται ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του.
Συνεπώς, το Εφετείο, που έκρινε αυτή αόριστη υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚπολΔ και, επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθ. 14 του άρθρ. 559 ΚπολΔ (και όχι και από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου) είναι βάσιμος.
IV. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιό της το σχετικό με την ένσταση επισχέσεως του αναιρεσείοντος και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2537/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ