Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment rejecting loan contract claims based on witness testimony.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision dismissing the loan contract claims. The lower court relied on sworn witness testimonies and other documents to reject the plaintiff's assertion that the contracts were proven solely by witnesses, noting the value exceeded the threshold requiring written proof. The court found the appeal arguments based on Article 394 of the Civil Procedure Code to be unfounded and the lower court's evaluation of evidence legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArt. 394 para. 1; Art. 559 para. 10; Art. 559 para. 20 of the Civil Procedure Code: The Supreme Court dismisses an appeal against a second-instance judgment if the lower court's assessment of evidence, including sworn testimonies, is not arbitrary and does not violate the statutory rules on proof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1188 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1188/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Χλιβερό.
Του αναιρεσιβλήτου:....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δημητρούκα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Ιανουαρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3543/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 8767/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Απριλίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 9 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 528/27.4.2007 αιτήσεως για αναίρεση της 8767/8.12.2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Mε την κρινόμενη 528/27-4-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται 8767/8.12.2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 6872/554/22.1.2001 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, απορρέουσες από τις συνομολογηθείσες μεταξύ των διαδίκων διαδοχικές συμβάσεις δανείου.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 3543/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις (i) 7093/3.8.2005 και (ii) 6975/29.7.2005 εφέσεις των διαδίκων η 8767/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτών κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους: "Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου των διαδίκων, από τα νόμιμα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, που λήφθηκαν όλα υπόψη - ανάμεσα στα οποία η παρακάτω αναφερόμενη επιταγή, έκδοσης του εναγόμενου και τέσσερις (4) συναλλαγματικές αποδοχής του εναγόμενου για την απόδειξη της κατάρτισης των δύο (2) πρώτων δανειακών συμβάσεων, οι οποίες (συν/κες) αποτελούν αρχή έγγραφης απόδειξης, κατ' άρθρο 394 παρ. 1α' ΚΠολΔ [αντίθετα - ας σημειωθεί - δεν προκύπτει φιλική η συγγενική σχέση η άλλη ιδιάζουσα σχέση μεταξύ των διαδίκων που να στοιχειοθετεί ηθική αδυναμία απόκτησης εγγράφου κατά το άρθρο 394 παρ. 1β' ΚΠολΔ αλλά ούτε περαιτέρω τέτοια φύση της δικαιοπραξίας ή ιδιαίτερες συνθήκες, ώστε να επιτρέπεται το εμμάρτυρο μέσο (βλ.
άρθρο 394 παρ. 1δ ΚΠολΔ) για τη σύναψη των λοιπών δανειακών συμβάσεων, η αξία του αντικειμένου των οποίων υπερβαίνει το χρηματικό όριο που ορίζεται με το άρθρο 393 ΚΠολΔ], από τις ομολογίες των διαδίκων, από τις 5697/19.3.2001 και 2106/6.2.2002 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκαν νομότυπα μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγόμενου (βλ.
τις υπ' αριθ ..... και ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της δικαστικής περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών) και το από ... ανυπόγραφο το οποίο εκτιμάται ελεύθερα (βλ. άρθρο 270 παρ.2 εδ.β' ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά την 27.5.1997, καταρτίσθηκε, μεταξύ των διαδίκων (που είχαν μία απλή γνωριμία) σύμβαση δανείου ποσού 3.000.000 δραχμών, το οποίο ο εναγόμενος όφειλε να αποδώσει κατά την 4.6.1997.
Ο ενάγων κατέβαλε το ως άνω ποσό στον εναγόμενο σε μετρητά κατά την παραπάνω ημερομηνία κατάρτισης της σύμβασης και ο εναγόμενος προς εξασφάλιση του ενάγοντα οπισθογράφησε και παρέδωσε σε αυτόν μία μεταχρονολογημένη ισόποση επιταγή, και ειδικότερα την με αριθμό ... επιταγή, από τον υπ' αριθ .... λογαριασμό του της Τράπεζα Credit Lyonnais Grece SA, έκδοσής του, σε διαταγή του ιδίου, με τεθείσα επ' αυτής ημερομηνία έκδοσης την 27.6.1997.
Επίσης, κατά την 10.7.1997, καταρτίσθηκε μεταξύ διαδίκων προφορικά δεύτερη σύμβαση δανείου, ποσού 4.000.000 δραχμών, το οποίο ο εναγόμενος όφειλε να αποδώσει κατά την 29.7.1997. Ο ενάγων κατέβαλε το ποσό αυτό στον εναγόμενο κατά την παραπάνω ημερομηνία κατάρτισης της σύμβασης σε μετρητά και ο εναγόμενος προς εξασφάλιση του ενάγοντα υπέγραψε ως αποδέκτης επί εντύπων τεσσάρων (4) συναλλαγματικών, ποσού 1.000.000 δραχμών η καθεμία, με τεθείσα επ' αυτών ημερομηνία λήξης την 29.7.1997, οι οποίες όμως δεν είχαν ακόμη εκδοθεί (μη ύπαρξη υπογραφής εκδότη) και δεν είχαν συμπληρωμένο το όνομα του προσώπου εις διαταγή του οποίου αυτές θα εκδίδονταν.
Η κατάρτιση των υπολοίπων δανειακών συμβάσεων, που φέρονται καταρτισθείσες σε μεταγενέστερο χρόνο κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, δεν αποδείχθηκε, από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και δη από τα έγγραφα που προσκόμισε ο ενάγων. Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ο δανεισμός των αναφερόμενων στην αγωγή ποσών των λοιπών δανειακών συμβάσεων - (δώδεκα στον αριθμό) - συνολικού ύψους 45.500.000 δραχμών, χωρίς να έχει εξοφληθεί καμία από ης προηγούμενες οφειλές του εναγόμενου (κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή) και χωρίς καμία εξασφάλιση του δανειστή-ενάγοντα (είτε με επιταγές έκδοσης του δανειολήπτη-εναγόμενου είτε με εμπράγματη ασφάλεια σε ακίνητο του) είναι ασύνηθες στη συναλλακτική πρακτική στα πλαίσια μιας απλής γνωριμίας.
Στη συνέχεια, ο εναγόμενος, κατέβαλε στον ενάγοντα κατά την 15.10.1998, το ποσό των 1.500.000 δραχμών και κατά την 9.12.1998 το ποσό των 1.000.000 δραχμών και συνολικά το ποσό των 2.500.000 δραχμών έναντι των οφειλόμενων εκ των παραπάνω δανειακών συμβάσεων ποσών. Το παραπάνω ποσό των 2.500.000 δραχμών, εφόσον δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη άλλης ειδικότερης συμφωνίας, καταλογίζεται στο αρχαιότερο χρέος του εναγόμενου (ΑΚ 422), δηλαδή στο οφειλόμενο ποσό, που αφορά το πρώτο δάνειο.
Επομένως ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα, για το πρώτο δάνειο το ποσό των (3.000.000 - 2.500.000 =) 500.000 δραχμών και για το δεύτερο δάνειο το ποσό των 4.000.000 δραχμών και συνολικά το ποσό των 4.500.000 δραχμών. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο εναγόμενος ομολογεί με τις προτάσεις του ότι δανείσθηκε από τον ενάγοντα το ποσό των 28.650.000 δραχμών, από τις αρχές του έτους 1996 έως τον Ιούλιο του 1997 και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι κατέβαλε σε αυτόν το ποσό των 37.700.000 δραχμών.
Η σύνθετη αυτή ομολογία του αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς την κατάρτιση των δύο παραπάνω δανειακών συμβάσεων που καταρτίσθηκαν κατά το περιλαμβανόμενο στην ομολογία του χρονικό διάστημα, κατά τα άρθρα 352 και 353 εδ. α' ΚΠολΔ (για το προηγούμενο χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 1996, που δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής αυτής, δεν ασκεί επιρροή), ενώ κατά τα λοιπά το ωφέλιμο για τον εναγόμενο γεγονός της καταβολής και πλήρους εξόφλησης του ενάγοντα που αποτελεί ένσταση (άρθρο 416 ΑΚ) - πέραν του ότι δεν είναι ορισμένη - δεδομένου ότι δεν εκθέτει σαφώς τους χρόνους και τα ακριβή ποσά καταβολής και δεν διαλαμβάνει ορισμένο αίτημα απόρριψης της αγωγής για την αιτία αυτή (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ) - δεν αποδείχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη.
Ειδικότερα ο μάρτυρας του εναγομένου, δεν κατέθεσε με σαφή τρόπο περί του χρόνου και του τρόπου εξόφλησης του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού των 4.500.000 δραχμών, ενώ περαιτέρω και ο εναγόμενος δεν προσκόμισε εξοφλητική απόδειξη ούτε έλαβε από τον ενάγοντα την προαναφερθείσα επιταγή και τις συναλλαγματικές που είχε δώσει σε αυτόν, για εξασφάλιση πληρωμής των οφειλόμενων ποσών.
Με τα δεδομένα αυτά, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που κρίνοντας ως αποδεδειγμένες, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, τις δύο (2) μόνο πρώτες καταρτισθείσες συμβάσεις δανείου, δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα συνολικά 4.500.000 δραχμές, που αντιστοιχούν σε 13.206,16 ευρώ και ειδικότερα το ποσό των 500.000 δραχμών (1.467,35 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την 4.6.1997 (χρόνο απόδοσης του δανεισθεντος ποσού της πρώτης δανειακής σύμβασης) και το ποσό των 4.000.000 δραχμών (11.738,80 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την 29.7.1997 (δηλαδή τον χρόνο απόδοσης του ποσού της δεύτερης δανειακής σύμβασης), απορρίπτοντας την ένσταση εξοφλήσεως του εναγομένου, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την ορθή εφαρμογή του νόμου και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τις ένδικες εφέσεις των διαδίκων είναι αβάσιμα".
Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο πραγματικά γεγονότα, που έχουν αυτή την επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Μη λήψη, πάντως, δε συνάγεται μόνο από το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Εξάλλου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 394 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαιρέσεων από τον κατά το άρθρο 393 παρ. 1 ΚΠολΔ περιορισμό της εμμάρτυρης αποδείξεως για συμβάσεις και συλλογικές πράξεις η αξία του αντικειμένου των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 5.900,00 ευρώ είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως αναγόμενη σε εκτίμηση αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1).
Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη κατά το σχηματισμό της αρνητικής του κρίσεως για τις μετά την 10.7.1997 και μέχρι 20.11.1998 συνομολογηθείσες κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς συμβάσεις δανείου (α) το από 9.12.1998 σημείωμα, με το οποίο ο αναιρεσίβλητος αναγνώρισε την οφειλή του ποσού 50.000.000 δρχ.
και υποσχέθηκε τη τμηματική καταβολή του, (β) τις ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών 5697/19.3.2001 και 2106/6.2.2002 ένορκες βεβαιώσεις της ..., συζύγου του, (γ) την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος ... και (δ) την 5273/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατά παραδοχή σχετικής αιτήσεώς του, διατάχθηκε το ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατασχέσεως της κινητής και ακίνητης περιουσίας του καθού μέχρι το ποσό των 60.000.000 δραχμών.
Με βάση την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν συντρέχει εξαίρεση από το άρθρο 394 παρ. 1 ΚΠολΔ, που θα δικαιολογούσε την εμμάρτυρη απόδειξη για τις συνομολογηθείσες, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, από 10.7.1997 έως 20.11.1998 συμβάσεις δανείου, η αξία του αντικειμένου εκάστης των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 5.900,00 ευρώ, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως αναφορικά με τα στοιχ. (β) και (γ) αποδεικτικά μέσα και ως αβάσιμος κατά τα λοιπά.
Ειδικότερα, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την παράλληλη βεβαίωσή της ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, με ειδική αναφορά και μνεία του από ... ανυπόγραφου ιδιωτικού εγγράφου, το οποίο εκτιμήθηκε συμπληρωματικά κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. 2 ΚΠολΔ, αβίαστα προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται ουδεμία περί τούτου, αμφιβολία, ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά το σχηματισμό της αρνητικής περί πραγμάτων κρίσεώς του αναφορικά με τις από 10.7.1977 έως 20.11.1998 δανειακές συμβάσεις έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα με στοιχ. (α) και (δ) έγγραφα.
Όμοια αρνητικά αξιολογείται, ως αόριστος, ο τελευταίος κατά σειρά λόγος, με τον οποίο, χωρίς τη διατύπωση επικουρικότητας, και εντεύθεν κατά τρόπο αντιφατικό προβάλλεται συγχρόνως και παράλληλα η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την έννοια της παραμορφώσεως του περιεχομένου του από ...
ανυπόγραφου ιδιωτικού εγγράφου, χωρίς να προσδιορίζεται το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, κατά τη σχετική αιτιολογία του οποίου δεν αποδεικνύει τις εν λόγω δανειακές συμβάσεις. Τέλος, με τον απομένοντα προς έρευνα λόγο αναιρέσεως αβασίμως επίσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθή, όταν, κατά τις αιτιολογίες της, για τον σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσεώς της στηρίχθηκε στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις μνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα προσκομιζόμενα, με επίκληση, έγγραφα, τα τελευταία μόνο αναφορικά με τις κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς από 10.7.1997 έως 20.11.1998 δανειακές συμβάσεις, για τις οποίες, όπως αναφέρθηκε, ανελέγκτως δέχθηκε ότι δεν συντρέχει περίπτωση από το άρθρο 394 παρ. 1 ΚΠολΔ δικαιολογούσα την εμμάρτυρη απόδειξη.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.200,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ. 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 528/27-4-2007 αίτηση για αναίρεση της 8767/8-12-2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2009 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 18 Μαϊου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ